Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Βιβλία, Πατέρες και Δογματικά

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

Η ιστορία τού Δόγματος από τής εποχής τών Απολογητών μέχρι του 318 μ.Χ.

Μέρος Δεύτερον

Τού Ανδρέα Θεοδώρου

Τακτικού Καθηγητού τού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Γ΄ Κεφάλαιο

Η θεολογία των Aντιγνωστικών Πατέρων

β) Η θεολογία του Τερτυλλιανού

2) Η περί κόσμου διδασκαλία

1. Το σχέδιον της δημιουργίας του κόσμου υπήρχε μεν προαιωνίως εν τω Θεώ, (εν τω ενδιαθέτω Λόγω), όμως η εξωτερική πραγματοποίησις αυτού ήτο έργον του προφορικού Λόγου, δηλαδή του Υιού του Θεού (Adv. Prax. 69). Κατά τον Τερτυλλιανόν το έργον τούτο δεν συνίστατο εις την εκ του μηδενός («ex nihilo») δημιουργίαν του κόσμου, αλλ' εις την εύτακτον υπό του Υιού διάταξιν και διακόσμησιν των όντων.676 Τοιουτοτρόπως ο Υιός φέρεται ως ο διάκονος του Πατρός εν τη δημιουργία («minister», «arbiter»), ως το όργανον (ιδέα των Απολογητών) δια του οποίου πραγματοποιείται τα προαιώνιον περί της δημιουργίας των όντων σχέδιον της θείας βουλής.

2. Το δόγμα της υπό του Θεού δημιουργίας των όντων ο Τερτυλλιανός αντιβάλλει μετά σφοδρότητος εναντίον των αιρετικών, οι οποίοι κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον διεστρέβλωνον αυτό. Ούτως, ο μεν Ερμογένης εξελάμβανε την ύλην ως αιωνίαν — ως αιώνιος είναι ο Θεός — πηγήν του κακού· ενώ ο Μαρκίων, παρεδέχετο μεν την δημιουργίαν, απέδιδεν όμως αυτήν εις τον δίκαιον της Π. Διαθήκης Θεόν. Εναντίον των κακοδοξιών τούτων ο Τερτυλλιανάς μετ' εμφάσεως τονίζει, ότι ο κόσμος είναι εκ φύσεως καλός, ουδέν στοιχείον υπάρχει εν αυτώ ανάξιον του αγαθού Θεού (De resurr. carn. 11. PL 2, 809).

3. Τα πρώτα δημιουργήματα του Θεού, τα πλέον ανεπτυγμένα, ήσαν οι άγγελοι. Την ύπαρξιν τούτων απεδέχοντο τόσον οι Έλληνες φιλόσοφοι (ο Πλάτων), όσον και αι αρχαίαι ειδωλολατρικαί θρησκείαι και η εθνική λαϊκή συνείδησις677 και πίστις. Κυρίως όμως περί αγγέλων διδάσκει η Αγία Γραφή. Οι άγγελοι είναι πνεύματα «υλικά», προελθόντα εκ του εμφυσήματος του Θεού,678 κατέχοντα σώμα πυρώδες και λεπτόν, το οποίον δύναται να μετατίθεται ευκόλως και με ταχύτητα θαυμαστήν. Επί των ανθρώπων οι άγγελοι ασκούν επιστασίαν προστατευτικήν, αγρυπνούντες κυρίως δια την προστασίαν των μικρών παιδίων679. Συνήθως εμφανίζονται εις τους ανθρώπους με σώμα το οποίον δίδεται εις αυτούς αναλόγως της εκάστοτε παρουσιαζομένης περιστάσεως.680

4. Μετά τους αγγέλους, το σπουδαιότερον δημιούργημα του Θεού είναι ο άνθρωπος. Της ανθρωπολογίας του Τερτυλλιανού, η οποία είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, τα κυριότερα σημεία είναι τα ακόλουθα:

α) Ο κόσμος εδημιουργήθη υπό του Θεού χάριν του ανθρώπου681 (ιδέα απαντώσα παρά τοις Απολογηταίς). Την υψηλήν περιωπήν και το αξίωμα του ανθρώπου εμφαίνει κυρίως ο τρόπος, κατά τον οποίον επλαστουργήθη ούτος υπό του Θεού.

β) Εν τη δημιουργία του ανθρώπου συνήργησαν τόσον ο Υιός, όσον και το Πνεύμα το Άγιον, ως ίδια, αυτοτελή και συγκεκριμένα πρόσωπα (ο Υιός ως «secunda persona» και το Πνεύμα το Άγιον ως «tertia persona»). Τα πρόσωπα ταύτα ο Τερτυλλιανός χαρακτηρίζει ως «χείρας» Θεού682 (ιδέα απαντώσα και παρά τω Ειρηναίω), δια των οποίων προήλθεν εις το είναι ο άνθρωπος.

γ) Ο άνθρωπος πλασθείς εξ αγάπης υπό του Θεού φέρει εν εαυτώ την εικόνα του Θεού. Είναι «imago dei,683 «imago divina»684 «imago et similitude dei».685 H εικών ενταύθα, δεν είναι έννοια κενή περιεχομένου, αφηρημένη και φανταστική («imagines vacuae»),686 αλλ' ιδέα πραγματική, εμφαίνουσα την συγγένειαν ουσίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου: «ipse homo non tantum opus Dei, verum etiam et imago est»687.

δ) Ο εν τω ανθρώπω θείος εξεικονισμός έχει άμεσον αναφοράν προς τον Υιόν του Θεού, καθώς και προς το Πνεύμα το Άγιον,688 Η αναφορά όμως αυτή εις τον Υιόν έχει ιδιαιτέραν σημασίαν, διότι υπό Υιόν ο Τερτυλλιανός δεν εννοεί τον προφορικόν Λόγον του Πατρός, αλλά τον ένσαρκον Υιόν του Θεού, τον Χριστόν (ιδέα σαφώς Ειρηναιική): «Quodcumque enim limus exprimebatur, Christus cogitabatur, homo futurus, quod et limus, et sermo caro, quod et terra tunc. Sic enim praefatio patris ad filium: Faciamus hominem ad imaginem et similitudinem nostram: Et fecit hominem deus, id utique quod finxit, ad imaginem dei fecit ilium (Gen. 1, 26), scilicet Christi».689

ε) Συγκεκριμένως η εν τω ανθρώπω θεία «εικών» αποδίδεται υπό του Τερτυλλιανού εις το υλικόν σώμα του ανθρώπου. Ο Θεός δημιουργών το σώμα τούτο είχε προ οφθαλμών το σώμα του Χριστού, το οποίον θα ελάμβανεν ο Υιός του Θεού κατά την ενανθρώπισίν του επί της γης. Ο Θεός επλαστούργησε τον πηλόν συμφώνους προς το σχήμα του μέλλοντος να έλθη εις τον κόσμον Υιού του ανθρώπου.690 Επομένως ο πρώτος Αδάμ εξεικόνιζε τον Υιόν του Θεού (τον Χριστόν) κυρίως δια του σώματός του.691 Είναι κατά ταύτα φανερόν, ότι το σώμα του ανθρώπου, ως εξεικονίζον το σώμα του Χριστού, δεν είναι εκ φύσεως κακόν, ως επρέσβευον οι Γνωστικοί, αλλά καλόν και αγαθόν.

στ) Αν όμως η θεία «εικών» αναφέρεται εις το σώμα του ανθρώπου, η θεία «ομοίωσις» (similitudo) αναφέρεται εις την ψυχήν αυτού, η οποία, ως θείον εμφύσημα (flatus) μετέχει του Αγίου Πνεύματος. Την εν τη ψυχή ενοίκησιν του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν ομού μετά του θείου εμφυσήματος έλαβεν ο πρώτος άνθρωπος (ιδέα του Ειρηναίου) και την οποίαν δια της πτώσεώς του απέβαλεν, ανακτή ούτος και πάλιν δια του βαπτίσματος: «ita restituitur homo (δηλαδή εν τω βαπτίσματι) Deo ad similitudinem ejus, qui retro ad imaginem Dei fuerit; imago in effigie, similitudo in aeternitate censetur. Recipit enim ilium Dei Spiritum quem tunc de aflatu ejus acceperat sed post amiserat per delictum»692.

ζ) Ο άνθρωπος, ως ελέχθη, σύγκειται εκ δύο συστατικών μερών: του σώματος και της ψυχής. Την τελευταίαν τούτην ο Τερτυλλιανός ορίζει ως εξής: «Definimus animam Dei flatu natam, immortalem, corporalem, effigiatam, substantia simplicem, de suo sapientem, varie procedentem, liberam arbitrii, accidentiis obnoxiam, per ingenia mutabilem, rationalem, dominatricem, divinatricem, ex una redundantem».693 Το περίεργον εν τω ορισμώ είναι το στοιχείον της «σωματικότητος» της ψυχής,694 η οποία παρά ταύτα είναι αθάνατος.

Επί της φύσεως της αθανασίας της ψυχής ο Τερτυλλιανός δεν παρέχει διασαφήσεις, δεν λέγει, δηλαδή, κατά πόσον αυτή είναι φύσει η θέσει αθάνατος, ως έπραττον οι Απολογηταί. Ως προς την καταγωγήν της ψυχής ο Τερτυλλιανός είναι οπαδός της θεωρίας της μεταφυτεύσεως, κατά την οποίαν η ψυχή καταβάλλεται υπό των γεννητόρων εις τον άνθρωπον ομού μετά του φυσικού σώματος.695 Η θεωρία περί της προϋπάρξεως των ψυχών, ως και η φιλοσοφική περί μετεμψυχώσεως ιδέα απορρίπτονται υπ' αυτού.

η) Η ελευθερία της βουλήσεως αποτελεί βασικωτάτην ιδιότητα της ανθρώπινης ψυχής. Εν αυτή ευρίσκει την συγκεκριμένην έκφρασιν αυτής η μεταξύ Θεού και ανθρώπου συγγένεια. Εκ της επόψεως τούτης μελετωμένη η ελευθερία αποτελεί το μεγαλύτερον δώρον του Θεού προς τον άνθρωπον: «liberum et sui arbitrii et suae potestatis invenio hominem a deo institutum, nullam magis imaginem et similitudinem dei in illo animadvertens quam eismodi status formam».696 Δια της ελευθερίας της βουλήσεως — δια της οποίας ο άνθρωπος αυτοδιορίζεται ηθικώς — εξηγήται η παρουσία του ηθικού κακού και της αμαρτίας εν τω κόσμω.697

θ) Η ζωή των πρωτοπλάστων εν τω παραδείσω ήτο κατάστασις αθωότητος και φιλίας προς τον Θεόν.698 τητο ζωή μακαριότητος και ευδαιμονίας.699

Ο προπάτωρ όμως δεν παρέμεινε πιστός εις την υψηλήν περιωπήν του. Πρωταγωνιστής της πτώσεώς του υπήρξεν ο διάβολος, πνεύμα πονηρίας αποστατικόν και εισηγητής του κακού και της αμαρτίας εν τω κόσμω. Αιτία της κατά του ανθρώπου κινήσεως του διαβόλου υπήρξεν ο φθόνος της σκοτεινής του φύσεως δια την εν τω κόσμω περίοπτον θέσιν και τα αξίωμα εκείνου700 (τούτο εδίδαξε και ο Ειρηναίος).

Η αμαρτία των πρωτοπλάστων ουδεμίαν αναφοράν είχε προς τον Θεόν. Αυτή εστηρίζετο επί δύο σκελών: α) επί του φθόνου και της κακεντρεχείας του διαβόλου και β) επί του αυτεξουσίου και της ελευθέρας βουλήσεως του ανθρώπου. Η τελευταία αυτή απετέλεσε τον κυριώτερον παράγοντα της πτώσεως του ανθρώπου. Κατά τον Τερτυλλιανόν η εις τον άνθρωπον δοθείσα ελευθερία παρείχε δύο ενδεχόμενα: αφ' ενός μεν δι' αυτής ο άνθρωπος είχε την δυνατότητα στροφής του προς το αγαθόν (εις τούτο δ' απέβλεπεν η δια της δοθείσης εντολής ενάσκησις της βουλήσεως του ανθρώπου, ώστε το υπ' αυτού πραττόμενον αγαθόν να είναι ελεύθερον και ηθελημένον), αφ' ετέρου δε είχε την δυνατότητα χειραφετήσεως του ανθρώπου εκ του Θεού, απομακρύνσεώς του εκ του αγαθού και εκπτώσεώς του εις την αμαρτίαν.701

Εκ των δύο τούτων δυνατοτήτων ο λογικός άνθρωπος επραγματοποίησεν αυτοβούλως την δευτέραν. Εν επιγνώσει του και αβιάστως παρέβη την εντολήν του Θεού. Επομένως η ουσία του προπατορικού αμαρτήματος ήτο η «transgressio legis».702 Ως όμως είναι νοητόν, η παράβασις σημαίνει ενοχήν, αύτη δε επισπάται την τιμωρόν χείρα του Θεού. Ο Θεός έναντι του ανθρώπου καθίσταται εφεξής Κύριος τιμωρός και αυστηρός.703 Η δικαία οργή του περιβάλλει τον αποστάτην.704

ι) Μεταξύ των κακών, τα οποία ερρύησαν εκ του παραπτώματος του Αδάμ, το χειρότερον όλων υπήρξεν ο θάνατος, ο δεσπόζων ασφυκτικώς επί της φύσεως του παραβάτου: «Quí autem primordia hominis novimus, audenter determinamus mortem non ex natura secutam hominem, sed ex culpa Deníque si non deliquisset, nequaquam obisset».705

Παραλλήλως, δια της προγονικής παραβάσεως εισεβιβάσθη εις όλας ανεξαιρέτως τας ψυχάς είς ρύπος ηθικός, μία μόλυνσις πνευματική.706 Ταύτα δέχεται η ψυχή δια της φυσικής του ανθρώπου γεννήσεως, δια της οποίας ούτος συνάπτεται προς την φύσιν του Γενάρχου, η οποία πάλιν τον καθιστά κληρονόμον της διαστροφής αυτής και της οφειλομένης εις αυτήν ποινής.707

Ότι η περί μεταφυτεύσεως της ψυχής θεωρία του Τερτυλλιανού διευκολύνει τας ανωτέρω εκφραζομένας ιδέας αυτού, είναι αφ' εαυτού φανερόν. Ομοίως φανερόν είναι, ότι ο Τερτυλλιανάς το προπατορικόν αμάρτημα εντοπίζει κυρίως εις τας συγκεκριμένος συνεπείας και το κακά, το οποία απέρρευσαν εκ του παραπτώματος του Αδάμ.708

Τέλος, δια του προπατορικού αμαρτήματος επλήγη μεν η ελευθερία του ανθρώπου, όμως δεν εξέλιπε παντελώς. Ο άνθρωπος ουδέποτε έπαυσε να είναι αυτεξούσιος, και ως τοιούτος υπεύθυνος δια τας πράξεις του.709

 

Σημειώσεις


676. Ο Τερτυλλιανός, αναφερόμενος εις το περί κοσμοποιίας κεφάλαιον της Γενέσεως διακρίνει τα κάτωθι τρία στάδια: 1) την «πρώτην δημιουργίαν» (creetio prims») υπό του Θεού (κατά το Γεν. 1,2), άνευ της παρεμβάσεως της Σοφίας (a fortiori δε του Λόγου) αυτού. 2) την «τελείαν γέννησιν του Λόγου» («nativites perfects Sermonis») ή την προβολήν του Λόγου «extra sinum Dei» (Γεν. 1, 3 «flet Iuk»). 3) την «δευτέραν δημιουργίαν» («creatio secunde») όλων των ειδών και των συγκεκριμένων ουσιών από του Θεού τη βοηθεία του Λόγου αυτού (Ιωάννης 1,3) (Παράβαλλε K. Wölfl, μν. έργ., σελ. 172).

677. Apol. 22. 32. PL 1, 463. 509.

678. Adv. Msrc. Il, 8. Ill, 9. PL 2, 294-333.

679. De anima, 37. PL 2, 713-714.

680. Adv. Marc. Ill, 9. De carne Christ), III, 6. PL 2, 333. 757. Οι άγγελοι όμως δεν παρέμειναν όλοι πιστοί εις το θέλημα του Θεού. Φαίνεται ότι το πρώτον αμάρτημα του διαβόλου ήτο ο φθόνος του εναντίον του ανθρώπου (ιδέα του Ειρηναίου). Κυρίως όμως — στηριζόμενος εις το της Γεν. 8, 1, 2 — την πτώσιν των αγγέλων ο Τερτυλλιανός βλέπει εις την σαρκικήν ένωσιν αυτών μετά των θυγατέρων των ανθρώπων, εκ της οποίας εγεννήθησαν οι δαίμονες (ιδέα των Απολογητών), οι οποίοι μάλιστα είναι περισσότερον κακοί των πεπτωκότων αγγέλων (Apol. 22. PL 2, 464 και εξής). Τόσον ο διάβολος όσον και οι δαίμονες χρησιμοποιούν όλας τας δυνάμεις αυτών δια να παραπλανήσουν τον άνθρωπον και να τον απολέσουν. Παρά ταύτα η δύναμίς των είναι περιορισμένη, ηττώνται δ' ούτοι δια των Χριστιανικών εξορκισμών. (Βλέπε G. Bardy, μν. έργ., σελ. 152).

681. De spect. 2, PL 1, 707.

682. Adv. Harm. 45, 1. PL 2, 237: «denique sermones elus caeli confirmati sunt et spiritu ipsius universee virtutes eorum (Ps 32,8). Hic est dei dextra et manus ambae per quas operatus est atque molitus est — opera enim manuum tuarum, inquit, caeli (Ps 101, 28)».

683. De anima, 37. De spect. 2. PL 2, 715. 1, 706.

684. Adv. Val. 2. PL 1, 544.

685. Adv. Marc. II, 4. 5. PL 2, 288. 290.

686. De anima, 46. PL 2, 726.

687. De spect. 2. PL 1, 706.

688. Adv. Prax. 12. PL 2, 183.

689. Res. Cam. 6. PL 2, 802.

690. Αυτόθι.

691. Res. carn. 53. PL 2, 874.

692. De bapt. 5. PL 1, 1314.

693. De anima, 22. PL 2, 686.

694. Το σώμα τής ψυχής είναι οπωσδήποτε λεπτότερον τών άλλων σωμάτων. παρά ταύτα φέρει τούτο όλας τας ιδιότητας τών φυσικών σωμάτων: έχει ωρισμένην έξιν (habitus), πέρας (terminus), τρεις διαστάσεις, ωρισμένην μορφήν και χρώμα, είναι εντόνως ωχρόν και αερώδες. Ως προς το τελευταίον τούτο σημείον ο Τερτυλλιανός αναφέρεται εις τας αποκαλύψεις μιας μοντανιστρίας γυναικός, η οποία εν οράματι είδε το σχήμα μιας ανθρωπίνης ψυχής. Επί τών άλλων σημείων ο αφρικανός συγγραφεύς προσφεύγει εις την αυθεντίαν των Στωικών, κυρίως του ιατρού Soranus, δια να καταρρίψη τας επί της πνευματικής φύσεως του σώματος αντιλήψεις του Πλάτωνος (G. Bardy, μν. έργ., σελ. 152).

695. De anima, 27. PL 2, 694 και εξής κατά την θεωρίαν της μεταφυτεύσεως όλαι αι ψυχαί των ανθρώπων θεωρούνται ως εμπεριεχόμεναι εν τω Γενόρχη, εκ του οποίου και προέρχονται.

696. Adv. Marc. II, 5. II, 6. PL 2, 290. 291.

697. Adv. Marc. II, 6-7. PL 2, 289-294.

698. «lnnocens erat, et deo de proximo amicus et paradisi colonus» (De Pat. 5. PL 1, 1368).

699. Adv. Marc. II, 10. PL 2,. 296.

700. De Pet. 5. PL 1, 1367.

701. Adv. Marc. Il, 6. PL 2, 292.

702. Adv. Marc. Il, 2. PL 2, 286.

703. Adv. Marc. Il, 11. PL 2, 298.

704. «Hinc prima indicii unde delicti origo, hinc deus irasci exorsus unde offendere homo inductus» (De Pat. 5, 12). Περί της δυνατότητος και δικαιώσεως άμα «παθημάτων» εν τω Θεώ, βλέπε. Adv. Marc. I, 25 και εξής (Βλέπε Κ. Wölfl, μν. έργ., σελ. 187).

705. Da anima, 52. PL 2, 738.

706. «Ita omnis anima eousque in Adam censetur, donec in Christo recenseatur, tamdiu immunda quamdiu recenseatur» (De anima, 40. PL 2, 719).

707. Da test. An. III. PL 1, 686.

708. Ούτω δεν κάμνει λόγον περί της δια της αμαρτίας απωλείας της αρχεγόνου δικαιοσύνης του ανθρώπου.

709. Adv. Marc. II, 8. PL 2, 296.

 


Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο


Δημιουργία αρχείου: 15-3-2019.

Τελευταία μορφοποίηση: 15-3-2019.

ΕΠΑΝΩ