Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Έρευνα για το κτιστό και το Άκτιστο

Βιβλία

Αγία Γραφή

 
Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

 

Απλή Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη

Τού Ιερεμία Φούντα Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως

Επίκουρου Καθηγητή τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών στην έδρα Εισαγωγής στην Π.Δ. και ερμηνείας τού κειμένου τών Ο'

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11ο.

Μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης[33]


1. Ταργκουμείμ

Μετά την βαβυλώνιο αιχμαλωσία ο Ιουδαϊκός λαός ευρέθη μεταξύ λαών που ομιλούσαν την Αραμαϊκή γλώσσα και έτσι σιγά-σιγά ελησμόνησε την μητρική του Εβραϊκή. Γι’ αυτό στην Συναγωγή δεν κατανοούσε τις αναγινωσκόμενες στην Εβραϊκή γλώσσα βιβλικές περικοπές και έτσι υπήρξε ανάγκη να μεταφραστούν αυτές στην Αραμαϊκή. Οι μεταφράσεις αυτές της Παλαιάς Διαθήκης από το Εβραϊκό κείμενο στην Αραμαϊκή λέγονται «Ταρκουμείμ».

 

2. Μετάφραση των Ο'

Το ίδιο πάλι με την επικράτηση του ελληνισμού στον χώρο της Ανατολής από τον 4ο π. Χ. αι, οι Ιουδαίοι της διασποράς (οι εκτός της Παλαιστίνης), και μάλιστα οι Ιουδαίοι που έμειναν στην Αίγυπτο, λησμόνησαν όχι μόνο την μητρική τους Εβραϊκή, αλλά και αυτή την ομιλούμενη απ’ αυτούς Αραμαϊκή, γιατί μιλούσαν πλέον όλοι την Ελληνική. Έτσι υπήρξε πάλι ανάγκη να μεταφραστεί η ιερή τους Βίβλος στην Ελληνική γλώσσα για να τους είναι καταληπτή. Αρχικά εγίνοντο ελληνικές μεταγραφές, εγίνετο δηλαδή αναπαραγωγή του Ελληνικού κειμένου με Ελληνικά γράμματα. Αργότερα κατά τον 3ο αι, με την ανάδειξη της Αλεξάνδρειας σε ελληνιστικό πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο, ελληνιστές Ιουδαίοι με καλή γνώση της Εβραϊκής και της Ελληνικής γλώσσας και με σωστό βιβλικό φρόνημα, μας εξεπόνησαν από το Εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης μία περίφημη μετάφρασή του στην Ελληνική, την λεγομένη Μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο'). Είναι η παλαιότερη και σπουδαιότερη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από το πρωτότυπο Εβραϊκό κείμενο.

Όλο αυτό το μεταφραστικό έργο άρχισε από την μετάφραση της Πεντατεύχου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου κατά το πρώτο ήμισυ του 3ου αι. π. Χ. και σε διάστημα διακοσίων περίπου ετών επεκτάθηκε και στα άλλα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Η Ελληνική της Μεταφράσεως των Ο΄ είναι η κοινή Ελληνιστική γλώσσα ή κοινή Ελληνική (δημώδης), που ομιλούσαν οι ελληνιστές Ιουδαίοι και εθνικοί στην Αίγυπτο κατά τους χρόνους των Πτολεμαίων· χαρακτηρίζεται όμως η Μετάφραση αυτή στην σύνταξή της από σημιτισμούς και αραμαϊσμούς. Πρέπει όμως να πούμε και μάλιστα να τονίσουμε ότι όλοι οι μεταφραστές δεν απομακρύνθηκαν από το πνεύμα του θεοπνεύστου πρωτοτύπου κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, ούτε το παραποίησαν ζητούντες να το συμβιβάσουν με τις θρησκευτικές αντιλήψεις του Ελληνίζοντος Ιουδαϊσμού. [34] Και ασφαλώς σ' αυτό βλέπουμε τον δάκτυλο της θείας προνοίας, ότι η Μετάφραση των Ο΄ είναι «θεόθεν οικονομηθείσα», όπως λέγει ο Ευσέβιος Καισαρείας. Και ακόμη πρέπει να πούμε ότι οι εκπονητές της Μεταφράσεως των Ο΄ δεν ήταν απλοί μεταφραστές, αλλά ερμηνευτές του πρωτοτύπου κειμένου.

Την Μετάφραση αυτή χρησιμοποίησαν οι Άγιοι Απόστολοι και η Εκκλησία μας στην λατρεία της, όπως και οι Άγιοι Πατέρες στην ποιμαντική τους και στις τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους. Έτσι καθαγιάστηκε με την χρήση αυτή και μάλιστα με την χρήση της στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας. Ως θεόπνευστη όμως δεν εδέχθη ποτέ η Εκκλησία την Μετάφραση αυτή, γιατί, όπως λέγει ορθώς ο Ανδρούτσος, «θεοπνευστία μεν εν μεταφράσει ουδένα λόγον έχει, η δε Καινή Διαθήκη ποιείται χρήσιν και του Εβραϊκού πρωτοτύπου… Ομοίως δε ουδέποτε απεδοκιμάσθη η υπό εκκλησιαστικών ανδρών διόρθωσις των Ο΄ επί τη βάσει του πρωτοτύπου»[35]

Για την εκτίμηση της Μεταφράσεως των Ο΄ πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν ότι αυτή έγινε από νεκρή σημιτική γλώσσα και μάλιστα από κείμενο με σύμφωνα μόνο. Ακόμη, το θαυμάσιο αυτό δημιούργημα των Ο', επειδή αντιπροσωπεύει παράδοση κειμένου κατά πολύ παλαιοτέρα του Μασωριτικού, βοηθεί τα μέγιστα στην βιβλική κριτική έρευνα για την αναζήτηση του αυθεντικού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης.

Επειδή, όπως είπαμε, την Μετάφραση των Ο΄ χρησιμοποίησε η Εκκλησία και για την λατρεία της και για την ποιμαντική της, αλλά και για τους χριστολογικούς διάλογους της με τους Ιουδαίους, γι’ αυτό και αυτοί την διέβαλαν ως «μη ούσα εν τισιν αληθής» (Ιουστίνου, Διάλογος προς Τρύφωνα 68) και ακόμη οι Ιουδαίοι είπαν ότι αυτή ενοθεύθη από τους Χριστιανούς, με το επιχείρημα μάλιστα ότι αυτή στηρίζεται σε πολύ παλαιότερα πρωτότυπα. Είναι όμως αλήθεια ότι το κείμενο των Ο', λόγω της ευρείας εξαπλώσεως του, αντεγράφετο συνεχώς και όπως ήταν φυσικό εγίνοντο λάθη από τους αντιγραφείς, αλλά και θα εγίνοντο και σκόπιμες επεμβάσεις στο κείμενο. Γι’ αυτό και στην αρχαία Εκκλησία έγιναν προσπάθειες για να απαλλάξουν την Μετάφραση των Ο΄ από ακούσια λάθη ή και από εκούσιες επεμβάσεις για να την επαναφέρουν έτσι στο αρχέτυπο κείμενό της. Τέτοιο έργο ανέλαβε κατά πρώτον ο μεγάλος θεολόγος και εκκλησιαστικός συγγραφέας, γνώστης της Εβραϊκής, ο Ωριγένης ο Αλεξανδρεύς (185-254) και εμφάνισε ένα ογκώδες και θαυμαστό για την εποχή του κριτικό έργο αναθεώρησης του κειμένου των Ο'. Όμως το μεγάλο σχέδιο του να συμμορφώσει το κείμενο των Ο΄ προς το σύγχρονο του Εβραϊκό κείμενο δεν πέτυχε. Η Εκκλησία παρέμεινε πιστή στην προωριγένεια έκδοση του κειμένου των Ο΄ (την λεγομένη «κοινή»), αναγνωρίζοντας όμως την προσφορά του Ωριγένους στην βιβλική κριτική έρευνα.

Λόγω της αποτυχίας του Ωριγένους το ίδιο με αυτόν έργο ανέλαβε ο Πρεσβύτερος Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (+312 μ. Χ.), γνώστης και αυτός της Εβραϊκής. Και αυτός πάλι επέφερε σύγχυση στο υπάρχον κείμενο της Μεταφράσεως των Ο', χωρίς πάλι να παραθεωρείται και αυτού η προσφορά για την κριτική του κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης.

Αλλά για τον ίδιο σκοπό, για την αποκατάσταση του αρχετύπου της Μεταφράσεως των Ο', την ίδια εποχή εργαζόταν στην Αίγυπτο ο Επίσκοπος και μάρτυρας Ησύχιος (+311 μ. Χ.). Και η εργασία όμως αυτή του Ησυχίου δεν επέτυχε, αλλά περιέπλεξε και αυτή το υπάρχον κείμενο της Ελληνικής μεταφράσεως της Παλαιάς Διαθήκης. Στις ουσία οι γενόμενες αναθεωρήσεις του κειμένου της Μεταφράσεως των Ο', και η Ωριγένεια και η Λουκιάνεια και η Ησυχίεια, δεν πέτυχαν τον σκοπό τους, αλλά επέφεραν σύγχυση και ζημίωσαν μάλλον την προωριγένεια μορφή του κειμένου.

Εκείνο πάντως που πρέπει να γνωρίζουμε ως προς την σχέση της Μεταφράσεως των Ο΄ προς το Μασωριτικό, είναι ότι αυτή είναι αρχαιότερη από το Μασωριτικό. Η Μετάφραση των Ο΄ άρχισε από τον 3ο π. Χ. αι, ενώ η όλη εργασία των Μασωριτών έγινε από τον 6ο μέχρι τον 10 μ. Χ. αι. Αυτό σημαίνει ότι η Μετάφραση των Ο΄ στηρίχθηκε σε πρότυπα Εβραϊκά κείμενα (χωρίς φωνήεντα) αρχαιότερα από εκείνα που χρησιμοποίησαν οι Μασωρίτες. Είναι όμως αλήθεια ότι ενώ οι Ο΄ βασίζονται σε αρχαιότερα Εβραϊκά πρότυπα, όμως αποκλίνουν απ’ αυτά λόγω αντιγραφικών λαθών και λόγω άλλης ερμηνείας που δίνουν αυτοί, γιατί είπαμε ότι οι Ο΄ δεν είναι απλοί μεταφραστές, αλλά ερμηνευτές.

Τα χειρόγραφα της Μεταφράσεως των Ο΄ είναι άλλα σε μεγαλογράμματη και άλλα σε μικρογράμματη γραφή. Τα πρώτα γραμμένα με κεφαλαία γράμματα και χωρίς διαχωριστικά και τονικά σημεία φθάνουν μέχρι τον 10ο μ. Χ. αι. Τα δεύτερα τα γραμμένα με μικρά γράμματα εμφανίζονται τον 9ο αι. και επικρατούν οριστικά τον 11ο μ. Χ. αι. Οι σπουδαιότεροι μεγαλογράμματοι χειρόγραφοι κώδικες σε περγαμηνή που περιέχουν το κείμενο της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, από τους οποίους έχουμε και τις έντυπες εκδόσεις της Αγίας Γραφής είναι οι εξής:

α) Βατικανός Κώδικας (Codex Vaticanus, Β). Είναι ο αρχαιότερος κώδικας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Χρονολογείται από τις αρχές του 4ου αι. μ. Χ. και από τον 15ο αι. ευρίσκεται στη Ρώμη στην βιβλιοθήκη του Βατικανού. Το κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης που παρουσιάζει ο κώδικας αυτός θεωρείται ως το καλύτερο.

β) Αλεξανδρινός Κώδικας (Codex Alexandrinus, Α). Εγράφη στην Αίγυπτο στις αρχές του 5ου αι. και ανήκε στην βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου της Αλεξανδρείας. Σήμερα όμως είναι κτήμα του Βρεττανικού μουσείου του Λονδίνου. Ο Αλεξανδρινός Κώδικας, όπως και ο Σιναϊτικός, περιέχει ολόκληρη σχεδόν την Παλαιά Διαθήκη.

γ) Σιναϊτικός Κώδικας (Codex Sinaiticus, S). Περιέχει όλα μεν τα ποιητικά και προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ περιέχει ένα μόνο μέρος από τα ιστορικά βιβλία. Ανακαλύφθηκε τμηματικά το 1844 (43 φύλλα του) και το 1859 (156 φύλλα) από τον Κ. Tischendorf στην Ιερά Μονή της αγίας Αικατερίνης στο Σινά, γι’ αυτό και λέγεται «Σιναϊτικός». Χρονολογείται από τον 4ο αι. μ. Χ. Το κύριο σώμα του κώδικα από το 1933 ευρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του φυλάσσεται στην βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Λειψίας.

Εκτός απ’ αυτούς τους κώδικες υπάρχουν και άλλοι που περιέχουν τμήματα μόνο από το κείμενο της Μεταφράσεως των Ο'. Βλέπε Αθανασίου Χαστούπη, Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, εν Αθήναις 1881, σελ. 595. 596 και Σταύρου Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Ο' Γενική Εισαγωγή, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 154. 155.

 

3. Μεταφράσεις των Ακύλα, Θεοδοτίωνος και Συμμάχου

Οι Ιουδαίοι, ενώ στην αρχή πανηγύριζαν για την Μετάφραση των Ο', για το γεγονός μάλιστα ότι αυτή εκπονήθηκε στην Αλεξάνδρεια, όμως πολύ σύντομα, κατά τον 1ο μ. Χ. αι. στράφηκαν εναντίον της τόσο πολύ, ώστε να θεωρούν ως αποφράδα την ημέρα της εμφάνισης της. Αυτό συνέβη γιατί, όπως είπαμε, την Μετάφραση αυτή χρησιμοποίησε από την αρχή η Χριστιανική Εκκλησία. Έτσι από τον 2ο μ. Χ. αι. δημιουργήθηκε η ανάγκη για νέες ελληνικές μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης προς χάριν των ελληνοφώνων Ιουδαίων της Διασποράς, αφού αυτοί απέρριπταν την Μετάφραση των Ο'. Έτσι, γι’ αυτόν τον λόγο, εμφανίστηκαν και άλλες ελληνικές μεταφράσεις του Εβραϊκού κειμένου, όπως του Ακύλα (περί το 130 μ. Χ), του Θεοδοτίωνος (στα μέσα του 2ου αι. μ. Χ.), του Συμμάχου (αρχές του 3ου αι. μ. Χ.) και άλλες ανώνυμες μεταφράσεις. Από τις παραπάνω μεταφράσεις εκτιμήθηκε από τους Χριστιανούς η μετάφραση του Θεοδοτίωνος, γιατί αυτός ήταν απαλλαγμένος από τις Ιουδαϊκές προλήψεις των χρόνων του και απέδωσε το εβραϊκό κείμενο με σωστή Ελληνική γλώσσα. Γι’ αυτό και η Εκκλησία χρησιμοποίησε την μετάφραση αυτή του Θεοδοτίωνος στο βιβλίο του προφήτου Δανιήλ ως ακριβέστερη στο βιβλίο αυτό από την Μετάφραση των Ο'.

 

4. Βουλγάτα

«Βουλγάτα» καλείται η επιστήμη Βίβλος της λατινικής Εκκλησίας, που φιλοπονήθηκε από τον Ιερώνυμο. Έγινε με βάση το σύγχρονο του Ιερωνύμου Εβραϊκό και Αραμαϊκό πρωτότυπο (390-405). Στην αρχή η λατινική Εκκλησία χρησιμοποιούσε για τις θρησκευτικές της ανάγκες λατινικές μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης από το κείμενο των Ο΄ γνωστές με το όνομα Vetus Latina. Σύντομα όμως απέκτησε και λατινική μετάφραση από το πρωτότυπο Εβραϊκό κείμενο. Η μετάφραση αυτή πολεμήθηκε στην αρχή (κυρίως από τον Ρουφίνο και τον Αυγουστίνο) γιατί φαινόταν ότι απομακρύνεται από τους Ο΄ και τις παλαιές λατινικές μεταφράσεις (Itala), αλλά τελικώς επεβλήθη και κατά τον 16ο αι. η σύνοδος της Τριδένδου (1546) θέσπισε την αυθεντία της και την χαρακτήρισε ως «Vulgata», δηλαδή «κοινή», «λαϊκή», εκφράζοντας έτσι την ευαρέσκεια του λαού προς αυτήν.

5. Πεσίττα

Για τις ανάγκες της Συριακής Εκκλησίας έγιναν από παλαιά μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης στην συριακή γλώσσα, στην Αραμαϊκή δηλαδή εκείνη διάλεκτο την συγγενή προς την Παλαιστινιακή Αραμαϊκή γλώσσα των χρόνων του Κυρίου. Την γλώσσα αυτή ομιλούσαν οι Χριστιανοί Αραμαίοι που κατοικούσαν την χώρα περί τον Λίβανο, την παλαιά Μεσοποταμία και την περιοχή επάνω από τον Τίγρητα. Οι συριακές μεταφράσεις έχουν μεγάλη σπουδαιότητα για την αρχαιότητα τους και την στενή σχέση τους με άλλες παλαιές μεταφράσεις.

Η παλαιότερη και σπουδαιότερη από όλες τις συριακές μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης είναι η Πεσίττα. Είναι η επιστήμη Βίβλος της Συριακής Εκκλησίας και έγινε κυρίως με βάση το Εβραϊκό κείμενο πιθανόν πριν από τα μέσα του 2ου αι. μ. Χ. Τα Εβραϊκά χειρόγραφα επί των οποίων στηρίχθηκε η Πεσίττα αναγνωρίζονται ως τα παλαιότερα και τα ανώτερα και για τον λόγο αυτό η μετάφραση αυτή έχει μεγάλη σπουδαιότητα.

6. Άλλες μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης

Ομοίως έχουμε μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης και στην Αιθιοπική, Γοτθική, Αρμενική, Γεωργιανή, Σλαυονική, Κοπτική και Αραβική γλώσσα. Το χαρακτηριστικό των μεταφράσεων αυτών είναι ότι εξαρτώνται από τους Ο'. Στο Ταλμούδ μνημονεύονται μεταφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης και στην Ελαμιτική και Μηδική γλώσσα, οι οποίες όμως δεν διασώζονται.

 

Σημειώσεις 


[33] Βλέπε Π. Μπρατσιώτου, Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην2, εν Αθήναις 1993, σελ. 546 και εξής και του ιδίου επίτομος Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, Εν Αθήναις 1955, σελ. 275 και εξής Στ. Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 1985, Α' Γενική Εισαγωγή, σελ. 135 και εξής Χαστούπη Αθ., Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, εν Αθήναις 1981, σελ. 583 και εξής

[34] Βλέπε Στ. Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 1985, Α' Γενική Εισαγωγή, σελ. 139 και εξής.

[35] Χριστού Ανδρούτσου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας2, Αθήναι 1956, σελ. 6. 7, υποσημείωσις 7.


Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

Δημιουργία αρχείου: 3-11-2009.

Τελευταία ενημέρωση: 3-11-2009.

Πάνω