Νεοπαγανιστικές απάτες

Απάντηση στις συκοφαντίες τού Νεοπαγανισμού

Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Ελληνικότητα, Ιστορικά θέματα και Ρωμανία

Λόγοι άρνησης Ελληνικότητας Ρωμαίων και Χριστιανών * Το όνομα Ρωμηός και η ιστορική του σημασία * Η Ελληνική καταγωγή τής Ρώμης * Η "Βυζαντινή" συνείδηση τών απελευθερωμένων Ελλήνων Η έννοια τής λέξης: "Έλληνας" στους αιώνες * Ρήγας, Φιλικοί, 1821 και εθνική ταυτότητα ή… ‘φούνταις σμερδαλέαις’. Μέρος 3o: οι Απάτες (β) * Η καταγωγή του Ευγένιου Βούλγαρη, η δήθεν «εφεύρεση» της Εικονομαχίας και άλλες … ‘φούνταις σμερδαλέαις’ * Δέκα μικροί μύθοι για το 1821: μια απάντηση σε όσους ταλαιπωρούν την ελληνική ιστορία * Η συμφωνία ‘ητικής’ και ‘ημικής’ αντίληψης ότι τα ‘ρωμαϊκά’ στοιχεία του Βυζαντίου έχουν γραικικά/ελληνικά χαρακτηριστικά

Η Βυζαντινή ελληνο-ρωμαϊκή ταυτότητα:

πολιτειακά ρωμαϊκή (Νέα Ρώμη) και πολιτισμικά ελληνική

Μέρος 9o: οι Απάτες (η)

Papyrus 52

 

 

Προλεγόμενα

Στο άρθρο μας θα διατυπώσουμε μερικές σκέψεις για τη βυζαντινή ταυτότητα μετά τον 7ο αιώνα και θα εξετάσουμε διάφορα άλλα θέματα όπως, τη γενεαλογία του Βασιλείου Α΄, τη χρήση του όρου «πάτριος» για τη λατινική γλώσσα από τον Πορφυρογέννητο , την αντίληψη της εποχής του για τους αρχαίους Έλληνες ιστορικούς και τον Δίωνα Κάσσιο, τη στάση της «Σούδας» απέναντι στους Έλληνες, το περιεχόμενο της «Πρεσβείας» του Λιουτπράνδου, τη χρήση του ονόματος Γραικοί από τον Λέοντα Χοιροσφάκτη τον 10ο αιώνα και κάποιες θέσεις του Καλδέλλη και του Στουραΐτη.

Σε περιπτώσεις που το κείμενο εμφανίζεται με έντονο πράσινο χρώμα, σημαίνει ότι εκφράζονται απόψεις τρίτων.

Να προσθέσουμε ότι για την ταυτότητα των βυζαντινών Ελλήνων ειδικότερα, θα δημοσιεύσουμε ξεχωριστό άρθρο, και μέσα από μια σειρά μαρτυριών θα δείξουμε πως δεν είναι πειστικό το σενάριο ότι στα προαιώνια εδάφη του ελληνισμού «ξεχάστηκε» από τους γηγενείς η ελληνική καταγωγή ή το όνομα Έλληνας, όπως ακριβώς είχαν παρατηρήσει ο Παναγιώτης Χαρανής, ο Παναγιώτης Χρήστου, ο Πάρις Γουναρίδης και ο Νίκος Σβορώνος. Θα αντιληφθούμε έτσι πως υπήρχε συνείδηση ιστορικής σύνδεσης με την αρχαία Ελλάδα ακόμα και στους «σκοτεινούς αιώνες», παρά το γεγονός ότι είναι αισθητή η απουσία πρωτογενών πηγών στην περίοδο αυτή.

 

1. Η περιγραφή της βυζαντινής ταυτότητας και η «Πρεσβεία» του Λιουτπράνδου

Αν και έχουμε αναπτύξει πλήρως το θέμα και στο αρχικό άρθρο και σε επιμέρους ενότητα αργότερα, εντούτοις θα σχολιάσουμε κάποια ζητήματα.

«Η βυζαντινή ρωμαϊκότητα είχε πολιτική έννοια. Αυτή η πολιτική παράδοση μπορούσε στη βυζαντινή περίπτωση να δημιουργήσει ακόμα και μια νέα ‘εθνική’ συνείδηση».

Όπως είδαμε σε προηγούμενα άρθρα και όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η Βυζαντινή ταυτότητα μετά τον 7ο αιώνα, εκφράζεται ‘ημικά’ ως σύνθεση δύο βασικών παραδόσεων: Νέα Ρώμη και Ελληνισμός. Η εμμονή κάποιων να ονομάζουν την ταυτότητα αυτή απλά «ρωμαϊκή», παραποιεί την πραγματικότητα για δύο λόγους:

α) δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η παλιά λατινική ρωμαϊκότητα συνεχίζεται απαράλλαχτη,

β) εξαφανίζει τα ελληνικά στοιχεία σαν να έχουν υποστεί διάλυση/ομογενοποίηση μέσα στη ρωμαϊκότητα.

Αυτό όμως δεν ισχύει.

Οι βυζαντινοί βεβαίως, θέλουν να είναι (πολιτειακά) ρωμαίοι και είναι υπερήφανοι γι’ αυτό, διότι το όνομα ρωμαίος τους συνδέει με μια ισχυρή και περιπόθητη τάξη πραγμάτων (‘’άρχουσι κατά τον ρωμαϊκόν τύπον’’) που τους ξεχωρίζει από την έξωθεν βαρβαρότητα.

Ταυτόχρονα όμως διατηρούν τη μνήμη προέλευσης και των δύο παραδόσεων που συνθέτουν την ταυτότητα τους, οι οποίες περιλαμβάνουν στοιχεία ρωμαϊκά (κυρίως τα πολιτειακά) και άλλα στοιχεία (κυρίως πολιτισμικά) για τα οποία χρησιμοποιείται και το ισοδύναμο όνομα «ελληνικά/γραικικά» (π.χ. γραικών γλώσσα, ελληνογλώσσοις, Ελλήνων παιδεία, γραικών γράμματα, Ελλήνων ήθη, Γραικία, Γραικοί, Έλληνες τω γένει, Ελλήνων παίδες κ.λπ.). Δεν θα υπήρχε ‘ημική’ χρήση άλλου ονόματος πέρα από το ρωμαίος/ρωμαϊκός, αν τα πάντα ήταν ομογενοποιημένα μέσα σε μια «ρωμαϊκή ταυτότητα».

Στην πραγματικότητα λοιπόν, το βυζαντινό κράτος που οι πηγές ονομάζουν και «Γραικία» ή «Γραικών γη» (Στουδίτης, Μεθόδιος Α΄), διαμορφώθηκε επάνω στα διαχωρισμένα ήδη από το 395 μ.Χ. εδάφη της ελληνικής Ανατολής. Πρόκειται για τα εδάφη «Φιλίππου και Αλεξάνδρου» όπως λέει ο Μανουήλ Παλαιολόγος και παρομοίως ο ψευδο-Κωδινός, είναι οι περιοχές όπου δημιούργησε ο Μ. Αλέξανδρος την αυτοκρατορία του (ο οποίος καλείται και Γραικός) κατά την περίοδο του οικουμενικού ελληνισμού, μια εποχή που η Αθήνα δεν αποτελούσε πλέον το κέντρο του[1].

Φυσικά, τα ανατολικά εδάφη αποτελούσαν εξαρχής κομμάτι της ρωμαϊκής επικράτειας, μετά όμως από τα τέλη του 5ου αιώνα που τη Δύση κατέλαβαν οι «βάρβαροι», οι διαφορές άρχισαν να παρουσιάζονται πιο έντονες (οι Γλυκάς, Κίνναμος και Μανασσής τοποθετούν τη λήξη της ρωμαϊκής βασιλείας στη Δύση το 476 επί Ρωμύλου Αυγουστύλου).

Αρχικά βεβαίως, η εξουσία του αυτοκράτορα της Κων/πολης επιβαλλόταν και στη «βάρβαρη» Δύση, μετά όμως τη διαρκώς αυξανόμενη αποξένωση (γλωσσική, πολιτισμική, θρησκευτική) που κατέληξε σε ρήξη και στη στέψη του Καρλομάγνου (800 μ.Χ.), η γνήσια ρωμαϊκή αυτοκρατορία -σύμφωνα με τη σκέψη των Βυζαντινών- συνεχίστηκε μόνο στα εδάφη της ελληνικής Ανατολής.

Εκεί όμως, επικρατεί η ελληνική γλώσσα και ελληνικά/γραικικά πολιτισμικά στοιχεία, τα οποία διαμορφώνουν ένα διαφορετικό υπόβαθρο και μια διαρκώς αυξανόμενη αντίληψη ότι η ελληνικότητα αυτή καταλαμβάνει ακόμα και το κέντρο της αυτοκρατορίας («από της αρχής Ηρακλείου μάλιστα ελληνίζοντες»).

Αυτή η ρωμαϊκότητα που συνεχίζεται σε υπόβαθρο κυρίως ελληνικό είναι πλέον «Νεο-Ρωμαϊκή» (Νέα Ρώμη) και η πολιτισμική διαφορά από την παλαιά ρωμαϊκότητα της πρεσβυτέρας Ρώμης γίνεται ολοένα και πιο ορατή (ο Γεώργιος Ακροπολίτης επιβεβαιώνει τη διαφοροποίηση, γράφοντας ότι οι ρωμαίοι οι νεώτεροι προήλθαν από το έθνος των Γραικών).

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο έγκυρη από την παλαιά «λατινική ρωμαϊκότητα», αφού οι βυζαντινοί είναι βέβαιοι ότι πήραν από τη Δύση τη μοναδική αξιόλογη παρακαταθήκη που υπήρχε εκεί, την Αυτοκρατορική Εξουσία, η οποία μεταβιβάστηκε πλήρως από τον Μ. Κων/νο στη Νέα Ρώμη.

Ενώ λοιπόν αρχικά, η πολιτειακά ρωμαϊκή ταυτότητα ενσωμάτωνε τις δύο διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις από Ανατολή και Δύση (από τις οποίες η δυτική ήταν κυρίαρχη), όταν το δυτικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατέρρευσε το 476 μ.Χ. και μετατράπηκε σε χωνευτήρι ξένων φυλών, η ταυτότητα συνέχισε την πορεία της ως πολιτειακά ρωμαϊκή σε πολιτισμικό υπόβαθρο όμως ελληνικό (έτσι άλλωστε γίνεται αντιληπτή η βυζαντινή ταυτότητα από βυζαντινούς και λατίνους στην «Πρεσβεία» του Λιουτπράνδου).

Μάλιστα, οι βυζαντινοί που είναι υπερήφανοι για την ισχύ της ρωμαϊκής τους πολιτείας, παρουσιάζονται ξεχωριστά υπερήφανοι για την ελληνογλωσσία τους, για την κληρονομιά της ελληνικής τους παιδείας ή και για την ελληνική καταγωγή τους, δίνοντας σε αυτά ένα περιεχόμενο συλλογικής διαφοροποίησης. Κατά συνέπεια, έχουμε μια συλλογική συνείδηση που είναι αποτέλεσμα σύνθεσης, με σαφή διατήρηση της μνήμης προέλευσης και των δύο παραδόσεων, κάτι που φανερώνει άλλωστε και το σχήμα Ρωμέλληνες, η θεωρία περί «δύο εθνών» κ.λπ.

Αυτό σημαίνει πως η ουσία της βυζαντινής ταυτότητας δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο από ελληνορωμαϊκή/ρωμελληνική (δηλ. πολιτειακά ρωμαϊκή και πολιτισμικά ελληνική) και όχι απλά «ρωμαϊκή».

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, η σταδιακή αλλαγή που επήλθε με τη μετάβαση στη Νέα Ρώμη και στην ελληνική Ανατολή πρέπει να δηλώνεται από όσους προσεγγίζουν το ζήτημα της βυζαντινής ταυτότητας, για να μην παραποιείται η ιστορική πραγματικότητα.

 

Στις πηγές υπάρχουν μερικές περιγραφές της Βυζαντινής ταυτότητας που είναι αρκετά ξεκάθαρες. Τέτοια είναι η περιγραφή του Λέοντα Σοφού (886-912) για τον Βασίλειο Α΄ και τους Σλάβους, η περιγραφή μέσα από τις μαρτυρίες του Λιουτπράνδου και των Βυζαντινών, αλλά και η περιγραφή του Γεωργίου Ακροπολίτη (1217-1282) που βλέπουμε εδώ και αξίζει να τη διαβάσουμε προσεκτικά:

 

[«Georgii Acropolitae Opera», vol. 2 (Continens Scripta minora), B.G. Teubneri, Stutgardiae 1978, σελ. 64]

 

Η περιγραφή της βυζαντινής ταυτότητας από τον Ακροπολίτη, συσχετιζόμενη με την αντίστοιχη του Λιουτπράνδου, μπορεί να οδηγήσει σε κάποια συμπεράσματα:

 

«Απαξίωναν οι βυζαντινοί τη σχέση τους με τους σύγχρονους Ιταλούς, όχι με τους αρχαίους Ρωμαίους».

Βλέποντας στο προηγούμενο τεκμήριο τον χαρακτηρισμό των Ρωμαίων της εποχής του Μ. Κων/νου ως «ευτελή ανδράποδα», θα λέγαμε ότι οι βυζαντινοί απαξιώνουν κάθε σχέση και με τους αρχαίους Ρωμαίους. Επιπλέον, ένα σχήμα που περιλαμβάνει στρατιωτική ηγεσία και σύγκλητο (άνευ παρουσίας γυναικών), μαζί με τα σκήπτρα (που δεν αφήνουν απογόνους…), σίγουρα δεν ενδιαφέρεται για ανθρώπινη γενεαλογία αλλά για μεταβίβαση εξουσίας: το σχήμα εννοεί ότι Αυτοκρατορικά σκήπτρα, Πολιτειακή εξουσία, Στρατιωτική ισχύς μεταβιβάστηκαν από την Πρεσβυτέρα στη Νέα Ρώμη.

Μήπως όμως το «Ρωμέλληνες» που εμφανίζεται στις βυζαντινές πηγές με οποιαδήποτε μορφή (π.χ. οι καλύτεροι των Ρωμαίων με τους καλύτερους των Ελλήνων) υπονοεί τη «γέννηση/εμφάνιση» ενός «νέου λαού» με μισή-μισή καταγωγή από αρχαίους Ρωμαίους και αρχαίους Έλληνες (όπως περίπου γράφει ο Στουραΐτης);

Θεωρούμε πως όχι, διότι οφείλουμε να εξετάσουμε όλα τα συμφραζόμενα που πλαισιώνουν την έννοια «Ρωμέλληνες». Καταρχάς, κοιτώντας τις δύο παραπάνω πηγές, βλέπουμε πως οι βυζαντινοί δεν μπερδεύονται· το όνομα ρωμαίοι δεν τους κάνει να νομίζουν ότι οι πάντες είναι αρχαίοι Ρωμαίοι. Γνωρίζουν το παρελθόν και διαχωρίζουν σαφώς την πολιτειακή συγκρότηση, από την καταγωγή και το πολιτισμικό πλαίσιο του καθενός (Γραικοί, Ιταλοί).

Άλλωστε, αν το σχήμα «Ρωμέλληνες» ήταν ρεαλιστικό και όχι συμβολικό, τότε θα βλέπαμε στην πράξη να μοιράζονται τα πάντα ισόποσα σε Ρωμαίους και Έλληνες. Η βασιλεία όμως δεν είναι ρωμαϊκή και ελληνική,  παραμένει μόνο ρωμαϊκή (Αυτοκράτορας Ρωμαίων). Επίσης, υπάρχουν αποστάσεις από την πρεσβυτέρα Ρώμη αφού η ιστορία του Βυζαντίου ξεκινά κατά κύριο λόγο από την Κων/πολη χωρίς εξάρτηση από τους αρχαίους Ρωμαίους, η ρωμαϊκότητα γίνεται προνόμιο της Νέας Ρώμης και αποσυνδέεται από την «βάρβαρη» πλέον παλαιά Ρώμη (Λιουτπράνδος, Γλυκάς, Κίνναμος, Μανασσής) ενώ για την αυσονικότητα, εμφανίζεται και η άρνηση της (Τζέτζης) αλλά και θεωρίες σύνδεσης της με τον ελληνισμό (Σούδα, Θ. Λάσκαρης).

Αυτό λοιπόν που συμβαίνει, είναι ότι η ταυτότητα των βυζαντινών είναι «συνθετική» και όχι ομογενοποιημένη και επιτρέπει να τονίζονται οι δύο διακριτές παραδόσεις με διαφορετική βαρύτητα κάθε φορά, ανάλογα το κίνητρο. Έτσι, είναι φυσιολογικό σε όλους τους αιώνες να δηλώνεται υπερηφάνεια, και για τη ρωμαϊκή τάξη πραγμάτων (ταυτότητα ως προς την πολιτειακή παράδοση), αλλά και για τη γλώσσα, την καταγωγή ή την κληρονομιά της «γνώσης των όντων» (ταυτότητα ως προς την πολιτισμική παράδοση). Δεν χρειάζεται ένας «νέος μικτός λαός» για να αιτιολογηθούν οι εκφράσεις αυτές.

Γι’ αυτό, πιστεύουμε ότι η πρώιμη θεώρηση, «άρχουσι κατά τον ρωμαϊκόν τύπον και γραικώσας» (9ος αι.) φανερώνει μια ταυτότητα πολιτειακά ρωμαϊκή και πολιτισμικά ελληνική εξίσου με τη δήλωση, «Έλληνες όντες τω γένει ρωμαίους εαυτούς ονομάζομεν εκ της Νέας Ρώμης» (13ος αι.). Απλώς, τα διαφορετικά κίνητρα κάθε εποχής (1204) ενεργοποιούν με διαφορετική ένταση κάθε φορά τις αποκρίσεις και τα στοιχεία της ταυτότητας που προβάλλονται.

Έτσι εξηγούνται εύκολα όλες οι εκφράσεις ελληνικής πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας χωρίς να υπάρχει ανάγκη να τις παραμερίσει κάποιος ως «λόγιες» ή οτιδήποτε άλλο. Είναι απλά εκφράσεις μιας ταυτότητας πολιτειακά ρωμαϊκής και πολιτισμικά ελληνικής, που συνδέεται με την ελληνική Ανατολή λόγω των γεγονότων της μεταφοράς στη Νέα Ρώμη, του χωρισμού του 395, της κατάλυσης του 476 και της αποξένωσης με τη Δύση από τον 7ο αιώνα μέχρι το 800. Επίσης, αυτό το σχήμα εξηγεί εύκολα και το τριπλό όνομα της μεταβυζαντινής περιόδου. Σε μια ταυτότητα πολιτειακά ρωμαϊκή και πολιτισμικά ελληνική, όταν διασαλευτεί η ρωμαϊκή τάξη, ο λαός μπορεί να συνεχίσει την ιστορική του πορεία εκτός ρωμαϊκού κράτους, ως απόγονος (πραγματικός/ιστορικός ή πολιτισμικός) Ελλήνων ή Γραικών ενσωματώνοντας το ιστορικό παρελθόν στο όνομα Ρωμαίος/Ρωμιός (π.χ. ΕΔΩ).

Στο παρακάτω διάγραμμα, βλέπουμε σχηματικά μερικές αξιόλογες μαρτυρίες για την βυζαντινή ταυτότητα μετά τον 7ο αιώνα:

 

«Γιατί οι Βυζαντινοί του 10ου αι. [στην Πρεσβεία του Λιουτπράνδου] παρέλειψαν να προσθέσουν ότι ο Κωνσταντίνος μετέφερε τη ρωμαϊκή βασιλεία στο γραικικό γένος

Δεν είναι δυνατόν να λέμε ότι «παραλείπεται» κάτι, όταν αυτό αναδύεται από το κείμενο ως αυτονόητο για τους εμπλεκομένους: ήταν δεδομένη και γνωστή στους πάντες η ταυτότητα των βυζαντινών και εκεί οφείλεται η απλότητα με την οποία αποδέχονται ότι είναι «γραικοί», με γλώσσα, ήθη και ενδυμασία «γραικικά» και γι’ αυτό αρνούνται κάθε σχέση με τον λαό των αρχαίων ρωμαίων και ονομάζουν τους δυτικούς αλλοφύλους (Ζαμπέλιος, σελ. 528). Και αντιστρόφως, ήταν τόσο δεδομένη και τόσο γνωστή στους πάντες η ταυτότητα των βυζαντινών, ώστε ο Λιουτπράνδος τους αποδίδει διαφορετική εθνότητα από τους Ιταλούς και ενσωματώνει τη γραικότητα τους σε έναν έπαινο με τον οποίο τους χαρίζει τη γνήσια ρωμαϊκότητα.

 

«Δεν έχει σημασία ότι αποδέχτηκαν οι Βυζαντινοί το Γραικός [στην Πρεσβεία του Λιουτπράνδου] διότι ο Παχυμέρης λέει: ‘είναι γαρ και Ρωμαίους, ους αυτοί [δηλ. οι Δυτικοί] Γραικούς ονομάζουσιν’».

Στη βιβλιογραφία υπάρχουν κάποιες αντικρουόμενες ερμηνείες για τη χρήση του Γραικός από τον Παχυμέρη: για παράδειγμα, η Gill Page γράφει ότι o Παχυμέρης «υιοθετεί το λεξιλόγιο του εχθρού» ενώ ο Λεωνίδας Μαυρομμάτης λέει ότι χρησιμοποιεί το Γραικοί σε «πλάγιο λόγο» όταν μεταφέρει «διαλόγους με τούς Λατίνους».

Θα δούμε αν υπάρχει περίπτωση να ισχύει κάτι από αυτά, πριν όμως, πρέπει να καταλάβουμε ότι η ουσία στην «Πρεσβεία» του Λιουτπράνδου βρίσκεται στην κρίση που ξεσπά με τη διπλωματική αποστολή των Λατίνων. Στη διμερή κρίση, δεσπόζουσα θέση έχουν οι αλαζόνες βυζαντινοί, ενώ οι δυτικοί μειονεκτούν και γι’ αυτό λούζονται τα υβρεολόγια και υπομένουν φυλακίσεις και πρωτοφανή κακομεταχείριση.

Η μαρτυρία λοιπόν έχει ένα συγκεκριμένο προφίλ εξαρχής: οι Βυζαντινοί «δεν σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους» και όταν διαφωνούν με τις ‘ητικές’ αντιλήψεις των Δυτικών, τους τις επιστρέφουν με βιαιότητα (ΕΔΩ).

Ας εμπλέξουμε τώρα και τον Παχυμέρη: υπάρχει εδώ περιθώριο για την ερμηνεία της Gill Page, ότι οι Βυζαντινοί αποδεχόμενοι το Γραικός, «υιοθετούν το λεξιλόγιο του εχθρού»; Από τις βίαιες αντιδράσεις τους, θα ήταν αστείο και να το σκεφτεί κανείς.

Μήπως πάλι, έχουμε περίπτωση αποδοχής του Γραικός σε «πλάγιο λόγο»; Ασφαλώς όχι, συζητούν ενώπιος ενωπίω και ο Λιουτπράνδος τους λέει κατά πρόσωπο «Γραικούς» με «γλώσσα, ήθη και ενδυμασία» γραικικά. Αν αυτό αποτελούσε μη αποδεκτή ητική’ αντίληψη, τον Λιουτπράνδο θα τον είχε φάει το μαύρο σκοτάδι, όπως ο ίδιος είχε φοβηθεί βλέποντας τα ξεσπάσματα των βυζαντινών.

Πρέπει ακόμα να αντιληφθούμε ότι, την ώρα της διπλωματικής κρίσης ο Λιουτπράνδος αποφασίζει από τη μειονεκτική θέση που βρίσκεται να δώσει λύση χρησιμοποιώντας ως διπλωματικό εργαλείο τον έπαινο. Μάλιστα, πρόκειται για έπαινο που φτάνει σε σημείο διπλωματικής υποχώρησης, αφού αρχικά προσπαθούσε να κερδίσει υπέρ του Όθωνα το όνομα «Αυτοκράτορας των Ρωμαίων» και τώρα το χαρίζει στους βυζαντινούς μαζί με την κληρονομιά της εξουσίας που έφερε μαζί του στη Νέα Ρώμη ο Μ. Κων/νος.

Και δεν σταματάει εκεί, αλλά στα πλαίσια αυτής της διπλωματικής λύσης, εντάσσει μέσα στον έπαινο του και μια πλήρη γραικική πολιτισμική ταυτότητα για τους Βυζαντινούς (ήθη, ενδυμασία, γλώσσα) αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και την απαξίωση τους προς τα λατινορωμαϊκά πολιτισμικά στοιχεία (‘’απήρεσεν ο ρωμαϊκός αμφιεσμός‘’).

Ένας διπλωμάτης που χαρίζει ακόμα και το «μήλον της έριδος» (τη ρωμαϊκή κληρονομιά) σημαίνει ότι θέλει να λύσει το πρόβλημα και όχι να προκαλέσει περισσότερα. Δεν θα έλεγε λοιπόν «Γραικούς» τους Βυζαντινούς αν οι ίδιοι δεν το αποδέχονταν, και άλλωστε, αφού τους χάρισε το «μήλον της έριδος» δεν έχει λόγο να γκρεμίσει ό,τι έχτισε, μιλώντας τους με τρόπο που ενοχλεί ή προσβάλει.

Πράγματι λοιπόν, οι μονίμως νευρικοί βυζαντινοί, που ξεσπούν επάνω στους Δυτικούς με απειλές, φυλακίσεις και υβρεολόγια, μόλις ολοκληρώνεται ο διπλωματικός έπαινος και ακούν τον Λιουτπράνδο εκτός άλλων, να τους περιγράφει «γραικούς» ως προς τη γλώσσα, τα ήθη και την ενδυμασία, όχι μόνο δεν το απορρίπτουν, αλλά του απαντούν, «είσαι ο μόνος δυτικός που αγαπάμε», αποδεικνύοντας ότι η γραικική πολιτισμική τους ταυτότητα ήταν πραγματική, αποδεκτή και διόλου προσβλητική.

 

2. Κων/νος Πορφυρογέννητος, Μ. Αλέξανδρος και ελληνικότητα των Μακεδόνων

Όπως γνωρίζουμε, ο Κων/νος Πορφυρογέννητος έγραψε ένα ρητορικό εγκώμιο για τον παππού του Βασίλειο Α΄ (867-886)[2], και η βιογραφία αυτή αποτελεί το πέμπτο βιβλίο του έργου που είναι γνωστό σαν «Συνεχιστής Θεοφάνη».

Είχαμε αναφέρει ότι ο Κων/νος Πορφυρογέννητος στον 10ο αιώνα αποδέχεται για τον Βασίλειο Α΄ διπλή καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του, από τον Ρωμαίο Μ. Κων/νο και τον Έλληνα Μ. Αλέξανδρο:

 

[ «… Theophanis continuatiVita Basilii Imperatoris amplectitur» (ed. Sevcenko Ihor), CFHB 42, De Gruyter, Berlin, New York 2011, σελ. 18 [3,23-27] ]

 

Όπως βλέπουμε, εκτός από την διπλή αυτή ρωμαϊκή και ελληνική καταγωγή, αναφέρεται πως από την πλευρά του πατέρα του ο Βασίλειος Α΄ ήταν αρμενικής καταγωγής από τη δυναστεία των «Αρσακιδών» (όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο του Βίου, «εξ Αρμενίων έθνους, <σειράς δε των> Αρσακιδών»[3]).

Επίσης, ο ιστορικός Ιωσήφ Γενέσιος, ο οποίος «ανήκεν εις τον κύκλον των λογίων πού είχε συγκεντρώσει γύρω του ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος»[4], γράφει ότι ο Βασίλειος Α΄ κατάγεται από τους Αρσακίδες και εκ των «Φιλίππου και Αλεξάνδρου των αρίστων ηγεμόνων»[5].

Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι ο Γενέσιος, στο σημείο που γράφει για την «εξ Αρμενίων» καταγωγή του Λέοντα Ε΄, προσδίδει στους Αρμενίους ελληνική καταγωγή[6]:

 

[ «Iosephi Genesii regum libri quattuor» (ed. Lesmuller-Werner Anni), CFHB 14, Walter de Gruyter, Berolini 1978, σελ. 21 ]

 

Το σημαντικό εδώ, δεν είναι φυσικά το κατά πόσο είναι πραγματικές οι γενεαλογίες, αλλά ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εν γνώσει του Πορφυρογέννητου, γίνεται αποδεκτή ή κατασκευάζεται μια έμφαση ελληνική στην καταγωγή του αυτοκράτορα που ήταν και παππούς του. Και βεβαίως, ο Πορφυρογέννητος στην αρμενική ελληνικότητα του Βασιλείου Α΄ προσθέτει και την μακεδονική ελληνικότητα αλλά και την ρωμαϊκότητα της Νέας Ρώμης.

Ως προς την μακεδονική ελληνικότητα του Βασιλείου όμως, είχαμε ένα ακόμα κρούσμα από τον σμερδιάκωφ, ο οποίος προσπαθεί να μειώσει την αξία της μαρτυρίας γράφοντας το εξής:

Είναι όντως ανυπόφορη αυτή η τακτική την οποία καταδείξαμε έως τώρα σε οκτώ συνεχόμενα άρθρα…

Διότι, στην πραγματικότητα ο Πορφυρογέννητος γνωρίζει πολύ καλά την ελληνικότητα των Μακεδόνων και την Ηρακλειδική καταγωγή τους, και θυμίζουμε ότι (πέρα από τις γνωστές διαφωνίες των πηγών ως προς τα ονόματα των γενεαλογιών) ο Μ. Αλέξανδρος απέδειξε ότι είναι Έλληνας και έγινε δεκτός στους Ολυμπιακούς Αγώνες ακριβώς με την Αργεία, Ηρακλειδική καταγωγή του.

Από τη δομή λοιπόν της μαρτυρίας του Πορφυρογέννητου, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η φράση «Έλληνες ψευδολογούσι» που χρησιμοποιεί, δεν αφορά την ελληνική καταγωγή των Μακεδόνων, αλλά κάποια στοιχεία σχετικά με τον Ηρακλή τα οποία εύλογα πλαισιώνονται από τις άνω τελείες στην κριτική έκδοση:
 

[ «Costantino Porfirogenito de Thematibus» (ed. Pertusi A.), Biblioteca Apostolica Vaticana, 1952, σελ. 87 ]

 

Ηλίου φαεινότερο λοιπόν ότι το «ψευδολογούσι» δεν αφορά την ελληνικότητα των Μακεδόνων και του Μ. Αλεξάνδρου. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνει και ο ικανός μελετητής Απόστολος Δασκαλάκης, χρησιμοποιώντας κανονικά τη μαρτυρία του Πορφυρογέννητου στην ενδελεχή έρευνα του για την καταγωγή του βασιλικού οίκου των Μακεδόνων:

 

[ Δασκαλάκης Απόστολος, «Αργεάδαι–Τημενίδαι, Καταγωγή και Ιστορική Απαρχή του Βασιλικού Οίκου της Μακεδονίας», ΕΕΦΣΠΑ 8 (1957-1958) σελ. 54 ]

 

Κατά συνέπεια, ο Πορφυρογέννητος γνωρίζει ότι η εκ του Αλεξάνδρου μακεδονική καταγωγή που αποδίδει στον Βασίλειο Α΄, είναι μια σαφώς ελληνική καταγωγή.

 

3. Η πατριωτική χρήση της παράδοσης του Μ. Αλεξάνδρου

Τα παραπάνω, αποκτούν ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν τα συσχετίσουμε με τη μακρά βυζαντινή παράδοση που συνδέει Ρωμαίους και Έλληνες με αναφορά στον Μέγα Αλέξανδρο.

Οπωσδήποτε ο Αλέξανδρος έχει σημαντική παρουσία στην Αποκάλυψη του ψευδο-Μεθοδίου (7ος-8ος αι.) ως βασιλιάς των Ελλήνων («Αλέξανδρος τίκτεται Ελλήνων τύραννος γεγονός»[7]) ενώ στην ίδια πηγή εμφανίζεται και το σχήμα «Ρωμαίοι και Έλληνες συνήφθησαν».

Επίσης, όπως είδαμε, ο Βασίλειος Α΄ παρουσιάζεται διγενής από την πλευρά της μητέρας του, καθώς ο Πορφυρογέννητος εμφανίζει τον (ηρακλειδικής καταγωγής) Μ. Αλέξανδρο και τον Μ. Κων/νο στη γενεαλογία του, ενώνοντας την ελληνικότητα με τη ρωμαϊκότητα της Νέας Ρώμης.

Εκτός των παραπάνω, έχουμε παρουσία του Μ. Αλεξάνδρου και στον ψευδο-Κωδινό (14ος αι.) σε μια θεωρία που επίσης περιλαμβάνει τη ρωμαϊκότητα της Νέας Ρώμης αλλά και μια έμφαση υπερηφάνειας για το γεγονός ότι οι αυτοκράτορες της βυζαντινής Ανατολής αποτελούν διαδόχους του Μ. Αλεξάνδρου:

[ Pseudo-Kodinos, «Traite des offices» (ed. Verpeaux Jean), Paris 1966, σελ. 206-207 ]

 

Μάλιστα, η θεωρία του ψευδο-Κωδινού διευκρινίζεται ακόμα περισσότερο με τη μαρτυρία του Μανουήλ Παλαιολόγου από τον ίδιο αιώνα (14ο) στην οποία καταγράφεται πως η βυζαντινή ταυτότητα δεν είναι «ρωμαϊκή» αλλά ελληνορωμαϊκή (πηγάζει από τα δύο γένη):

 

[ Β. Λαούρδα, «Συμβουλευτικός προς τους Θεσσαλονικείς του Μανουήλ Παλαιολόγου», Μακεδονικά 3 (1956), σελ. 297.21-22 ]

 

Να προσθέσουμε εδώ ότι από τις δύο μαρτυρίες σκιαγραφείται και μια συνείδηση της πολιτισμικής ελληνικότητας της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας: τους «ρωμαίους» Θεσσαλονικείς τιμά ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο τόπος τους είναι «Αλεξάνδρου πατρίς» αλλά και ο βυζαντινός αυτοκράτορας, ενώ διοικεί και άλλες περιοχές, εντούτοις τιμάται επειδή είναι διάδοχος βασιλιάς της Μακεδονίας.

 Πολύ σημαντικό όμως είναι και το γεγονός ότι ο Μανουήλ προβαίνει σε πατριωτική χρήση του Μ. Αλεξάνδρου τη μορφή του οποίου χρησιμοποιεί για την εξύψωση του φρονήματος των αμυνομένων.

Όλα τα παραπάνω μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε ότι η αποστολή «Μακεδονικών ταγμάτων» από τον Κων/νο Θ΄ τον Μονομάχο  κατά των Τούρκων στα μέσα του 11ου αιώνα ήταν μια ενέργεια που πήγαζε από παλαιότερες παραδόσεις.

Θα ήταν παράλογο άλλωστε να στέλνεται ο στρατός σε μια κρίσιμη μάχη με ένα σχέδιο αμφίβολης αποτελεσματικότητας, σαν να έστελνε π.χ. ένας Έλληνας διοικητής τους στρατιώτες του στον θάνατο, με την προτροπή να πολεμήσουν «σαν Κινέζοι» επειδή ελπίζει να φοβηθούν οι αντίπαλοι όταν τους γνωστοποιήσει το «κόλπο» αυτό.

Αντιθέτως, η μακραίωνη σύνδεση Ρωμαίων και Ελλήνων μας βεβαιώνει ότι πολύ εύκολα θα υιοθετούσαν οι βυζαντινοί στρατιώτες την προτροπή να επιτεθούν στους Τούρκους σαν γνήσιοι κληρονόμοι της μαχητικότητας των παλαιών Μακεδόνων, που πολέμησαν στο πλευρό του μεγάλου Έλληνα στρατηλάτη:

 

[ «Ioannis Scylitzae Synopsis historiarum» (ed. Thurn Ioannes), CFHB 05, Berolini-Novi Eboraci, De Gruyter 1973, σελ. 479.9-13 ]

 

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή έχουμε και μια έμμεση μαρτυρία για την δύναμη της πολιτισμικά ελληνικής ταυτότητας μέσα στα λαϊκά στρώματα που αποτελούν το στράτευμα.

Καθώς λοιπόν η ιδεολογική και πατριωτική αυτή χρήση του Μ. Αλεξάνδρου, έγινε από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ’ Μονομάχο (1042-1055) στα μέσα του 11ου αιώνα, δεν θα συμφωνούσαμε με αυτό που έγραψε ο σμερδιάκωφ:

 

Όταν ο βυζαντινός πολεμιστής μπορεί να πιστέψει ότι είναι κληρονόμος της ανδρείας ή της μαχητικότητας των στρατιωτών του Μ. Αλεξάνδρου, είναι βέβαιο ότι αισθάνεται μια ουσιαστική σύνδεση με αυτούς και γι’ αυτό ο Κωνσταντίνος Θ’ στήριξε τη στρατηγική του όχι σε ένα «τέχνασμα» αλλά σε μια βαθύτερη παράδοση:

 

[ Τούρτα Αναστασία (επίτημη δ/ντρια μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού), «Ο Αλέξανδρος στο Βυζάντιο και στην Τουρκοκρατία. Πρότυπο βασιλέως και σύμβολο αντίστασης», (αποθετήριο ‘Ήλιος’: http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/14245 (σελ. 24 PDF αρχείου) ]

 

Στην παραπάνω εικόνα βλέπουμε ότι το πολιτισμικό υπόβαθρο έχει τη δύναμη να διαμορφώσει την πραγματικότητα και γι’ αυτό ο Μ. Αλέξανδρος μπορεί εδώ να συμβολίσει τη βυζαντινή αυτοκρατορία δίνοντας μας και ένα παράδειγμα για τη διαφοροποίηση της ρωμαϊκότητας λόγω της μετεγκατάστασης της Νέας Ρώμης στα ανατολικά εδάφη.

Επανερχόμενοι μάλιστα στο ζήτημα της ελληνικής παιδείας στο Βυζάντιο, καλό είναι να προσθέσουμε ότι η ελληνική μυθολογία αλλά και η ελληνική ιστορία, περιλαμβάνονταν στα μαθήματα που διδάσκονταν στα πλαίσια της βυζαντινής εκπαίδευσης, όπως τεκμηριώνει ο Γρηγόριος Θεολόγος (4ος αι.) και ο Θεοφύλακτος (11ος αι.):

 

 

[ «Τheophylacte d΄ Achrida Discours, traites, poesies» (ed. Gautier Paul), CFHB 16.1, Thessalonique Association de Recherches Byzantines 1980, σελ. 131.133.191 ]

 

Βεβαίως, η ελληνικότητα των Μακεδόνων και του Αλεξάνδρου ήταν γνωστή στους Βυζαντινούς όχι μόνο από την «έξωθεν» παιδεία, αλλά και από την εκκλησιαστική γραμματεία, και από τη λόγια γραμματεία (Πορφυρογέννητος) αλλά αναμφισβήτητα και από την Παλαιά Διαθήκη: «Αλέξανδρος ο Φιλίππου βασιλεύς ο Μακεδών, ός εβασίλευσε πρώτος εν τοίς Έλλησι» (Α΄ Μακ. 6,2).

 

4. Οι αρχαίοι ιστορικοί, η «Σούδα» και η εποχή του Πορφυρογέννητου

«Πιο ενδιαφέρουσα έβρισκε, ο ελληνομαθημένος κύκλος του Πορφυρογέννητου, τη ρωμαϊκή ιστορία του Δίωνος Κασσίου από την ιστορία του Ηροδότου και του Θουκυδίδη».

Ένα δείγμα των ιστορικών που εκτιμούσε ο Πορφυρογέννητος μπορούμε να δούμε στα σωζόμενα αποσπάσματα του έργου του «Εκλογές». Εκεί, όπως γράφει ο Πολ Λεμέρλ, βρίσκουμε συνολικά «είκοσι έξι ιστορικούς και χρονογράφους, που εκτείνονται από τον Ηρόδοτο ως τον Γεώργιο Μοναχό, και σχεδόν οι μισοί από αυτούς ανήκουν στην περίοδο γύρω στον 5ο-7ο αιώνα»[8].

Ανάμεσα τους δηλαδή, εκτός από τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, τον Δέξιππο, τον Ιάμβλιχο ή τον Αρριανό, βλέπουμε και πολλούς από τους κλασικίζοντες ιστορικούς της πρωτοβυζαντινής περιόδου.

Επίσης, έχει ενδιαφέρον ο σεβασμός που αποδίδεται στο πρόσωπο του Θουκυδίδη. Με μια -κατά το δυνατόν- έρευνα στα έργα του Πορφυρογέννητου, είδαμε ότι χρησιμοποιεί τον τιμητικό όρο «περιώνυμος» συνολικά εννέα φορές, αλλά μόνο τρεις για πρόσωπα: μία για τον παππού του Βασίλειο Α΄, μία για τον Ιούλιο Καίσαρα και μία για τον… Θουκυδίδη.

 

Την ίδια στιγμή, η «Σούδα» που γνωρίζει τις «Εκλογές» του Πορφυρογέννητου και διασώζει τμήματα της, αν αποδεχτούμε το αυτονόητο συμπέρασμα που προκύπτει από την έκταση των λημμάτων, θα λέγαμε ότι θεωρεί σημαντικότερες προσωπικότητες ή και πιο αξιόλογους ιστορικούς τον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη από τον Δίωνα Κάσσιο:

 

Επειδή μάλιστα αναφέρθηκε το ζήτημα κατά πόσο η «Σούδα» έχει σε εκτίμηση τους Έλληνες, θα λέγαμε ότι εμφανίζει θετική αντιμετώπιση καθώς συνδέει το «Αύσων» με την αρχαία ελληνική μυθολογία, αποσυνδέει το «Έλλην» από το «ειδωλολάτρης» και αποδίδει στο όνομα τη σημασία του «φρόνιμος» (παραθέτουμε και τη γνωστή ρήση του Χρυσολωρά για να δείξουμε ότι η προσφώνηση αυτή είναι ιδιαίτερα τιμητική), επίσης σε μια εποχή που ο Λέοντας Χειροσφάκτης χρησιμοποιεί το «Γραικός» για τους βυζαντινούς, η Σούδα μας λέει ότι Γραικοί είναι οι Έλληνες (βεβαιώνοντας μας ότι οι βυζαντινοί δεν θεωρούσαν το Γραικός λατινικής προέλευσης) ενώ δεν αρνείται να συμπεριλάβει και μια αναφορά στις απόψεις του Τυρρανίωνα για προέλευση της λατινικής γλώσσας από την ελληνική:

 

Σίγουρα λοιπόν, κανείς δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η Σούδα υποτιμά τους Έλληνες.

Μάλιστα, επανερχόμενοι στον Πορφυρογέννητο για να τον συνδέσουμε με τα γραφόμενα της Σούδας, θα λέγαμε ότι και αυτός παρουσιάζει μια προτίμηση προς την πολιτισμική ελληνικότητα:

 

5. Ο Καλδέλλης, οι βυζαντινοί Έλληνες και ο Κέκροπας

Στην ιστοσελίδα του σμερδιάκωφ αναφέρθηκε ένα σχόλιο για τις εθνοτικές απόψεις του Αντώνη Καλδέλλη. Θυμίζουμε ότι ο Καλδέλλης στο βιβλίο του «Ο βυζαντινός Παρθενώνας», έχει αναγνωρίσει ότι οι βυζαντινοί Έλληνες της Αθήνας και της Μικρασίας αποδέχονταν ως προγόνους τους αρχαίους Έλληνες, και μάλιστα ήταν υπερήφανοι γι’ αυτούς. Αναπόφευκτη προέκταση είναι η λογική σκέψη πως ο ελλαδικός, μικρασιατικός και κυπριακός ελληνισμός είχε την ίδια αντίληψη και σε αυτό συντελούσαν οι παράγοντες ελληνική γλώσσα, προαιώνια ελληνικό έδαφος και αρχαία ελληνικά μνημεία.

Επιπλέον, (βλ. στο κάτω μέρος του πρώτου από τα δύο τεκμήρια) ο Καλδέλλης γράφει για τους Αθηναίους πως μόνο «κατά πρώτον» ονομάζονταν «Ρωμαίοι» και «Χριστιανοί» αφήνοντας χώρο για την πιθανότητα να χρησιμοποιούσαν και το όνομα «Έλληνες», διότι όπως γράφει, οι «εθνικές ταυτότητες» «εντούτοις» επιτρέπουν «τοπικές διαφοροποιήσεις».

Άρα, τι άλλο χρειάζεται για να πει κάποιος ότι οι βυζαντινοί Έλληνες ήταν και πολιτειακά ρωμαίοι αλλά και με σαφή συνείδηση της ελληνικής ιστορικής τους ταυτότητας; Άλλωστε, όπως προαναφέραμε, στις θεωρίες ταυτότητας που είδαμε είτε επί Νικηφόρου Φωκά είτε από τον Γεώργιο Ακροπολίτη, διαπιστώνουμε ότι πολιτειακή συγκρότηση και πολιτισμική προέλευση/καταγωγή δεν συγχέονται.

 

Επ’ αυτού πάντως, αναφέρθηκε η αντίρρηση ότι θα ήταν δυνατόν οι βυζαντινοί Έλληνες ν’ αναγνωρίζουν τους αρχαίους Έλληνες ως προγόνους τους, αλλά να έχουν άλλη εθνοτική ταυτότητα, εννοώντας «ρωμαϊκή». Και η εξήγηση γι’ αυτό το παράδοξο δίδεται με το παράδειγμα των αρχαίων Αθηναίων που αρχικά ήταν Πελασγοί θεωρώντας πρόγονο τους τον Κέκροπα, και όταν έγιναν Έλληνες, αλλάζοντας εθνοτική ταυτότητα, εξακολούθησαν να θεωρούν τον Κέκροπα πρόγονο τους.

Αυτά διατυπώθηκαν στην ιστοσελίδα ως εξής:

 

Όμως, η θεωρία αυτή παρουσιάζει μεγάλα προβλήματα και το διαπιστώνουμε μόλις διαβάσουμε αυτά που γράφει ο Ηρόδοτος:

 

1ον) Ακόμα κι αν δεχτούμε να κάνουμε συγκρίσεις ανάμεσα στον Μεσαίωνα και τη… μυθική εποχή, βλέπουμε πως ο Ηρόδοτος συνδέει την εθνοτική αλλαγή των Αθηναίων με το ζήτημα της γλώσσας, λέγοντας ότι ως Πελασγοί μιλούσαν βαρβαρικά, και ως Έλληνες μιλούσαν ελληνικά (1,56). Οι βυζαντινοί Έλληνες όμως, δεν άλλαξαν γλώσσα.

 

2ον) Επιπλέον, ο Κέκροπας είναι πρόγονος από την εποχή που οι Αθηναίοι ήταν Πελασγοί (8,44). Άρα, οι Αθηναίοι, όταν έγιναν Έλληνες, αναγνώριζαν ως πρόγονο τους κάποιον που είχε διαφορετική από αυτούς γλώσσα, όμως, οι βυζαντινοί Έλληνες και οι πρόγονοι τους οι αρχαίοι Έλληνες είχαν την ίδια γλώσσα.

 

3ον) Εφόσον στο παράδειγμα τεκμηριώνεται εθνοτική αλλαγή όταν έχουμε διαφορετική γλώσσα από τους προγόνους μας (όπως οι Αθηναίοι), άρα, δεν υφίσταται εθνοτική αλλαγή όταν έχουμε την ίδια γλώσσα με αυτούς (όπως οι Βυζαντινοί Έλληνες). Έτσι, το παράδειγμα του Ηροδότου οδηγεί στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο για το οποίο χρησιμοποιήθηκε.

 

6. Ο Καλδέλλης και η έκδοση του Istrin

Πρέπει καταρχάς να πούμε πως όσα γράψαμε σε πρόσφατο άρθρο μας για τον Ψευδο-Μεθόδιο, χωρίζονται σε τρεις ενότητες.

Θυμίζουμε ότι ο Καλδέλλης είχε θεωρήσει βολική λύση να υποστηρίξει πως το σχήμα «Ελλήνων δηλαδή Ρωμαίων» που υπάρχει στην πηγή, είναι μια απλή «επεξήγηση». Δηλαδή, κατά τον Καλδέλλη, ο βυζαντινός μεταφράζει για το κοινό του το συριακό «Έλληνας» και το αποδίδει «Ρωμαίος».

Όμως, όσο κι αν συμπαθούν κάποιοι τον Καλδέλλη, δεν επιτρέπεται να μην σχολιάζεται το γεγονός ότι επιχειρεί να κατονομάσει τον Alexander ως πηγή της επιχειρηματολογίας του, τη στιγμή που ξέρει ότι ο Alexander για όσα γράφει βασίζεται μόνο στο κείμενο του Istrin, το οποίο περιέχει την «ενοχλητική» διατύπωση, «Ρωμαίων δηλαδή Ελλήνων» (ΕΔΩ). Αυτό όμως, ο Καλδέλλης δεν μπορεί να το χαρακτηρίσει «επεξήγηση», διότι θα είναι σαν να παραδέχεται ότι οι βυζαντινοί Ρωμαίοι είναι μόνο… Έλληνες! Και παρά το γεγονός ότι επικαλείται τον Alexander και γνωρίζει το αδιέξοδο, ο Καλδέλλης επιλέγει να μην σχολιάσει τίποτα…

Η πρώτη μας ενότητα λοιπόν, είχε σκοπό να δείξει ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τα συμπεράσματα του Καλδέλλη όταν οι μαρτυρίες πιέζουν την ιδεολογική του γραμμή.

Τα ουσιαστικά επιχειρήματα όμως που αναδεικνύουν την αδυναμία του καλδελλικού ευρήματος, βρίσκονται στην ενότητα δύο (όπου φαίνεται πως η σύνδεση Ελλήνων και Ρωμαίων στην πηγή είναι πολύ βαθύτερη από μια απλή «επεξήγηση») και κυρίως στην ενότητα τρία, όπου γίνεται φανερό πως ο βυζαντινός μεταφραστής είναι και διασκευαστής και κάθε τι που δεν του χρειάζεται, απλώς το πετάει ή το αλλάζει. Αν ενοχλούσε τους ακροατές του το «Ελλήνων» θα το αφαιρούσε, αν ήθελε να γράψει απλώς «ρωμαίων», θα το έγραφε. Τα υπόλοιπα είναι απλώς δικαιολογίες…

Και φυσικά, τι δουλειά έχουν οι… μεταφραστικές επεξηγήσεις(!) σε ένα κείμενο που ο βυζαντινός θέλει να θεωρηθεί ως απευθείας Αποκάλυψη από τον Θεό; Ο Θεός υποτίθεται δίνει στον άγιο μια προφητεία απευθείας στα βυζαντινά ελληνικά, δεν του υπαγορεύει βυζαντινο-συριακό λεξικό...

 

Τέλος πάντων, για να τοποθετηθούμε και στο θέμα του χειρογράφου, ο Lolos για την πρώτη έκδοση της ελληνικής μετάφρασης, που όπως είπαμε χρονολογείται από τα τέλη του 7ου μέχρι τον 8ο αιώνα, χρησιμοποίησε 12 χειρόγραφα/αντίγραφα από τον 14ο έως τον 17ο αιώνα (ένα μόνο του 14ου, πέντε του 15ου, έξι του 16ου-17ου).

Ο Istrin βασίστηκε στο χειρόγραφο που ο Lolos σημειώνει ως (R) και είναι από τα χρονολογικά παλαιότερα, του 15ου αιώνα. Βεβαίως, και ο Istrin στο υπόμνημα του παραθέτει και άλλες γραφές, μάλλον από έξι ακόμα χειρόγραφα όπως φαίνεται από τις ενδείξεις.

Παραθέτουμε στη συνέχεια τον πίνακα των χειρογράφων όπως είναι στην έκδοση του Lolos (Anastasios Lolos, «Die Apokalypse des Ps.-Methodios», 1976, σελ. 44):

 

Ο Lolos (σελ. 27-28) επισημαίνει ότι ο (R) είναι ο κώδικας στον οποίο βασίστηκε η έκδοση του Istrin και σχολιάζει ότι είναι ένα καλό χειρόγραφο που πλησιάζει το αρχικό ελληνικό κείμενο και σε αυτή την ομάδα χειρογράφων ανήκουν τα (R),(N) και (L).

 

7. Οι αλχημείες με τους «Γραικούς» του Χοιροσφάκτη

Όπως δείξαμε και σε άλλο άρθρο, στις πηγές (π.χ. ΕΔΩ, ΕΔΩ και ΕΔΩ) οι βυζαντινοί εκτός από ρωμαίοι καλούνταν και Γραικοί και το βυζάντιο αντίστοιχα Γραικία ή Γραικών γη. Μάλιστα, στο σημερινό μας άρθρο φάνηκε τεκμηριωμένα ότι η ονομασία αυτή συσχετιζόταν με την ελληνικότητα των πολιτισμικών χαρακτηριστικών στα εδάφη αυτά, λόγω της οικουμενικότητας του ελληνισμού που εδραιώθηκε στις ανατολικές περιοχές από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου (είδαμε πως και για τον ίδιο τον Έλληνα στρατηλάτη χρησιμοποιούνταν το εθνωνύμιο Γραικός).

Η εμμονή όμως «τέχνας κατεργάζεται» και ο σμερδιάκωφ για μία ακόμη φορά αποφάσισε να ξεγελάσει τους αναγνώστες και έδωσε δικής του έμπνευσης ερμηνείες στο όνομα «Γραικοί» που εμφανίζεται σε επιστολή του Λέοντα Χοιροσφάκτη στις αρχές του 10ου αιώνα. Αξίζει να πούμε ότι η βυζαντινολόγος Αικ. Χριστοφιλοπούλου που αναφέρεται στη συγκεκριμένη επιστολή, μας βεβαιώνει χωρίς κανέναν ενδοιασμό ότι το «Γραικοί» αφορά τους βυζαντινούς αιχμαλώτους γενικά, ανεξαρτήτου γεωγραφικής προέλευσης (βλ. ΕΔΩ).

Τα τεχνάσματα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν τα εξής:

Μια προσπάθεια να μεταβληθεί το συντακτικό της επίμαχης επιστολής ώστε να φανεί ότι οι βυζαντινοί αιχμάλωτοι που δηλώνονται ως Γραικοί προέρχονταν τάχα από την Ταρσό. Αυτό φάνηκε βολικό επειδή οι Ταρσίτες έκαναν επιθέσεις στα ελλαδικά εδάφη και αυθαίρετα προέκυψε ο ευφάνταστος ισχυρισμός ότι το Γραικός του Χοιροσφάκτη είναι κάτι σαν… γεωγραφικός όρος που αναφέρεται στο Θέμα της Ελλάδος! Βεβαίως, πρόκειται για εξόφθαλμη παραβίαση του συντακτικού της επιστολής (ερμηνεία του ‘εκείθεν’) και όπως μας βεβαιώνει και η Αικ. Χριστοφιλοπούλου οι Γραικοί αιχμάλωτοι της επιστολής δεν προέρχονταν φυσικά από την Ταρσό, αλλά από την Μελιτηνή:

 

[ Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, «Βυζαντινή ιστορία (867-1081)», τόμ. Β2΄, 2η έκδ., Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 66 ~ Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 1 (1883), σελ. 397 ]

 

Είναι λοιπόν προφανές ότι ολόκληρο το «διαφωτιστικό» άρθρο στηρίχθηκε σε μια πλαστογραφία, όμως με την κατάρρευση του επιχειρήματος περί Ταρσού, πάει… χαμένη η προσπάθεια.

Ας δούμε όμως και το εξής: ακόμα και από την Ταρσό αν προέρχονταν οι αιχμάλωτοι, υπάρχουν λογικά στηρίγματα ή ενδείξεις για να υποστηριχθεί η προέλευση τους από το Θέμα της Ελλάδος;

 Καταρχάς, ο Χοιροσφάκτης στην επιστολή μιλάει (πιθανόν με κάποια υπερβολή) για απελευθέρωση μέσω δικών του ενεργειών 120.000 βυζαντινών αιχμαλώτων συνολικά, και ο αριθμός είναι τόσο μεγάλος που μας επιτρέπει να καταλάβουμε ότι συγκεντρώθηκαν επί σειρά ετών από λεηλασίες διαφόρων περιοχών και από πολλές μάχες τοπικές ή μακρινές.

Μιλάμε λοιπόν για τεράστια σύνολα που αποτελούνται από ένα τόσο πολύπλοκο μίγμα ανθρώπων διαφορετικής γεωγραφικής προέλευσης, που θα ήταν κωμικό να υποθέσουμε ότι ο Χοιροσφάκτης τους ελευθέρωνε από τους Άραβες σύμφωνα με την περιοχή… διαμονής τους!

Άλλωστε στη βιβλιογραφία είναι εντελώς άγνωστο ποιας προέλευσης ήταν όλες αυτές οι δεκάδες χιλιάδες αιχμαλώτων και σε ποιες περιοχές διανεμήθηκαν. Ακόμα και από την Ταρσό αν ελευθερώνονταν οι αιχμάλωτοι, θα ήταν εντελώς ανεδαφικό να υποθέσει κάποιος ότι οι Ταρσίτες δεν είχαν άλλους αιχμαλώτους παρά μόνο από τηνκεντροανατολική Ελλάδα (Θέμα Ελλάδος)!

Και βεβαίως, φανταστείτε έναν διαπραγματευτή να πασχίζει να βρει τρόπους για ν’ ανταλλάξει αιχμαλώτους, και ενώ καταφέρνει να βρει την ποθητή λύση, να λέει στους Άραβες «α! δεν θα τους πάρω όλους, θέλω να μου διαλέξετε να πάρω μόνο όσους έμεναν στο Θέμα της Ελλάδος και τους υπόλοιπους κρατήστε τους για αργότερα»!

Αυτά δεν αποτελούν σοβαρές προσεγγίσεις.

Να προσθέσουμε επίσης ότι και ο Καραγιαννόπουλος (όπως και η Χριστοφιλοπούλου) εντάσσει κάθε βυζαντινό αιχμάλωτο στους «Γραικούς» ανεξαρτήτου καταγωγής, καθώς όπως βλέπουμε στο παρακάτω τεκμήριο, η ανταλλαγή των εκ Θεσ/νίκης παραμένει μια εικασία, ενώ η μικτή τους σύνθεση ως προς την τοπική καταγωγή θεωρείται αυτονόητη. Άλλωστε, η μοναδική εικασία περί καταγωγής αιχμαλώτων στην βιβλιογραφία αφορά τους Θεσ/νικείς, αλλά αυτοί δεν ανήκουν καν στο Θέμα της Ελλάδος...

Βλέπουμε επίσης στην επιστολή του Χοιροσφάκτη ότι οι 120.000 αιχμάλωτοι ήταν όλοι «ομόφυλοι» του και ανταλλάσσονταν με «έγγραφον ειρήνην» και αυτό ακριβώς συνέβη με τους «Γραικούς» άρα δεν μπορούμε να υποθέσουμε κανένα διαχωρισμό ανάμεσα τους.

 

[ Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, «Ιστορία Βυζαντινού Κράτους», τόμ. Β΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 329-330 ~ Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 1 (1883), σελ. 396-397 ]

 

Ο Ιω. Καραγιαννόπουλος γνωρίζει φυσικά την επιστολή Χοιροσφάκτη, ξέρει ότι οι αιχμάλωτοι που ελευθερώθηκαν ονομάζονται «Γραικοί» κι όμως η καταγωγή δεν παίζει ρόλο: οι Θεσ/νικείς μπορεί να μην ανταλλάχτηκαν καν ή μπορεί να ελευθερώθηκαν μαζί με άλλους. Βρίσκεται λοιπόν σε συμφωνία με την Αικ. Χριστοφιλοπούλου.

  

Επίλογος

Στο σημερινό άρθρο μας, όπως και σε όλα τα άρθρα που αφορούν τη βυζαντινή ταυτότητα, επικεντρωθήκαμε αποκλειστικά στις ‘ημικές’ αντιλήψεις των βυζαντινών ώστε να σταματήσει πλέον το κρυφτό πίσω από το όνομα «ρωμαίος», όπως και το τέχνασμα με τις δύο ‘ημικές’ αντιλήψεις μέσα στο ίδιο κράτος (ότι ο λαός έχει δήθεν διαφορετική ‘ημική’ αντίληψη, από την ‘ημική’ αντίληψη της πνευματικής-πολιτειακής ηγεσίας που τον… κυβερνά!).

Δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τη «ρωμαϊκή» γραμμή του Καλδέλλη, ο οποίος γράφει ότι «η γλώσσα των βυζαντινών μετονομάστηκε σε ρωμαϊκή επειδή ήταν ρωμαίοι»[10], τη στιγμή που η γλώσσα τους λεγόταν κανονικότατα και ελληνική ή γραικική.

Άλλωστε, αυτό δεν συμβαίνει μόνο για τη γλώσσα και δεν είναι δυνατόν να παραβλέπουμε την χρήση ισοδύναμου (εθνικής προέλευσης) ονόματος σε τόσα πολιτισμικά στοιχεία, μέχρι σημείου να υπάρχει και συλλογική δήλωση περί «ελληνικής καταγωγής».

Αν τα πάντα ήταν μόνο ρωμαϊκά και υπήρχε καθεστώς «ελληνικής αμνησίας», τότε η Ρωμανία δεν θα λεγόταν ποτέ Γραικία, οι Ρωμαίοι δεν θα λέγονταν ποτέ Γραικοί ή Έλληνες στο γένος, η Ρωμαϊκή γλώσσα δεν θα λεγόταν ποτέ Ελληνική/Γραικική, η Ρωμαϊκή παιδεία δεν θα λεγόταν ποτέ Ελληνική, η επαρχία Αχαΐας δεν θα λεγόταν ποτέ Ελλήνων χώρα, οι Ρωμαίοι της Αχαΐας δεν θα λέγονταν ποτέ Γραικοί ή Ελληνικά έθνη κ.ο.κ.

Όπως οι πηγές δεν κάνουν λάθος και η βασιλεία παρουσιάζεται πάντα Ρωμαϊκή και ποτέ Ελληνική, το ίδιο θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι οι πηγές δεν κάνουν λάθος ούτε για τα πολιτισμικά στοιχεία, και συνειδητά τα ονομάζουν με το ισοδύναμο όνομα Ελληνικά/Γραικικά. Από τη στιγμή λοιπόν που οι βυζαντινοί διατηρούν τη μνήμη προέλευσης των δύο παραδόσεων της ταυτότητας τους (γεγονός που κάνει την ταυτότητα αυτή ελληνορωμαϊκή), το ίδιο οφείλουμε να κάνουμε κι εμείς σεβόμενοι τις ‘ημικές’ τους αντιλήψεις.

Εδώ να σχολιάσουμε ότι ψήγματα μαρτυριών μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως στα προαιώνια ελληνικά εδάφη, οι γηγενείς (πολιτειακά) ρωμαίοι (της Νέας Ρώμης), δεν έχουν ξεχάσει ούτε ότι είναι Έλληνες στο γένος ούτε έχουν ξεχάσει το όνομα Έλληνας. Στα εδάφη αυτά θεωρούμε ότι υπάρχει συνείδηση πραγματικής, ιστορικής συνέχειας (όπως είδαμε ΕΔΩ) την οποία επιβάλλει (σε εγγράμματους και μή), η επί ελληνικών εδαφών αυτοχθονία, η συνέχεια της γλώσσας και η συλλογική ιστορική μνήμη που προσφέρει η αρχαία γραμματεία αλλά και τα αρχαία μνημεία που βρίσκονται διάσπαρτα σε Ελλάδα, Μικρασία και Κύπρο.

Βεβαίως, η ένταξη στην ελληνική πολιτισμική ταυτότητα, μπορεί σε βάθος χρόνου να δημιουργήσει συνείδηση ελληνικής καταγωγής και σε έναν άνθρωπο διαφορετικής καταγωγής (π.χ. Σλάβο).

Τέλος, να πούμε δυο λόγια ως προς την επιρροή που ασκούν οι δύο παραδόσεις που συνθέτουν την βυζαντινή ταυτότητα.

Όταν το βυζάντιο μπορεί να συνδεθεί με τα εδάφη που αποτελούν «το πατρικό σπίτι του Αλεξάνδρου», όταν ο Μ. Αλέξανδρος μπορεί να συμβολίσει το βυζαντινό κράτος που κυνηγά τους εχθρούς του, όταν οι βυζαντινοί μπορούν να δηλώσουν «έλληνες όντες τω γένει»[11], όταν μιλούν ελληνικά, υιοθετούν την ελληνική παιδεία και τόσα άλλα που προκύπτουν από τις μαρτυρίες που προαναφέραμε, τότε σε περίπτωση διασάλευσης/κατάρρευσης της ρωμαϊκής τάξης, παρουσιάζεται ως ιστορικό ενδεχόμενο η δημιουργία μιας συλλογικότητας που στηρίζεται πλέον μόνο στο πλαίσιο της πολιτισμικής της ελληνικότητας.

Όπως σημειώνει ο Σπύρος Ασδραχάς, για τον Νίκο Σβορώνο, «έχει μείζονα σημασία η διασαφήνιση των όρων μιας ιστορικής δυνατολογίας, δηλαδή της πιθανότητας που είχαν οι προϋποθέσεις του εθνικού πολιτειακού μορφώματος να αναχθούν στην πράξη στο μόρφωμα αυτό»[12]. Ο Ρόντρικ Μπήτον (Roderick Beaton), εκπρόσωπος της αγγλικής ιστορικής σχολής, όταν είδε στους βυζαντινούς του 12ου αιώνα «ένα είδος εθνικής ταυτότητας, με τη νεώτερη έννοια του όρου», δεν έγραψε κάτι διαφορετικό.

Σε κάθε περίπτωση, μιλώντας για ελληνορωμαϊκή ταυτότητα, δεν μπορούμε να παραλείψουμε το κομμάτι εκείνο που πηγάζει από την επιθυμία ένταξης στην πολιτειακή συγκρότηση της Νέας Ρώμης. Όμως, κάθε πολιτειακή συγκρότηση δεν είναι ανεξάρτητη από τα μέλη της τα οποία με τη σειρά τους επηρεάζονται από τη διαμορφωτική δύναμη της ελληνικής πολιτισμικής τους ταυτότητας, για την οποία εξωτερικεύουν αισθήματα υπερηφάνειας.


Σημειώσεις

[1] Όπως γράφει ο Παν. Κανελλόπουλος: «Μήπως το λάθος του Αλεξάνδρου ήταν ότι το δικό του ‘παγκόσμιο’ κράτος δεν είχε άλλο κέντρο εκτός από τον ίδιο τον εαυτό του; […] Έπρεπε να προϋπάρχη ως ‘κέντρο’ μια πραγματική ‘πόλις’. Η Αθήνα θα μπορούσε ίσως να είχε γίνει κέντρο του κόσμου. Αλλά η Αθήνα αρνήθηκε να κάμη στον Αλέξανδρο και το παραμικρό νεύμα ότι θα δεχόταν να εκπληρώση τη μεγάλη αυτή αποστολή» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Δ΄, «Μέγας Αλέξανδρος, ελληνιστικοί χρόνοι 336-201 π.Χ.», Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1973, σελ. 232α).

[2] «Είναι προσωπικόν έργον του Πορφυρογεννήτου»: Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, «Πηγαί της Βυζαντινής Ιστορίας», 5η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 276.

[3] «… Theophanis continuatiVita Basilii Imperatoris amplectitur» (ed. Sevcenko Ihor), CFHB 42, De Gruyter, Berlin, New York 2011, σελ. 10 [2,3].

[4] Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, «Πηγαί», ό.π., σελ. 248.

[5] «Iosephi Genesii regum libri quattuor» (ed. Lesmuller-Werner Anni), CFHB 14, Walter de Gruyter, Berolini 1978, σελ. 76.

[6] Μια τέτοια μαρτυρία παραδίδει ο Στράβων: «Λέγεται δ’ Ιάσονα μετά Αρμένου του Θετταλού κατά τον πλούν τον επί τους Κόλχους ορμήσαι μέχρι της Κασπίας θαλάττης, και την τε Ιβηρίαν και την Αλβανίαν επελθείν και πολλά της Αρμενίας και της Μηδίας, ως μαρτυρεί τα τε Ιασόνια και άλλα υπομνήματα πλείω. τον δε Άρμενον είναι εξ Αρμενίου πόλεως των περί την Βοιβηίδα λίμνην μεταξύ Φερών και Λαρίσης, τους συν αυτώ τε οικίσαι την τε Ακιλισηνήν και την Συσπιρίτιν έως Καλαχανής και Αδιαβηνής, και δη και την Αρμενίαν επώνυμον καταλιπείν» (Στράβων, ‘Γεωγραφικά’ 11,4.8) ~ Βλ. και 11,14.12: «και την εσθήτα δε την Αρμενιακήν Θετταλικήν φασιν».

[7] Anastasios Lolos, «Die Apokalypse des Ps.-Methodios», 1976, σελ. 76. Σε κάποια χειρόγραφα και στην έκδοση του Istrin (17,17) αναφέρεται: «Αλέξανδρος τίκτεται Έλλην τύραννος γεγονώς».

[8] Lemerle Paul, «Ο πρώτος βυζαντινός ουμανισμός», 3η έκδ., ΜΙΕΤ, Αθήνα 2001, σελ. 262.

[9] Charanis Peter, «Hellas in the Greek Sources of the 6th, 7th, and 8th Centuries», στο ‘’Late Classical and Mediaeval Studies’’ (ed. Kurt Weitzmann), Princeton 1955, σελ. 164.

[10] «Byzantines were not Greeks because they spoke Greek (that is a modern nationalist interpretation), rather, their language (Greek) was renamed Roman because they were Romans» (Anthony Kaldellis, «The Social Scope of Roman Identity in Byzantium: An Evidence-Based Approach», Βυζαντινά Σύμμεικτα 27 (2017), σελ. 196).

[11] Laurent V.-Darrouzes J., «Dossier grec de l'Union de Lyon (1273-1277)», Paris 1976, σελ. 215.

[12] Σβορώνος Νίκος, «Το Ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού», Πόλις, Αθήνα 2004, σελ. 11.

Δημιουργία αρχείου: 9-9-2017.

Τελευταία μορφοποίηση: 11-9-2017.

ΕΠΑΝΩ