Νεοπαγανιστικές απάτες Απάντηση στις ψευδείς συκοφαντίες τού Νεοπαγανισμού

Επιστροφή στην ενότητα περί Διωγμών

Η Εγκατάλειψη των αρχαίων ναών

Του Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ. Χριστόδουλου Παρασκευαϊδη

Απόσπασμα από το βιβλίο «Ελληνισμός Προσήλυτος» Εκδ. «MEDIA ECCLESIASTICA» σελ. 111-116

Μια μελέτη του μακαρ. Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, που απαντάει και αυτή, με επιπλέον ντοκουμέντα, στις ανιστόρητες και ψευδής κατηγορίες των Νεοπαγανιστών, ότι δήθεν με τη βία στερήθηκαν τους ναούς τους από τους Χριστιανούς. Γιατί οι απατεώνες του Νεοπαγανισμού, ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ να γνωρίζει ο κόσμος, ότι η Ελλάδα ήταν ήδη ερημωμένη και κατεστραμμένη ΠΡΙΝ φθάσει εδώ η Χριστιανική πίστη. Ούτε τις καταστροφές που έκαναν οι ίδιοι στους ναούς τους, ούτε ότι οι ίδιοι οι Εθνικοί τους εγκατέλειψαν ελεύθερα και εκούσια παρά τους διωγμούς εναντίον των Χριστιανών, όταν παράτησαν το σκοταδισμό των ειδώλων και των δαιμόνων παρά τον κίνδυνο της ζωής τους, για να λατρέψουν τον Ιησού Χριστό, τον μόνο αληθινό Θεό!

Οπωσδήποτε, οι καταστροφές των ειδωλολατρικών ναών στην Ελλάδα δεν οφείλονταν σε θρησκευτικές συγκρούσεις. Η Ελλάδα είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό ρημάξει και καταστραφεί, πριν την αναγνώριση του χριστιανισμού, όταν ακόμη οι χριστιανοί ήσαν τα θύματα μεγάλων διωγμών ή και δεν είχαν καν εμφανισθεί στην ιστορία. Ήδη στην ελληνιστική εποχή, δεν είναι λίγες οι πόλεις πού είχαν μετατραπεί σε μικρή ομάδα χαμόσπιτων, με σπασμένα αγάλματα κι ερειπωμένους ναούς.

Το μαντείο της Δωδώνης είχε σταματήσει προ πολλού να λειτουργεί και ήταν ερείπια,80 μας πληροφορεί ο Στράβων στα «Γεωγραφικά» του, τα οποία είχαν ήδη ολοκληρωθεί περίπου το 7 π.Χ. Ο Στράβων, επισημαίνει μάλιστα ότι όχι μόνο το μαντείο της Δωδώνης, αλλά και όλα τα άλλα μαντεία της Ελλάδος είχαν ήδη ουσιαστικά σβήσει στα χρόνια του.81

Το μαντείο των Δελφών φυτοζωούσε, αλλά ήταν πια ένα ιερό πάμπτωχο, περιγράφει ο Στράβων.82  ο Νέρων πήγε εκεί, και αφού σάρωσε τα βραβεία σε αγώνες που οργάνωσαν για να τον βραβεύσουν, υποσχέθηκε πως θα φροντίσει να δώσει στο μαντείο την παλιά του δόξα. Ωστόσο, δεν παρέλειψε φεύγοντας για τη Ρώμη, να αρπάξει πολλά από τα έργα τέχνης που είχαν αφήσει στη θέση τους οι προ αυτού Ρωμαίοι. Και βέβαια, επιστρέφοντας στη Ρώμη ξέχασε αμέσως τις υποσχέσεις του και το μαντείο. Αργότερα,  ο Δομητιανός αποκατάστησε το ναό του Απόλλωνα. Αλλά  ο Πλούταρχος, σύγχρονος του Αποστόλου Παύλου, μιλάει για την περασμένη πια δόξα του μαντείου που έχει ήδη σβήσει.83 Αισθάνεται μάλιστα την ανάγκη να εξηγήσει αυτή τη δραματική παρακμή, και την αποδίδει στην ηθική παρακμή της κοινωνίας και τη συνακόλουθη πτώση τού επιπέδου των ερωτημάτων, αφού ρωτούσαν πια το θεό όχι για σοβαρά θέματα αλλά για γάμους και κληρονομιές και τα παρόμοια.84 Δεν λησμονεί όμως  ο Πλούταρχος ότι ένας παράγων τής παρακμής είναι σίγουρα και η πληθυσμιακή ερήμωση της Ελλάδας, η «ολιγανδρία»,85 εξ αιτίας τής όποιας το μαντείο μένει πολύ χρόνο έρημο και χωρίς προσκυνητές.86 Αυτή η ζοφερή πραγματικότητα τον υποχρεώνει να πει τον μεγάλο λόγο, αυτός  ο ειδωλολάτρης ιερέας: «απάγγειλον ότι  ο Παν  ο μέγας τέθνηκε».87

Η Δήλος, το νησί τού Απόλλωνα και «ιερά καρδία» των Ιώνων, είχε μετατραπεί από τον 2ο αι. π.Χ. σε ιερό τόπο αιγυπτιακών θεοτήτων (Ίσιδος, Σεράπιδος, Άνουβι) και σε πάνθεον συριακών και φοινικικών λατρειών. Το νησί δεν ήταν πια το άβατο του Απόλλωνα. Αλλά πάντως, και σε αυτό το κατάντημα, δεν έζησε πολύ: καταστράφηκε από τον στρατηγό του Μιθριδάτη Αρχέλαο, που κατέσφαξε 20.000 άτομα και λήστεψε το θησαυρό του Απόλλωνα. Στη συνέχεια, το νησί έγινε άντρο πειρατών, που ρήμαζαν  ό,τι είχε απομείνει όρθιο. Αργότερα, η Ρώμη έδιωξε τους πειρατές, και το νησί ανάσανε, πλην όμως φορτώθηκε όχι με αγάλματα του Απόλλωνα, άλλα με προτομές Ρωμαίων ηγεμόνων.88

 

Εκτός από τους ιερούς χώρους της ειδωλολατρίας, και οι μεγάλες πόλεις είχαν διαλυθεί ή συρρικνωθεί. Η άλλοτε ισχυρότατη και πλούσια Κέρκυρα είχε γίνει χαλάσματα σε τέτοιο βαθμό, που έγινε παροιμιώδης.89 Χαλάσματα βλέπει στη θέση της φημισμένης Σάμου  ο Κικέρων, σύγχρονος του Αποστόλου Παύλου, καθώς γράφει στον αδελφό του.90  ο Στράβων μιλά για την «κάποτε» λαμπρή Θήβα, για την Τανάγρα και τις Θεσπιές, λέγοντας ότι αυτό που σήμερα σώζεται δεν είναι ούτε καν αξιόλογο χωριό.91 Την Κόρινθο οι Ρωμαίοι την είχαν ξεκληρίσει, και αποικίσει με Ιταλούς, όπως βεβαιώνει  ο Παυσανίας,92 και με Εβραίους που είχε βίαια αποκρίνει  ο Κλαύδιος από τη Ρώμη.93 Στην αλληλογραφία τού Κικέρωνα, διαβάζουμε αφήγηση ταξιδιού στον Σαρωνικό, το 45 μ.Χ.: «Μπροστά μου ήταν η Αίγινα, πίσω μου τα Μέγαρα, δεξιά  ο Πειραιάς, αριστερά η Κόρινθος, πόλεις άλλοτε οι πιο ανθηρές, τώρα πεσμένες και καταστραμμένες κείτονται μπροστά στα μάτια μου».94 Ερειπωμένη από πληθυσμό η Σπάρτη κατά τον Στράβωνα,95 ενώ η Νεμέα ήταν χωριουδάκι, κι  ο ναός του Διός με γκρεμισμένη οροφή και χωρίς άγαλμα μέσα,96 περιγράφει  ο Παυσανίας ήδη τον 2ο μ.Χ. αιώνα, σε μιαν εποχή δηλαδή που  ο χριστιανισμός ήταν στο λίκνο του ακόμη.

 

Αυτά τα στοιχεία, ελάχιστα από όσα θα μπορούσαμε να παραθέσουμε, δείχνουν πόσο εσφαλμένη και παραπλανητική είναι η αντίληψη ότι οι χριστιανοί παραλάβανε μιαν Ελλάδα πλήρη λαμπρών ναών, την όποια τάχα αυτοί καταστρέφανε με μίσος...

Από αυτή τη μοίρα, πάντως, είχε ξεφύγει η Αθήνα, η οποία λόγω τής φήμης της ως σχολής του πνεύματος, αντιμετωπιζότανε με προσοχή από τους ηγεμόνες των ελληνιστικών χρόνων αλλά και τους Ρωμαίους. Οι πόλεμοι και οι εισβολές προκαλούσανε καταστροφές σε πολλά δημόσια κτίρια, αλλά μετά τις καταστροφές άρχιζε και πάλι η ανοικοδόμηση στο άστυ.97 Ναι μεν  ο Σύλλας πέρασε από στόματος μαχαίρας την πόλη, σφάζοντας και πουλώντας ως δούλους το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της, καταστρέφοντας και κυρίως λεηλατώντας σε απίστευτο βαθμό τους θησαυρούς της, αλλά οι Ρωμαίοι, διόρθωσαν αρκετά κτίρια και οικοδόμησαν πολλά καινούργια.  Ο Πομπήιος,  ο Καίσαρ και  ο Αύγουστος και βεβαίως  ο Αδριανός θεωρούνται οι άνθρωποι που ανοικοδόμησαν την Αθήνα, στέλνοντας πολλούς Ρωμαίους να εγκατασταθούν και να γίνουν πολίτες.98 Ωστόσο, η ρωμαϊκή Αθήνα δεν ήταν πια η πόλη ούτε τού Σόλωνα ούτε τού Περικλή: το άστυ χτιζόταν, αλλά η ενδοχώρα του, οι δήμοι της Αθήνας, και φυσικά τα εκεί ιερά και οι ναοί, είχαν αφεθεί να ρημάξουν.

Οι ιδεομανείς, κατηγορούν τους χριστιανούς ότι έσπασαν αγάλματα άφθαστου τέχνης και κίονες για να τα χρησιμοποιήσουν ως οικοδομικά υλικά φτιάχνοντας τους δικούς των ναούς.

Η ερήμωση των ναών, όμως, ήταν προϊόν πολλών παραγόντων. Ένας από αυτούς ήταν  ο δημογραφικός, που αναφέρει  ο Πλούταρχος. Η Ελλάδα είχε μπει σε φάση πληθυσμιακής κατάρρευσης. Στον παράγοντα αυτόν αναφέρθηκα ήδη. Αν σε αυτό προσθέσουμε την κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των χριστιανών, μπορούμε να καταλάβουμε πόσο μειωνόταν  ο αριθμός των ειδωλολατρών.99

 Ο Πλούταρχος γράφει ότι ενώ παλιά χρειάζονταν τρεις ιέρειες στους Δελφούς για να καλύπτουν τις ανάγκες του κοινού, στα χρόνια του υπερεπαρκούσε μία μόνον.100 Με την ανάπτυξη του χριστιανισμού,  ο ειδωλολατρικός κόσμος μειωνόταν σταθερά. Για παράδειγμα, ήδη στα χρόνια τού Μεγάλου Κωνσταντίνου οι Έλληνες χριστιανοί ήσαν τόσοι, ώστε Επίσκοποί των μετείχαν στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας, το 325 μ.Χ.101 Στην Αθήνα, οι πρώτοι χριστιανοί συγκεντρώνονταν σε σπηλιές της Ακρόπολης, πολύ σύντομα όμως αυξήθηκαν τόσο, ώστε να οικοδομήσουν μια μεγάλη βασιλική στις όχθες τού Ιλισσού.102 Αυτό συνέβη και σε άλλες πόλεις τής αυτοκρατορίας: στο τέλος τού 4ου αι. μ.Χ., η Αντιόχεια είχε περισσότερους από 200.000 κατοίκους, από τους οποίους οι μισοί περίπου ήσαν χριστιανοί103 -για να φέρω ένα παράδειγμα.

 

Ένας ακόμη παράγοντας ήταν η αναγνώριση τού χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας τού κράτους. Αυτό, αναμφισβήτητα έπαιξε το ρόλο του. Η πολιτεία δεν ήταν πλέον πρόθυμη να διαθέτει ποσά για τη συντήρηση παγανιστικών ναών και την αποκατάσταση των ζημιών που έφερναν  ο χρόνος ή οι βαρβαρικές επιδρομές.

 

Αλλά δεν πρέπει να παραληφθεί ένας τρίτος, όχι σε σημασία, παράγοντας: οι έμποροι οικοδομικών υλικών χρησιμοποιούσαν τα υλικά των ερειπωμένων κι εγκαταλειμμένων ναών, πουλώντας τα σε όσους ήθελαν να χτίσουν καινούργιο σπίτι ή ναό.

Η επαναχρησιμοποίηση οικοδομικών υλικών ναών και δημοσίων κτιρίων, δεν γινόταν κρυφά: ήταν πρακτική πολύ γνωστή στην αρχαιότητα. Πάρα πολλοί τάφοι και μνημεία τού Κεραμεικού νεκροταφείου, που ανήκαν σε οικογένειες χωρίς απογόνους πια, καταστράφηκαν από τους αρχαίους για να ανοικοδομήσουν τα Μακρά Τείχη.104 Σύνηθες ήταν στον αρχαίο κόσμο η οικοδόμηση νέου κτίσματος πάνω σε θεμέλια ερειπωμένου ναού ή μνημείου.

Πρέπει να καταλάβουμε εδώ ότι οι άνθρωποι αυτοί, ειδωλολάτρες και χριστιανοί, δεν ήσαν κτηνώδεις καταστροφείς: απλούστατα, δεν υπήρχε την εποχή εκείνη η έννοια τού διατηρητέου μνημείου. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις πού βλέπουμε τάση προστασίας του παλαιού κτίσματος για ιστορικούς ή αισθητικούς λόγους - και πάλι, πρόκειται για αυτοκράτορες ή ηγεμόνες που διατάσσουν τη διατήρηση κτίσματος, όχι για γενικότερη τάση. Βλέπουμε χριστιανούς αυτοκράτορες που περισώζουν ειδωλολατρικούς ναούς, επικαλούμενοι την αισθητική τους ποιότητα.105 Βέβαιο είναι ότι, δεν υπήρχε κοινωνική συναντίληψη για τη διατήρηση μνημείου, αρχιτεκτονικού ή άλλου.

 

 Παραπομπές

80. Στράβωνος, Γεωγραφικά, 7.7.9.17 Κι όχι μόνο το μαντείο: «η τε Ήπειρος πάσα και ή Ιλλυρίς, νυν δε τα πολλά μεν ερημία κατέχει, τα δ' οικούμενα κωμηδόν και εν ερειπιοις λείπεται».

81. «Εκλέλοιπε δε πως και το μαντείον το εν Δωδώνη, καθάπερ τα άλλα», ότι.τι., 7.7.10.

82. «πενέστατόν εστι το εν Δελφοίς ιερόν», 9.3.8.2, και συνεχίζει αφηγούμενος τις λεηλασίες που υπέστη το κάποτε πνευματικό κέντρο της Ελλάδος.

83. «μεγάλη γαρ η παλαιά δόξα τής εκεί θεότητας, τα δε νυν έοικεν υπομαραίνεσθαι», Περί των Εκλελειπότων Μυστηρίων 411d. 10-11

84. «αισχρών και αθέων ερωτημάτων, ά τω θεώ προβάλλουσιν οι μεν ως σοφιστού διάπειραν λαμβάννοντες οι δε περί θησαυρών ή κληρονομιών ή γάμων παρανόμων διερωτώντες» οπ.π 413 b1-4

85. Οπ. π. 413 f 2

86. «πολύν χρόνον έρημον γενέσθαι και απροσπέλαστον» οπ.π. 414 Β1-2

87. οπ.π. 419 C4

88. Habicht, Athen, 252, 338-9 s

89. «επί λοιδορία παροιμίαν έλαβεν "ελευθέρα Κόρκυρα, χεζ' όπου θέλεις"», Στράβωνος, οπ.π. 7.7.1.8.5.

90. Ad Quintum Fratrem, 1,1.25.

91. «μέχρι εις ημάς ουδέ κώμης αξιόλογου τύπον σώζουσι, και [αι] άλλαι δε πόλεις ανάλογον», Γεωγραφικά, 9.2.5.

92. «Κόρινθον δε οικούσι Κορινθίων μεν ουδείς έτι των αρχαίων, έποικοι δε αποσταλέντες υπό Ρωμαίων», Κορινθιακά, 2.1.2.

93. Πράξ. 18,2.

94. Epist ad familiarum4.5, 5.

95. Γεωγραφικά, 8.4.11.

96. «κατερρυήκει  ο όροφος και άγαλμα ουδέν έτι ελείπετο», Κορινθιακά, 2.15.2.8.

97. Βλέπε: Χαράλαμπου Μπούρα, «Πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά θέματα των Αθηνών κατά την ελληνιστική εποχή» και Αλκ. Σπετσιέρη-Χωρέμη «Πολεοδομική εξέλιξη και μνημειώδη κτήρια στην Αθήνα κατά την εποχή τού Αυγούστου και τού Αδριανού».

98. Δες ανάπτυξη τού θέματος στο Christian Habicht, Athen, 326-334 s

99. Rostovtzeff, social and economic history II 620 p.

100. Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, 92.414, Β4-8.

101. Ευσεβίου, Εις τον βίον Κωνσταντίνου Βασιλέως, 3.8.1-6.

102. Μ. Καζανάκη-Λάππα, «Η Αθήνα από την ύστερη αρχαιότητα ως την τουρκική κατάκτηση», 200 σ.

103 F. Trobley οπ.π. 110-111 pp

104. Habicht, Athen, 11 S. Σχολιάζοντας το γεγονός, λέει  ο Λυκούργος ότι για την ανοικοδόμηση τών Τειχών, «η μεν χώρα τα δένδρα συνεβάλλετο, οι δε τετελευτηκότες τας θήκας»: Κατά Λεωκράτους, 43.10-11.

105. Codex Theodosianus,16.10.15.

 

ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ: ΘΩΜΑΣ Φ. ΔΡΙΤΣΑΣ

Το άρθρο αυτό στα Αγγλικά

Δημιουργία αρχείου: 21-9-2005.

Τελευταία ενημέρωση: 18-1-2006.

ΕΠΑΝΩ