Εισαγωγή // Περιεχόμενα // Συνέχεια

 

Η ενότητα της Εκκλησίας, "εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω" κατά τους 3 πρώτους αιώνες

ΜΕΡΟΣ 1o

ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

Η ΣΧΕΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΕΓΟΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α: Η Θεία Ευχαριστία και «η Εκκλησία του Θεού»


            1. Η σύνδεση της Ευχαριστίας με την αρχική εμφάνιση του όρου «εκκλησία»

Η Εκκλησιολογία του αρχικού Χριστιανισμού, δεν ήταν αφηρημένη και θεωρητική, αλλά μάλλον πρακτική.[1] Ως εκ τούτου, όχι μόνο δεν συναντάται στις πηγές ορισμός της Εκκλησίας, αλλά ούτε θεωρητική περιγραφή δεν βρίσκεται σε αυτές. Από τα 80 περίπου χωρία στα οποία συναντιέται ο όρος «εκκλησία» στην Καινή Διαθήκη, τα 57 τουλάχιστον, έχουν υπ’ όψιν τους την Εκκλησία ως σύναξη σε ορισμένο τόπο. Αν προσπαθήσουμε να κατατάξουμε τα χωρία αυτά σε ομάδες, θα έχουμε την ακόλουθη εικόνα:

(α) Αυτά που περιέχουν την «εκκλησία» (σε Ενικό αριθμό) ορισμένης πόλης.[2]

(β) Αυτά που περιέχουν τις «εκκλησίες» (σε Πληθυντικό αριθμό) περιοχής ευρήτερης της πόλης, ή χωρίς τοπικό προσδιορισμό.[3]

(γ) Αυτά που περιέχουν τον όρο «εκκλησία» ή «εκκλησία του Θεού» χωρίς τοπικό προσδιορισμό, [4] και

(δ) Αυτά που περιέχουν τον όρο «η κατ’ οίκον εκκλησία».[5]

Από το χωρία αυτά, μόνο όσα ανήκουν στην 3η ομάδα, μπορούν να συνδεθούν με την Εκκλησία, με αφηρημένη ή θεωρητική έννοια. Αυτό όμως, για τα περισσότερα από αυτά τα χωρία, θα αποτελούσε εντύπωση δημιουργούμενη από μια πρώτη μόνο ματιά. Επειδή υπάρχουν χωρία, που ενώ μιλούν για την «Εκκλησία του Θεού», έχουν υπ’ όψιν τους Εκκλησία συγκεκριμένης περιοχής. Για παράδειγμα, τα χωρία Α΄ Κορ. 15/ιε: 9, Γαλάτας 1/α: 13 και Φιλιππισίους 3/γ: 6. Εκεί ο Παύλος λέει ότι «εδίωξε την ΄΄εκκλησίαν του Θεού΄΄». Και έχει συγκεκριμένα υπ’ όψιν την Εκκλησία της Ιερουσαλήμ, στην οποία γινόταν «διωγμός μέγας», κατά τον οποίο ο «Σαύλος ελυμαίνετο την Εκκλησίαν».[6]

Συνεπώς ο όρος «εκκλησία» στα αρχαϊκά αυτά κείμενα, περιέγραφε κατά κανόνα την Εκκλησία ως συγκεκριμένη εν τόπω πραγματικότητα. Εάν προηγηθεί η ιδέα της «οικουμενικής» ή της «τοπικής» Εκκλησίας στην αρχική Εκκλησιολογία [7], πάνω στη βάση αυτής της παρατήρησης, πρέπει να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα που εισήγαγε η έρευνα των νεωτέρων χρόνων [8].

Αλλά εκείνο το οποίο έχει την πιο ιδιαίτερη σπουδαιότητα, είναι ότι όχι οποιαδήποτε σύναξη, αλλά κυρίως «η ευχαριστιακή σύναξη» λεγόταν «εκκλησία». Αυτό δείχνει μια προσεκτική εξέταση πληροφοριών, που μπορούμε να πάρουμε από τα αρχαιότερα κείμενα που έχουμε, τις επιστολές του Παύλου. Με αυτές, συνηγορούν και άλλα κείμενα του αρχικού Χριστιανισμού, για τα οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια.

Εδώ δεν μας ενδιαφέρουν με άμεσο τρόπο οι ονομαζόμενες Ποιμαντικές επιστολές του Αποστόλου Παύλου, επειδή έχουν προσωπικό χαρακτήρα [9]. Οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου, απευθύνονταν προς τους Χριστιανούς διαφόρων περιοχών. Έτσι χρησιμοποιώντας τον όρο: «εκκλησία», προϋποθέτουν ορισμένη κατάσταση. Και σύμφωνα με αυτή την κατάσταση οι παραλήπτες θα λάβαιναν γνώση του περιεχομένου των επιστολών αυτών.

Η κατάσταση αυτή δεν φαίνεται να ήταν άλλη από τη σύναξη της Ευχαριστίας. Όπως ήδη παρατήρησε ο Η. Lietzmann [10], οι ασπασμοί στο τέλος των επιστολών αυτών, μαρτυρούν ότι η ανάγνωσή τους προοριζόταν για την ώρα της Ευχαριστίας. Γι’ αυτό άλλωστε και θα μπορούσαν άριστα να μας οδηγήσουν στην ανασύνταξη της αρχαϊκής λειτουργίας ως προς ορισμένα μέρη της.[11] Όταν λοιπόν ο Παύλος γράφει π.χ.: «τη εκκλησία του Θεού τη ούση εν Κορίνθω» [12], η «εκκλησία» αυτή είναι πρώτα από όλα η συγκεκριμένη σύναξη των Κορινθίων για τέλεση της Ευχαριστίας. Υπάρχουν μάλιστα και ορισμένα σημεία που δεν φαίνεται να έχουν πέσει ακόμα στην προσοχή των ερευνητών. Και με παρατηρήσεις σε αυτά τα σημεία θα μπορούσαμε να επισημάνουμε το εξής φαινόμενο: Ενώ ο Παύλος αναφερόμενος στην Κόρινθο χρησιμοποιεί τον όρο «εκκλησία», όταν αναφέρεται στην Αχαϊα χρησιμοποιεί τον όρο «άγιοι». Θα μπορούσε δηλαδή να πει: «τη εκκλησία του Θεού τη ούση εν Κορίνθω και Αχαϊα» (που θα ήταν το φυσικότερο). Ή θα μποούσε να πει απλώς: «…τη ούση εν Αχαϊα», (δεδομένου ότι στην Αχαϊα συνυπονοείτο η Κόρινθος) [13]. Όμως δεν κάνει αυτό. Διαχωρίζει μεταξύ Κορίνθου και Αχαϊας, εντοπίζοντας την «εκκλησία» στην Κόρινθο. Αυτό θα μπορούσε να ήταν απλή σύμπτωση χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αν δεν μαρτυρείτο από όλα σχεδόν τα χωρία, στα οποία χρησιμοποιείται ο όρος «εκκλησία» κατά την ταξινόμηση που έγινε πιο πάνω.[14] Έτσι, σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο Απόστολος αναφέρεται στην Εκκλησία ορισμένης πόλεως, χρησιμοποιεί τον όρο «εκκλησία» σε αριθμό Ενικό. Όμως στις περιπτώσεις εκείνες, κατά  τις οποίες αναφέρεται σε γεωγραφικές περιοχές ευρύτερες της πόλεως, χρησιμοποιεί τον όρο αυτό σε Πληθυντικό αριθμό. Η μόνη δυνατή εξήγηση του περίεργου αυτού φαινομένου, είναι η εξής: Ότι ο όρος «εκκλησία» δεν σήμαινε για τον Παύλο απλώς τους Χριστιανούς με γενική και θεωρητική έννοια. Αλλά είχε σχέση με το δεδομένο της ευχαριστιακής τους συγκέντρωσης, κατά την ώρα της ανάγνωσης της επιστολής. Γι’ αυτό και η Κόρινθος ως παραλήπτρια της επιστολής που ήταν σε ευχαριστιακή σύναξη, ονομαζόταν από τον αποστολέα «εκκλησία». Αντίθετα, η Αχαϊα, δεν ονομαζόταν «εκκλησία», επειδή δεν βρισκόταν σε ευχαριστιακή σύναξη κατά τη λήψη της επιστολής. Αυτό συνέβαινε για κάθε περιοχή ευρύτερη της πόλεως. Γι’ αυτό και από τον Παύλο γίνεται λόγος μόνο περί «εκκλησιών» (Πληθυντικός) και όχι «εκκλησίας» (Ενικός) για τέτοιες περιοχές.

Έτσι εξηγείται το χαρακτηριστικό αυτό φαινόμενο του λεξιλογίου του Παύλου. Ότι δηλαδή σε αυτό το λεξιλόγιο, πουθενά δεν συναντάμε «εκκλησία της Μακεδονίας», ή «της Αχαϊας», ή «της Ιουδαίας». Και δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε διαφορετικά το φιλολογικό αυτό φαινόμενο. Επειδή οι Χριστιανοί των ευρύτερων αυτών περιοχών, δεν διέφεραν από τους Χριστιανούς μιας πόλεως σε τίποτα άλλο. Ήταν και αυτοί πλήρη μέλη της Εκκλησίας, όπως και οι Χριστιανοί της Κορίνθου. Όμως η λέξη «εκκλησία» κατά τους αρχικούς αυτούς χρόνους που έχουν υπ’ όψιν τους οι επιστολές του Παύλου, σήμαινε κυρίως τους πιστούς ενωμένους στην ευχαριστιακή σύναξη. Και γι’ αυτό ήταν φυσικό, η Εκκλησία να μην είναι για τον Παύλο και τους αναγνώστες των επιστολών του στην Αχαϊα ή σε άλλη περιοχή ευρύτερη της πόλεως. Αλλά να είναι στην Κόρινθο, δηλαδή σε ορισμένη πόλη. Επειδή εκεί πραγματοποιείτο η σύναξη εκείνη, κατά τη διάρκεια της οποίας, άλλωστε, θα διαβάζονταν οι επιστολές του.

Αυτή η ταύτιση της Εκκλησίας με την ευχαριστιακή σύναξη, μαρτυρείται σαφέστερα από την προσεκτική ανάλυση του περιεχομένου της Α΄ προς Κορινθίους, και ιδιαίτερα του 11ου κεφαλαίου της. Σε αυτό το κεφάλαιο δίνονται από τον Απόστολο Παύλο πρακτικές οδηγίες προς τους Κορινθίους, που έχουν σχέση με τις συνάξεις τους για τη λατρεία. Προσεκτική εξέταση της ορολογίας που χρησιμοποιείται στο σημείο αυτό από τον Απόστολο, οδηγεί στις εξής παρατηρήσεις: Όπως είναι προφανές, από όλο το περιεχόμενο του κεφαλαίου αυτού, ο Παύλος μιλάει εκεί περί συνάξεως προς τέλεση της Θείας Ευχαριστίας στην Κόρινθο. Εν τούτοις, τη σύναξη αυτή την περιγράφει ως «εκκλησία»: «συνερχομένων υμών εν εκκλησία ακούω σχίσματα εν υμίν υπάρχειν» (στ. 18). Διαβάζοντας οι Χριστιανοί της Κορίνθου τη φράση αυτή του Αποστόλου Παύλου, θα ήταν αναμενόμενο να διερωτηθούν: «τι ακριβώς εννοεί, όταν λέει ο Απόστολος, ότι συνερχόμαστε εν «εκκλησία»; Δεν είμαστε «εκκλησία» σε οποιαδήποτε συνέλευσή μας, ή και όσες φορές δεν συνερχόμαστε επί το αυτό;» Το ερώτημα αυτό, το οποίο φαίνεται τόσο φυσικό στους Χριστιανούς του 20ου αιώνα, δεν απασχολούσε τους Χριστιανούς των χρόνων του Αποστόλου Παύλου. Πράγματι, από το χωρίο αυτό εξάγεται αβίαστα το εξής: Ότι ο όρος «εκκλησία», δεν χρησιμοποιείτο θεωρητικά, αλλά προς περιγραφή μιας συγκεκριμένης συνελεύσεως. Και μάλιστα όχι προς περιγραφή οποιασδήποτε συνελεύσεως, αλλά εκείνης την οποία είχε υπ’ όψιν ο Παύλος, γράφοντας τις παραπάνω λέξεις. Δηλαδή, προς περιγραφή της συνάξεως για τέλεση της Θείας Ευχαριστίας.

Τη σύναξη αυτή, καθόλου δεν διστάζει ο Παύλος να την ονομάσει «εκκλησία του Θεού»: Η καταφρόνηση της ευχαριστιακής συνάξεως, αποτελεί καταφρόνηση αυτής της ίδιας της «εκκλησίας του Θεού» (στ. 22). Στη συνέχεια ο Παύλος ταυτίζει Ευχαριστία και Εκκλησία, με τρόπο που προκαλεί κατάπληξη. Μιλάει για ίδρυση του Θείου Δείπνου από τον Χριστό. Και αυτό το κάνει συνδέοντας την αναφορά του στην «εκκλησία του Θεού» με το θέμα της Ευχαριστίας, με ένα απλό και επεξηγηματικό «γαρ» (επειδή), σαν να επρόκειτο για ένα και το αυτό πράγμα: «Εγώ γαρ παρέλαβον παρά του Κυρίου ό και παρέδοκα υμίν», δηλαδή την τέλεση της Ευχαριστίας. Η ταύτιση αυτή της ευχαριστιακής συνάξεως με την Εκκλησία, επιτρέπει στον Παύλο να χρησιμοποιεί την έκφραση: «συνέρχεσθαι επί το αυτό» ως όρο. Ως όρο που έχει συγχρόνως εκκλησιολογικό  και ευχαριστιακό περιεχόμενο. «Συνερχομένων ουν υμών επί το αυτό, ουκ εστίν κυριακόν δείπνον φαγείν» (στ. 20), διότι, καθ’ ον τρόπον συμπεριφέρεσθε, «της εκκλησίας του Θεού καταφρονείτε» (στ. 22). «Ώστε αδελφοί μου, συνερχόμενοι εις το φαγείν…αλλήλους εκδέχεσθε ίνα μη εις κρίμα συνέρχησθε». (στ. 33,34) [15]. Έτσι στη σκέψη του Παύλου και των Εκκλησιών, οι οποίες διάβαζαν τις επιστολές του, οι όροι: «συνέρχεσθαι» ή «συνέρχεσθαι επί το αυτό», «κυριακόν δείπνον» (που σημαίνει Θ. Ευχαριστία) και «εκκλησία», ή «εκκλησία του Θεού», ταυτίζονται.

Αλλά η ταύτιση της ευχαριστιακής συνάξεως με αυτή την ίδια την Εκκλησία του Θεού, προκύπτει επίσης και από αλλού. Προκύπτει και από την έρευνα του όρου: «κατ’ οίκον εκκλησία». Αυτός ο όρος περιλαμβάνεται στα χωρία της ομάδας δ΄ όπως ταξινομήθηκαν πιο πάνω [16]. Η σημασία του όρου: «κατ’ οίκον εκκλησία» φαίνεται ότι είναι κατά πολύ σπουδαιότερη, από ό,τι υποδηλώνει ο αριθμός των χωρίων στα οποία συναντιέται αυτός ο όρος. Είναι μια εποχή, κατά την οποία η Εκκλησία υιοθετεί βαθμιαία τεχνική ορολογία, χωρίς να την έχει ακόμα σταθεροποιήσει. Και σε μια τέτοια εποχή, κανείς terminus technicus δεν μπορεί να έχει παγκόσμια εφαρμογή.[17] Ενώ πολλοί τέτοιοι termini φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν τοπικά, είτε προσωρινά, είτε για πολύ καιρό, μέχρι την πλήρη είσοδό τους στο παγκόσμιο λεξιλόγιο του Χριστιανισμού.[18] Ο όρος «κατ’ οίκον εκκλησία» δεν επέζησε στο λεξιλόγιο της Εκκλησίας. Οι επιστολές του Παύλου φαίνεται, ότι αποτελούν τις μοναδικές πηγές, στις οποίες συναντάται. Εν τούτοις δύο πράγματα αποδεικνύουν σαφώς τη σπουδαιότητά του: Κατ’ αρχήν ο όρος αυτός εμφανίζεται σαν να έχει επικρατήσει ήδη στις Εκκλησίες του Παύλου, κατά τον χρόνο που γράφονται οι επιστολές του Αποστόλου. Το γεγονός ότι ο Παύλος χρησιμοποιεί τον όρο πάντοτε αμετάβλητο και ποτέ δεν προβαίνει να τον επεξηγήσει, προϋποθέτει την οικειότητα των αναγνωστών των επιστολών του με τον όρο αυτό. Αυτό σημαίνει, ότι τουλάχιστον εντός των Παύλιων Εκκλησιών, ο όρος αυτός είχε επικρατήσει ως τεχνικός όρος. Εκτός τούτου, η σπουδαιότητα του όρου βρίσκεται στη σχέση του με τον όρο «εκκλησία», η οποία και επεκράτησε τελικά. Τι είδους «εκκλησία» αντιπροσωπεύει η «κατ’ οίκον εκκλησία»; Οι σπουδαστές της Ιστορίας γνωρίζουν συνήθως την «τοπική» και την «κατά την οικουμένην» Εκκλησία. Μήπως η «κατ’ οίκον εκκλησία» αποτελεί τρίτο είδος «εκκλησίας» για τον αρχικό Χριστιανισμό; Το πρόβλημα αυτό δεν φαίνεται να έχει ερευνηθεί λεπτομερώς μέχρι σήμερα, απ’ όσο γνωρίζουμε εμείς [19]. Αυτό πιθανά οφείλεται, εκτός άλλων λόγων, και στο γεγονός, ότι η έννοια του όρου θεωρείται συνήθως δεδομένη από μόνη της. Εάν όμως ληφθεί υπ’ όψιν η σημασία  του όρου αυτού για την ιστορία της ενότητας της Εκκλησίας, ο καθορισμός της εννοίας του όρου, κατόπιν λεπτομερούς έρευνας, καθίσταται αναγκαίος.

Πολλοί από τους ερευνητές που ασχολήθηκαν έμμεσα με το θέμα αυτό, φαίνεται ότι ταυτίζουν την «κατ’ οίκον εκκλησία» με τη «χριστιανική οικογένεια» εν γένει. Θεωρούν ότι αυτή εμφανίζεται ως ειδική ενότητα εντός των Παυλείων τοπικών Εκκλησιών.[20] Στην περίπτωση αυτή, ο όρος «εκκλησία» χρησιμοποιείται με την ευρύτατη έννοια του «Χριστιανισμού» ή της «χριστιανικής κοινότητας». (Gemeinde). Έτσι π.χ. ο Michel, ερευνώντας τη σημασία των όρων «οίκος» και «οικία» στην Καινή Διαθήκη [21], συγκεντρώνει όλα τα χωρία, που αναφέρονται στην «κατ’ οίκον εκκλησίαν», μαζί με αυτά που αναφέρονται στις χριστιανικές οικογένειες. Και δίνει σε όλα αυτά τον κοινό τίτλο «Gemeinden in Familien». Η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με την παλαιότερη αντίληψη περί «κατ’ οίκον εκκλησίας». Κατά την αντίληψη αυτή, ο όρος αυτός σήμαινε τις ομάδες των Χριστιανών, οι οποίες μαζεύονταν γύρω από ισχυρές προσωπικότητες. Προσωπικότητες όπως εκείνη του Φιλήμονα ή της Πρίσκας και του Ακύλα. Και μάλιστα όπως πιστευόταν, από αυτές τις ομάδες πήγασε η εκκλησιαστική οργάνωση και κυρίως ο Επίσκοπος [22].

Τέτοια τοποθέτηση της «κατ’ οίκον εκκλησίας» μεταξύ των χωρίων, τα οποία αναφέρονται στη χριστιανική οικογένεια εν γένει, ακολουθούν και πρόσφατα έργα.[23] Εξαιρείται ο διαπρεπής J. Jeremias, ο οποίος επιμελώς αποφεύγει τη χρήση των χωρίων που αναφέρονται στην «κατ’ οίκον εκκλησίαν» μαζί με αυτά που αναφέρονται στις Χριστιανικές οικογένειες γενικά.[24] Αλλά είναι μεθοδολογικά ορθή μια τέτοια συνεξέταση αυτών των χωρίων; Ανήκει η «κατ’ οίκον εκκλησία» στα χωρία, τα οποία αναφέρονται στην χριστιανική οικογένεια εν γένει; Η απάντηση είναι αρνητική, αν ληφθεί υπ’ όψιν ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ οικίας ή χριστιανικής οικογένειας από τη μία, και Εκκλησίας από την άλλη, τον οποίο κάνει ο Παύλος. Αναφερόμενος στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας στην Κόρινθο και τις κοινωνικές διακρίσεις που συνέβαιναν σε αυτή, ρωτάει τα μέλη της Εκκλησίας της Κορίνθου: «Μη γαρ οικίες ουκ έχετε εις το εσθίειν και πίνειν; Ή της Εκκλησίας του Θεού καταφρονείτε και καταισχύνετε τους μη έχοντας»; [25] Αλλά είναι γνωστό, ότι, κατά τον χρόνο που γραφόταν η επιστολή και επί πολύ χρόνο μετά από αυτά, η Ευχαριστία τελείτο στα σπίτια των Χριστιανών. Ενώ, λοιπόν, η «οικία» και η «εκκλησία» συνδέονταν δια της Ευχαριστίας στην πράξη, αποτελούν δύο διαφορετικές πραγματικότητες στην πίστη της Εκκλησίας. Η «εκκλησία του Θεού» δεν έπρεπε να συγχέεται με την «οικία». Διαφορετικά δημιουργείτο «καταφρόνηση της εκκλησίας του Θεού».

Άλλο παράδειγμα της ισχυρής αυτής διακρίσεως μεταξύ των εννοιών του οίκου και της Εκκλησίας, λαμβάνουμε από το χωρίο Α΄ Τιμ. 3/γ: 4,5. Στο χωρίο αυτό γίνεται λόγος περί της οικογενείας του «επισκόπου». Καμία άλλη «οικία» ή «Gemeinde in familien», δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο χριστιανική. Εν τούτοις, ο Παύλος όχι μόνο αποφεύγει να την ονομάσει «εκκλησία», αλλά σαφώς την διακρίνει από την «εκκλησία του Θεού»: «Δει ουν τον επίσκοπον ανεπίληπτον είναι… του ιδίου οίκου καλώς προϊστάμενον, τέκνα έχοντα εν υποταγή μετά πάσης σεμνότητος. Ει δε τις του ιδίου οίκου προστήναι ουκ οίδεν, πώς εκκλησίας Θεού επιμελήσεται;» Τα δύο αυτά παραδείγματα από τις επιστολές του Παύλου αρκούν, για να συμπεράνουμε το εξής: Ότι η διάκριση μεταξύ της έννοιας της Χριστιανικής οικογένειας (οίκος, οικία, «Gemeinde in familien») και της «εκκλησίας», ήταν πολύ οξεία στη συνείδηση της αρχικής Εκκλησίας. Τόσο οξεία, ώστε η ταύτιση της έννοιας της «εκκλησίας» με εκείνη της «χριστιανικής οικογένειας» να μην είναι δυνατή.

Αλλά σε αυτή την περίπτωση ποιος παράγων συνετέλεσε, ώστε οι δύο διαφορετικές έννοιες του «οίκου» και της «εκκλησίας» να ενωθούν και να αποτελέσουν έναν όρο; Ο παράγων αυτός είναι προφανώς η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Όλες οι εκκλησιαστικές εκδηλώσεις μπορούσαν να πραγματοποιούνται έξω από τα χριστιανικά σπίτια. Γνωρίζουμε για παράδειγμα, ότι το κήρυγμα γινόταν στις συναγωγές [26]  Και αυτή η λατρεία κατ’ εξοχήν μπορούσε να τελεσθεί σε Ιουδαϊκά κτίρια, όπως βλέπουμε στο χωρίο Πράξεις 2/β: 46. Αλλά υπάρχει μια εκκλησιαστική εκδήλωση, που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε έξω από τα χριστιανικά σπίτια: Η τέλεση της Ευχαριστίας.[27] Και αυτό δεν ήταν τυχαίο γεγονός. Οφειλόταν σε ισχυρές πεποιθήσεις της Εκκλησίας. Αυτό μαρτυρείται από το χωρίο Πράξεις 2/β: 46: «καθ’ ημέραν τε προσκαρτερούντες εν τω ιερώ ομοθυμαδόν κλώντες τε κατ’ οίκον άρτον μετελάμβανον τροφής εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας…». Στο χωρίο αυτό η αντίθεση είναι αξιοσημείωτη: η προσευχή μπορούσε να γίνει και στον Ναό, αλλά η «κλάσις του άρτου» δηλαδή η Ευχαριστία, [28] πραγματοποιείτο στα σπίτια των χριστιανών.[29] Αν τώρα ληφθεί υπ’ όψιν η ταύτιση ευχαριστιακής συνάξεως και τοπικής Εκκλησίας από τον Παύλο, [30] η έννοια του εξεταζόμενου όρου διαφωτίζεται. Οι όροι «οίκος» και «εκκλησία», εξέφραζαν δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Ο πρώτος μία κοσμική και ο άλλος μία καθαρά εκκλησιαστική πραγματικότητα. Αλλά όσες φορές ετελείτο η Θεία Ευχαριστία στο σπίτι μιας χριστιανικής οικογένειας, η «εκκλησία του Θεού» αυτόματα συνδεόταν με τον «οίκο» αυτό. Η σύνδεση της Ευχαριστίας τόσο με την «οικία» εκείνη, όσο και με την «εκκλησία του Θεού», δημιουργούσε την «κατ’ οίκον εκκλησία». Αυτή η «κατ’ οίκον εκκλησία, έπαιρνε το όνομα του ιδιοκτήτη του σπιτιού.[31]

Έτσι η «κατά οίκον εκκλησία» αποτελούσε αναφορά στη σύναξη των πιστών για τέλεση της Ευχαριστίας. [32] Εάν ονομαζόταν η σύναξη αυτή «εκκλησία», αυτό οφειλόταν στο εξής: Στο ότι και σύναξη «επί το αυτό» προς τέλεση της Ευχαριστίας ονομαζόταν επίσης «εκκλησία» (Α΄ Κορ. 11/ια). Σε αντίθεση με άλλους όρους, με τους οποίους ονομαζόταν η Εκκλησία, ο όρος «κατ’ οίκον εκκλησία» αποτελούσε την πιο πραγματική έκφραση της Εκκλησίας. Γιατί δήλωνε τη σύναξη των πιστών σε ορισμένο τόπο, προς ένωσή τους στο σώμα του Χριστού. Δεν ήταν συνεπώς η «κατ’ οίκον εκκλησία» τρίτο είδος Εκκλησίας, διαφορετικό από την «τοπική» ή την «κατά την οικουμένη». Αλλά ήταν αυτή η τοπική Εκκλησία, η «εκκλησία του Θεού», «κλώσα άρτον» στο σπίτι ενός από τα μέλη της.

Από την έρευνα, λοιπόν, των αρχαιότερων κειμένων του αρχικού Χριστιανισμού, δηλαδή των επιστολών του Παύλου, προκύπτει το εξής: Ότι η ευχαριστιακή σύναξη ταυτιζόταν με την ίδια  την «εκκλησία του Θεού». Εάν τώρα ερευνηθούν και τα κείμενα εκείνα, τα οποία γνωρίζουν ήδη το τέλος της αποστολικής εποχής, θα διαπιστωθεί το ίδιο πράγμα. Θα διαπιστωθεί χωρίς δυσκολία η ίδια ταύτιση της ευχαριστιακής σύναξης με την Εκκλησία του Θεού. Τέτοιο κείμενο είναι η Αποκάλυψη του Ιωάννου. Η Αποκάλυψη γράφτηκε χαρακτηριστικά «εν Κυριακή ημέρα».[33] Αυτό σημαίνει στην κατ’ εξοχήν ημέρα της Ευχαριστίας. [34] Έτσι κινείται τόσο πολύ μέσα στο περιβάλλον και τις συνθήκες της ευχαριστιακής συνάξεως, ώστε να γεννηθεί στους ερμηνευτές της ένα πρόβλημα: Το πρόβλημα εάν η Ευχαριστία επέδρασε στο βιβλίο αυτό, ή αντίστροφα.[35] Όπως και αν έχουν τα πράγματα, τουλάχιστον μια αμοιβαία επίδραση πρέπει να νοηθεί μεταξύ Αποκαλύψεως και ευχαριστιακής λατρείας.[36] Το βιβλίο αυτό μας μεταφέρει από την Ευχαριστία στον θρόνο του Θεού, και από την επίγεια στην επουράνια εκκλησία. Και αυτό το κάνει με τέτοιο τρόπο, ώστε να νομίζουμε ότι πρόκειται για την ίδια και αυτή πραγματικότητα. Έχουμε μια μυστική ταύτιση της ουράνιας Εκκλησίας με την επίγεια Εκκλησία. Η ουράνια μπροστά στο θρόνο του Θεού, και η επίγεια λατρεύει μπροστά στο Ευχαριστιακό Τραπέζι. Και η ταύτιση αυτή είναι τέτοια, ώστε να θυμίζει ότι μόνο στην Ορθοδοξία διατηρήθηκε τόσο βαθειά η σύνδεση των δύο αυτών όψεων της Εκκλησίας.[37] Τα κεφάλαια 4-5 της Αποκάλυψης (στα οποία θα επανέλθουμε πιο κάτω), είναι ακατανόητα, χωρίς αυτή την προϋπόθεση: Ότι η ευχαριστιακή σύναξη ενσαρκώνει στη γη, αυτή την ίδια την Εκκλησία του Θεού.

Μετά από αυτά γίνεται εμφανές, ότι από την πρώτη εμφάνιση του όρου: «εκκλησία», υπήρχε ένας βαθύτατος σύνδεσμος αυτού του όρου, με την Ευχαριστία που τελείτο σε κάθε πόλη. Τόσο βαθύς σύνδεσμος, που διαπιστώνεται ότι έφθανε μέχρι την πλήρη ταύτιση. Κάθε τέτοια Ευχαριστία, αποτελούσε την έκφραση αυτής της ίδιας της Εκκλησίας του Θεού σε τόπο και χρόνο.

 

1 Η διάκριση μεταξύ θεωριτικής και πρακτικής Εκκλησιολογίας, αποσκοπεί εδώ στο εξής: Να υπογραμμίσει ότι η πρώτη θεολογία περί Εκκλησίας δεν αναπτύχθηκε ως θεωρία (speculation) περί της ιδέας ή της έννοιας της Εκκλησίας. Αλλά εμφανίσθηκε αρχικά ως βίωση και εμπειρία ενός γεγονότος, μιας κατάστασης, στην οποία ζούσαν διαρκώς οι Χριστιανοί. H συνειδητοποίηση της κατάστασης αυτής και η έκφραση της συνείδησης που δημιουργήθηκε στη συνέχεια, αποτέλεσαν την πρώτη θεολογία περί Εκκλησίας. Αυτή η θεολογία διατυπώθηκε μέσω εικόνων για περιγραφή, και όχι ως ορισμός της πραγματικότητας που βιωνόταν.  Έτσι, η θεωρητική θεολογία περί Εκκλησίας, δεν προηγήθηκε των ιστορικών γεγονότων και θεσμών της ζωής της Εκκλησίας. Αντίθετα, τα γεγονότα και βιώματα της Εκκλησίας, καθώς συνειδητοποιούνταν από αυτήν βαθμιαία, οδηγούσαν σε θεωρητικές θεολογικές διατυπώσεις. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία από άποψη μεθοδολογική, και ιδιαίτερα για την παρούσα εργασία. Γιατί η παρούσα εργασία ξεκινάει από τα γεγονότα, και όχι από θεωρητική διδασκαλία των πηγών περί ενότητας. Ξεκινάει από τα γεγονότα, τους θεσμούς και τα βιώματα εκείνα, που με τη συνειδητοποίησή τους, οδήγησαν την αρχαία Εκκλησία σε εκκλησιολογικές διατυπώσεις καθαρά θεωρητικού χαρακτήρα.

2 Ρωμ. 16, 1· Α' Κορ. 1, 2· Β' Κορ. 1, 1· Κολ. 4, 16· Α' Θεσ. 1, 1· Πράξ. 8, 1 και 11, 22.

3 Γαλ. 1, 2 και 22· Α' Θεσ. 2, 14· Β' Κορ. 8, 1· Α' Κορ. 16, 19· Πράξ. 15, 41 και 16, 5· Ρωμ. 16, 16· Α' Κορ. 11, 16 και 14, 33-34.

4 Ματθ. 16, 18 και 18, 17· Πράξ. 5, 11· 8, 3· 9, 31· 12, 1· 12, 5· 11, 26· 14, 23· 14, 27· 15, 3· 15, 4· 15, 22· 18, 22· 20, 17· 20, 28· Α' Κορ. 6, 4· 10, 32· 11, 18· 11, 22· 12, 28· 14,4· 14, 12· 14, 19· 14, 23· 14, 28· 14, 35· 15, 9· Γαλ. 1, 13 και Φιλ. 3, 6.

5 Ρωμ. 16, 5· Α' Κορ. 16, 19- Κολ. 4, 15· Φιλήμ. 2.

6 Πράξ. 8, 1-3. Το ίδιο ισχύει και για τα περισσότερα από τα χωρία της 3ης κατηγορίας.  Εξαίρεση μπορεί να γίνει μόνο για τα χωρία: Ματθ. 16, 18· Πράξ. 9, 31" 20, 28 (;). Α' Κορ. 10, 32 (;) και 12, 28 (;). Αυτά είναι και τα μόνα χωρία, τα οποία είναι δυνατόν να μην έχουν υπ’ όψιν τους την Εκκλησία ως συγκεκριμένη τοπική πραγματικότητα.

7 Το ότι η «οικουμενική» προηγείται της «τοπικής» εκκλησίας, μεταξύ άλλων δέχονται οι: Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΗΣ, «Ο Απόστολος Παύλος και η ενότης της Εκκλησίας», στο Ε.Ε. Θ.Σ. (έτ. 1957-58)1959 σ. 154 R.· BULTMANN, «The Transformation of the Idea of the Church in the History of Early Christianity», στο Canadian Journal of Theology, 1 (1955) 73-81, και A. MEDEBIELLE στο Dictionnaire de la Bible, Suppl ΙΙ,1934, 660 και 668. Το αντίθετο φρονούν μεταξύ άλλων, οι:  J.V. CAMPBELL, «The origin and meaning of the Christian use of the word EKKLESIA», στο Journal of Theological Studies, 49 (1948) 130 και εξής και 138· Κ. SCHMIDT, «EKKLESIA» στο  T.W.N.T., III, 503 και L. CERFAUX, La Theologie de Eglise. Για πλήρη βιβλιογραφία, δες Κ. STENDAHL, «Kirche», δες παραπάνω στ. 1303 και εξής.

8 Πρέπει να τονισθεί, ότι το πρόβλημα όπως τίθεται σήμερα, δεν πηγάζει από τα κείμενα. Είναι τεχνητό. Με δεδομένο ότι αντιθετικό σχήμα «τοπικότητας – οικουμενικότητας» ήταν ξένο προς τη συνείδηση της αρχικής Εκκλησίας (Βλέπε σχετική ανάλυση).

9 Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς... σ. 29.

10 Messe und Herrenmahl, 1926, σ. 237.

11 Την ανασύνταξη αυτή επιχειρεί ο Lietzmann  (στο ίδιο μέρος).

12 Β' Κορ. 1, 1.

13 Περί των ορίων της Αχαϊας κατά τους χρόνους εκείνους, δες Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Ι, 1954-60, σ. 44-47.

14 Βλέπε ανωτέρω υποσημειώσεις 2 και 3.

15 Παράβαλλε τον στίχο 29, όπου το: «εις κρίμα συνέρχεσθε» συνδέεται σαφώς με το κοινωνείν της Ευχαριστίας.

16 Βλέπε την παραπάνω υποσημείωση 5.

17 Πιθανότατα και αυτός ο όρος «εκκλησία» δεν είχε ακόμα επικρατήσει παντού ως τεχνικός όρος, όταν γράφονταν οι επιστολές του Παύλου.

18 Έτσι συνέβη π.χ. και με τους όρους: «Χριστιανισμός», «Καθολική Εκκλησία», «Επίσκοπος» κλπ, Αυτοί εμφανίσθηκαν πρώτα ως όροι τοπικής μόνο χρήσεως στην Αντιόχεια, για να γίνουν μετά από λίγο καιρό τεχνικοί όροι σε όλη την Εκκλησία. Παράβαλλε Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς σ. 45 και εξής.

19 Είναι αξισημείωτο, ότι δεν βρίσκει κάποιος εξέταση της «κατ’ οίκον εκκλησίας» ούτε στον Η. STRACK-P. BILLERBECK, Kommentar zum Ν.Τ.,ΙΙΙ, 1926, ούτε στο άρθρο «εκκλησία» στον KITTEL, T.W.N.T.

20 Π.χ. «ο οίκος Στεφανά» (Α' Κορ. 1, 16 και 16, 15), του αρχισυναγώγου Κρίσπου (Πράξ. 18, 8), της Λυδίας εν Θυατείροις (Πράξ. 16, 15), τών Ναρκίσσου και Αριστοβούλου στη Ρώμη  (Ρωμ. 16, 10-11) κ.λ.π.

21 T.W.N.T., V, σ. 132 και εξής.

22 Βλέπε π.χ. Κ. HASE, Kirchengeschichte, Ι, 1885, σ. 210. Παράβαλλε και WINDERSTEIN, Der Episcopat, σ. 38 όπως και πιο κάτω.

23 Π.χ. Ε.Α. JUDGE, The Social Pattern of Christian Groups in the First Century, 1960, σ. 30-39.

24 J. JEREMIAS, Hat die alteste Christenheit die Kindertaufe geubt?, 1938 (1942») και πρόσφατα Die Kindertaufe in den ersten vier Jahrhunderten, 1958.

25 A΄ Kop. 11, 22.

26 Πράξ. 9, 29· 13, 14, 45· 14, 1· 17, 1-2, 10, 17· 18, 19· 19, 8.

27 Στις Πράξεις 5/ε: 42 βρίσκουμε συνδυασμούς Ναού και σπιτιού: «πάσαν τε ημέραν εν τω ιερώ και κατ’ οίκον ουκ επαύσαντο ευαγγελιζόμενοι Χριστόν Ιησούν». Αλλά ο συνδυασμός αυτός αφορά στο κήρυγμα. Είναι αξιοσημείωτο, ότι πουθενά δεν βρίσκουμε τον συνδυασμό αυτόν σε σχέση με την Ευχαριστία, της οποίας ο αποκλειστικός χώρος ήταν το Χριστιανικό σπίτι.

28 Το ότι εδώ πρόκειται περί Ευχαριστίας, το δέχονται οι περισσότεροι των συγχρόνων ερευνητών. Δες π.χ. Α. ARNOLD, Der Ursprung des christlichen Abendmahl in Lichts der neusten liturgiegeschichtlichen Forschung, 1932, σ. 43-47· W. GOOSSENS, Les origines de l' Eucharistie, 1931, σ. 170-74 καί J. GEWIESS, Die urapostolische Heilsverkundigung nach der Apostelgeschichte, 1939, σ. 152-57.

29 Βλέπε και Πράξ. 20, 7.

30 Βλέπε πιο πάνω στο 2ο μέρος, κεφ. Α: 3  και εξής.

31 Π.χ. η «κατ’ οίκον σου (=του Φιλήμονα) εκκλησία». (Φιλήμ. 1, 2) ή η «κατ’ οίκον αυτών (=των Πρίσκιλλας και Ακύλα) εκκλησία». (Ρωμ. 16, 5).  Τα σπίτια των τεσσάρων πρώτων αιώνων, που βρέθηκαν από τους αρχαιολόγους στη Ρώμη, το μαρτυρούν αυτό. Αυτά είχαν διασκευασθεί σε ναούς, και έφεραν τα ονόματα των ιδιοκτητών τους (S. Clementia κ.λ.π.). Παράβαλλε σχετικά με τους ναούς αυτούς τον J.A. JUNGMANN, The Early Liturgy to the Time of Gregory the Great, 1959, σ. 13.

32 Τη γνώμη αυτή χωρίς όμως να την αιτιολογήσουν, εκφράζουν και οι L. CERFAUX, La thoologie de l' Eglise, σ. 145 και   Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ, «Η λατρεία κατά τους Αποστολικούς χρόνους», στη Θεολογία, 31 (1960) 183.

33 Αποκάλυψις 1/α: 10.

34 Παράβαλλε. Δ. ΜΩΡΑΪΤΗ, Η Λειτουργία των Προηγιασμένων, 1955, σ. 12 και εξής.

35 Δες Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΗ, Η Αποκάλυψη του Αποστόλου Ιωάννη, 1950.

36 Δες Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΗ, Η Αποκάλυψη του Αποστόλου Ιωάννη, 1950 σ. 51.

37 Δες P. BRATSIOTIS, «17 Apocalypse de saint Jean dans le culte de l' Eglise grecque orthodoxe», στο Revue d' Histoire et Philos. relig, 42 (1962) 116-121.

 

Εισαγωγή // Περιεχόμενα // Συνέχεια

Διαμόρφωση σελίδας: 14-7-2005.

Τελευταία ενημέρωση: 12-12-2007.

Πάνω