Ελληνικός Παρατηρητής τής Σκοπιάς

Φραγμός στην εκμετάλλευση της απειρίας των άλλων

Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Δογματικά, Οικουμενισμός και Θρησκείες

Παρερμηνεύοντας τον άγιο Βασίλειο για τα «σχίσματα τών Εκκλησιών» * Η σημασία και η ιστορία της λέξεως "αίρεση" * Ποιος είναι Χριστιανός; * Η "αίρεση" και οι "αιρετικοί" στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο * Περί Εκκλησίας

Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος: Ο όρος «Εκκλησίες» ως «τεχνικός όρος»

Ξεκαθαρίζοντας μια σύγχυση

Τού Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

 

Πηγή: Περιοδικό "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Τεύχος 247 - Φεβρουάριος 2017.

Αναδημοσίευση από: http://www.parembasis.gr

 

 

Τώρα τελευταία κατά κόρον έχει υποστηριχθή από μερικούς ότι ενώ η Εκκλησία είναι «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική» και αυτή είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία, όμως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «Εκκλησίες» και για τους ετεροδόξους και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για «τεχνικό όρο (terminus technicus)».

Η άποψη αυτή προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, γιατί δεν γράφεται μόνον σε κείμενα, αλλά υποστηρίζεται και από Επισκόπους και μάλιστα σε Συνοδικά Όργανα, για να υποστηριχθή η απόφαση τής «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» τής Κρήτης ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν τών  μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών».

Φυσικά έχω διαφορετική άποψη, την οποία θα ήθελα να διατυπώσω στο κείμενο αυτό.

 

1. Τι σημαίνει «τεχνικός όρος»

«Τεχνικός όρος» (terminus technicus), σύμφωνα με το Λεξικό τού Γ. Μπαμπινιώτη, είναι «όρος τον οποίον χρησιμοποιεί μια τέχνη, μια επιστήμη ή μια επαγγελματική ειδικότητα».

Αν ανατρέξουμε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα και στην αναφορά στις ειδικές γλώσσες θα συμπεράνουμε ότι τεχνικός όρος (terminus technicus) είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο μιας τεχνικής γλώσσας, τών επιστημόνων κάθε ειδικότητας, όταν εξετάζουν ζητήματα τής ειδικότητάς τους. Τεχνικός όρος, δηλαδή, είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγραφούν αντικείμενα ή έννοιες που είτε δεν έχουν όνομα στην τρέχουσα χρήση είτε καλύπτουν την ανάγκη να περιγράψουν με έναν όρο πιο συγκεκριμένο, αποκλείοντας κάθε αμφισημία, αντικείμενα τα οποία η κανονική γλώσσα (το κοινό λεξιλόγιο) ήδη περιγράφει. Με άλλα λόγια τεχνικός όρος μπορεί να είναι μια νέα δημιουργημένη λέξη ή μια λέξη υπαρκτή στο κοινό λεξιλόγιο με πιο συγκεκριμένη σημασία, λίγο ή πολύ διαφορετική από την σημασία που έχει στο κοινό λεξιλόγιο.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή, στο κείμενο τής Μεγάλης Συνόδου, η έκφραση «τεχνικός όρος» σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζεται ότι αυτές οι «Χριστιανικές κοινότητες και ομολογίες» είναι Εκκλησία, αλλά χρησιμοποιείται η λέξη Εκκλησία για τις Χριστιανικές αυτές ομάδες συμβατικά, χάριν συνεννοήσεως μεταξύ μας.

Με βάση τον ορισμό τού τεχνικού όρου στον οποίο καταλήξαμε βασιζόμενοι σε υλικό που αντλήσαμε από την Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα, θα μπορούσαμε να επισημάνουμε τα ακόλουθα σχετικά με την χρήση τού όρου Εκκλησία ως τεχνικού όρου:

Οι τεχνικοί όροι αποτελούν προϊόν συμφωνίας μεταξύ τών επιστημόνων, η σημασία τους προσδιορίζεται με απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια και χρησιμοποιούνται από τους ειδικούς κάθε τομέα για λόγους συνεννόησης προκειμένου να αποφευχθή η αμφισημία. Από την στιγμή όμως που το περιεχόμενο μιας λέξης τίθεται εν αμφιβόλω και εγείρει συζητήσεις, είναι προφανές ότι η χρήση της δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια και δεν αποτελεί προϊόν συμφωνίας, αυτοκαταργείται  ως τεχνικός όρος.

Οι τεχνικοί όροι εξάλλου καταχωρίζονται σε ειδικά λεξικά ορολογίας και καθιερώνονται. Επομένως δεν χρησιμοποιούνται ευκαιριακά και συμβατικά χάριν συνεννοήσεως για να εξυπηρετήσουν μια συγκεκριμένη περίσταση. Στην περίπτωση δηλαδή τής Μεγάλης Συνόδου, η χρήση τής λέξης Εκκλησία και για τις ετερόδοξες ομολογίες προτείνεται για να εξυπηρετήση μια σύμβαση και μια ανάγκη επικοινωνίας με την επίγνωση ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, καταχρηστικά, χρησιμοποιείται η λέξη με διαφορετική σημασία από αυτή στην οποία είχε συμφωνηθή αρχικά. Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν έχουμε να κάνουμε με τεχνικό όρο, αλλά με επιλογή μιας από τις σημασίες τής λέξης.

Πράγματι, αν ανατρέξουμε στα λεξικά θα παρατηρήσουμε ότι παρατίθενται οι διαφορετικές σημασίες τής λέξης.  Ακριβώς αυτός όμως είναι ο σκοπός τών λεξικών, να παραθέτουν τις σημασίες μιας λέξης και να αποτυπώνουν την χρήση τους με την παράθεση παραδειγμάτων.

Τα πράγματα όμως είναι διαφορετικά σε ένα κείμενο. Η σημασία τής λέξης μέσα στο κείμενο δεν μπορεί παρά να προσδιορισθή, όπως μάς έχει μάθει η Γλωσσολογία, και συγκεκριμένα η Πραγματολογία, από το «συμφραστικό πλαίσιο –γλωσσικό και εξωγλωσσικό– τής εκφώνησης». Η σημασία, δηλαδή, είναι στενά συναρτημένη με την περίσταση, τις συνθήκες τού χώρου, τού χρόνου, τού επιδιωκόμενου στόχου κλπ. Επομένως, η σημασία τής λέξης Εκκλησία στο συγκεκριμένο εκκλησιολογικό κείμενο τής Μεγάλης Συνόδου μπορεί να προσδιορισθή μόνο σε σχέση με άλλα ομόλογα δογματικά - εκκλησιολογικά κείμενα –ενώ, όπως θα τονισθή πιο κάτω, ο «τεχνικός όρος» χρησιμοποιείται ως ουσιαστικός όρος– και με εσωτερικά κειμενικά κριτήρια.

Τέλος, δεν μπορούμε να συνδέουμε τον «τεχνικό όρο» με την αποφατικότητα. Κατ' αρχήν η έννοια τής αποφατικότητας αφορά μόνο τον Θεό, όπως θα πούμε παρακάτω, και δεν μπορούμε ξαφνικά να κάνουμε διεσταλμένη ερμηνεία τού αποφατισμού και για τον όρο Εκκλησία, μόνο και μόνο επειδή μάς εξυπηρετεί. Εξάλλου, η έννοια τού «τεχνικού όρου» βρίσκεται στον αντίποδα τής αποφατικής έκφρασης. Η αποφατικότητα αφορά κυρίως την αδυναμία ορισμού και ακριβούς ονοματοδοσίας. Ο «τεχνικός όρος» αντίθετα αποτελεί απόπειρα ακριβούς, κατά το δυνατόν, προσδιορισμού μιας έννοιας.

Πάντως, η χρήση «τεχνικός όρος» για τις άλλες Χριστιανικές Ομολογίες στην πραγματικότητα είναι παραπλανητική και θα εξηγήσω στην συνέχεια τους λόγους που υποστηρίζουν την άποψή μου αυτή.

 

2. Οι «τεχνικοί όροι» σε ομολογιακά κείμενα

Στον καθημερινό λόγο και την επικοινωνία με Χριστιανούς άλλων Ομολογιών χρησιμοποιείται ο όρος Εκκλησία καταχρηστικά και συγκαταβατικά, χάριν μιας συνεννοήσεως, διότι έτσι αυτοπροσδιορίζονται οι ομάδες αυτές. Ο όρος Εκκλησία χρησιμοποιείται και με την κοινωνική έννοια (η Εκκλησία τού Δήμου) και για τις θρησκευτικές και παραθρησκευτικές ομάδες (Εκκλησία τού Σατανά).

Στην πρόσφατη επίσκεψή μου στην Αμερική με πληροφόρησαν ότι περίπου 55.000 «Χριστιανικές» ομάδες αυτοαποκαλούνται «Εκκλησίες». Το ενδιαφέρον δε είναι ότι όλες αυτές οι «Χριστιανικές ομάδες» δεν πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις για να γίνουν μέλη τού «Παγκοσμίου Συμβουλίου τών Εκκλησιών».

Είναι γνωστόν ότι για να γίνη κάποια «Χριστιανική ομάδα» μέλος τού «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» πρέπει να υποβάλη αίτηση και να γίνη έρευνα αν πληροί τις προϋποθέσεις για να θεωρηθή μέλος του. Αυτή η διαδικασία διαρκεί ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Έτσι, όσες ομάδες χρησιμοποιούν τον όρο «Εκκλησία» δεν είναι «Εκκλησίες», απλώς αυτοαποκαλούνται έτσι. Το ότι το κείμενο που εξεδόθη από την «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο» τής Κρήτης δεν κάνει αυτήν την διασάφηση-επεξήγηση, αλλά χαρακτηρίζει όλες τις «Χριστιανικές ομάδες» ως «ετερόδοξες Εκκλησίες και ομολογίες» είναι προβληματικό.

Σε άλλο κείμενό μου, το οποίο κατέθεσα και στα Πρακτικά τής «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», υποστήριξα ότι η χρήση τού όρου Εκκλησία και για τις ετερόδοξες Χριστιανικές Κοινότητες - Ομολογίες, από παλαιούς και συγχρόνους Πατέρας, Επισκόπους και θεολόγους, δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθή ως δικαιολογία για την χρησιμοποίηση τού όρου αυτού και στην απόφαση τής Συνόδου τής Κρήτης. Και αυτό γιατί πρέπει να γίνη σαφής διασάφηση-επεξήγηση. Άλλο είναι να χρησιμοποιήται ενδεχομένως η λέξη Εκκλησία καταχρηστικά και συμβατικά για ετερόδοξες ομάδες, αν και δεν πιστεύουμε ότι είναι πραγματικά μέλη τής Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και άλλο είναι να τεθή σε κείμενο τής Μεγάλης αυτής Συνόδου, ως δογματική και κανονική απόφασή της. Όπως είπαμε και παραπάνω, η χρήση και η σημασία μιας λέξης προσδιορίζεται ανάλογα με το συμφραστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται.

Το ερώτημα είναι καίριο: Η Σύνοδος τής Κρήτης είναι Αγία και Μεγάλη Σύνοδος ή όχι; Αν είναι Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, συνέχεια τών Οικουμενικών Συνόδων, τότε δεν μπορεί στις αποφάσεις της να χρησιμοποιή τις λέξεις ως υποτιθέμενους «τεχνικούς όρους». Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι οι Πατέρες τών Α΄ και Β΄ Οικουμενικών Συνόδων που αποφάσισαν το «Σύμβολο τής Πίστεως» θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν «τεχνικούς όρους», ή οι μετέπειτα Πατέρες τών άλλων Οικουμενικών Συνόδων που αποφάσισαν για χριστολογικά θέματα θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν «τεχνικούς όρους». Τέτοιες απόψεις είναι απαράδεκτες από κάθε πλευράς.

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, ως γνωστόν, έδωσαν μάχες για την ακριβή χρήση τών λέξεων - όρων που αφορούσαν δογματικά ζητήματα. Για  κανέναν λόγο δεν μπορεί ένας σοβαρός άνθρωπος να υποστηρίξη ότι η Σύνοδος τής Κρήτης είναι Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και όμως ταυτόχρονα με συνείδηση τών Ιεραρχών - θεολόγων να περιλαμβάνη στις αποφάσεις της «τεχνικούς όρους» και μάλιστα σε σοβαρά εκκλησιολογικά θέματα, τα οποία ταυτόχρονα είναι Χριστολογικά θέματα.

Πάντως, η αντίληψη τού όρου «εκκλησία» ως «τεχνικού όρου» παραπέμπει και στην πολιτική υστεροβουλία τών μονοθελητών, οι οποίοι ενώ μιλούσαν για το ένα θέλημα τού Χριστού, βεβαίωναν τον άγιο Μάξιμο ότι δεν εννοούν ένα θέλημα στον Χριστό για αμφότερες τις φύσεις Του, αλλά το γράφουν έτσι για να ηρεμήση ο κόσμος και να ειρηνεύση η οικουμένη… Τού λοιπού προωθούσαν το ένα θέλημα με την ελπίδα εγκόλπωσης τών μονοφυσιτών στην αυτοκρατορική Εκκλησία.

Η συσχέτιση με το σήμερα είναι προφανής. Από την μια ο όρος Εκκλησία χρησιμοποιείται δήθεν ως «τεχνικός όρος», χωρίς να σημαίνη απόδοση εκκλησιαστικότητας στους ετεροδόξους, ενώ από την άλλη στην συζήτηση μέσα στην ίδια την Σύνοδο τής Κρήτης για τους μεικτούς γάμους, θεμελιωνόταν το έγκυρο τού βαπτίσματος τών ετεροδόξων και συναφώς τής απόδοσης εκκλησιαστικότητας στις κοινότητές τους. Αυτό το θέμα θα το δούμε πιο κάτω.

 

3. Το πράγμα και το όνομα, ως προς τον όρο Εκκλησία-Εκκλησίες

Για να υποστηριχθή ότι ο όρος Εκκλησία είναι «τεχνικός όρος», επιστρατεύθηκε το επιχείρημα ότι στην πατερική παράδοση υφίσταται διάκριση μεταξύ τού πράγματος και τών ονομάτων (όρων-λέξεων), όπως φαίνεται στην αντιμετώπιση τών θεωριών τού Ευνομίου από τους Πατέρας τής Εκκλησίας.

Το ότι οι όροι δεν περιγράφουν την φύση τών πραγμάτων είναι κοινός πατερικός τόπος για όλα τα πράγματα και μάλιστα ακόμα και τα κτιστά. Συνεπώς η όποια αποφατικότητα –χρησιμοποιώντας εδώ αυτόν τον εντελώς αδόκιμο όρο– αφορά όλα τα πράγματα, τα οποία στο σύνολό τους γνωρίζονται από τις ενέργειές τους, ενώ η φύση τους παραμένει άγνωστη. Επομένως, η όλη εισαγωγή τής καππαδοκικής επιχειρηματολογίας περισσότερο χρησιμοποιείται ρητορικά με σκοπό να ρίξη τον «λίθο τού αναθέματος» στους μη δεχομένους τον όρο Εκκλησία για τους ετεροδόξους παρά για να κομίση ένα θεολογικό επιχείρημα.

Είναι αλήθεια ότι ο Ευνόμιος, ο οποίος «έδωσε λογικό ορισμό στην διαλεκτική τού Αετίου», κατά τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκι, κήρυττε ότι ο Θεός είναι απλούς και αμέριστος, και μοναδικό στοιχείο τής απλής ουσίας του είναι η αγεννησία, η οποία τον καθορίζει. Η τέλεια απλότητα τού Θεού συνεπαγόταν την ταύτιση. Έτσι, ταύτιζε την ουσία με την ενέργειά Του. Επίσης, δίδασκε ότι λόγω τής απλότητος τού Θεού και εμείς γνωρίζουμε το παν για τον Θεό, όπως γνωρίζει ο Θεός τον εαυτό Του. «Ο Θεός περί τής εαυτού ουσίας ουδέν πλέον ημών επίσταται, ουδέ έστιν αύτη μάλλον μεν εκείνω, ήττον δε ημίν γινωσκομένη».

Ο Μέγας Βασίλειος κατ' αρχάς και στην συνέχεια ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, όπως και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και οι μεταγενέστεροι Πατέρες ομιλούσαν για την αδιαίρετη διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας στον Θεό, και υποστήριζαν ότι εμείς γνωρίζουμε τον Θεό από τις ενέργειές Του, αγνοοούμε δε παντελώς την ουσία Του. Επίσης υπεστήριζαν ότι ο Θεός είναι πολυώνυμος ως προς τις ενέργειές Του και ανώνυμος ως προς την ουσία Του. Εμείς δίνουμε ονόματα στον Θεό από τις ενέργειές Του, αλλά εκφράζοντας τον αποφατισμό αφαιρούμε ονόματα. Έτσι, δεν ταυτίζονται τα ονόματα τού Θεού με την φύση Του και αυτόν τον Θεό.

Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης το εξέφρασε καθαρά, όταν έλεγε ότι ο Θεός έχει ονόματα, ήτοι είναι αγαθός, ζωή, σοφία, δύναμη και όλα όσα ανήκουν στην νοητή θεωνυμία, αλλά είναι Τριάδα υπερούσια, υπέρθεη, υπεράγαθη. Ο Θεός είναι φως, αλλά και γνόφος, οράται αλλά είναι και αόρατος, θεάται υπέρ νόησιν και υπέρ αίσθησιν.

Γενικά οι Πατέρες δίδαξαν ότι υπάρχουν τα ρήματα, ήτοι οι λέξεις, και τα νοήματα, ήτοι το περιεχόμενο τών λέξεων. Δεν ταυτίζονται τα ρήματα με τα νοήματα και η εμπειρία δεν μπορεί να εκφρασθή απολύτως με τα ρήματα και τα νοήματα.

Πάντως, οι Πατέρες χρησιμοποιούσαν τα κτιστά ρήματα και νοήματα που συναντούσαν στο περιβάλλον για να διατυπωθή η θεοπτική εμπειρία τους, αλλά δίδασκαν ότι όταν ο θεόπτης φθάση στην εμπειρία, τότε καταργούνται και τα ρήματα και τα νοήματα, γιατί η θεοπτική εμπειρία γίνεται εν Χάριτι υπέρ νόησιν και υπέρ αίσθησιν. Αυτά είναι τα άρρητα ρήματα τού Αποστόλου Παύλου, που καταγράφονται με ρητά ρήματα και νοήματα.

Αυτή είναι η βασική αρχή τής καταφατικής και αποφατικής θεολογίας, αφού ο Θεός οράται αοράτως και ακούγεται ανηκούστως και μετέχεται αμεθέκτως και πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως. 

Όμως αυτό που γίνεται στην θεοπτική εμπειρία και αναφέρεται στον Τριαδικό Θεό, δηλαδή στην θεολογία, δεν μπορεί να εφαρμοσθή για την περιγραφή τού γεγονότος τής Εκκλησίας. Δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι η διδασκαλία τών Καππαδοκών Πατέρων, οι οποίοι αντιτάχθηκαν στις αιρετικές απόψεις τού Ευνομίου, εφαρμόζεται για την περιγραφή τού γεγονότος τής Εκκλησίας.

Όποιος επιμένει σε αυτό διαπράττει το θεολογικό σφάλμα να μη κάνη διάκριση μεταξύ θεολογίας και οικονομίας, και κατ' επέκταση μεταφέρει ό,τι ισχύει στον Τριαδικό Θεό στην Εκκλησιολογία, δηλαδή την οικονομία. Ο Υιος και Λόγος τού Θεού με την ευδοκία τού Πατρός και την συνέργεια τού Αγίου Πνεύματος προσέλαβε ανθρωπίνη φύση και ένωσε το άκτιστο με το κτιστό, το αθάνατο με το θνητό, ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως.

Έπειτα, οι ενέργειες τού Θεού παραπέμπουν σε συγκεκριμένα πράγματα, οπότε δεν δηλώνονται δια κενών ονομάτων που αλλάζουν ευκαίρως ακαίρως, λόγω τής ανυπαρξίας τού πράγματος το οποίο δηλώνουν. Τίθενται, λοιπόν, πολλά ερωτήματα: Το όνομα Εκκλησία στους Ορθοδόξους, παραπέμπει ή όχι στο πλήρωμα τών ακτίστων θείων ενεργειών τού σώματος τού Θεανθρώπου Χριστού; Οι ετερόδοξες ομάδες, χαρακτηριζόμενες με τον όρο Εκκλησίες, παραπέμπουν ή όχι για εμάς τους Ορθοδόξους στην κοινωνία θεώσεως που εκπορεύεται από το Θεανθρώπινο Σώμα τού Χριστού; Οι ετερόδοξες ομάδες, χαρακτηριζόμενες με τον όρο Εκκλησίες, παραπέμπουν ή όχι για εμάς τους Ορθοδόξους στο πλήρωμα τής αλήθειας; Είναι ή δεν είναι διγλωσσία και θεολογική διπλωματία, ένα όνομα που οι Ορθόδοξοι χρησιμοποιούν για να παραπέμπη σε συγκεκριμένο σημαινόμενο, να χρησιμοποιήται με άλλο σημαινόμενο για άλλες θρησκευτικές ομάδες; Πόσο διαφέρει αυτό από την πολιτική τών μονοθελητών, οι οποίοι με την ίδια έκφραση «το ένα θέλημα στο Χριστό» διαβεβαίωναν τους ορθόδοξους ότι ένα θέλημα σημαίνει σύμπτωση δυο φυσικών θελημάτων (άρα δύο φύσεων) και στους μονοφυσίτες άφηναν να εννοηθή ότι ένα θέλημα προφανώς παραπέμπει σε μια φύση στον Χριστό;

Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι καίριας σημασίας και σπουδαιότητας.

Οι Πατέρες μιλούν για την αλήθεια τών πραγμάτων και διακηρύττουν στους διαφωνούντες ότι δεν θα ζυγομαχήσουν για τις λέξεις και τα ονόματα αν συμφωνήσουν για την αλήθεια τών πραγμάτων. Η επιμονή στις λέξεις δεν αφορά κάποια απόδοση σταθερής και αμετάβλητης αλήθειας στα ονόματα, όπως σοφιστικά ρίπτεται ο «λίθος τού αναθέματος» στους επιμένοντες ότι οι ετερόδοξοι δεν είναι Εκκλησία. Αφορά την ρητή απαίτηση να συμφωνούν άπαντες οι συμμετέχοντες στην Σύνοδο, ότι όταν τίθεται μια λέξη για να περιγράψη μια πραγματικότητα κατανοείται από όλους με τον ίδιο τρόπο.

Άλλωστε, όλοι οι δογματικοί αγώνες πάνω στην ορολογία αφορούσαν ακριβώς το να συμφωνήσουν άπαντες στα πράγματα. Κλασσικό παράδειγμα η Ε' Οικουμενική Σύνοδος, στην οποία τίθενται όλες οι ασφαλιστικές δικλείδες προκειμένου γλωσσικά ο όρος τής Χαλκηδόνας να νοηθή ορθοδόξως και όχι  νεστοριανικώς ή μονοφυσιτικώς. Χρησιμοποιούνται λέξεις και ορολογία, οι οποίες δεν εκφράζουν όλες τις χριστιανικές παραδόσεις, αλλά τίθενται τόσες επεξηγηματικές προτάσεις, ώστε να αποκλείωνται παρερμηνείες από οποιοδήποτε μέρος τής Συνόδου. Αυτό δεν έγινε στο κείμενο τής Συνόδου τής Κρήτης.

Επομένως, ο όρος, η λέξη κωδικοποιεί, οριοθετεί, όσο είναι δυνατόν, την άρρητη εμπειρία και αυτό δεν είναι ούτε απλό ούτε ασήμαντο ούτε τυχαίο. Το γεγονός ότι ο όρος δεν ταυτοποιεί, αλλά περιγράφει, δεν τον καθιστά άχρηστο ούτε μας νομιμοποιεί να τον χρησιμοποιούμε όπως θέλουμε ή όπως μάς εξυπηρετεί κάθε φορά, γιατί απλούστατα έτσι δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Και η συνεννόηση, ως γνωστόν, είναι κάτι πολύ σημαντικό. Εκτός αν επιδιώκουμε το αντίθετο, δηλαδή θέλουμε να συσκοτίσουμε τα πάντα ώστε να καταστήσουμε την συνεννόηση δύσκολη και προβληματική και μέσα στην γενικότερη σύγχυση που θα προκαλέσουμε, να προωθήσουμε τα σχέδια μας.

 

4. Ορισμός, αποφατισμός και ετεροπροσδιορισμός

Συνέχεια τού προηγουμένου είναι ότι το θέμα τού «τεχνικού όρου» για την Εκκλησία συνδέθηκε από μερικούς και με άλλα εκκλησιολογικά θέματα, που αφορούν τον ορισμό ή τον αποφατισμό τής Εκκλησίας και τον ετεροπροσδιορισμό ή τον αυτοπροσδιορισμό τών άλλων Χριστιανικών Ομολογιών. Γι' αυτό πρέπει να εξετασθή το θέμα τού ορισμού τής Εκκλησίας σε σχέση με την αποφατικότητα και τον ετεροπροσδιορισμό ή αυτοπροσδιορισμό.

Ως προς το θέμα τού ορισμού, πρέπει να σημειωθή ότι τα παλαιότερα δογματικά εγχειρίδια, που είχαν επηρεασθή από σχολαστικές παραδόσεις, έδιναν έναν ορισμό για την Εκκλησία, περίπου ως εξής: η Εκκλησία είναι το σύνολο τών ανθρώπων που πιστεύουν στον Χριστό, που ομολογούν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι η Κεφαλή της, είναι ο Θεός και Κύριός τους, που έχουν την ίδια πίστη και ομολογία, που αγιάζονται δια τών αγίων Μυστηρίων, που κατευθύνονται προς σωτηρία από τους Ποιμένες, οι οποίοι έχουν αδιάκοπη αποστολική διαδοχή κλπ.

Έχει όμως παρατηρηθή ότι οι Πατέρες τής Εκκλησίας απέφυγαν να δώσουν τέτοιους ορισμούς για την Εκκλησία, αλλά έκαναν περιγραφές, χρησιμοποίησαν εικόνες, όπως έκανε και ο Χριστός με τις παραβολές Του (π.χ. οικία, γάμος, ποίμνη, άμπελος, κλπ.). Αυτό κάνει μερικούς να υποστηρίζουν ότι δεν μπορούμε να δώσουμε ορισμό για την Εκκλησία, αλλά να χρησιμοποιήσουμε μόνον εικόνες.

Όμως αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθή ως επιχείρημα για τον όρο Εκκλησία, ως το Σώμα τού Χριστού. Η έκφραση ότι η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού δεν είναι εικόνα. Το Σώμα δεν είναι εικόνα, αλλά πραγματικότητα. Ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του δεν προσέλαβε ...εικόνα, αλλά την ανθρώπινη φύση, δηλαδή σαρκώθηκε: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν. και εθεασάμεθα τον δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιω. α΄,  14).

Οι τρεις Μαθητές επάνω στο Όρος Θαβώρ, δεν είδαν την δόξα μιας εικόνας, αλλά την δόξα τού τεθεωμένου Σώματος τού Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος πορευόμενος προς Δαμασκό είδε τον Χριστό μέσα στην δόξα Του, δεν είδε τον άσαρκο Λόγο, αλλά τον σεσαρκωμένο Λόγο. Γι' αυτό στις επιστολές του συνεχώς έγραφε ότι ο Χριστός είναι η κεφαλή τού Σώματος τής Εκκλησίας.

Θα παραθέσω μερικά χωρία: «Και αυτόν έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού, το πλήρωμα τού τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. α΄,  22-23). «Και αυτός εστιν η κεφαλή τού σώματος, τής εκκλησίας» (Κολ. α΄,  18). «Ανταναπληρώ τα υστερήματα τών θλίψεων τού Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ τού σώματος αυτού, ό εστιν η εκκλησία» (Κολ. α΄, 24). Το «εστίν» είναι απόλυτο και καθοριστικό και δεν αφήνει δυνατότητα άλλης ερμηνείας, ότι πρόκειται περί εικόνος.

Επίσης, ο Απόστολος Παύλος γράφει ότι όσοι είμαστε Χριστιανοί βαπτισθήκαμε στο ένα σώμα τού Χριστού: «Και γαρ εν ενί Πνεύματι ημείς πάντες εις εν σώμα εβαπτίσθημεν» (Α' Κορ. ιβ΄, 13), και γι' αυτό ανήκουμε στο ένα σώμα τού Χριστού: «οι πολλοί εν σώμα εσμέν εν Χριστώ οι δε καθ' εις αλλήλων μέλη» (Ρωμ. ιβ', 5).

Είναι χαρακτηριστικό το ότι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος θεωρείται ως ο καλύτερος ερμηνευτής τών επιστολών τού Αποστόλου Παύλου, συνεχίζει την ίδια θεολογική σκέψη με εκείνον. Σε ομιλίες του γράφει: «Η Εκκλησία σώμά εστιν, οφθαλμόν έχει, και κεφαλήν έχει». Σε άλλη ομιλία γράφει: «Το πλήρωμα τού Χριστού η Εκκλησία και πλήρωμα τού σώματος κεφαλή».

Στο σημείο αυτό θα μπορούσα να παραθέσω πληθώρα και άλλων πατερικών χωρίων που κάνουν λόγο για το ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα τού Χριστού, το οποίο προσέλαβε από την Υπεραγία Θεοτόκο, και το θέωσε άμα τη προσλήψει. Θα αρκεσθώ, όμως, σε ένα χωρίο τού αγίου Ιγνατίου τού Θεοφόρου από την προς Εφεσίους επιστολή του, στο οποίο κάνει λόγο για την Εκκλησία, η οποία είναι εγκεκραμένη με τον Χριστό: «πόσο μάλλον υμάς μακαρίζω τους ενκεκραμένους αυτώ (τω επισκόπω) ως η εκκλησία Ιησού Χριστώ, και ως ο Ιησούς Χριστός τω πατρί, ίνα πάντα εν ενότητι ή» (Εφεσ., 5).

Είναι φανερό ότι ο Χριστός δεν είναι κεφαλή μιας εικόνος τού σώματος, αλλά είναι κεφαλή τού πραγματικού Σώματος που προσέλαβε από την Υπεραγία Θεοτόκο, και η Εκκλησία δεν είναι η εικόνα τού σώματος που έχει μια ανυπόστατη κεφαλή. Ο Χριστός σαρκώθηκε και είναι κεφαλή τού πραγματικού σώματος και δεν αποσαρκώθηκε μετά την Ανάστασή Του, γιατί οι δύο φύσεις, θεία και ανθρωπίνη, ενώθηκαν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως. Εμείς, με το Βάπτισμα και το Χρίσμα γινόμαστε μέλη τού Σώματος τού Χριστού και γι' αυτό μέλη τής Εκκλησίας και δεν είμαστε μέλη μιας εικόνος τού σώματος!

Όταν κοινωνούμε δεν τρώμε την ...εικόνα και την περιγραφή τού Σώματος, αλλά το πραγματικό Σώμα τού Χριστού.  Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Λάβετε φάγετε τούτό εστι το σώμά μου» (Ματθ. κς΄ , 26) και «η γαρ σαρξ μου αληθώς εστι βρώσις, και το αίμά μου αληθώς εστι πόσις. ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» (Ιω. στ΄,  54-56).

Μέσα σε αυτήν την προοπτική ο Απόστολος Παύλος θα ομολογήση: «Ταύτά σοι γράφω ελπίζων ελθείν προς σε τάχιον· εάν δε βραδύνω, ίνα ειδής πώς δει εν οίκω Θεού αναστρέφεσθαι, ήτις εστίν εκκλησία Θεού ζώντος, στύλος και εδραίωμα τής αληθείας» (Α΄  Τιμ. γ΄ , 14-15). Η Εκκλησία δεν είναι περιγραφικός όρος, αλλά το Σώμα τού Χριστού, είναι Εκκλησία ζώντος Θεού, στύλος και εδραίωμα τής αληθείας.

Από την αποκαλυπτική διδασκαλία τού Αποστόλου Παύλου εξάγεται ότι «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα» (Εφ. δ΄ , 5), δηλαδή ένας είναι ο Κύριος, μία είναι η κεφαλή τής Εκκλησίας, τής Μιας Εκκλησίας, μία πίστη, ένα Βάπτισμα.

Ως προς το θέμα τού αποφατισμού, θεωρώ ότι είναι θεολογικά απαράδεκτο να μεταφέρωνται τα περί αποφατισμού ως προς τον Τριαδικό Θεό, και κυρίως στα ενδότερα τού Τριαδικού Θεού (Θεολογία) στο μυστήριο τής Εκκλησίας (οικονομία), που είναι το πραγματικό Σώμα τού Χριστού, το οποίο προσέλαβε ο Χριστός από την Υπεραγία Θεοτόκο, με την ενανθρώπηση, και τού οποίου Σώματος είμαστε μέλη –και δεν είμαστε μέλη τής εικόνος τού σώματος– και το οποίο τεθεωμένο Σώμα τού Χριστού κοινωνούμε στο μυστήριο τής θείας Λειτουργίας και γινόμαστε σύσσωμοι και σύναιμοι Αυτού.

Αν ο όρος Εκκλησία είναι περιγραφικός όρος, και δεν είναι το Σώμα τού Χριστού, αλλά η εικόνα τού Σώματος τού Χριστού, τότε όταν λειτουργούμε παίζουμε θέατρο!

Πίσω από την εντελώς αδόκιμη θεωρία περί αποφατικότητας στην διατύπωση τού τι είναι Εκκλησία ευδοκιμεί σαφώς η πολιτική προσπάθεια απόδοσης εκκλησιαστικότητας στους ετεροδόξους. Το ατυχές είναι, όπως έγραψα και σε προηγούμενο άρθρο μου, ότι με αυτήν την θεωρία τής αποφατικότητας προωθείται επακριβώς η προτεσταντική θεολογία τών Μεταρρυθμιστών, οι οποίοι μιλούσαν αφ' ενός μεν για την αόρατη εκκλησία που γνωρίζει μόνο ο Θεός και συμπεριλαμβάνει Ρωμαιοκαθολικούς, Προτεστάντες και όποιους άλλους θέλει ο Θεός, αφ' ετέρου δε για την ορατή εκκλησία, η οποία είναι διασπασμένη.

Ως προς το θέμα τού ετεροπροσδιορισμού, η άποψη ότι μια χριστιανική κοινότητα δεν ετεροπροσδιορίζεται αλλά αυτοπροσδιορίζεται, ειδικά όταν πρόκηται για τις σχέσεις της με άλλες κοινότητες, θέλει να μάς πη ότι η κάθε κοινότητα μπορεί να χρησιμοποιή όποιον όρο θέλει, προκειμένου να προσδιορίση την εκκλησιολογική της ταυτότητα. Αυτό είναι προφανές. Ωστόσο, όταν ομιλούμε περί ενός δογματικού όρου μιας Συνόδου, ο οποίος θέλει να προσδιορίση την σχέση δυο πραγμάτων (Ορθοδόξων και Ετεροδόξων), η συγκεκριμένη άποψη περί «μη ετεροπροσδιορισμού» καταργεί κάθε έννοια λογικής σύγκρισης τών πραγμάτων, αφού σε δυο συγκρινόμενα πράγματα προφανώς και καταρτίζονται οι ομοιότητες και οι διαφορές τών πραγμάτων, προκειμένου να φανερωθή η ιδιαιτερότητα τού κάθε πράγματος.

Όλη η ιστορία τών Τριαδολογικών και Χριστολογικών όρων στις Συνόδους αφορούσε την εξήγησή τους και την άρνηση τών Ορθοδόξων να προσλάβουν οι όροι το περιεχόμενο που τους απέδιδαν οι αιρετικοί.

Η ερμηνεία τού ομοουσίου από τους Πατέρες αφορούσε τον αποκλεισμό τής μοναρχιανής (τροπικής ή δυναμικής) ερμηνείας τού ομοουσίου και τον αποκλεισμό τής τριθεϊτικής ερμηνείας τού ομοουσίου.

Η ερμηνεία τής μιας υποστάσεως εν δύω φύσεσι για την ενανθρώπηση τού Θεού Λόγου, αφορούσε είτε τον αποκλεισμό τής νεστοριανής ερμηνείας τής σύμπτωσης δυο υποστάσεων σε ένα πρόσωπο, κατά το πρότυπο τής ηθικής ένωσης, είτε τον αποκλεισμό τής μονοφυσιτικής ερμηνείας ως συγχώνευσης τών δυο φύσεων τού σαρκωθέντος Λόγου σε μια φύση και μια υπόσταση.

Με βάση την λογική τού μη ετεροπροσδιορισμού, θα έπρεπε οι Πατέρες τής Εκκλησίας να μην προσδιορίζουν ως αιρετικές τις διδασκαλίες τών αιρετικών κατά την κατάρτιση τών συνοδικών όρων αναφορικά με την Αγία Τριάδα και τον Χριστό.

Φυσικά, η όλη λογική τού «μη ετεροπροσδιορισμού» βασίζεται στην παντελώς αντορθόδοξη άποψη ότι κανείς δεν θα αποφανθή περί τού ποιος είναι Εκκλησία και ποιος δεν είναι. Το ερώτημα είναι σαφές: Τι διαφορετικό έλεγαν οι προτεστάντες Μεταρρυθμιστές, όταν έκαναν λόγο για αόρατη εκκλησία που συμπεριλαμβάνει άπαντες: Ρωμαιοκαθολικούς, Προστεστάντες, Ορθοδόξους και λοιπούς Χριστιανούς, τους οποίους ο Θεός γνωρίζει, ενώ οι ορατές εκκλησίες είναι διασπασμένες;

Με την ευκαιρία αυτή πρέπει να υπενθυμίσω την απόφαση τής Α'  Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (Σαμπεζύ 21-28 Νοεμβρίου 1976), στην οποία καθορίσθηκε η θεματολογία τής Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Μεταξύ τών εκατό (100) περίπου θεμάτων που καθορίσθηκαν στην Α' Πανορθόδοξη Διάσκεψη τής Ρόδου (1961) επέλεξαν τα γνωστά δέκα (10) θέματα για την Ημερησία Διάταξη τής Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Όμως, στην ίδια απόφαση γράφεται ότι από τα άλλα προταθέντα θέματα εκείνα που συγκέντρωσαν την προτίμηση κατά δεύτερη προτεραιότητα είναι τέσσερα θέματα, ήτοι «αι πηγαί τής Θείας Αποκαλύψεως, έννοια τής Εκκλησίας, κωδικοποίησις ιερών Κανόνων και κανονικών διατάξεων, Οικονομία και ακρίβεια». Σημειώνεται δε στην απόφαση ότι τα θέματα αυτά «παραπέμπονται εις την ιδιαιτέραν μελέτην τών επί μέρους Εκκλησιών, προκειμένου ίνα ενδεχομένως τύχωσι μελλοντικής διορθοδόξου εξετάσεως».

Αυτό σημαίνει ότι τα θέματα για την έννοια τής Εκκλησίας, όπως και για την οικονομία και την ακρίβεια, στον τρόπο εισδοχής τών ετεροδόξων στην Ορθόδοξη Εκκλησία έπρεπε να μελετηθούν από τις επιμέρους Εκκλησίες, ώστε να συζητηθούν σε μια άλλη Σύνοδο, μετά την Αγία και Μεγάλη. Όμως, ποτέ δεν έγινε αυτό, τουλάχιστον για την δική μας Εκκλησία. Επομένως, δεν υπάρχει απόφαση τής Εκκλησίας μας για τους ετεροδόξους σε σχέση με την Εκκλησία μας. Αυτό σημαίνει ότι τα περί ετεροπροσδιορισμού πρέπει να λυθούν Συνοδικώς.

Τελικά, είναι απαράδεκτα από ορθοδόξους πλευράς τα όσα λέγονται περί ορισμού και αποφατισμού τής Εκκλησίας, η οποία όμως είναι Σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως, και τα όσα λέγονται περί μη ετεροπροσδιορισμού τών εκτός τής Ορθοδόξου Εκκλησίας Χριστιανών, οι οποίοι έχουν απομακρυνθή από την πίστη και την ζωή τής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

 

5. Ο “τεχνικός όρος” χρησιμοποιείται ως ουσιαστικός όρος

Επανερχόμενος στον λεγόμενο «τεχνικό όρο» για τις Χριστιανικές Ομολογίες ως «Εκκλησίες», θέλω να παρατηρήσω ότι καίτοι μερικοί χρησιμοποιούν τον όρον αυτό στους ετεροδόξους ως δήθεν «τεχνικό όρο», εν τούτοις στην πραγματικότητα αντιφάσκουν στους εαυτούς τους και αποδίδουν ουσιαστικό περιεχόμενο στον όρο, οπότε στην ουσία δεν τον θεωρούν «τεχνικό όρο». Αυτό θα τεκμηριωθή στα επόμενα.

Είναι γνωστόν ότι ο Μέγας Αθανάσιος στον αγώνα του να πείση τους Ομοιουσιανούς να αποδεχθούν την Σύνοδο τής Νικαίας τού 325, έστω χρησιμοποιώντας άλλη ορολογία, έγραφε: «Ειπάτωσαν και φρονείτωσαν απλούστερον μεν και αληθώς τον Υιόν φύσει Υιόν...». Δηλαδή, έκανε διάκριση, όπως φαίνεται και σε άλλα κείμενά του, μεταξύ ρημάτων και πραγμάτων, ρητού και νου-διάνοιας τού ρητού. Έγραφε: «Ου γαρ αι λέξεις την φύσιν παραιρούνται, αλλά μάλλον η φύσις τας λέξεις εις εαυτήν μεταβάλλει».

Στην προκειμένη όμως περίπτωση που μελετάμε το θέμα τής Εκκλησίας, δεν είναι μόνον η λέξη Εκκλησία που χρησιμοποιείται ως “τεχνικός όρος”, αλλά και στην χρήση τού νοήματος, τού πράγματος στο οποίο αναφέρεται η λέξη αυτή, αφού στον όρο «Εκκλησίες», όπως θα αποδείξουμε παρακάτω, δίνεται εκκλησιαστικότητα. Επομένως δεν ισχύει το επιχείρημα τής διακρίσεως ονομάτων και πραγμάτων στον όρο Εκκλησία. Θεωρώ ότι προσωπική συνείδηση εκείνων που υποστηρίζουν ότι η χρησιμοποίηση τού όρου «ετερόδοξες Εκκλησίες» είναι «τεχνικός όρος», είναι ότι στην ουσία δεν είναι «τεχνικός όρος», αλλά αποδίδεται σε αυτές τις ομάδες εκκλησιαστικότητα.

Δεν μπορεί διαφορετικά να εξηγηθή ότι στις συζητήσεις που γίνονταν στην Σύνοδο τής Κρήτης υποστηριζόταν το «έγκυρο και υποστατό τού Βαπτίσματος τών ετεροδόξων», ότι οι δυτικές «Εκκλησίες» έχουν μυστήρια, ότι με την απόσχισή τους από την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έγινε τίποτε σπουδαίο, αφού «εσχίσθησαν» οι Εκκλησίες μεταξύ τους, ήτοι η Ορθόδοξη Ανατολική με την Εκκλησία τής Ρώμης, όπως «σχίζεται ένα ράσο σε δύο κομμάτια, αλλά παρά ταύτα παραμένει ράσο»!!

Δεν είναι λογικό, αλλά ούτε και γλωσσολογικά αποδεκτό, να χρησιμοποιήται η ίδια λέξη, στην περίπτωση αυτή η λέξη Εκκλησία, αλλά και όσες είναι στενά συναρτημένες με αυτήν, δηλαδή οι λέξεις  βάπτισμα και μυστήριο με την «πραγματική» τους σημασία, ενώ στο κείμενο τής Μεγάλης Συνόδου που ανήκει στο ίδιο κειμενικό είδος –στην προκειμένη περίπτωση σε ένα κείμενο δογματικού χαρακτήρα– να χρησιμοποιούνται ως «τεχνικοί όροι».

Το ότι και αυτοί που χρησιμοποιούν τον όρο «Εκκλησίες» ως δήθεν «τεχνικό όρο» δεν το πιστεύουν και στην ουσία τις θεωρούν πραγματικές Εκκλησίες, αποδεικνύεται από την πρακτική που επικρατεί στο θέμα αυτό. Στα επίσημα κείμενα που έχουν υπογραφή μεταξύ τού Οικουμενικού Πατριαρχείου και τού Πάπα τής Ρώμης, όπως και σε διάφορες δηλώσεις, σαφέστατα γίνεται λόγος για πραγματικές Εκκλησίες, οπότε στην συνείδησή τους ο όρος Εκκλησίες δεν είναι «τεχνικός», αλλά ουσιαστικός. Θα παραθέσω μερικά πρόχειρα παραδείγματα.

 

Στην Ομολογία Θυατείρων (The Thyateira Confession) που έχει γραφή από τον Αρχιεπίσκοπο Θυατείρων και Μεγάλης Βρεττανίας Αθηναγόρα Κοκκινάκη και έχει εγκριθή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, γράφεται:

«Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ότι όσοι βαπτίζονται εις το όνομα τού Πατρός και τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος από Ιερέα ή από Λαϊκόν εν καιρώ ανάγκης είναι Χριστιανοί αληθινοί και ανήκουν εις την Εκκλησίαν και είναι μέλη τού Σώματος τού Χριστού που είναι Ένας και παραμένει αδιαίρετος ως Θεάνθρωπος».

Σε άλλο σημείο γράφεται:

«Όλοι οι Χριστιανοί με το ίδιον βάπτισμα εγίναμεν μέλη τού Σώματος τού Χριστού, που είναι η Εκκλησία. Όλοι κατά διαφόρους τρόπους και μορφάς αποβλέπομεν εις την Θείαν Ευχαριστίαν ως προς το Μυστήριον τής Κοινωνίας που μάς ενώνει με τον Χριστόν».

Αλλού γράφεται:

«Το γεγονός όμως είναι ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί λατρεύουν όπως και οι Ορθόδοξοι τον Ιησούν Χριστόν εις την θείαν Ευχαριστίαν».

Επίσης, αλλού γράφεται:

«Επεκράτησε, λόγω τής φιλίας, οι Ορθόδοξοι να κηδεύουν τους Αγγλικανούς και να κοινωνούν αυτούς όπου δεν υπάρχουν Αγγλικανοί Ιερείς. Επίσης όπου δεν υπάρχουν Ορθόδοξοι Ιερείς, οι Αγγλικανοί κηδεύουν και κοινωνούν τους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Τούτο γίνεται με την γνώσιν, αλλά και με την άγνοιαν τής Εκκλησίας εις μερικούς τόπους, αλλά και δια λόγους ανάγκης και Χριστιανικής Μυστηριακής φιλοξενίας. Έπειτα είναι βέβαιον ότι οι Χριστιανοί μόνοι των ζητούν την Κοινωνίαν. Είναι τούτο δείγμα τής διαθέσεως τού Λαού τού Θεού δια την ένωσιν τών Χριστιανών που τους συνδέει η Παράδοσις, η Αγία Γραφή, η Ιερωσύνη και το Πιστεύω τής Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως».

Ακόμη, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄  σε λόγο του που εκφώνησε την 5η Ιουνίου 1991 στο Bialystok τής Πολωνίας είπε:

«Σήμερα βλέπουμε καθαρότερα και εννοούμε καλύτερα το γεγονός ότι οι Εκκλησίες μας είναι αδελφές Εκκλησίες, όχι υπό την έννοια απλώς μιας εκφράσεως ευγενείας αλλά υπό έννοια μιας θεμελιώδους οικουμενικής εκκλησιολογικής κατηγορίας».

Είναι χαρακτηριστικά τα όσα αποφασίσθηκαν στην «Ζ' Γενική Συνέλευση τού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών» στους χώρους τής Ορθοδόξου Θεολογικής Σχολής τού Μπελεμεντείου (Balamand) Πανεπιστημίου τού Λιβάνου (17-24 Ιουνίου 1993).

Στο πρώτο μέρος τού κειμένου που τιτλοφορείται «Εκκλησιολογικαί Αρχαί», αφού γίνεται αναφορά στο πώς «προέκυψαν (αι) ανατολικαί Καθολικαί Εκκλησίαι» (Ουνία), οι οποίες αποκατέστησαν «την πλήρη κοινωνίαν με την Έδραν τής Ρώμης και παρέμειναν πισταί εις Αυτήν», στην συνέχεια γράφεται ότι ο τρόπος αυτός τής ενότητος, που αποκλήθηκε «ουνία» «δεν ημπορεί πλέον να γίνει αποδεκτός ούτε ως ακολουθητέα μέθοδος ούτε ως πρότυπον τής ενότητος την οποίαν αναζητούν αι Εκκλησίαι μας», αν και οι «Εκκλησίες» αυτές (Ουνία) «ως τμήμα τής καθολικής κοινωνίας, έχουν δικαίωμα να υπάρχουν και να δρουν δια να ανταποκριθούν εις τας πνευματικάς ανάγκας τών πιστών των».

Γιατί, όμως, γράφεται αυτό; Διότι τώρα, κατά την απόφαση αυτή, δεν υφίσταται ιδιαίτερο πρόβλημα, επειδή άλλαξε πλέον η θεώρηση μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, ήτοι «λόγω τού τρόπου δια τού οποίου Καθολικοί και Ορθόδοξοι θεωρούν εκ νέου εαυτούς εν τη σχέσει των προς το μυστήριον τής Εκκλησίας και ανακαλύπτουν εκ νέου εαυτούς ως αδελφάς Εκκλησίας». 

Διευκρινίζεται ακόμη περισσότερο ότι «οι δύο Εκκλησίες», Ορθόδοξη και Ρωμαιοκαθολική, έχουν την ίδια πίστη και ζωή, που ενεπιστεύθη ο Χριστός στην Εκκλησία. Γράφεται:

«Εκατέρωθεν αναγνωρίζεται ότι όσα ενεπιστεύθη ο Χριστός εις την Εκκλησίαν του –ομολογία τής αποστολικής πίστεως, μετοχή εις τα αυτά μυστήρια, κυρίως εις την μίαν ιερωσύνην την τελούσαν την μίαν θυσίαν τού Χριστού, αποστολική διαδοχή τών επισκόπων– δεν δύνανται να θεωρηθούν ως αποκλειστική ιδιοκτησία μίας τών ημετέρων Εκκλησιών. Είναι σαφές ότι εντός τού πλαισίου τούτου αποκλείεται πας αναβαπτισμός».

Αμέσως στην συνέχεια γράφεται:

«Δια τούτον ακριβώς τον λόγον η Καθολική Εκκλησία και η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζουν εαυτάς αμοιβαίως ως αδελφάς Εκκλησίας, από κοινού υπευθύνους δια την τήρησιν τής Εκκλησίας τού Θεού εν τη πιστότητι προς την θείαν οικονομίαν, ιδιαίτατα ως προς την ενότητα».

Διαβάζοντας την απόφαση αυτή, διερωτώμαι: Γιατί μερικοί εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τους ετεροδόξους Χριστιανούς ως «Εκκλησίες», υποστηρίζοντας ότι δήθεν είναι «τεχνικός όρος», ενώ από επίσημα κείμενα τού «Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών» αποδεικνύεται σαφέστατα ότι προσδίδεται εκκλησιαστικότητα στον όρο αυτό και επομένως είναι ουσιαστικός όρος και όχι τεχνικός;

Επί πλέον σε κοινές δηλώσεις μεταξύ Πάπα και Οικουμενικού Πατριαρχείου αποδίδεται στους εκτός τής Εκκλησίας Χριστιανούς εκκλησιαστικότητα και επομένως ο χρησιμοποιούμενος όρος Εκκλησία, για τους εκτός τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, δεν είναι τεχνικός όρος, αλλά ουσιαστικός. Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από μια τέτοια κοινή δήλωση (29-6-1995): 

 «Ο διάλογος ούτος –δια τής μικτής διεθνούς Επιτροπής– απεδείχθη καρποφόρος, και ηδυνήθη να προοδεύση ουσιαστικώς. Εξ αυτού προέκυψε κοινή τις μυστηριακή έννοια περί Εκκλησίας, στηριχθείσα και μεταδοθείσα συν τω χρόνω υπό τής αποστολικής διαδοχής. Εν ταις Εκκλησίαις ημών η αποστολική διαδοχή είναι θεμέλιον τού αγιασμού και τής ενότητος τού λαού τού Θεού. Θεωρούσα ότι εν πάση τοπική Εκκλησία επιτελείται το μυστήριον τής θείας αγάπης, και ότι ούτως η Εκκλησία τού Χριστού φανερώνει την εν εκάστη τούτων ενεργούσαν παρουσίαν αυτής, η μικτή Επιτροπή ηδυνήθη να διακηρύξη ότι αι Εκκλησίαι ημών αναγνωρίζουσιν αλλήλας ως Εκκλησίας αδελφάς, συνυπευθύνους εν τη διαφυλάξει τής μόνης Εκκλησίας τού Χριστού πιστής εις το θείον σχέδιον, όλως δε ιδιαζόντως εν όψει τής ενότητος».

Πιο κάτω δηλώνεται επισήμως:

«Εν όψει τούτων προτρέπομεν τους υφ' ημάς πιστούς, Καθολικούς και Ορθοδόξους, να ενισχύσωσι το πνεύμα τής αδελφοσύνης ήτις προκύπτει εκ τού μοναδικού βαπτίσματος και εκ τής συμμετοχής εις τα ιερά μυστήρια».

Και λίγο πιο κάτω δηλώνεται επισήμως:

«Ο Πάπας τής Ρώμης και ο Οικουμενικός Πατριάρχης συναντήσαντες αλλήλοις προσηύξαντο υπέρ τής ενότητος πάντων τών χριστιανών. Εν τη προσευχή αυτών περιέλαβον όλους όσοι άτε βαπτισθέντες αποτελούν μέλη τού σώματος τού Χριστού, ητήσαντο δε όπως αι διάφοροι κοινότητες ώσιν επί μάλλον και μάλλον πισταί εις το Ευαγγέλιον αυτού».

Τελικά εκείνο που ενοχλεί στην υπόθεση αυτή είναι ότι στις συζητήσεις εντός και εκτός τής Ορθοδόξου Εκκλησίας χρησιμοποιείται η διγλωσσία, τριγλωσσία και πολυγλωσσία, δεν υπάρχει ενιαία γλώσσα. Αλλιώς εκφράζονται σε ορθόδοξα και μοναχικά περιβάλλοντα και αλλιώς εκφράζονται σε ετερόδοξα περιβάλλοντα. Στην ουσία, όπως φαίνεται καθαρότατα, διολισθαίνουν από την αρχή τής αποκλειστικότητος στην αρχή τής περιεκτικότητος.

Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήση. Αυτή είναι η βασική γραμμή πολλών συγχρόνων Κληρικών και θεολόγων.

Νομίζω εκείνο που χρειάζεται σήμερα από τους υπευθύνους εκκλησιαστικούς άνδρες είναι ο συνδυασμός τής αληθείας με την αγάπη και η αρετή τής διακρίσεως. Δεν μπορούμε εν ονόματι τής αληθείας να στερηθούμε την αγάπη και την διάκριση ούτε χάριν τής αγάπης να στερηθούμε την αλήθεια. Στους διαλόγους με τις χριστιανικές ομάδες αυτές πρέπει να χαράσσωνται «κόκκινες γραμμές». Να ξέρη κανείς μέχρι ποιο σημείο μπορεί να προχωρήση ή να υποχωρήση, δηλαδή να οικονομή τα πράγματα, και μέχρι σε ποιο σημείο να παραμένη στην ακρίβεια. Αυτή η διάκριση γίνεται όπου υπάρχει φωτισμός νου και εμπειρική θεολογία.

Έτσι, οι εμπειρικοί θεολόγοι που γνωρίζουν εκ πείρας την άκτιστη δόξα που υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την πτώση τών Χριστιανών που απομακρύνθηκαν από αυτή, μόνον αυτοί γνωρίζουν να ομολογούν την αλήθεια και να αγαπούν πραγματικά τους ετεροδόξους Χριστιανούς. Αλλά τέτοιοι εμπειρικοί θεολόγοι αγνοούνται στους διαλόγους και δεν χρησιμοποιείται η πείρα τους, ακριβώς γιατί επιλέγεται η διπλωματία και όχι η θεολογία.

Το συμπέρασμα είναι ότι το «τεχνικός όρος» προσδιορίζεται με απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια για να αποφευχθή η αμφισημία. Όταν όμως ο «τεχνικός όρος» τίθεται σε αμφιβολία, τότε αυτοκαταργείται ως τεχνικός όρος και δεν χρησιμοποιείται ευκαιριακά και συμβατικά.

Έπειτα, το να χρησιμοποιήται σε κείμενο ομολογιακό Μεγάλης Συνόδου ο όρος Εκκλησία από ορθοδόξου θεολογικής πλευράς και να ομολογήται ότι είναι το Σώμα τού Χριστού και η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και ταυτοχρόνως να χρησιμοποιήται και ο όρος Εκκλησίες για τους εκτός αυτής ως «τεχνικός όρος», είναι παράδοξο, αντιφατικό και υπερβολικά προβληματικό από κάθε άποψη, και από ορθόδοξη πλευρά και από γλωσσολογική.

Ακόμη, είναι διγλωσσία και πολυγλωσσία το να υποστηρίζεται άλλοτε μεν ότι η χρησιμοποίηση τού όρου «Εκκλησίες» για τους ετεροδόξους είναι «τεχνικός όρος», άλλοτε δε, σε επίσημες μάλιστα αποφάσεις, να αποδίδεται στον λεγόμενο «τεχνικό όρο» ουσιαστικό νόημα και εκκλησιαστικότητα. Έτσι, άλλοτε γίνεται λόγος για «τεχνικό όρο» και άλλοτε για ουσιαστικό όρο. Αυτό δείχνει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα.

Εξίσου μεγάλο πρόβλημα είναι το να υποστηρίζεται ότι ο όρος Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως, είναι περιγραφικός όρος και μια απλή εικόνα και ότι δήθεν εκφράζεται και εδώ η αποφατικότητα και ότι δεν μπορούμε να ετεροπροσδιορίσουμε τους εκτός τής Εκκλησίας Χριστιανούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από την πίστη τής Εκκλησίας, όπως εκφράσθηκε από τους Πατέρες στις Οικουμενικές Συνόδους.

Τελικά, τα εκκλησιολογικά θέματα είναι σοβαρά και πρέπει να αντιμετωπίζονται με υπευθυνότητα και μέσα από την πατερική διδασκαλία, όπως εκφράσθηκε συνοδικά. Οι Πατέρες όταν ομιλούσαν για δογματικά και εκκλησιαστικά θέματα, χρησιμοποιούσαν ακριβείς όρους μέσα από ορθόδοξες προϋποθέσεις. Και όταν έπρεπε να κάνουν κάποια αλλαγή τών όρων, το έκαναν με ουσιαστικές προϋποθέσεις, με μεγάλη προσοχή, ώστε να οριοθετήσουν την αλήθεια που ζούσαν εμπειρικά και για να διευκολύνουν την ενότητα τής Εκκλησίας και όχι χάριν μιας επικοινωνιακής διπλωματίας.

Βεβαίως, όπως έχει σημειωθή επανειλημμένως στο κείμενο αυτό, ο όρος Εκκλησία δεν είναι περιγραφικός, αλλά είναι το τεθεωμένο Σώμα τού Χριστού, γι' αυτό και είναι «η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία». –

Δημιουργία αρχείου: 29-8-2017.

Τελευταία μορφοποίηση: 29-8-2017.

ΕΠΑΝΩ