Περιεχόμενα

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Οι Επιστολές τών Αποστόλων και τα Απόκρυφα.


Με αφορμή το χωρίο τής Επιστολής τού Ιούδα, που φαίνεται ως περικοπή εκ τού ΕΝΩΧ, εγείρονται ορισμένα ερωτήματα εις τα οποία θα προσπαθήσομεν - κατά το μέτρον τού δυνατού - να δώσομεν ορισμένας απαντήσεις. Τοιαύτα δε είναι τα εξής:

Πώς συμβιβάζεται η θεοπνευστία προς την χρήσιν τών αποκρύφων; Τα απόκρυφα είναι βιβλία κακόδοξα, βλάσφημα, ανόητα. Πώς π.χ. ο Θεόπνευστος Ιούδας, αφ’ ενός μεν έπεσε θύμα τοιαύτης απάτης, αφ’ ετέρου δε δια τής χρήσεως τών στ. 6, 14-15 εμμέσως συνιστά τούτο εις τούς Χριστιανούς ως έγκυρον και αναγνώσιμον; Επειδή η τοιαύτη ένστασις είναι όντως πολύ ισχυράν, οι περισσότεροι υποστηρικτές τής σχετικής απόψεως υποδιαιρέθησαν εις τέσσερεις ομάδες αναλόγους προς τας απαντήσεις.

1. Ο Ιούδας εξηπατήθη... Επλανήθη, δεχόμενος τούς μύθους τού Ενώχ ως αλήθειες, το δε σπουδαιότερον σφάλμα του είναι, ότι αναφέρει το απόκρυφον ονομαστί εις τον στίχον 14 και 15 (1).

Είναι η πλέον ασυνεπής άποψις. Ο HUTHER ο οποίος δέχεται την κανονικότητα τής επιστολής, εδώ λέγει, ότι εκ τής πλάνης αυτής τού Ιούδα ενισχύεται η άποψις, ότι ούτος δεν ήτο απόστολος. Αυτό όμως συνεπάγεται ότι, ή δεν ήτο θεόπνευστος όπως οι απόστολοι ή η θεοπνευστία του ήτο δευτέρας ποιότητος. Εν τοιαύτη περιπτώσει, γιατί η Επιστολή Ιούδα είναι κανονική;

Ο BIGG δεν δικαιολογεί πώς συμβιβάζεται η πλάνη με την θεοπνευστίαν, αλλά σιωπηρώς δέχεται ότι συμβιβάζεται, εφ’ όσον, αφ’ ενός μεν δέχεται την Επιστολήν ως γνησίαν, αφ’ ετέρου δε, πλην τού κεντρικού δήθεν σφάλματος τού Ιούδα, ότι παραθέτει το βιβλίον τού Ενώχ ονομαστί (στ. 14-15), τού αποδίδει και σειράν ολόκληρην άλλων σφαλμάτων και παρεξηγήσεων τού κειμένου τού Ενώχ, και μάλιστα και αποδοχή τών κακοδοξιών που περιγράφονται εις το απόκρυφον περί μίξεως αγγέλων μετά γυναικών ή περί διακυβερνήσεως τών πλανητών αστέρων υπό πονηρών αγγέλων.

Ο δε PLUMMER συμβιβάζει ρητώς την θεοπνευστίαν προς την πλάνην. Κατ’ αυτόν, δεν δυνάμεθα να δεχθούμε ότι η θεοπνευστία υψώνει τον συγγραφέα εις το διανοητικόν επίπεδον ενός κριτικού ιστορικού, ώστε να διακρίνει το μύθο από την αλήθεια. Ο Ιούδας επίστευσε, ότι το απόκρυφον Ενώχ είναι μία γνησίαν αποκάλυψιν περί ορατού και αοράτου κόσμου. Η θεοπνευστία, λέγει, δεν διεφύλαξε τα όργανά της από τού να χρησιμοποιήσουν πλαστές αποκαλύψεις εν γνώσει ή εν αγνοία τής πλαστότητας. Και καταλήγει ο PLUMMER, ότι τόσον εις την περίπτωσιν τού Ιούδα όσο και εις άλλας περιπτώσεις, η σοφία τού Θεού ηυδόκησε να μεταχειρισθεί έναν ανθρώπινο μύθο για να κηρύξει μία θεία αλήθεια (PLUMMER ένθ. αν. σελ. 424,436-437).

2. Εις τα απόκρυφα δεν είναι τα πάντα ψευδή. Υπάρχουν μεταξύ τών μύθων και μερικές αλήθειες. Ο Ιούδας, θεόπνευστος ων, επέλεξεν εκ τού αποκρύφου Ενώχ ή και τού Νώε, ό,τι ήτο αληθές (2). Η άποψις αυτή είναι τού ιερού Αυγουστίνου γι’ αυτό και την υποστηρίζουν οι παλαιοί Παπικοί. Εάν δε επιχειρήσει κάποιος να την ανασκευάσει, αντιμετωπίζει την σχεδόν κοινήν αντίληψιν, ότι τα απόκρυφα έχουν πυρήνα αληθείας. Η αντίληψις αύτη - συμφώνως προς τον διαπρεπήν καθηγητήν τής Θεολογίας τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου τής Θεσσαλονίκης κ. ΣΤΕΡΓΙΟ ΣΑΚΚΟ εις το περισπούδαστον υπόμνημάν του εις την επιστολήν τού Ιούδα - είναι μία αυταπάτη. Εις τα απόκρυφα, είναι μερικές φορές αληθινά μόνον τα υστερογενή στοιχεία, ουδέποτε τα πρωτογενή. Τα απόκρυφα, ως γνωστόν, στρέφονται περί την Γραφήν ως οι γύπες περί το πτώμα. Αντλούν ωρισμένα στοιχεία εκ τής Γραφικής αποκαλύψεως ή ιστορίας και πλάσσουν περί αυτά ποικίλους μύθους. Τα εκ τής Γραφής δάνεια είναι ασφαλώς αληθή, αλλ’ επειδή ελήφθησαν εκ τής Γραφής κι όχι επειδή αποτελούν τον πυρήνα τού αποκρύφου. Αυτά είναι τα υστερογενή στοιχεία, τα στοιχεία δηλαδή που παρουσιάζονται πρώτα εις την Γραφήν και έπειτα εις τα απόκρυφα. Τα πρωτογενή όμως στοιχεία, ό,τι δηλαδή διατυπώνει για πρώτη φορά ο πλαστογράφος τού αποκρύφου και ό,τι δεν λαμβάνεται εκ τής Γραφής, είναι άπαντα ψευδή· διότι δεν είναι δυνατόν να έχει θείαν αποκάλυψιν ο απατεών και ο παραχαράκτης τής Γραφής.

Κατόπιν τούτου, δεν μάς ενδιαφέρουν ούτε οι αλήθειες που περιέχουν τα απόκρυφα, εφ’ όσον ελήφθησαν εκ τής Γραφής, ούτε τα υπόλοιπα τα μη εκ τής Γραφής ληφθέντα, εφ’ όσον είναι ψευδή. Είναι αδύνατον - συμφώνως προς τον προαναφερθέντα διακεκριμμένον καθηγητήν - να εύρωμεν εις τα απόκρυφα στοιχείον τής αληθινής αποκαλύψεως μη κείμενον εις την Γραφήν. Επί τού προκειμένου, εις το απόκρυφον Ενώχ είναι αληθές, το ότι έζησε κάποτε ένας γενάρχης τής ανθρωπότητος Ενώχ και ότι μετετέθη. Ό,τι λέγεται πέραν τούτου είναι ψευδές, εάν δεν εγράφη πρώτα εις την Γραφήν. Και παραμένει αδικαιολόγητον πώς ο θεόπνευστος Ιούδας έλαβεν εκ τού αποκρύφου στοιχεία ψευδή.

3. Ο Ιούδας λαμβάνει εκ τού αποκρύφου ένα ΄΄επιχείρημα κατ’ άνθρωπον΄΄ χρήσιμον για το νόημα το οποίο θέλει να εκφράσει και κατοχυρώσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δέχεται την θεοπνευστίαν τού όλου βιβλίου. (3). Εγνώριζε, ότι οι αναγνώστες του εκτιμούν το βιβλίο, το εκτιμούσε δε και ο ίδιος, δια τούτο και το εχρησιμοποίησε. (4).

Η συγκεκριμένη άποψις είναι τού Ιερονύμου, δια τούτο και υποστηρίζεται κυρίως υπό τών Παπικών οι οποίοι και επαναλαμβάνουν και τα άλλα επιχειρήματα εκείνου, ότι δηλαδή υπό το αυτό πνεύμα και ο Παύλος έλαβε χωρία τού Επιμενίδου (Κρήτες αεί ψεύσταιΤίτος 1/α΄ 12), τού Αρήτου (τού γαρ και γένος εσμένΠράξ. 17/ιζ΄ 28), ή άλλα χωρία τού Καλλιμάχου και τού Μενάνδρου. Η άποψις δεν ευσταθεί, η δε εξομοίωσις τής περιπτώσεως τού Ιούδα προς τας περιπτώσεις τού Παύλου είναι ατυχής. Η χρήσις τών λόγων τού Ενώχ ως θεοπνεύστης προφητείας λεχθείσης, ως υποτίθεται, για τούς αιρετικούς τών ημερών τού Ιούδα, δεν είναι καθόλου επιχείρημα κατ’ άνθρωπον. Eίναι επίκλησις τής θείας αποκαλύψεως που συνεπάγεται την παραδοχήν τής θεοπνευστίας ολόκληρου τού βιβλίου, εφ’ όσον δε γίνεται σχετική διάκρισις.

Όταν μάλιστα ο Ιούδας λαμβάνει όχι μόνον τούς λόγους τούτους (στ. 14-15), αλλ’ ως πιστεύεται, και τις κακοδοξίες περί μίξεως αγγέλων μετά γυναικών και περί διακυβερνήσεως τών πλανητών υπό πονηρών αγγέλων και άλλες δοξασίες εγκατεσπαρμένες εις τριάντα και πλέον σημεία τού αποκρύφου, και όταν γίνεται (ο Ιούδας) αιτία να ασπασθούν την κακοδοξίαν περί τής παρά φύσιν ασελγείας τών αγγέλων οι απολογηταί Ιουστίνος και Αθηναγόρας, και ο Τατιανός και ο Λακτάντιος, πώς είναι δυνατόν να πιστεύσει κάποιος εις την άποψιν τού Ιερωνύμου και τών νεωτέρων που τον ακολουθούν; Εάν δηλαδή ο Ιούδας ήντλησεν όντως εκ τού αποκρύφου, τότε έδωσε πολύ κακό παράδειγμα εις τούς μεταγενεστέρους και έγινε αιτία να πλανηθούν πολλοί. Επί πλέον ο Κλήμης Αλεξανδρείας, ο Τερτυλλιανός και άλλοι, υπεστήριξαν την θεοπνευστίαν και κανονικότητα τού αποκρύφου εξ’ αιτίας τής χρήσεως τού Ιούδα. Απεναντίας ο Παύλος, ο οποίος όντως έλαβε φράσεις εκ τών προαναφερθέντων εθνικών ποιητών, έπραξε τούτο μετά τοιαύτης διακρίσεως, ώστε ουδείς μεταγενέστερος παρεπλανήθη εξ’ αιτίας του και ουδείς εθεώρησε ποτέ τούς ποιητές εκείνους ως θεοπνεύστους ή έστω αξίους αναγνώσεως εκ μέρους τών Χριστιανών.

4. Ο Ιούδας χρησιμοποιεί το απόκρυφον για να πολεμήσει τούς αιρετικούς με τα δικά τους όπλα (MAIER F.: “Η Επιστολή του Ιούδα” Freiburg, 1906, σελ. 29). Αλλά πουθενά ο Ιούδας λέγει ή αφήνει να εννοηθεί, ότι το απόκρυφον σέβονται οι αιρετικοί και όχι ο ίδιος, και ότι κρίνει αυτούς εκ τών λόγων των. Απεναντίας και την πτώσιν τών αγγέλων και την προφητείαν τού Ενώχ αναφέρει ως αντικείμενα τής πίστεώς του.

Ας δούμε όμως τώρα, ποία είναι τα τεκμήρια που πείθουν από κοινού τούς υποστηρικτές πολλών απόψεων, ότι ο Ιούδας λαμβάνει εκ τών αποκρύφων:

1. Ο πλαστογράφος τού αποκρύφου, εις το πρώτον αυτού βιβλίον, ιστορεί δήθεν εξ αποκαλύψεως, ότι επί τών ημερών τού Νώε διακόσιοι άγγελοι τού Θεού, επιθυμήσαντες το κάλλος τών γυναικών επί τής γης, εγκατέλειψαν τον ουρανόν και συνεκυλίσθησαν μετ’ αυτών και εγέννησαν εξ’ αυτών τούς γίγαντες. Eπειδή έγιναν αυτουργοί πολλής κακοδαιμονίας τών ανθρώπων, ο Θεός δια τεσσάρων αγαθών αγγέλων συνέλαβε τούς πεπτωκότας και έδεσεν αυτούς υπό τα όρη τής γης έως ότου κριθούν. τεύθεν προέρχονται τα ηφαίστεια και οι πηγές τών θερμών υδάτων, κλπ. Έτσι έχει η πτώσις τών αγγέλων κατά το απόκρυφον. Ο Ιούδας δέχεται την ψευδοαποκάλυψιν αυτήν και την διατυπώνει εις τον στ. 6 λέγων, ότι ο Κύριος αγγέλους τε τούς μη τηρήσαντας την εαυτών αρχήν αλλά απολιπόντας το ίδιον οικητήριον εις κρίσιν μεγάλης ημέρας δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν”.

Εκ πρώτης όψεως, νομίζει κάποιος, ότι ο Ιούδας αναφέρεται εις το απόκρυφον. Αλλά πού φαίνεται εις τον Ιούδα η ασέλγεια τών αγγέλων και η δέσμευσις αυτών υπό τα όρη; Απεναντίας μάλιστα, κάθε απροκατάληπτος και ακριβής ερμηνευτής διαβλέπει, ότι άλλα εννοεί ο ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ιούδας και άλλα ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ Ψευδοενώχ. Ο Ιούδας, λέγει, ότι οι άγγελοι δεν ετήρησαν “την εαυτών αρχήν, ήτοι την κατάστασιν τής μακαριότητος και την εξουσίαν και την δόξαν εις την οποίαν ζούσαν, αλλ’ ΄΄απέλιπον το ίδιον οικητήριον΄΄, δηλαδή αυτήν ακριβώς την κατάστασιν ή θέσιν. Και προσθέτει, ότι ΄΄δια τούτο ο Θεός τετήρηκεν αυτούς υπό ζόφον΄΄, δηλαδή εις την κατάστασιν τού πνευματικού σκότους και τής πνευματικής οδύνης, ΄΄μέχρι τής ημέρας τής κρίσεως δια δεσμών αϊδίων΄΄. Τα ΄΄αϊδια δεσμά΄΄ είναι τα άυλα, τα πνευματικά, τα αιώνια δεσμά. Δεν είναι τα όρη τής γης τα υλικά, υπό τα οποία κατεπλάκωσεν αυτούς, ούτε οι αιχμηρές πέτρες, επί τών οποίων τούς υπεχρέωσε να κατακλιθούν υπτίως, ούτε οι σιδηρές αλυσίδες, τις οποίες εχρησιμοποίησαν οι αγαθοί άγγελοι, όπως παρενόησεν ο πλαστογράφος. Ούτε το ΄΄οικητήριον΄΄ τών αγγέλων ήταν ο στερεός ουρανός, ούτε το ΄΄υπολιπείν την αρχήν΄΄ είναι το ΄΄κυλισθήναι μετά γυναικών΄΄, όπως εφαντάσθη ο πλαστογράφος.

Από πού λοιπόν φαίνεται ότι ο Ιούδας λαμβάνει εκ τού αποκρύφου; Η προσεκτική εξέτασις αποκεικνύει το αντίθετο, ότι ο πλαστογράφος εκμεταλλεύεται και μάλιστα παρεξηγεί την Επιστολήν τού Ιούδα. Οι σύγχρονοι κριτικοί, ενώ ηρεύνησαν κατά κόρον να διαπιστώσουν εάν ο Ιούδας παρερμηνεύει την Β΄ Πέτρου ή ο Πέτρος την Ιούδα, ούτε ακροθιγώς εχρησιμοποίησαν αυτήν εδώ την μέθοδον που έπρεπε να χρησιμοποιήσουν.

2. Λέγει ευθύς εις την συνέχειαν τών προηγουμένων ο Ιούδας, εισάγων άλλο παράδειγμα εκ τής Παλαιάς Διαθήκης: Ως Σόδομα και Γόμορρα και αι περί αυτάς πόλεις, τον όμοιον τούτοις τρόπον εκπορνεύσασαι και απελθούσαι οπίσω σαρκός ετέρας πρόκεινται δείγμα...” Κατά τούς CALMET (ένθ. αν. σελ. 350) και BIGG (ένθ. αν. σελ. 329) ο Ιούδας αναφέρεται εις την ασέλγειαν τών αγγέλων. Το ΄΄ως΄΄ ερμηνεύουν ΄΄όπως΄΄ και υπό το ΄΄τούτοις΄΄ εννοούν ΄΄τοις πεπτωκόσιν αγγέλοις΄΄. Το δε νόημα είναι, κατά τούτους, ότι “οι άγγελοι ησέλγησαν παρά φύσιν, εφ’ όσον ήσαν ασώματοι, όπως παρά φύσιν ησέλγησαν και τα Σόδομα και η Γόμμορα, εκπορνεύσασαι καθ’ όμοιον προς εκείνους τρόπον, δηλαδή αφύσικον”. Και ο μεν BIGG εκ τούτου τού επιχειρήματός του φαίνεται μόνον ότι δεν γνωρίζει καλώς τα Ελληνικά, ο δε CALMET, ο οποίος ήτο καλός ελληνιστής, ομολογεί, ότι το νόημα τού ελληνικού πρωτοτύπου είναι άλλο, αλλά δεν πρέπει να μην ακολουθεί κάποιος την ΄΄ιεράν Βουλγάτα΄΄. Πράγματι, η παρερμηνεία απαντά πρώτον εις την Βουλγάτα, η οποία το ΄΄ως΄΄ μεταφράζει ΄΄sicut΄΄ (=όπως), έπειτα εξ αυτής μετέφερθη εις τις νεώτερες ευρωπαϊκές μεταφράσεις. Υπό δε τών ερμηνευτών, οι οποίοι εργάζονται μεν επί τη βάσει τών μεταφράσεών των, παραθέτουν όμως το πρωτότυπον, το λάθος προήχθη εις άποψιν.

Το νόημα τού πρωτοτύπου έχει ως εξής: Η αντωνυμία ΄΄ος΄΄ είναι και Αναφορική και Δεικτική. Δεικτική εις την αρχήν τής περιόδου (περίοδος = η πρότασις μεταξύ δύο τελειών) και Αναφορική εις το μέσον αυτής. Ως Δεικτική ταυτίζεται κατά την σημασίαν προς το ΄΄ούτος΄΄. Το αυτό ισχύει και για τα αντίστοιχα επιρρήματα, τα οποία παράγονται εκ τών αντωνυμιών όπως άλλα εκ τών επιθέτων.

Έχομεν δηλαδή την ακόλουθον αντιστοιχίαν:

Καλός - Καλώς

Ούτος - Ούτως

Ός - Ως (Δεικτική)

Ός - Ως (Αναφορική)

Εδώ το ΄΄ως΄΄, με το οποίο αρχίζει η περίοδος τού Ιούδα, σημαίνει ΄΄ούτως΄΄ (δια τούτο ο Ιερώνυμος έπρεπε να μεταφράσει ΄΄sic΄΄ όχι ΄΄sicut΄΄). Υπό δε το ΄΄τούτοις΄΄ εννοείται ΄΄τοις προγραμμένοις εις τούτο το κρίμα΄΄, ΄΄τοις ασεβέσοι΄΄, ΄΄τοις αιρετικοίς΄΄. Το χωρίον εξηγείται έτσι: “Έτσι τα Σόδομα και η Γόμορρα... εκπορνεύσασαι κατά τον ίδιον με τούς αιρετικούς αυτούς (Νικολαϊτας) αφύσικον τρόπον, πρόκεινται δείγμα αιώνιον τής θείας τιμωρίας”.

Πού είναι λοιπόν η αναφορά τού Ιούδα εις την ασέλγειαν τών αγγέλων και πού η εξάρτησίς του εκ τού αποκρύφου; Εις τοιαύτην παρανόησιν, ούτε ο συγγραφεύς τού αποκρύφου περιέπεσεν, διότι προφανώς ηννόησεν ορθώς τον στίχον τούτον τού Ιούδα. Εδώ δηλαδή, ούτε ο Ιούδας έλαβεν από τού αποκρύφου, ούτε ο συγγραφεύς τού αποκρύφου εκ τής Επιστολής τού Ιούδα.

3. Πολλές φορές ο Ψευδοενώχ (και μάλιστα εις το κεφ.18 παρ.13 κ. εξ.) διατυπώνει την αντίληψιν, ότι οι σκοτεινοί αστέρες, δηλ. οι πλανήτες, είναι υπό την εξουσίαν τών πονηρών αγγέλων. Πώς όμως συμβιβάζεται τούτο προς την άλλην αντίληψίν του, ότι οι πονηροί άγγελοι είναι δεμένοι υπό τα όρη τής γης, εις αυτό βεβαίως θα ηδύνατο να απαντήσει μόνον ο ίδιος. Κατά τούς BIGG (5) και άλλους, την αντίληψιν αυτήν ασπάζεται και μεταφέρει εκ τού αποκρύφου ο Ιούδας λέγων, ότι οι αιρετικοί είναι ΄΄αστέρες πλανήται οις ο ζόφος τού σκότους εις τον αιώνα τετήρηται΄΄ (στ. 13).

Δια τής τελευταίας παραβολής τούς παραβάλλει προς τούς πλανήτες. Εκ τής παραβολής ο Ιούδας αξιοποιεί δύο νοήματα, το ότι οι πλανήτες δεν έχουν φως, όντες νεκροί αστέρες, και το ότι (για τον επίγειο παρατηρητή) κινούνται επί ατάκτου τροχιάς. Οι άλλοι αστέρες, πάντες λόγω τής τεραστίας αποστάσεώς των από την γην, φαίνονται ως αιδίως ακίνητοι, ενώ οι πλανήτες, λόγω τής σχετικώς μικράς αποστάσεως φαίνονται κινούμενοι. Λέγων ο Ιούδας τούς αιρετικούς ΄΄πλανήτες΄΄, εννοεί κατά μίαν ερμηνείαν, ότι είναι σκοτεινά πρόσωπα και αλήται υπό την αρχαίαν σημασίαν τής λέξεως, δηλαδή γυρολόγοι, περιπλανώμενοι απατεώνες. Όπως η ΄΄αλώπηξ΄΄ σημαίνει τον πονηρόν (Λουκάς 13/ιγ΄ 32) και ο ΄΄αμνός΄΄ τον άκακον (Πράξ. 8/η΄ 32), έτσι και οι ΄΄πλανήτες΄΄ τούς σκοτεινούς αλήτες, χωρίς η έκφρασις να ενέχει τι το μυστηριώδες. Κατά δε άλλην ερμηνείαν, υπέρ τής οποίας και τασσόμεθα, λέγων ο Απόστολος ΄΄αστέρες πλανήται΄΄, εννοεί ΄΄αστέρες σκοτεινοί΄΄. Επειδή οι ΄΄πλανήτες΄΄, είναι αστέρες στερούμενοι ιδίου φωτός, άρα σκοτεινοί, δια τούτο η λέξις μετέπεσεν εις την έννοιαν τού ΄΄σκοτεινοί΄΄.

Πρέπει άλλωστε να σημειωθεί, ότι το ΄΄πλανώμαι΄΄, εξ ου και το ΄΄πλανήτης΄΄, με την έννοιαν τού ΄΄περιπλανώμαι΄΄ είναι συναφές προς την έννοιαν τού σκότους, διότι ο ευρισκόμενος εις το σκότος δεν διακρίνει ή χάνει τον δρόμον και περιπλανάται. Επίσης το ΄΄πλανώμαι΄΄ με την έννοιαν τού ΄΄ευρίσκομαι εις πλάνην΄΄ σημαίνει ΄΄ευρίσκομαι εις σκότος λόγω αγνοίας, εις πνευματικόν σκότος΄΄ (Ίδε σχετικώς Σοφ. Σολ. 2/β΄ 21επλανήθησαν. απετύφλωσε γαρ αυτούς η κακία αυτών”. 5/l/6επλανήθημεν από οδού αληθείας, και το τής δικαιοσύνης φως ουκ έλαμψεν ημίν, και ο ήλιος ουκ ανέτειλεν ημίν, Ησαϊας 19/ιθ΄ 14Κύριος εκέρασεν αυτοίς πνεύμα πλανήσεως, και επλάνησαν Αίγυπτον εν πάσι τοις έργοις αυτών, ως πλανάται ο μεθύων και ο εμών άμα”. 28/κη΄ 7ούτοι οίνω πεπλανημένοι εισίν, επλανήθησαν δια το σίκερα? ιερεύς και προφήτης εξέστησαν δια το σίκερα, κατεπόθησαν δια τον οίνον, εσείσθησαν από τής μέθης, επλανήθησαν. τουτ’ έστι φάσμα. Το τέλος τού τελευταίου τούτου χωρίου κατά το Εβραϊκόν έχει ούτως: πλανώνται εν τη οράσει, προσκόπτουσιν εν τη κρίσει. Οπωσδήποτε τα μεθυστικά ποτά και η πίεσις κατά τον έμετον θολώνουν και σκοτίζουν την διάνοιαν τού ανθρώπου).

Υπέρ τής εκδοχής, ότι το ΄΄πλανήται΄΄ σημαίνει ΄΄σκοτεινοί΄΄, συνηγορεί η ακολουθούσα φράσις ΄΄οις ο ζόφος τού σκότους εις τον αιώνα τετήρηται΄΄. Όπως εις τον στ. 12 το ΄΄άνυδροι υπό ανέμων παραφερόμενοι΄΄ αμέσως αναφέρεται εις το ΄΄νεφέλαι΄΄ και το ΄΄φθινοπωρινά άκαρπα, δις αποθανόντα, εκριζωθέντα΄΄ αμέσως αναφέρεται εις το ΄΄δέντρα΄΄ εις δε τον υπ’ όψιν στ. 13 το ΄΄άγρια θαλάσσης επαφρίζοντα τας εαυτών αισχύνας΄΄ αμέσως αναφέρεται εις το ΄΄κύματα΄΄, ούτω και η φράσις οις ο ζόφος τού σκότους εις τον αιώνα τετήρηται αμέσως αναφέρεται εις το ΄΄αστέρες πλανήται΄΄, όπως και η φυσικότης τού λόγου απαιτεί, όχι εις τούς αιρετικούς, όπως τινές νομίζουν. Εις τούς αιρετικούς πάντα ταύτα αναφέρονται εμμέσως. Εν Β΄ Πέτρ. 2/β΄ 17 το πράγμα διαφέρει. Η αυτή φράσις εκεί, επειδή το ΄΄ αστέρες πλανήται΄΄ ελλείπει (ίσως εξέπεσεν), αναφέρεται εις τούς αιρετικούς αμέσως.

Δια τού ΄΄πλανήται΄΄ λοιπόν, τονίζεται, ότι οι αστέρες τούς οποίους ο Ιούδας αναφέρει παραβολικώς, είναι σκοτεινοί, δια δε τής επακολουθούσης φράσεως τονίζεται, ότι το σκότος των είναι αιώνιον, παντοτεινόν. Όπως δε οι εν λόγω αστέρες ούτω και οι αιρετικοί είναι σκοτεινοί, το δε σκότος των είναι παντοτεινόν. Για να δείξει ο Απόστολος, ότι οι αιρετικοί Νικολαϊτες είναι διεφθαρμένοι τελείως και ανεπανορθώτως, προηγουμένως μεν παρέβαλεν αυτούς προς δέντρα ΄΄δις αποθανόντα, εκριζωθέντα΄΄, τώρα δε παραβάλλει αυτούς προς σκοτεινούς αστέρες, τών οποίων το σκότος είναι αιώνιον, παντοτεινόν. ΄Όπως τα κατάνεκρα και εκριζωμένα δέντρα ουδέποτε πρόκειται να αναθάλουν, και οι σκοτεινοί αστέρες ουδέποτε πρόκειται να λάμψουν ή να αναλάμψουν, αν υποτεθούν ως προηγουμένως φωτεινοί, τώρα δ’ εσβεσμένοι, έτσι και οι αιρετικοί Νικολαϊτες ουδέποτε πρόκειται να ανανήψουν και να διορθωθούν (όρα ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ “Ερμηνεία Δυσκόλων Χωρίων τής Γραφής” τόμ. Γ΄).

Ο πλαστογράφος τού Ενώχ, όμως, παρανοήσας τον Ιούδαν και νομίσας ότι εννοεί, ότι όπισθεν τών αστέρων κρύπτονται πονηρά πνεύματα, επανέλαβε τούτο πολλές φορές. Και εκ τής παρερμηνείας αυτής φαίνεται, ότι αυτός έχει υπ’ όψιν το κείμενον τής Επιστολής τού Ιούδα, το οποίον όμως δεν εννοεί.

4. Ο πλαστογράφος τού αποκρύφου, ομιλώντας δήθεν προφητικώς ως Ενώχ, διαιρεί τον μέλλοντα χρόνον εις επτά συν τρεις εβδομάδες αιώνων, αρχόμενος δια τής ρήσεως Εγώ ειμί ο έβδομος γεννηθείς εν τη πρώτη εβδομάδι, εν ή κρίμα και δικαιοσύνη ετηρήθησαν(Ενώχ 92, 3 εξ.). Εις τρία συνεχή κεφάλαια ομιλεί περί εβδομάδων. Δίδει εις τον αριθμόν επτά μυστηριώδη έννοια. Κατά τούς πλείστους υποστηρικτάς τής πρωτεραιότητος τού αποκρύφου, εξ αυτού έλαβεν ο Ιούδας την έκφρασιν έβδομος από Αδάμ Ενώχ(στ. 14), εις την οποίαν δίδει ομοίως μυστηριώδη έννοιαν. Συμβαίνουν όμως τα εντελώς αντίθετα. Εις την Παλαιάν Διαθήκην αναφέρονται τέσσερεις διάφοροι Ενώχ: ο υιός τού Ιάρεδ έβδομος από Αδάμ (Γένεσις 5/ε΄ 18-24, Α΄ Παραλ. ή Α΄ Χρον. 1/α΄ 1-4), ο υιός τού Κάιν τρίτος από Αδάμ (Γένεσις 4/δ΄ 17-18), ο εγγονός τού Αβραάμ (Γένεσις 25/κε΄ 4, Α΄ Παραλ. ή Α΄ Χρον. 1/α΄ 33), και ο υιός τού πατριάρχου Ρουβήμ (Γένεσις 46/μστ΄ 9, Έξ. 6/στ΄ 14, Αριθ. 26/κστ΄ 5 και Α΄ Παραλ. ή Α΄ Χρον. 5/ε΄ 3).

Ο Ιούδας αναφέρει μίαν προφητείαν τού Ενώχ η οποία εις την Γραφήν δεν ευρίσκεται επί λέξει. Εάν δεν προσεδιόριζεν ποίον Ενώχ εννοούσε, πώς θα αντελαμβάνοντο οι αναγνώστες ποίος επροεφήτευσε; Και ποίος προσδιορισμός υπάρχει απλούστερος τού προσδιορισμού ΄΄έβδομος από Αδάμ΄΄; Εάν μάλιστα λάβει κάποιος υπ’ όψιν, ότι τα βιβλία τών Παραλειπομένων (Χρονικών), τα οποία για τον Ισραηλίτην ήσαν σύνοψις τής Παλαιάς Διαθήκης, αρχίζουν με την αρίθμησιν: “Αδάμ, Σηθ, Ενώς, Καϊνάν, Μαλαλεήλ, Ιάρεδ, Ενώχ, Μαθουσάλα, Λάμεχ, Νώε”, αντιλαμβάνεται αμέσως πόσον απλούς, σαφής και ευμέθοδος είναι ο προσδιορισμός τού Ιούδα. Ο αποκρυπτογράφος, όμως, ΄΄ενείδεν΄΄ εις τον Ιούδαν, τον οποίον παρενόει, ΄΄μυστήριον αποκεκρυμμένον΄΄, το οποίο έπρεπε αυτός να αποκαλύψει εις τούς ανθρώπους. Εάν μάλιστα ο Ιούδας είχε παραθέσει εκ τού αποκρύφου τού Ψευδοενώχ, και μάλιστα τόσο συχνά όπως φαίνεται, δεν θα ήτο αναγκαίον να κάνει αυτόν τον προσδιορισμόν, καθώς θα ήτο πασιφανές, ότι αναφέρεται εις τον συγγραφέαν αυτού τού αποκρύφου. Ο προσδιορισμός αυτός, λοιπόν, είναι από μόνος του ένδειξις, ότι ο Ιούδας δεν είχε υπ’ όψιν του κανένα τέτοιο βιβλίο. Οι σύχρονοι δεινοί κριτικοί δεν έπρεπε να πέσουν θύματα τοιούτου τεχνάσματος, δια τού οποίου εξηπατώντο ωρισμένοι αφελείς τής αρχαιότητος. Έπρεπεν εκ τής παρερμηνείας τού αποκρυπτογράφου να οδηγηθούν εις την προτεραιότητα τής Επιστολής τού Ιούδα.

5. Μετά τον χαρακτηρισμόν που ανεφέραμεν ανωτέρω, ο Ιούδας εκθέτει την προφητείαν τού Ενώχ, η οποία ευρίσκεται σχεδόν επί λέξει εν Ενώχ Α: 9. Εδώ πλέον οι ερμηνευτές πείθονται πλήρως, ότι προηγείται το απόκρυφον και ότι δεν χωρεί συζήτησις επί τού τεκμηρίου τούτου. Αλλ’ ότι το χωρίον αντέγραψεν ο πλαστογράφος τού αποκρύφου, και μάλιστα εξ εφθαρμένου χειρογράφου τής Επιστολής, καταφαίνεται εκ τής ακολούθου συγκρίσεως τού κειμένου τού αποκρύφου προς το κείμενον τής Επιστολής κατά τε την ακεραίαν μορφήν του και κατά την εν τω παπύρω Ρ72. (Ο τελευταίος είναι ο αρχαιότερος κώδιξ τής Επιστολής τού Ιούδα, περιέχει δε αυτήν ακεραίαν. Μέχρι τής ανακαλύψεώς του, τα πρεσβεία μεταξύ τών κωδίκων κατείχον οι κώδικες τού 4ου αιώνος, Αλεξανδρινός και Βατικανός. Ο Ρ72 είναι κατά ένα ή ενάμισυ αιώνα αρχαιότερος. Ουδείς γνωρίζει πότε και πού ανεκαλύφθη. Ευρέθη εις την Βιβλιοθήκην τού Bodmer).

 

 

ΙΟΥΔΑΣ

ΠΑΠΥΡΟΣ Ρ72

ΕΝΩΧ

1

Ιδού ήλθε Κύριος Ιδού ήλθεν Κύριος ότι έρχεται

2

εν αγίαις εν αγίων αγγέλων συν ταις

3

μυριάσιν αυτού μυριάσιν μυριάσιν αυτού

4

ποιήσαι κρίσιν ποιήσαι κρίσιν ποιήσαι κρίσιν

5

κατά πάντων κατά πάντων κατά πάντων και απολέσαι πάντας τους ασεβείς

6

και ελέγξαι και ελέγξε και ελέγξει

7

πάντας τους ασεβείς πάσαν ψυχήν πάσαν σάρκα

8

περί πάντων -------------------------------- περί πάντων

9

τών έργων -------------------------------- -------- έργων

10

ασεβείας αυτών -------------------------------- τής ασεβείας αυτών

11

ών ησέβησαν -------------------------------- ών ησέβησαν

12

και περί πάντων -------- περει πάντων και --------

13

τών σκληρών τών σκληρών -------- σκληρών

14

ών ελάλησαν ών ελάλησαν ών ελάλησαν λόγων και περί πάντων ών κατελάλησαν

15

κατ’ αυτού κατ’ αυτού κατ’ αυτού

16

αμαρτωλοί ασεβείς αμαρτωλοί ασεβείς αμαρτωλοί ασεβείς

Δια να μην μακρυγορόμεν, παραπέμπομεν εις το περίφημον κριτικόν υπόμνημα εις την Επιστολήν τού Ιούδα, τού διαπρεπούς καθηγητού τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου τής Θεσσαλονίκης ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΣΑΚΚΟΥ, όπου παρατίθενται επτά διαφορετικοί μάρτυρες, δια τών οποίων αποδεικνύεται η υπό τού πλαστογράφου χρήσις εφθαρμένου χειρογράφου τής Επιστολής. Ας σημειωθεί δε, ότι η θέσις τού αποκρύφου, εις την οποίαν ο συγγραφεύς του εμβολίμως ετοποθέτησε την εκ τού Ιούδα ληφθείσαν προφητείαν, είναι εντελώς ακατάλληλος.

Κατόπιν τούτων ερμηνεύονται όλα τα άλλα στοιχεία, τα οποία εις μεν την Επιστολήν τού Ιούδα υπάρχουν ανά μίαν φοράν, ο δε αποκρυπτογράφος επαναλαμβάνει συνεχώς και ακαταλλήλως δίκην παπαγάλου καθ’ όλην την έκτασιν τού βιβλίου του. Τοιαύτα δε είναι οι φράσεις και λέξεις ΄΄μεγάλη ημέρα κρίσεως΄΄, ΄΄αρνείσθαι τον Κύριον΄΄, ΄΄απολιπείν το οικητήριον΄΄, ΄΄λαλείν σκληρά΄΄, ΄΄σκληροί λόγοι΄΄, ΄΄σάρκα μιαίνειν΄΄, ΄΄έσχατος καιρός΄΄, ΄΄δεσμά αϊδια΄΄, ΄΄κρίμα΄΄, ΄΄έλεος΄΄, ΄΄δόξα΄΄, ΄΄τηρείν - τερηρημένος΄΄, ΄΄μεγαλοσύνη΄΄, ΄΄κυριότης΄΄, ΄΄αισχύναι΄΄, ΄΄εμπαίκται΄΄, κ.λ.π. καθώς και ολόκληρες προτάσεις, οι πολυαριθμότερες και ίσως οι χαρακτηριστικότερες τών οποίων σχετίζονται με το βιβλίον τής Αποκαλύψεως τού Ιωάννου. Ιδού ολίγα παραδείγματα, εκτός τής γνωστής περιπτώσεως τής Επιστολής Ιούδα στ. 14: Α΄ Ιωάν. 1/α΄ 7 "περιπατείν εν τω φωτί" - Ενώχ 92,4 "περιπατείν εν αιωνίω φωτί", 2/β΄ 8 "η σκοτία παράγεται" - Ενώχ 68,5 "το σκότος παρήλθεν", 2/β΄ 15 "μη αγαπάτε τον κόσμο μηδέ τα εν τω κόσμο" - Ενώχ 108,8 "…και αγαπησάντων μήτε χρυσόν μήτε άργυρον μήτε άλλο τι τών αγαθών τών εν τω κόσμω…".

Αποκ. 2/β΄ 7 και αλλού "το δέντρον τής ζωής" - Ενώχ 25, 4-6 "και τούτο το δέντρο ευωδίας …και ζωήν πλείονα ζήσονται επί γης…", 3/γ΄ 5 "εν ιματίοις λευκοίς" - Ενώχ 90,31 "…ενδεδυμένοι εν λευκοίς…", 3/γ΄ 10 "τούς κατοικούντας επί τής γης" - Ενώχ 37,5 "τούς κατοικούντας επί τής γης", 3/γ΄ 20 "…και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ Εμού" - Ενώχ 62,14 "Και Κύριος τών Πνευμάτων θα διαμείνει επ’ αυτών, και μετ’ εκείνου τού Υιού τού Ανθρώπου θα τρώγουν, θα κοιμώνται και θα εγείρωνται δια παντός", 9/θ΄ 1 "και είδον αστέρα εκ τού ουρανού πεπτωκότα εις την γην" - Ενώχ 86,1 "…και ιδού αστήρ έπεσεν εκ τού ουρανού" κ.ο.κ.

Α΄ Κορ. 6/στ΄ 11 "εδικαιώθητε εν τω ονόματι τού Κυρίου Ιησού Χριστού" - Ενώχ 48,7 "…εν τω ονόματί του ούτοι σώζονται", Κολ. 2/β΄ 3 "…εν ω εισιν πάντες οι θησαυροί τής σοφίας και τής γνώσεως απόκρυφοι" - Ενώχ 46,3 "Αυτός είναι ο Υιός τού Ανθρώπου …αυτός θα αποκαλύψει όλους τούς θησαυρούς εκείνου, το οποίον είναι κεκρυμμένον", Α΄ Θεσ. 5/ε΄ 3 "…τότε αιφνίδιος αυτοίς εφίσταται όλεθρος ώσπερ η ωδίν τη εν γαστρί εχούση…" - Ενώχ 62,4 "τότε ωδίνες θα έλθουν επ’ αυτούς, όπως εις την ωδίνουσαν γυναίκα, η οποία έχει δύσκολον τοκετόν…".

Εβρ. 4/δ΄ 13 "και ουκ έστιν κτίσις αφανής ενώπιον Αυτού, πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού, προς ον ημίν ο λόγος" - Ενώχ 9,5 "και πάντα ενώπιόν Σου φανερά και ακάλυπτα, και πάντα Συ οράς, και ουκ έστιν ο κρυβήναι Σε δύναται" (Σύγκελλος), Πράξ. 10/ι΄ 4 "αι προσευχαί σου και αι ελεημοσύναι σου ανέβησαν εις μνημόσυνον έμπροσθεν τού Θεού" - Ενώχ 99,3 "…να υψώσετε τας προσευχάς σας ως μνημόνιον, και θέσατε αυτάς ως μαρτυρίαν ενώπιον τών αγγέλων…", 17/ιζ΄ 31 "…μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνη, εν ανδρί ω ώρισεν" - Ενώχ 41,9 "…διότι Αυτός ορίζει κριτήν δι’ όλους αυτούς και Αυτός κρίνει όλους αυτούς ενώπιόν Του", κ.ά.

Ιωάν. 5/ε΄ 22 "την κρίσιν πάσαν δέδωκεν τω Υιώ" - Ενώχ 69,27 "Ο Υιός τού Ανθρώπου εκάθισεν επί τού θρόνου τής δόξης Του και πάσα η κρίσις παρεδόθη εις Αυτόν", 14/ιδ΄ 2 "μοναί" - Ενώχ 39,4 "τόπος αναπαύσεως τών δικαίων", Λουκ.18/ιη΄7 "ο δε Θεός ου μη ποιήση την εκδίκησιν τών εκλεκτών αυτού τών βοώντων ημέρας και νυκτός" - Ενώχ 47, 1-2 "…θα ανέλθει η προσευχή τών δικαίων…, ώστε εις τούς δικαίους να αποδοθή δικαιοσύνη και η απαντοχή των να μη είναι αιώνια", 21/κα΄ 28 "…διότι εγγίζει η απολύτρωσις υμών" - Ενώχ 51,2 "…διότι επλησίασεν η ημέρα τής σωτηρίας αυτών", Ματθ. 19/ιθ΄ 28 "…όταν καθίσει ο Υιός τού Ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθήσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους" - Ενώχ 62,5 "…όταν ίδουν Εκείνον τον Υιόν τού Ανθρώπου καθήμενον επί τού θρόνου τής δόξης Του", 108,12 "…και θα καθίσω έκαστον επί τού θρόνου τής τιμής των, 26/κστ΄24 "καλόν ην αυτώ ει ουκ εγεννήθη ο άνθρωπος εκείνος" - Ενώχ 38,2 "Θα ήτο καλύτερον δι’ αυτούς να μη είχον γεννηθή" κ.ά.

Εις το απόκρυφον διακρίνομεν τέσσερα στοιχεία, ήτοι: α. πτώσις τών πονηρών αγγέλων, β. φυσιολογίαν, γ. ιουδαϊκόν εθνικισμόν και φιλεκδίκους τάσεις και δ. προφητείες τού Ενώχ.

Όσον αφορά το 1ον θα γίνει εκτενής λόγος εις το τέλος τής παρούσης μελέτης. Η φυσιολογία ήτο θέμα που προσείλκυε πολύ το ενδιαφέρον τών αρχαίων. Εντός τού αποκρύφου περιελήφθη μία φυσιολογία απαντώσα εις πλήθος αποριών επί θεμάτων αστρονομικών, μετεωρολογικών και γαιολογικών. Πού πηγαίνει ο ήλιος όταν δύη; Γιατί οι αστέρες έχουν τούτο; Γιατί η σελήνη το άλλο; Γιατί επικρατεί σιγή μεταξύ αστραπής και βροντής; Από πού προέρχονται τα ύδατα τής βροχής; Από πού έρχονται οι άνεμοι; Γιατί μερικές πηγές αναβλύζουν θερμά μεταλλικά ύδατα; Γιατί τα ηφαίστεια; Από πού προέρχονται τα μέταλλα και οι τίμιοι λίθοι; Οι δε απαντήσεις τού αποκρύφου είναι πάντοτε θρησκευτικές, π.χ. η αστραπή και η βροντή είναι ένα πράγμα, αλλά μεταξύ αυτών εισχωρεί το πνεύμα τής ησυχίας.

Το Ιουδαϊκόν, τώρα, εθνικόν και φιλέκδικον στοιχείον, καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος τού αποκρύφου εν συγκρίσει προς τα άλλα τρία. Ο συγγραφεύς αυτού εμφανίζεται φανατικός Ιουδαίος, τρίζων τα δόντια για τις ταπεινώσεις τού έθνους του και αναμένων μετ’ ολίγον να έλθει ο ΄΄Εκλεκτός΄΄ ή ΄΄Υιός τού ανθρώπου΄΄, ο οποίος θα θέσει πάντας τούς λαούς, και μάλιστα τούς ισχυρούς τής γης, υπό τούς πόδας τού Ισραήλ. Και τότε ο Ισραήλ θα είναι ανοικτίρμων προς τούς αναξίους παντός οίκτου.

Το 4ον στοιχείον είναι εκείνο που ανταποκρίνεται εις την ονομασίαν τού νυν σωζομένου αποκρύφου, δηλαδή ΄΄Προφητείες τού Ενώχ΄΄. Υπό το πρόσχημα τής προρρήσεως τών μελλόντων εκτίθεται η παγκόσμιος ιστορία τού παρελθόντος και τού παρόντος. Ο εκλεκτός τού Θεού Ενώχ αρπάζεται εις τούς ουρανούς, τούς οποίους περιηγείται, κατοπτεύει αφ’ υψηλού πάντα τα εν τη γη, επισκέπτεται την κρύπτην τών αστέρων και τις πηγές τών ανέμων· οραματίζεται, ενυπνιάζεται, αφηγείται τα οράματά του, προφητεύει. Αλλ’ ενώ εις την αρχήν κάθε ενότητος αρχίζει ο Ενώχ, εις την συνέχειαν ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ομιλεί ο Νώε (!) Προφανώς ο τελευταίος συντάκτης δε ηδυνήθη να αφομοιώσει καλώς το προϋπάρχον υλικόν.

Εις τα σπήλαια τής Νεκράς Θαλάσσης 1Q, 4Q, 5Q ανευρέθησαν πολλά αποσπάσματα ενός αποκρύφου ομοιάζοντος πολύ προς το απόκρυφον Ενώχ. Τα αποσπάσματα είναι τού 1ου και 2ου αιώνος μ.Χ. εις αραμαϊκήν γλώσσαν. Αντιστοιχούν προς όλα τα μέρη τού σωθέντος αποκρύφου πλην τών κεφαλαίων 37-71, προς τα οποία αντίστοιχον απόσπασμα δεν ευρέθη ούτε ένα. Είναι δε τα αραμαϊκά αποσπάσματα πάντοτε εκτενέστερα τών αντιστοίχων μερών τού ελληνικού Ενώχ και περιέχουν τα πλείστα αστρονομικές περιγραφές. Επειδή τα αποσπάσματα είναι πολλά και προέρχονται εκ πολλών χειρογράφων τού έργου και επειδή τα κεφάλαια 37-71 αποτελούν το ένα τρίτον τού αποκρύφου, η έλλειψις αραμαϊκών αποσπασμάτων για το τμήμα τούτο δεν είναι τυχαία. Γι’ αυτό, ο ειδικώτερος πάντων επί τής μελέτης τών χειρογράφων MILΙK, συνεπέρανεν, ότι το τμήμα 37-71 έγραψε και παρενέβαλεν εις το απόκρυφον κάποιος Χριστιανός συγγραφεύς τού 2ου αιώνος για να δημιουργήσει ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΝ (!) (6).

Έτσι και από τα προεκτεθέντα και από τα εκτεθησόμενα τεκμήρια δυνάμεθα να προσδιορίσομεν την γένεσιν τού αποκρύφου Ενώχ ως ακολούθως:

Μέχρι τής επί τού Αδριανού επαναστάσεως τών Ιουδαίων (132) δεν υπήρχεν απόκρυφον Ενώχ. Τούτο εγράφη εξ αφορμής τής επαναστάσεως αυτής προς αναπτέρωσιν τού φρονήματος τών επαναστατών. Ο συντάκτης του - λένε οι ερευνητές - ήτο πεπτωκός εξ’ Ιουδαίων Χριστιανός, γνωστικίζων και ελληνιστής. Έγραψε το απόκρυφόν του ελληνιστί. Η προϋπάρχουσα ύλη του είναι το αραμαϊκόν “απόκρυφον Νώε”, το οποίο εστρέφετο περί την ασέλγειαν τών πεπτωκότων αγγέλων και την φυσιολογίαν, και τα βιβλία τής Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, κυρίως δε η Επιστολή τού Ιούδα και η Αποκάλυψις.

Η διαφορά εις την χρήσιν τών πηγών τούτων είναι, ότι εκ μεν τής Γραφής ήντλησε, το δε απόκρυφον "Νώε" ενεσωμάτωσε. Προσθήκη δική του είναι το 2ον και το 5ον βιβλίον. Για να δικαιολογήσει εις το κοινόν την εν πολλοίς ταυτότητα τού αποκρύφου του προς το προϋπάρχον απόκρυφον Νώε και να παρουσιάσει το δικό του ως αρχαιότερον εκείνου, παρουσιάζει εις το 2ον βιβλίον - το οποίο είναι προσωπικόν του δημιούργημα - τον Νώε να παραλαμβάνει εκ τού Ενώχ βιβλίον τών αποκρύφων μυστηρίων, βιβλίον δηλαδή εις το οποίον εξηγούνται πάντα τα περί αοράτου και ορατού κόσμου (πτώσις αγγέλων - αστρονομία - μετεωρολογία - γεωλογία, πρβλ. Ενώχ κεφ. 68 παρ. 1). ΄Ετσι το προϋπάρχων απόκρυφον ("Νώε") εμφανίζεται ως μεταγενέστερον και το ιδικόν του ("Ενώχ") ως πηγή!

Το αυτό έπραξεν και ως προς την Επιστολήν τού Ιούδα και την Αποκάλυψιν. Κατά την ενσωμάτωσιν τού αποκρύφου "Νώε" είναι και μεταφραστής και διασκευαστής. Διότι συνεχώς επιτέμνει· ο σκοπός του είναι περισσότερον εθνικός και ολιγώτερον φυσιογνωστικός. Δημιουργεί μίαν ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΝ, διά τής οποίας σκοπόν έχει να υποκαταστήσει την μωσαϊκήν! (σημείωσις: εις τας συγχρόνους εκδόσεις, το απόκρυφον "Ενώχ" διαιρείται εις 107 κεφάλαια, αλλ’ η αρχαία διαίρεσίς του είναι εις πέντε βιβλία). Και εκ τούτου φαίνεται, ότι από θρησκευτικής πλευράς δεν είναι γνήσιος Ιουδαίος, αλλά μόνον από εθνικής. Η εμφάνισις τού αποκρύφου του ως πεντατεύχου δεν είναι μόνον εξωτερική αλλά και εσωτερική.

Το 1ον βιβλίον του είναι η Γένεσίς του. Αποκαλύπτονται τόσον η ιστορία τής αύλου δημιουργίας και η πτώσις τών αγγέλων - αμφότερα λείπουν εκ τής μωσαικής Γενέσεως - όσον και η ιστορία τής ορατής δημιουργίας (γενική φυσιολογία) αντιστοιχούσα προς την μωσαικήν.

Το 2ον και εκτενέστερον βιβλίον, τού οποίου δεν ευρέθησαν αποσπάσματα εν Qumran, είναι η Έξοδός του. Η Έξοδος τού Μωϋσέως έχει θέμα την λύτρωσιν τού Ισραήλ εκ τής δουλείας τών Αιγυπτίων. Η ιδικήν του Έξοδος προφητεύει την λύτρωσιν τού Ισραήλ εκ τού ζυγού τών καταραμένων Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι θα ταπεινωθούν υπό τας πτέρνας τών τέκνων τού οίκου Ισραήλ. Νέα λύτρωσις αιωνίου διαρκείας θα εγκαινιασθεί. Εδώ ο αποκρυπτογράφος, συγγραφεύς πλέον και όχι διασκευαστής, εισάγει πολλά στοιχεία εκ τής Καινής Διαθήκης. Αναφέρει συνεχώς τον ΄΄Εκλεκτόν΄΄ τού Θεού ή ΄΄Υιόν τού ανθρώπου΄΄ αντλών εκ τών Ευαγγελίων. Τον φαντάζεται όμως ως κοσμικόν Μεσσίαν, όπως οι Ιουδαίοι τών ημερών τού Ιησού Χριστού. Είναι βασιλεύς - στρατηγός όπως ο Δαυϊδ.

 Το 3ον βιβλίον είναι το Λευϊτικόν του. Το μωσαϊκόν Λευϊτικόν περιέχει, επιτραπείτω η έκφρασις, μίαν καταπονητικήν για τον αναγνώστη περιγραφήν τών τελουμένων εις τον ναό· πώς σφάζονται τα ζώα, πώς αφαιρούνται το στέαρ και τα σπλάγχνα, πώς περιχέεται ή ραντίζεται το αίμα, πώς καίονται τα θύματα, πώς τρώγονται, πώς προσφέρονται τα αναίμακτα, κ.λ.π. Και εις το ιδικόν του Λευϊτικόν ο αποκρυπτογράφος περιλαμβάνει μακράν και ανιαράν πριγραφήν τών κινήσεων τών αστέρων. Ο ήλιος ανατέλλει εκεί και δύει εκεί, το ίδιο και η σελήνη, ούτως ο δείνα αστήρ και ούτως ο δείνα, οι φάσεις τής σελήνης γίνονται ούτω και ούτω, κλπ. Αντί τής ιερατικής λειτουργίας που εμπεριέχεται εις το μωσαϊκόν Λευϊτικόν εισάγει την λειτουργίαν τού σύμπαντος ως μυστικήν ιερουργίαν.

Το 4ον βιβλίον είναι οι Αριθμοί του. Όπως εις τούς μωσαϊκούς Αριθμούς περιέχεται η ιστορία τών 39 εκ τών 40 ετών και περιγράφονται οι φυλές και οι δήμοι τού Ισραήλ, έτσι και εις τούς Αριθμούς του περιγράφει, υπό τύπον προφητείας, την ιστορίαν μακράς περιόδου και απογράφει πάντα τα κτήνη και τα πτηνά.

Το 5ον βιβλίον είναι το Δευτερονόμιόν του. Όπως το μωσαϊκόν περιέχει τρεις λόγους προς τον Ισραήλ και κατά τών χαναανιτικών εθνών, έτσι και το ιδικόν του περιέχει λόγους διδακτικούς και ελεγκτικούς, τούς οποίους λέγει προφητικώς ο Ενώχ εις τον υιόν του Μαθουσάλα, για να τούς μεταδώσει εις τις επερχόμενες γενεές. Εδώ περιέχεται και η διαίρεσις τής ιστορίας εις 7 + 3 εβδομάδες αιώνων. Όπως δε ο Μωυσής εις το Δευτερονόμιον ομιλεί για τον προφήτην τού μέλλοντος (18/ιη΄ 15 εξ.), έτσι και αυτός εδώ έχει την σαφεστέραν παράγραφον περί τού αναμενομένου "Δικαίου".

Κατά ταύτα, το απόκρυφον ΄΄Ενώχ΄΄, ανεξαρτήτως τού προϋπάρχοντος υλικού, εγράφη ελληνιστί κατά την Ιουδαϊκήν επανάστασιν τών ετών 132-135, έχει δε πηγήν και την Καινήν Διαθήκην. Εκ τού Ιούδα λαμβάνει όλο το λεξιλόγιον, πλήθος φράσεων, τούς στ. 14-15 σχεδόν αυτολεξεί, και το όνομα "Ενώχ". Εκ τής Αποκαλύψεως λαμβάνει λέξεις και φράσεις, τον αριθμόν ΄΄επτά΄΄ και κυρίως τον ξεναγόν άγγελον· διότι όπως τον Ιωάννην έτσι και τον Ενώχ ξεναγεί εις τον ουρανόν άγγελος εντεταλμένος εις τούτο. Εκ τών Ευαγγελίων λαμβάνει, ως ελέχθη, τον όρον ΄΄υιός τού ανθρώπου΄΄ και λέξεις ή φράσεις, όπως π.χ. το ΄΄καταμάθετε και ίδετε πάντα τα δένδρα΄΄ (πρβλ. Ενώχ 3: 1 προς Ματθ. 6/στ΄ 28. Επίσης πρβλ. Ενώχ 97: 8-10 προς Ιωάν. 4/δ΄ 13 - 5/ε΄ 3 και Ενώχ 99: 2 προς Α΄ Ιωάν. 3/γ΄ 6). Ότι δε το απόκρυφον είναι τής εποχής αυτής και έχει πηγήν την Καινήν Διαθήκην, τεκμηριούται εκ τών εφεξής:

  1. Ο αποκρυπτογράφος παρεξηγεί τον στ. 6 τού Ιούδα. Και την μεν δοξασίαν περί ασελγείας και πτώσεως τών αγγέλων λαμβάνει εξ άλλων πηγών - κατά πάσαν πιθανότητα κατά τα τέλη τού 1ου μ.Χ. αιώνος εκυκλοφόρησεν απόκρυφον που είχε ως κύριον θέμα ή ως ένα εκ τών κυριοτέρων αυτήν την δοξασίαν - χρησιμοποιεί όμως τις φράσεις τού στίχου τούτου τού Ιούδα εις την περιγραφήν τής δοξασίας, όπως απεδείχθη, και μάλιστα κατά παρανόησιν.
  2. Παρερμηνεύει την φράσιν τού Ιούδα ΄΄αστέρες πλανήται, οις ο ζόφος τού σκότους εις τον αιώνα τετήρηται΄΄ (στ.13).
  3. Παρερμηνεύει την φράσιν ΄΄έβδομος από Αδάμ Ενώχ΄΄ (στ. 14).
  4. Αντιγράφει πλημμελώς εξ εφθαρμένου χειρογράφου τους στ. 22-23.
  5. Χρησιμοποιεί τον όρον ΄΄εγρήγοροι΄΄ ( = άγγελοι), ο οποίος επεκράτησεν εις τούς ελληνιστάς Ιουδαίους μετά την κυκλοφορίαν τής μεταφράσεως τού Ακύλα, εις την οποίαν χρησιμοποιείται για πρώτην φοράν (Δανιήλ 4/δ΄ 14). Αργότερα δε εχρησιμοποιήθη και υπό τού Συμμάχου. Ο Ακύλας μετέφρασεν την Παλαιάν Διαθήκην κατά το 1ον τέταρτον τού 2ου μ.Χ. αιώνος. Η λέξις ΄΄εγρήγορος΄΄ απαντά άπαξ και εις τούς Ο΄, αλλά σημαίνει τον φρουρόν στρατιώτην (Θρήνοι 4/δ΄ 14). (Κατά την γνώμην τού γράφοντος ίσως αυτό να είναι το ισχυρότερον επιχείρημα).
  6. Εάν το απόκρυφον ήτο γνωστόν κατά τον 1ον μ.Χ. αιώνα ή παλαιότερον, ήτο απίθανον να ελλείπουν, από τα ευρήματα τής Νεκράς Θαλάσσης, αποσπάσματα εκ τού τμήματος 37-71, το οποίο είναι και το ιουδαϊκότερον, εφ’ όσον εξ όλων τών άλλων μερών διεσώθησαν πολλά.
  7. Τα αραμαϊκά αποσπάσματα είναι πάντοτε εκτενέστερα, οπότε δεν έχουμε μετάφρασιν, αλλά διασκευήν.
  8. Η Καινή Διαθήκη περιέχει, πανθομολογουμένως, την υψηλοτέραν διδαχήν την οποίαν εγνώρισαν οι αιώνες, και δεύτερον, ουδ’ επ’ ελάχιστον ασχολείται με θέματα επιστημονικά. Όλως αντιθέτως το απόκρυφον Ενώχ είναι ό,τι γραιωδέστερον και πιο ανόητον δύναται κάποιος να φανταστεί, ασχολείται δε κατά κόρον με θέματα επιστημονικά κατά τρόπον μάλιστα γελοίον. Τούς συγγραφείς τής Καινής Διαθήκης διακρίνει μία απόλυτος ακακία και έλλειψις παντός ίχνους εθνικισμού, το δε απόκρυφον είναι μεστόν κακίας και μίσους και διακρίνεται για τον άκρατον εθνικισμόν.
  9. Ο συγγραφεύς τής Επιστολής τού Ιούδα, λένε κάποιοι κριτικοί, ότι χρησιμοποποιεί το εβραϊκόν κείμενον τής Παλαιάς Διαθήκης. Τον ισχυρισμόν αυτόν τον στηρίζουν εις τον στ. 9 τής Επιστολής η οποία, λένε, έχει ληφθεί εκ τού Ζαχ. 3/γ΄ 2. (Γνώμη με την οποίαν διαφωνεί ριζικά ο γράφων, αφού εις τον Ζαχ. 3/γ΄ 2, δεν είναι άγγελος αυτός που λέγει εις τον Διάβολον ΄΄Επιτιμήσαι Κύριος εν σοι΄΄ ώστε να ευρίσκει κάποιο έρεισμα η υπόθεσις, ότι είναι ο αρχάγγελος Μιχαήλ όπως εις τον Ιούδαν στ. 9. Εις τον προφήτην Ζαχαρίαν το ΄΄Επιτιμήσαι Κύριος εν σοι΄΄, απευθύνει προς τον Διάβολον ένα θείο Πρόσωπον, το οποίον εις μεν το εβραϊκόν κείμενον ονομάζεται ΄΄Γιαχβέ΄΄, εις δε την μετάφρασιν τών Ο΄ ΄΄Κύριος΄΄ και παραπέμπει αυτόν εις την κρίσιν άλλου Προσώπου τής Θεότητος. Το Ζαχ. 3/γ΄ 2 είναι σαφέστατο, και απορούμε, πώς εις αυτό το χωρίο ΄΄ανεκαλύφθη΄΄ ο αρχάγγελος Μιχαήλ τού Ιούδα στ. 9). Εις το εβραϊκόν όμως κείμενον - εάν τελικά χρησιμοποιεί αυτό ο συγγραφέας - είναι άγνωστος η γραφή τού Γένεσις 6/στ΄ 2 ΄΄άγγελοι τού Θεού΄΄. Ως εκ τούτου ήτο αδύνατον αυτός ο γνώστης τής Παλαιάς Διαθήκης - ως φαίνεται εκ τών αλεπαλλήλων παραδειγμάτων του εξ αυτής - να δεχθεί την εκ τού λάθους τούτου απορρεύσασαν δοξασίαν περί ασελγείας τών πονηρών αγγέλων από τού αποκρύφου ΄΄Ενώχ΄΄.
  10. Δεν ετίθετο ακόμη θέμα Ιουδαϊσμού και Ρωμαίων με τα οποία καταπιάνεται το απόκρυφον.

Τέλος, ότι δε το απόκρυφον είναι μεταγενέστερον τής Καινής Διαθήκης, έχομεν την γνώμην ότι αποδεικνύεται κι εκ τών διαφόρων έργων που παραθέτουν εξ αυτού. Το απόκρυφον, λοιπόν, μαρτυρούν: Η Επιστολή τού Βαρνάβα δις (4,3 & 16,5 - P.G. τόμ.2 σελ.229 & 241 αντιστοίχως), ο Ιουστίνος ("Απολογία" 2,5,3 - P.G. 6,452bc), o Kλήμης ο Αλεξανδρεύς κατ’ επανάληψιν ("Εκλογαί εκ τών προφητών" 2,1 & 53,4 - P.G. 9,700b & 724a αντιστοίχως, "Στρωματείς" 7,7 - P.G. 9,456c κ.α.), ο Τερτυλλιανός πολλάκις ["De cultu feminarum" (="De habitu muliebri") 1,3 & 2,10 - P.L. 1,1421a-1422a & 1443a αντιστοίχως. Παρομοίως και "De idololatria" 4 & 15 - P.L. 1,741ab & 760b-761a, "De virginibus velandis" 7 - P.L. 2,947a], τα απόκρυφα Αποκάλυψις Βαρούχ 3,4,8, ετέρα Αποκάλυψις Βαρούχ (ελληνική) 4-7, 9-10, Διαθήκαι τών Δώδεκα Πατριαρχών και Ιωβηλαία, Κλημέντια (8, 13-14 - P.G. 1,233bc), Δ΄ Έσδρα, ο Ωριγένης πολλάκις (7).

Μαρτυρούν δε και μεταγενέστεροι αυτών, π.χ. ο Ιούλιος Αφρικανός ["Χρονογραφίαι", παρά Γεωργίω Συγκέλω "Χρονογραφία" σελ.34-35 εν "Corpus scriptorum historiae byzantinae", Bonnae (P.G. 10,65bc)], o Ανατόλιος (παρ’ Ευσεβίω "Εκκλησιαστική Ιστορία" 7,32,19 - P.G. 20,729b), o Κομμοδιανός ("Instructiones adversus gentium deos" - P.L. 5,203b-204a), o Λακτάντιος ("Divinae institutiones" 2,15-17 - P.L. 6,330a-341a), o Ευσέβιος (ένθ. αν. 7,32,19 - P.G. 20,729b), o Μέγας Αθανάσιος ["ΛΘ΄ εορταστική επιστολή" (τεμάχιον διασωθέν κοπτιστί), παρά Zahn Th. "Grundriss der Geschichte des Neutestamentlichen Kanons, 88, Λειψία 1907], ο Ιλάριος Πικταβίου ("Σχόλια εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον" 20,10 - P.L. 9,1032b & "Tractatus super Psalmos" 132,6 - P.L. 9,748c), Αι Διαταγαί Αποστόλων (6,16,3 - P.G. 2,105), ο Πρισκιλλιανός ("Tractatus" 3,56-57 - εν "Corpus scriptorum ecclesiasticorum Latinorum", Vindobonae 18,44-45), ο Ιερώνυμος ("Υπόμνημα εις την προς Τίτον Επιστολήν" 1,12-14 - P.L. 26,608c), ο Ιερός Αυγουστίνος ("De civitate Dei" 15,23,4 & 18,38,1 - P.L. 41,470 & 598 αντιστοίχως), ο Ευθάλιος Σούλκης ("Εκθέσεις" 2 - P.G. 85,627a,c-676a), ο Μέγας Φώτιος ("Αμφιλόχια" 151 - P.G. 101,813b), o Γεώργιος Σύγκελλος, ο οποίος διασώζει εκτενή αποσπάσματα (ένθ. αν. σελ.47-48. Τα αποσπάσματα εν σελ. 20-23,34,42-47), ο Μιχαήλ Γλυκάς ("Κεφάλαια εις τας απορίας τής θείας Γραφής" έκδ. Σ. Ευστρατιάδου, τόμ. 1ος κεφ. 39, Αθήναι 1906 & "Βίβλος χρονική" κεφ. 2 - P.G. 158,240b) καθώς και οι κώδικες τής Καινής Διαθήκης 049 1 33 42 101 181 189 325 398 456 517 1270 1611 1739 1836 1845 1849 1898 εις σημειώματα τής ώας απέναντι τών στ. τού Ιούδα 6,9,14-15.

Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι η αρχαιoτέρα εκ τών ανωτέρω μαρτυριών (που μάλλον είναι η τού Δ΄ Έσδρα) ανάγεται εις τα τέλη τού α΄ μ.Χ. αιώνος έως το πρώτον τέταρτον τού β΄ μ.Χ. αιώνος (όρα ΑΘ. ΧΑΣΤΟΥΠΗ ένθ. αν. σελ. 500, ΝΙΚ. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ ένθ. αν. σελ. 631, ΣΑΒΒΑ ΑΓΟΥΡΙΔΗ ένθ. αν. τόμ. Β΄ σελ. 213). Εάν το απόκρυφον τού "Ενώχ" ήτο προγενέστερον τής Καινής Διαθήκης, δεν θα έπρεπε να μαρτυρείται από έστω και μίαν προχριστιανικήν πηγήν, έστω και απόκρυφην; Η έλλειψις τοιαύτης πηγής, έχομεν την γνώμην, δεικνύει την χριστιανικήν του προέλευσιν.

Υπό τοιαύτα δεδομένα, το να δεχθεί κάποιος, ότι το απόκρυφον τούτο επέδρασεν τα μέγιστα εις την σκέψιν τών συγγραφέων τής Καινής Διαθήκης είναι αυτόχρημα ανοησία. Απεδείξαμεν, λοιπόν, αναντίρρητα, ότι το απόκρυφον "Ενώχ" είναι μεταγενέστερον τής Καινής Διαθήκης και ότι εξ’ αυτής αντλεί ο αποκρυπτογράφος κατά βούλησιν.

Ο τόπος τής συγγραφής τού αποκρύφου είναι ίσως η Αίγυπτος, διότι ο συγγραφεύς του λέγει ότι ΄΄ιπτάμενος προς ανατολάς επέρασεν υπεράνω τής Ερυθράς Θάλασσας΄΄ (Ενώχ 32, 2). Και έτσι μεν έχει η σχέσις τού αποκρύφου προς την Επιστολήν Ιούδα. δηλαδή εκ ταύτης αντλεί εκείνο. Εγείρεται όμως εδώ ένα ερώτημα: “Από πού έλαβεν ο Ιούδας την προφητείαν τού Ενώχ”; “Πού ευρίσκεται αύτη”;

Βεβαίως οι συγγραφείς τών αποκρύφων, οι οποίοι μεταξύ τών άλλων σκοπών των είχον και το να "συμπληρώνουν" τα "ελλειπή" τής Καινής Διαθήκης και να "τακτοποιούν" τα "εκκρεμή", εφρόντισαν ενωρίτερα να "τακτοποιήσουν" και αυτήν την "εκκρεμότητα" και να "κατοχυρώσουν" το κύρος τού Ιούδα, συγγράψαντες το προφητικόν βιβλίον τού Ενώχ και περιλαβόντες και την προφητείαν αυτού. Τής δε τακτοποιήσεως ταύτης δεν υπήρξε χειροτέρα διαβολή κατά τού κύρους τής Επιστολής. Ανεπηρέαστοι εκ τής συγχύσεως, την οποίαν επέφερεν εις τούς μεταγενεστέρους η ευλαβής απάτη τού αποκρυφιστού, δυνάμεθα κάλλιστα να εύρωμεν την προφητείαν κειμένην εις την Γραφήν. Προς τούτο πρέπει κατ’ αρχήν να διακρίνομεν την προφητείαν εις δύο στοιχεία: το θέμα και την έκφρασιν τού θέματος.

Η έκφρασις μίας προφητείας, η εξωτερική δηλαδή γλωσσική επένδυσις τού νοήματος, είναι πράγμα συμβατικό και ακολουθεί ωρισμένους νόμους τυποποιήσεως. Δεν είναι ολίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες, μεταγενέστεροι προφήτες εις την Παλαιάν Διαθήκην δανείζονται τούς εκφραστικούς τύπους τών προγενεστέρων. Κλασικόν δε παράδειγμα η περίπτωσις τού Ιωάννου, ο οποίος εις την Αποκάλυψιν δανείζεται κατά κόρον τοιούτους τύπους εκ τού Δανιήλ και τού Ιεζεκιήλ. Η συνήθεια να δανείζονται οι προφήτες τις διατυπώσεις από τών προγενεστέρων, τηρείται για την διευκόλυνσιν τών ανθρώπων να καταλάβουν. Δια τούτο η πλέον ουσιαστική ερμηνεία μιας προφητείας είναι να διεισδύσει κάποιος βαθύτερον τής επιφανειακής διατυπώσεως και να καταλάβει το απλούν νόημα. Την έκφρασιν τής προφητείας τού Ενώχ δανείζεται ο Ιούδας εκ τού Δευτερονομίου, τού Ησαϊου, τού Ζαχαρίου και τού Παύλου (Αναφέρομεν εδώ και το εκ τής Καινής Διαθήκης δάνειον, για να μη διαλυθεί η ενότης τού θέματος. Πρβλ. και Μάρκ. 8/η΄ 38).

Δευτερονόμιο 33/λγ΄ 2-3: “Κύριος εκ Σινά ήκει και επέφανεν εκ Σηείρ ημίν και κατέσπευσεν εξ όρους Φαράν συν μυριάσι Κάδης, εκ δεξιών αυτού άγγελοι μετ’ αυτού. Και εφείσατο τού λαού αυτού, και πάντες οι ηγιασμένοι υπό τας χείράς σου· και ούτοι υπό σε εισι, και εδέξατο από τών λόγων αυτού…”.

Ησαϊας 66/ξστ΄ 15-16: “Ιδού γαρ Κύριος ως πυρ ήξει και ως καταιγίς τα άρματα αυτού αποδούναι εν θυμώ εκδίκησιν αυτού και αποσκορακισμόν εν φλογί πυρός. Εν γαρ τω πυρί Κυρίου κριθήσεται πάσα η γη και εν τη ρομφαία αυτού πάσα σάρξ”.

 

Ζαχαρίας 14/ιδ΄ 5: “…και ήξει Κύριος ο Θεός μου και πάντες οι άγιοι μετ’ αυτού”.

(Τα χωρία ελήφθησαν από την περίφημον κριτικήν έκδοσιν τών Ο΄ υπό ALFRED RAHLFS: “Septuaginta id est Vetus Testamentum Graece iuxta LXX interpretes” Stuttgart 1952).

Β΄ Θεσσαλονικείς 1/α΄ 7-10: “...εν τη αποκαλύψει τού Κυρίου Ιησού απ’ ουρανού μετ’ αγγέλων δυνάμεως αυτού εν πυρί φλογός, διδόντος εκδίκησιν τοις μη ειδόσι Θεόν και τοις μη υπακούουσι τω ευαγγελίω τού Κυρίου ημών Ιησού, οίτινες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον από προσώπου τού Κυρίου και από τής δόξης τής ισχύος αυτού, όταν έλθη ενδοξασθήναι εν τοις αγίοις αυτού και θαυμασθήναι εν πάσι τοις πιστεύσασιν…”.

Ιούδας 14-15: “Ιδού ήλθε Κύριος εν αγίαις μυριάσιν αυτού, ποιήσαι κρίσιν κατά πάντων και ελέγξαι πάντας τούς ασεβείς αυτών περί πάντων τών έργων ασεβείας αυτών ων ησέβησαν και περί πάντων τών σκληρών ων ελάλησαν κατ’ αυτού αμαρτωλοί ασεβείς”.

Το κοινόν νόημα, που εγκρύπτεται κάτω από το φραστικόν περίβλημα, είναι ότι έρχεται ο Κύριος και γίνεται μισθαποδότης. Ειδικότερα εις τον Ησαϊαν, τον Παύλον και τον Ιούδαν, εκ τών δύο σκελών τής μισθαποδοσίας, τονίζεται η τιμωρία τών πονηρών, και τούτο διότι και οι τρεις ούτοι ομιλούν κυρίως περί αυτών.

Ότι δε ο Ενώχ εξέφρασεν εν τη γενεά αυτού τοιαύτην τινά προφητείαν ερμηνεύει και ο Παύλος εις την προς Εβραίους Επιστολήν. Γράφων περί τής πίστεως τών προπατόρων τής ανθρωπότητος και τού Ισραήλ ως μαρτυρίας τού Θεού, λέγει, ότι ο Ενώχ διά τής ευαρέστου εις τον Θεόν ζωής του μαρτυρεί, ότι επίστευσεν ΄΄ότι έστι (Θεός) και τοις εκζητούσιν αυτόν μισθαποδότης γίνεται΄΄ (Εβραίους 11/ια΄ 5-6). Ο Παύλος δηλαδή εδώ τονίζει το άλλο σκέλος τής μισθαποδοσίας, την περιποίησιν τών θεοσεβών.

Ένας επιπόλαιος ερμηνευτής, όπως ενδέχεται να είναι κάθε κοινός άνθρωπος, αναζητεί την παράθεσιν τού Ενώχ που κάνει ο Ιούδας ή άλλην παρόμοιαν παράθεσιν αυτολεξεί εις το κείμενον τής Παλαιάς Διαθήκης. Ένας όμως απόστολος, ένας εκ τών θεοπνεύστων συγγραφέων αυτής ταύτης τής Γραφής, έχει την ικανότητα να βλέπει εις την ακολουθούσαν πέτραν τον Χριστόν (Α΄ Κορ. 10/ι΄ 4), εις την ευάρεστον θυσίαν τού Άβελ την διαμαρτυρίαν τών δικαίων κατά τής αποστασίας τών ασεβών (Εβρ. 11/ια΄ 4), εις τις δύο γυναίκες, την Άγαρ και την Σάρρα, τις δύο Διαθήκες (Γαλ. 4/δ΄ 24), εις την θεάρεστον ζωήν τού Ενώχ την προφητείαν αυτού περί υπάρξεως και ελεύσεως τού Κυρίου με σκοπό την περιποίησιν τών δικαίων και την τιμωρίαν τών αμαρτωλών. Εκ τής εν τη τοιαύτη προφητεία μισθαποδοσίας, ο μεν Παύλος τονίζει την περιποίησιν τών δικαίων, ο δε Ιούδας την τιμωρίαν τών αμαρτωλών. Εις την ζωήν τού Ενώχ, λοιπόν, και εις την υπό τού Θεού εκφρασθείσαν ευαρέσκειαν - τα οποία εις την Γένεσιν σημειώνονται δια τών λόγων:ευηρέστησεν Ενώχ τω Θεώ και ουχ ευρίσκετο, ότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός(Γένεσις 5/ε΄ 24) - εγκρύπτεται το νόημα τής προφητείας του, εκ δε τού Δευτερονομίου, τού Ησαϊου, τού Ζαχαρίου, και τού Παύλου λαμβάνεται το φραστικόν περίβλημα τού νοήματος.

Κάπως έτσι διατυπώνονται όλες οι προ τού Μωυσέως προφητείες. Ο Λάμεχ προφητεύει την σωτηρίαν τού αγαθού σπέρματος τής ανθρωπότητος ονομάζων τον υιόν αυτού ΄΄Νώε΄΄, το οποίο κατά την Γένεσιν σημαίνει ΄΄διανάπαυσις΄΄ (5/ε΄ 29). (Ο τρόπος δε αυτός τής προφητείας ομοιάζει με τον τρόπο τής ευχής ωρισμένων ανθρώπων, οι οποίοι, επί τής κατοχής τού 1941-1944, ωνόμασαν τις θυγατέρες των που εγεννήθησαν ΄΄Ελευθερία΄΄ ή επί τού συμμοριτοπολέμου τού 1946-1950 ΄΄Ειρήνη΄΄). Ο Νώε προφητεύει τον Κατακλυσμόν κατασκευάζων την Κιβωτόν· δεν μνημονεύεται προφητεία του εκπεφρασμένη δια λόγων, και όμως, η ενέργειά του αύτη, ερμηνεύεται ως προφητικόν ΄΄κήρυγμα διακιοσύνης΄΄ (Νώε δικαιοσύνης κήρυκα εφύλαξε...” Β΄ Πέτρ. 2/β΄ 5).

Η μεταβολή τής γυναικός τού Λωτ εις στήλην άλατος ερμηνεύεται ως κήρυγμα αποτρεπτικόν τής ταλαντεύσεως (Λουκ. 17/ιζ΄ 28-33). Η δε καταστροφή τών Σοδόμων, υπό πολλών προφητών τής Παλαιάς Διαθήκης και υπό τού Κυρίου και τών αποστόλων, ερμηνεύεται ως προληπτική υπόδειξις τού τι αναμένει πάντας τούς ασεβείς (πρβλ. Δευτ.29/κθ΄ 22-28, Αμώς 4/δ΄ 11, Ησαϊας 1/α΄ 9-10, 13/ιγ΄ 19, Ιερεμ. 23/κγ΄ 14, 27/κζ΄ (50/ν΄) : 40, 29/κθ΄ (49/μθ΄) : 18, Θρήνοι 4/δ΄ 6, Ιεζ. 16/ιστ΄ 46-63, Ματθ. 10/ι΄ 15, 11/ια΄ 23-24, Λουκ. 10/ι΄ 12, 17/ιζ΄ 29, Ρωμ. 9/θ΄ 29, Β΄ Πέτρ. 2/β΄ 6, Ιούδ. στ. 7).

Και η μεν προφητείαν τού Ενώχ ανήκει εις αυτόν τον τύπον προφητειών, ο δε Ιούδας ερμηνεύει και διατυπώνει αυτήν όπως ερμηνεύουν τις παρόμοιες και ο Παύλος και ο Πέτρος. Η καταστροφή τών Σοδόμων και τής περιχώρου αυτής (Ιούδ. στ. 7) αναφέρεται παρομοίως και υπό το αυτό πνεύμα υπό τού Ιούδα. Ως τύπος τών Νικολαϊτών οι Σοδομίτες αρμόζουν ιδιαιτέρως, διότι αμφότεροι τον όμοιον τρόπον εκπορνεύουσιν(πρβλ. Γένεσις 13/ιγ΄ 13, 18/ιη΄ 16-33, 19/ιθ΄ 1-29). Η σωτηρία τού Ισραήλ εκ τής Αιγύπτου και η εν συνεχεία καταστροφή απάντων πλην δύο εις την έρημον (Ιουδ. στ. 5), είναι ο τύπος τών αιρετικών ο έχων προς το τυπούμενον την πολυπλοκωτέραν αντιστοιχίαν. Ο Κύριος έσωσε τον λαόν δια τού αίματος τού αμνού, δια τού οποίο εχρίσθη πάσα οικία τού Ισραήλ (Έξοδ. 12/ιβ΄ - 14/1δ΄ κεφ.). Ούτω και οι αιρετικοί, λυτρωθέντες δια τού αίματος τού Χριστού εις το καινόν Πάσχα, περιελήφθησαν κατ’ αρχήν εις την Εκκλησίαν, έλαβον το πνευματικόν χρίσμα τού νέου Ισραήλ. Έπειτα ο λαός εις την έρημον ησέβησε κατά τού Θεού με αποτέλεσμα να στερηθούν άπαντες τής επαγγελίας τού Θεού και να καταστρωθούν ΄΄τα κώλα αυτών εν τη ερήμω΄΄ (Αριθ. 14/ιδ΄ 21-35, Α΄ Κορ. 10/ι΄ 5, Εβρ. 3/γ΄ 17-19). Αυτό αναμένει και τούς αιρετικούς τούς αποπτύσαντας το καινόν χρίσμα, ήτοι στέρησις τής καινής επαγγελίας και όλεθρος αιώνιος.

Ο Κορέ, ο στασιάσας κατά τού Μωυσέως (Ιούδ. στ. 11), είναι ο τύπος τών ασεβούντων κατά τής θεοπροβλήτου κυριότητος (Αριθ. 16/ιστ΄ 1-17, 26/κστ΄ 9-11, 27/κζ΄ 3). Το αμάρτημά του, η αντιλογία, είναι, όπως και η αντίθεσις τού Σατανά, μεγάλο, διότι είναι εκ τών κυρίων στοιχείων τής ανταρσίας. Οι αιρετικοί, αθετούντες την εν τη Εκκλησία κυριότητα, ήτοι την δεσποτεία, την κυριότητα, την αυθεντία τού Ιησού Χριστού, γίνονται διάδοχοι τού Κορέ και απόλλυνται όπως εκείνος.

Ο Βαλαάμ (Ιούδ. στ. 11) είναι ο τύπος τού ύπουλου διαφθορέως τών εκλεκτών τού Θεού. Επειδή δεν ηδυνήθη, αν και δια χρημάτων εξαγορασθείς υπό τού Βαλάκ, να καταρασθεί τον Ισραήλ, αλλά και άκων ευλόγησεν αυτόν, έδωσε εις την συνέχειαν εις τον Βαλάκ την γνωστήν πονηράν του οδηγίαν [Αριθ. 22/κβ΄ - 24/κδ΄ κεφ., 31/λα΄ 8, 15-16, Δευτ. 23/κγ΄ 5-6, Ιησούς τού Ναυή 13/ιγ΄ 22, 24/κδ΄ 9, Μιχαίας 6/στ΄ 5, Νεεμίας 13/ιγ΄ 2 (Οι δύο τελευταίοι μνημονεύουν το γεγονός ως τύπον)]. Αύτη είναι η ΄΄διδαχή Βαλαάμ΄΄, όπως λέγεται υπό τού Ιωάννου εις την Αποκ. 2/β΄ 14, την οποίαν εδίδασκον οι Νικολαϊτες εις τα εκλεκτά μέλη τής Εκκλησίας για να τα διαφθείρουν.

Συμφώνως, λοιπόν, προς την ανωτέρω εκτενή ανάλυσιν και επιχειρηματολογίαν, απεδείξαμεν, ότι όχι μόνον ο Ιούδας αντέγραψεν το απόκρυφον τού Ενώχ, αλλά συνέβει ακριβώς το αντίστροφο. Ό,τι, λοιπόν, συνέβει με το βιβλίον τού Ενώχ, έχομεν την γνώμην, ότι συνέβει και με τα άλλα τρία απόκρυφα, τα οποία, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι υπαινίσσεται ο Ιούδας: την ΄΄Αποκάλυψιν Βαρούχ΄΄, τα ΄΄Ιωβηλαία΄΄ και τις ΄΄Διαθήκες τών 12 Πατριαρχών΄΄. Για να μην μακρυγορήσομεν, όπως συνέβει με το απόκρυφον τού "Ενώχ" εν αντιπαραβολή με την Επιστολήν τού Ιούδα, θα αρκεσθώμεν μόνον εις την αναφοράν τού έτους συγγραφής των, που απεδέχθει η σύγχρονος κριτική επιστήμη.

Για την ΄΄Αποκάλυψιν Βαρούχ΄΄, όσον αφορά το ελληνικόν κείμενον, εντοπίζεται ως έτος συγγραφής η 2α εκατονταετηρίδα μ.Χ. Όσον αφορά εις την Συριακήν μετάφρασιν (η οποία χρησιμοποιεί εκφράσεις και εικόνες, υπομιμνησκούσας αμέσως το βιβλίον τού "Ενώχ") εντοπίζεται ή περί τού χρόνου αλώσεως τής Ιερουσαλήμ υπό τού Τίτου ή μετά την καταστροφήν της υπ’ αυτού (8).

Αμφότερα δε τα κείμενα (Ελληνικόν και Συριακή μετάφρασις) είναι ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ τής Επιστολής τού Ιούδα, αφού η συγγραφήν της εντοπίζεται από την πλειονότητα τών ερμηνευτών, μεταξύ τών ετών 62-70 μ.Χ. (9).

Όσον αφορά εις το δεύτερον απόκρυφον, τα “Ιωβηλαία” [(εβρ. "Σέφερ χα-γωβελίμ") ή ως αλλιώς ονομάζεται “Λεπτή Γένεσις” ("Βερέ σιθ ρεσά") ή μονολεκτικώς “Λεπτογένεσις” (Αιθιοπιστί δε "Mashafa Kufale") ή “Αποκάλυψις Μωυσέως” (όπως την αποκαλεί ο ΣΥΓΚΕΛΛΟΣ, πρβλ. Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ, ένθ. αν. σελ. 626) και “Διαθήκη Μωυσέως” (ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, πρβλ. Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ, ένθ. αν. σελ. 627)], ο μεν ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΗΣ λέγει ότι εγράφη εντός τού β΄ ημίσεως τού 2ου π.Χ. αιώνος (ένθ. αν. σελ. 627), ο δε ΧΑΣΤΟΥΠΗΣ περί το 100 π.Χ. (ένθ. αν. σελ. 480). Τα αυτά φρονεί και ο R. H. CHARLES εις το ογκώδες δίτομον έργον του: Απόκρυφα και Ψευδεπίγραφα τής Παλαιάς Διαθήκης” Οξφόρδη 1913, τόμ. ΙΙ, σελ. 6-7. Τις αυτές επίσης γνώμες συναντούμε και εις την Μ.Ε.Ε. (11) (Πυρσού), έκδ. 1930, τόμ. 13, σελ. 391 καθώς και εις την Θ.Η.Ε. (11) έκδ. 1965, τόμ. 7, σελ. 92, με την εξής όμως προσθήκην: εις τινας ο χρόνος συγγραφής φαίνεται η αρχή τού 1ου μ.Χ. αιώνος, διότι μόνον ούτω θα εξηγείτο η δηκτικότης κατά τού Εδώμ και ο φόβος τής θρησκευτικής παρακμής, καθ’ ης εφιστάται η προσοχή”.

Ωστόσο, μίαν παράγραφος εκ τού συγκεκριμένου αποκρύφου μάς βάζει εις υποψίες, ότι εάν όχι όλο, τουλάχιστον τμήματά του εγράφησαν μεταγενεστέρως τής Επιστολής τού Ιούδα. Πρόκειται για το κεφ. Δ, παρ. 17-23, όπου, όχι μόνον γίνεται λόγος για το βιβλίον τού "Ενώχ", αλλ’ ο συγγραφεύς του δίδει ένα είδος περιλήψεως τού τελευταίου και τονίζει το κεντρικόν αυτού μήνυμα !!! Τα “Ιωβηλαία”, λοιπόν, γνωρίζουν - μαρτυρούν το βιβλίον τού "Ενώχ" το οποίον και αναφέρουν ονομαστί. (Υπενθυμίζομεν, ότι με σωρεία επιχειρημάτων απεδείξαμεν, ότι το απόκρυφον τού "Ενώχ" είναι αρκετά μεταγενέστερον τής Επιστολής τού Ιούδα, συγγραφέν περί το 125-135 μ.Χ.).

Τα αυτά φρονούμε και περί τών “Διαθηκών τών 12 Πατριαρχών” όπου:

Α. Μαρτυρούν ονομαστί το απόκρυφον τού "Ενώχ" (10).

Β. Ο συγγραφεύς τού συγκεκριμένου αποκρύφου εκμεταλλεύεται την Επιστολήν τού Ιούδα αισθητώς γράφων εις την "Διαθήκην Ρουβήμ" κεφ. 5 (P.G. τόμ. 2, σελ. 1044 cd): ότι πάσα γυνή δολιευομένη εν τούτοις, εις κόλασιν τού αιώνος τετήρηται. Ούτω γαρ έθελξαν τούς Εγρηγόρους προ τού κατακλυσμού· κακείνοι συνεχώς ορώντες αυτάς, εγένοντο εν επιθυμία αλλήλων, και συνέλαβον τη διανοία την πράξιν, και μετεσχηματίζοντο (ο χρόνος εδώ φανερώνει διάρκεια και υπενθυμίζει την φράσιν ΄΄ως αν εισεπορεύοντο΄΄ τών Ο΄ εις το Γένεσις 6/στ΄ 4) εις ανθρώπους, και εν τη συνουσία τών ανδρών αυτών συνεφαίνοντο αυταίς· κακείναι, επιθυμούσαι τη διανοία τας φαντασίας αυτών, έτεκον γίγαντας. Εφαίνοντο γαρ αυταίς Εγρήγοροι έως τού ουρανού φθάνοντες. Με τα ανωτέρω ο αποκρυπτογράφος υπαινίσσεται ζωηρώς τούς στ. 6 και 13 τής Επιστολής τού Ιούδα, και

Γ. Χρησιμοποιείται δις ο όρος ΄΄εγρήγοροι΄΄ (=άγγελοι, ένθ. αν.), ο οποίος, όπως σχολιάσαμε κατά την ανάλυσιν τού αποκρύφου Ενώχ, επεκράτησεν μετά την κυκλοφορίαν τής μεταφράσεως τού Ακύλα, εις την οποίαν χρησιμοποιείται για πρώτην φοράν (Δαν. 4/δ΄ 10). Υπενθυμίζομεν, ότι ο Ακύλας μετέφρασε την Παλαιάν Διαθήκην κατά το 1ον τέταρτον τού 2ου μ.Χ. αιώνος ή κατ’ άλλους το 130 μ.Χ. (όρα Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ ένθ. αν. σελ. 584 και Α. ΧΑΣΤΟΥΠΗ ένθ. αν. σελ. 589).

Εν κατακλείδι, αναφέρομεν τις γνώμες τών δύο προαναφερθέντων αειμνήστων καθηγητών τού Πανεπιστημίου Αθηνών περί τής χρονολογίας συγγραφής τού βιβλίου “Αι Διαθήκαι τών 12 Πατριαρχών, τών υιών Ιακώβ”: ΄΄Τω βιβλίω τούτω συνταχθέντι πιθανώς κατά τον α΄ π.Χ. αιώνα υπό Παλαιστινού τινος Ιουδαίου Εβραϊστί, τυχόντι δε επεξεργασίας Χριστιανικής ήδη κατά τον α΄ μ.Χ. αιώνα...΄΄ (Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ, ένθ. αν. σελ. 628), ΄΄...συλλογή επιθανατίων αποχαιρετιστηρίων λόγων τών δώδεκα υιών τού Ιακώβ, συνετάχθη κατά την 1ην π.Χ. και την 1ην μ.Χ. εκατονταετηρίδα΄΄ (Α. ΧΑΣΤΟΥΠΗ ένθ. αν. σελ. 483).

Όπως, λοιπόν, ο συγγραφεύς τού Ενώχ, κατά την προσφιλήν μέθοδον τών αποκρυπτογράφων να παριστάνουν εκ τών υστέρων τον προφήτην, εφρόντισεν ώστε το Ιούδ. στ΄17-18 να φαίνεται ως παραπομπή εις το απόκρυφόν του (όπως περιτράνως απέδειξεν ο διαπρεπής καθηγητής τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΣΑΚΚΟΣ εις το περίφημον υπόμνημά του εις την Επιστολήν τού Ιούδα), αυτό ακριβώς, κατά την γνώμην μας, έπραξαν και οι πλαστογράφοι τών αποκρύφων ΄΄Αποκάλυψις Βαρούχ΄΄, ΄΄Ιωβηλαία΄΄ και ΄΄Διαθήκαι τών 12 Πατριαρχών΄΄.

Ούτως, εμφανίζονται προφητείες και άλλα λεγόμενα τών συγγραφέων τής Καινής Διαθήκης υστερογενή (vaticinium ex eventu), τούτο δε είναι γνώρισμα τών αποκρύφων, τα οποία, αν και μεταγενέστερα τής Καινής Διαθήκης, εμφανίζονται ως προγενέστερα (!) Συν τω χρόνω δε, όχι μόνον τινά τούτων (τών αποκρύφων) υπέστησαν επεξεργασίαν δια Χριστιανικής χειρός, αλλά εύρον και Χριστιανικήν απομίμησιν...” (Π. ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ άρθρο ΄΄απόκρυφα΄΄ εν Θ.Η.Ε. (11) τόμ. 2, έκδ. 1963, σελ. 1107-1108).

Παραπομπές

1. Υποστηρικτές: BIGG R. C. “Επιστολές Πέτρου και Ιούδα” εις την σειράν: Το "Διεθνές Κριτικόν Υπόμνημα", Εδιμβούργο 1946, σελ. 310, 328-329, 336, 338, 340, 344, HUTHER J. E. εις την σειράν: Η.A.W. Meyer, “Κριτικόν Εξηγητικόν Υπόμνημα εις την Καινήν Διαθήκην”, τόμ.12, Gothingen 18673 σελ.234 και PLUMMER A: “Επιστολές αγίων Ιακώβου και Ιούδα” εις το: W. Robertson Nicoll, “Η Βίβλος τού Εξηγητού”, Νέα Υόρκη 1905, σελ. 366-367, 409-410, 412-413, 416-417, 419, 424, 434-437, 447-448.

2. A. LAPIDE C: “Υπόμνημα εις τις ΄Αγιες Γραφές”, τόμ. 20, σελ. 648-689: “εις την Επιστολήν τού Αποστόλου Ιούδα”, Παρίσι 1866, ESΤΙUS G: “Absolutissima in omnes b. Υπόμνημα εις τις επτά αποστολικές καθολικές επιστολές τού Αποστόλου Παύλου”, τόμ. 3, Κολωνία Agrippinae 1631.

3. CALMET A.: “Φιλολογικόν Υπόμνημα τών βιβλίων τής Παλαιάς και Καινής Διαθήκης” τόμ 25 (6): “Οι κανονικές Επιστολές και η Αποκάλυψις”, Παρίσι 1726, SCHOTT T.: “Der zweite Brief Petri und der Brief Juda”, Erlangen 1863, VREDE W.: “Die Katholischen Briefe”, εν E. Tillman, “Die Heilige Schrift - das New Testament”, τόμ. 9, Βοnn 1932, ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ Χ.: “Υπόμνημα εις την Καθολικήν Επιστολήν τού Ιούδα” Αθήνα 1917.

4. WOHLENBERG G.: “Der erste und zweite Petrusbrief und der Judasbrief”, εν Τ. ZAHN “Υπόμνημα εις την Καινήν Διαθήκην”, τόμ. 15 Λειψία 191512.

5. (Ένθ. αν. σελ. 328-329), MOFFATΤ J. (“Υπόμνημα εις την Καινήν Διαθήκην”, “Οι Καθολικές Επιστολές”, Λονδίνο 19638, σελ. 239).

6. Πρβλ. ΜΑΡΚΟΥ ΣΙΩΤΟΥ: “Τα χειρόγραφα τής Νεκράς Θαλάσσης”, 1: Ιστορία τής ανευρέσεως και περιγραφή αυτών”, Αθήνα 1961, σελ. 99, 113.

7. "Ομιλίαι εις τούς Αριθμούς" 28,2 - P.G. 12,802bc, "Eξηγητικά εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον" 6,25 - P.G. 14,273ab, "Περί Αρχών" 4,4,8 - P.G. 11,409ab, "Κατά Κέλσου" 5,52 & 55 - P.G. 11,1261c & 1265b-1269a αντιστοίχως.

8. ΄Ορα ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΟΥ, καθηγητού τής Εισαγωγής εις την Παλαιάν Διαθήκην και τής ερμηνείας τών Ο΄ εν τώ Πανεπιστημίω Αθηνών - Ακαδημαϊκού, εις το περίφημον έργον του: ΄΄Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην΄΄ σελ. 632, επίσης ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΧΑΣΤΟΥΠΗ, καθηγητού τής Παλαιάς Διαθήκης εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών, εις το επίσης περίφημον έργον του΄΄Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην΄΄ σελ. 503 καθώς και τις εγκυκλοπαίδειες: ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ (Πυρσού) έκδ. 1928 τόμ. 6, σελ. 728 και ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, έκδ. 1963, τόμ. 3, σελ. 650.

9. ARNAUD, GUERICKE, BLEEK, STIER, KETTER, WIKENHAUSER, ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, VREDE, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, SCHULZE, WEISS, GROSCH, WANDEL, MAIER, BISPING, SCHANZ, ABERLE, CAMERLYNCK, LARDNER, FELTEN, SCHAFFER, MEINERTZ, GUTJAHR, RAMPF, BIGG, GREGORY, PIEPER, ΤΡΕΜΠΕΛΑΣ, KAULEN, TRENKLE, BELSER, HENKEL, CORNELY, REITHMAYR, VALROGER, ΔΑΜΑΛΑΣ, ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ, ΖΩΓΡΑΦΟΣ, Α LAPIDE, WOLFIUS, WOUTERS, BERTHOLDT, ΔΕΡΒΟΣ, καθώς και η προαναφερθείσα Μ.Ε.Ε. (Πυρσού), τόμος 13, σελ. 103.

10. Πρβλ. Συμεών, κεφ. 5 (P.G. τόμ. 2, σελ. 1049 b), Λευί, κεφ. 10 (P.G. τόμ. 2, σελ. 1060 d), κεφ. 14 (P.G τομ. 2, σελ. 1064a), κεφ. 16 (P.G. τόμ. 2, σελ. 1065 ab), Ioύδα, κεφ. 18 (P.G. τόμ. 2, σελ. 1080 bc), Δαν, κεφ. 5 (P.G. τόμ. 2, σελ. 1101c), Νεφθαλείμ, κεφ. 4 (P.G. τόμ. 2, σελ. 1109a), Βενιαμίν, κεφ. 9 (P.G. τόμ. 2, σελ. 1145 c).

11. ΘΗΕ: ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ. ΜΕΕ: ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ.

Περιεχόμενα

Πάνω