Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Πατερικά και Δογματικά

Τι είναι η ψυχή * Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία * Συγκρίσεις τής ψυχής * Διαίρεση και δυνάμεις τής ψυχής * Περί του Σώματος ως σκήνους της ψυχής * Η έννοια της λέξης "ψυχή", ως συστατικού του ανθρώπου * Ψυχικός, Σαρκικός και Πνευματικός * Τα ζεύγη: Ψυχή-Σώμα και Σάρκα-Πνεύμα * Το σφάλμα του "Τριμερούς" του ανθρώπου

Πώς κινείται η ψυχή και πόσες είναι οι κινήσεις της

Απάντηση σε απορίες

Αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού

 

Πηγή: Μαξίμου τού Ομολογητού "Προς Ιωάννην Αρχιεπ. Κυζίκου, περί διαφόρων αποριών". Κεφ. Η΄. "Πώς κινείται η ψυχή και πόσες είναι οι κινήσεις της". ΕΠΕ Φιλ. Νηπτικών Τόμ. 14 Δ.

Κείμενο Μετάφραση

Πώς και πόσαι κινήσεις εισί ψυχής

Τρεις γαρ καθολικάς κινήσεις έχουσαν την ψυχήν εις μίαν συναγομένας, υπό τής χάριτος φωτισθέντες:

Την κατά νουν, την κατά λόγον, την κατά αίσθησιν.

Και την μην απλήν και ανερμήνευτον, καθ' ην αγνώστως περί Θεόν κινουμένη κατ ουδένα τρόπον εξ ουδενός τών όντων αυτόν δια την υπεροχήν επιγινώσκει.

Την δε κατ' αιτίαν οριστικήν τού αγνώστου καθ' ην φυσικώς κινουμένη τους επ' αυτή φυσικούς πάντας λόγους τού κατ' αιτίαν μόνον εγνωσμένου φορφωτικούς όντας εαυτή δι' ενεργείας κατ' επιστήμην επιτίθεται,

την δε σύνθετον, καθ' ην τών εκτός εφαπτομένη ως εκ τινων συμβόλων τών ορατών τους λόγους προς εαυτήν αναμμάσσεται, μεγαλοφυώς δια τούτων κατά τον αληθή και άπταιστον τής κατά φύσιν κινήσεως τρόπον τον παρόντα τών σκαμμάτων αιώνα διέβησαν, την μεν αίσθησιν, απλούς δια μέσου τού λόγου προς τον νουν τους τών αισθητών πνευματικούς λόγους έχουσαν μόνους αναβιβάσαντες, τον δε λόγον ενοειδώς κατά μίαν απλήν τε και αδιαίρετον φρόνησιν προς τον νουν τους τών όντων έχοντα λόγους ενώσαντες,

τον δε νουν τής περί τα όντα πάντα κινήσεως καθαρώς απολυθέντα και αυτής τής καθ αυτόν φυσικής ενεργείας ηρεμούντα τω Θεώ προσκομίσαντες, καθ ον ολικώς προς Θεόν συναχθέντες, όλοι όλω Θεώ εγκραθήναι δια τού πνεύματος ηξιώθησαν, όλην τού επουρανίου κατά το δυνατόν ανθρώποις την εικόνα φορέσαντες, και τοσούτο έλξαντες τής θείας εμφάσεως, ει θέμις τούτο ειπείν, όσον ελχθέντες αυτοί τω Θεώ συνετέθησαν. Φασί γαρ αλλήλων είναι παραδείγματα τον Θεόν και τον άνθρωπον, και τοσούτον τω ανθρώπω τον Θεόν δια φιλανθρωπίαν ανθρωπίζεσθαι, όσον ο άνθρωπος εαυτόν τω Θεώ δι αγάπης δυνηθείς απεθέωσε, και τοσούτον υπό Θεού τον άνθρωπον κατά νουν αρπάζεσθαι προς το γνωστόν, όσον ο άνθρωπος τον αόρατον φύσει Θεόν δια τών αρετών εφανέρωσεν.

Υπό ταύτης τοίνυν τής κατά λόγον και θεωρίαν συνισταμένης φιλοσοφίας, καθ ην και η τού σώματος εξ  ανάγκης ευγενίζεται φύσις, απλανώς προς τον τού Θεού πόθον τρωθέντες οι άγιοι δια τών ενουσών αυτοίς προς τα θεία φυσικών εμφάσεων αξιοπρεπώς προς τον Θεόν παρεγένοντο, σώμα και κόσμον αθλητικώς διασχόντες, αλλήλοις ταύτα περιεχόμενα θεώμενοι, τον μεν φύσει, το δε αισθήσει, και θατέρω θάτερον υποπίπτον, τη κατ επαλλαγήν θατέρου προς το έτερον ποια ιδιότητι,

και μηδέν τούτων τω καθ' εαυτόν λόγω περιγραφής υπάρχον ελεύθερον, και αισχρόν ηγησάμενοι τοις θνητοίς και περιγραπτοίς εμφθείρεσθαί τε και περιγράφεσθαι τής ψυχής εάν το αθάνατον και αεικίνητον μόνω Θεώ τω αθανάτω και πάσης απειρίας ανωτέρω αλύτως εαυτούς ανέδησαν, ουδαμώς ταις κόσμου και σαρκός ανθολκαίς ενδίδοντες, όπερ εστί πάσης αρετής τε και γνώσεως πλήρωσις, οίμαι δε ότι και τέλος.

Αλλά καν είποτε περί τα τών όντων θεάματα κεκίνηνται οι άγιοι, ουκ επί τω αυτά εκείνα προηγουμένως θεάσασθαί τε και γνώναι καθ' ημάς υλικώς κεκίνηνται, αλλ ίνα τον δια πάντων και εν πάσιν όντα τε και φαινόμενον Θεόν πολυτρόπως υμνήσωσι και πολλήν εαυτοίς συναγείρωσι θαύματος δύναμιν και δοξολογίας υπόθεσιν. 

Ψυχήν γαρ ειληφότες παρά Θεού νουν και λόγον και αίσθησιν έχουσαν προς τη νοητή και ταύτην την αισθητήν, ώσπερ και λόγον προς τω ενδιαθέτω τον κατά προφοράν και νουν προς τω νοητώ τον παθητικόν (ον και φαντασίαν καλούσι τού ζώου, καθ' ον και τα λοιπά ζώα και άλληλα και ημάς και τους τόπους ους διώδευσαν επιγινώσκουσι, περί ην συνίστασθαι την αίσθησίν φασιν οι σοφοί τα τοιαύτα, όργανον αυτής ούσαν αντιληπτικόν τών αυτή φαντασθέντων), δειν ωήθησαν τούτων τας ενεργείας, εικότως ουχ εαυτοίς, αλλά τω δεδωκότι Θεώ, δι' ον και εξ' ού πάντα, προσενέγκαι.

Τρεις γαρ όντας καθολικούς τρόπους, ως ανθρώποις εστίν εφικτόν, εκ τής περί τα όντα ακριβούς κατανοήσεως παιδευθέντες, εφ' οις ο Θεός τα πάντα πεποίηκεν  (εφ' ω τε γαρ είναι, και ευ είναι, ουσιώσας ημάς υπεστήσατο), και τους μεν δύο άκρους όντας, και μόνου Θεού εχομένους, ως αιτίου, τον δε έτερον μέσον, και τής ημετέρας ηρτημένον γνώμης τε και κινήσεως, και δι' εαυτού τοις άκροις το κυρίως λέγεσθαι παρέχοντα, και ού μη παρόντος άχρηστος αυτοίς η προσηγορία καθίσταται, το ευ συνημμένον ουκ έχουσιν, ουκ άλλως δύνασθαι και προσγενέσθαι αυτοίς και φυλαχθήναι την εν τοις άκροις αλήθειαν, ην ποιείν πέφυκεν το ευ είναι κατά το μέσον τοις άκροις επικιρνώμενον, ή τη προς Θεόν αεικινησία διενοήθησαν·

και λοιπόν τω κατά φύσιν εντεύθεν το οπτικόν τής ψυχής συνεπιτείναντες λόγω, και τρόπον τινά μη δειν αντιστρόφως χρήσθαι ταις φυσικαίς ενεργείαις, δια την εξ ανάγκης επισημαίνουσαν ταις φυσικαίς δυνάμεσιν εκ τού κατά παράχρησιν τρόπου φθοράν, αυτού βοώντος τού λόγου διαρήδην ακούσαντες, ομαλώς κατά τον πρέποντα λόγον τής φύσεως προς τον αυτής αίτιον φέρεσθαι εδιδάχθησαν, ίν όθεν απλώς αυτοίς εστι το είναι, και το όντως είναί ποτε προστεθέν υποδέξωνται. 

Τι γαρ αν και έσται τη μη εαυτού κατά το είναι αιτίω προς εαυτούς ίσως λογισάμενοι είπον, προς εαυτόν ή άλλο τι παρά τον Θεόν κινουμένω το κέρδος, οπότε εις τον τού "είναι" λόγον ουδέν εαυτώ αφ' εαυτού, ή άλλου τινός παρά τον Θεόν περιποιήσαι δυνήσεται;

Δια τούτο τον μεν νουν περί μόνου Θεού και τών αυτού αρετών διανοείσθαι, και τη αρήτω δόξη τής αυτού μακαριότητος, αγνώστως επιβάλλειν, τον δε λόγον ερμηνευτήν τών νοηθένων γίνεσθαι και υμνωδόν, και τους προς αυτά ενοποιούς ορθώς διαλέγεσθαι τρόπους, την δε αίσθησιν κατά λόγον ευγενισθείσαν τας εν τω παντί διαφόρους δυνάμεις τε και ενεργείας φαντασιουμένην τους εν τοις ούσιν ως εφικτόν τη ψυχή διαγγέλλειν λόγους διδάξαντες, και δια τού νου και τού λόγου, ώσπερ νουν, την ψυχήν σοφώς οιακίσαντες, την υγράν ταύτην και άστατον και άλλοτε άλλως φερομένην και διώδευσαν ίχνεσιν. 

Πόσες και πώς είναι οι κινήσεις τής ψυχής

Αυτοί που φωτίσθηκαν από τη Χάρη διδάχθηκαν ότι η ψυχή έχει τρεις καθολικές κινήσεις που συνάγονται σε μία:

Την νοερή κίνηση, τη λογική κίνηση και την κίνηση κατ’ αίσθηση.

Και η πρώτη είναι απλή και ανερμήνευτη, κατά την οποία, κινούμενη η ψυχή ανεπίγνωστα γύρω από το Θεό, με κανένα τρόπο κι’ από κανένα από τα όντα δεν τον γνωρίζει εξαιτίας τής υπεροχής του.

Η άλλη γίνεται σύμφωνα με την αιτία που ορίζει το άγνωστο· στην κίνηση αυτή η ψυχή κινούμενη φυσικά, όλους τους φυσικούς λόγους τής κίνησης αυτής που διαμορφώνουν τη γνώση μας αιτιακά μόνο επιβάλλει στον εαυτό της με επιστημονική ενέργεια.

Και τρίτη τη σύνθετη· με αυτή την κίνηση έρχεται σ’ επαφή με τον εκτός κόσμο και σαν από κάποια σύμβολα αποτυπώνει στον εαυτό της τους λόγους τών ορατών. Με αυτούς με τρόπο μεγαλοφυή σύμφωνα με τον αληθινό και αλάθητο τρόπο τής φυσικής κίνησης διάβηκαν την παρούσα ζωή τών αγώνων και την αίσθηση που είχε απλούς τους πνευματικούς λόγους μόνο τών αισθητών δια μέσου τού λόγου την ανέβασαν στο νου, ενώ το λόγο ενιαία με μια απλή κι’ αδιαίρετη σύνεση τον ένωσαν με το νου που είχε τους λόγους τών όντων.

Το νου πάλι που απαλλάχθηκε κι’ έγινε καθαρός από την κίνησή του γύρω από όλα τα όντα και που ηρεμούσε κι’ από αυτήν την ίδια του τη φυσική κίνηση, τον πρόσφεραν στο Θεό. Και με το νου, αφού ολικά συνάχθηκαν μέσα στο Θεό, αξιώθηκαν να γίνουν μέσω τού Πνεύματος ένα κράμα όλοι αυτοί με όλο το Θεό, αφού φόρεσαν όσο είναι δυνατό στους ανθρώπους όλη την εικόνα τού επουράνιου Πατέρα, και αφού τόσο μέρος απέσπασαν από τη θεία ανταύγεια, (αν επιτρέπεται να το πω αυτό), όσο αποσπάσθηκαν κι’ αυτοί, ενώθηκαν με το Θεό. Γιατί λένε ο Θεός και ο άνθρωπος είναι παραδείγματα ο ένας τού άλλου και σε τόσο βαθμό ο Θεός από φιλανθρωπία γίνεται άνθρωπος, όσο μπόρεσε ο άνθρωπος από αγάπη να θεοποιήσει τον εαυτό του, και τόσο ο άνθρωπος αρπάζεται κατά το νου από το Θεό για να γνωριστεί από αυτόν, όσο ο άνθρωπος φανέρωσε τον αόρατο από τη φύση του Θεό με τις αρετές του.

Από αυτή λοιπόν τη φιλοσοφία που συνίσταται από λόγο και θεωρία, σύμφωνα με την οποία εξευγενίζεται αναγκαστικά και η φύση του σώματος, πληγωμένοι οι  Άγιοι από τον θείο πόθο, έφθασαν αλάθευτα κι άξια στον Θεό με τις υπάρχουσες μέσα τους θείες ανταύγειες, διασχίζοντας αγωνιστικά το σώμα και τον κόσμο, και βλέποντας αυτά τα δύο να περιέχονται το ένα μέσα στο άλλο, τον κόσμο με τη φύση, το σώμα με την αίσθηση, και το ένα να γλιστράει στο άλλο, με κάποια αμοιβαία εναλλακτική ιδιότητα του ενός προς το άλλο.

Κι επειδή κανένα από αυτά δεν είναι σύμφωνα με τον ατομικό του λόγο ελεύθερο από περιγραφή κι επειδή θεώρησαν ντροπή ν’ αφήσουν την αθάνατη και αεικίνητη ψυχή να φθείρεται και να περιγράφεται από τα θνητά και περιγραπτά, δέσμευσαν τον εαυτό τους με αδιάλυτον δεσμό μόνο με τον αθάνατον Θεό και ανώτερο από κάθε απεραντοσύνη, χωρίς να ενδίδουν καθόλου στις αντίθετες έξεις τού κόσμου και της σάρκας, πράγμα που είναι συμπλήρωμα κάθε αρετής και κάθε γνώσης και νομίζω και τέλος.

Αλλά κι αν ακόμα κάποτε οι Άγιοι ασχολήθηκαν με τα θεάματα των όντων, δεν ασχολήθηκαν για να θεαθούν αυτά τα ίδια και να τα γνωρίσουν ολικά σύμφωνα με τη φύση μας, αλλά για να υμνολογήσουν με πολλούς τρόπους τον Θεό που διαμέσου όλων και μέσα σε όλα και είναι και φανερώνεται, και να συγκεντρώσουν μέσα τους πολλή δύναμη θαυμασμού και αφορμή δοξολογίας.

Γιατί, έχοντας λάβει από τον Θεό ψυχή που έχει νου και λόγο και αίσθηση εκτός από τη νοητή και την αίσθηση την αισθητή, όπως επίσης εκτός από τον ενδιάθετο και λόγο προφορικό, κι εκτός από το νου που νοεί και νου παθητικό (αυτό το νου τον καλούν φαντασία τού ζώου, με τον οποίο και τα λοιπά ζώα και το ένα το άλλο κι εμάς και τους τόπους που πέρασαν αναγνωρίζουν, και σ’ αυτό, λένε οι σοφοί σ’ αυτά τα θέματα, συνίσταται η αίσθηση, όντας όργανο για την αντίληψη όσων η φαντασία συλλαμβάνει), νόμισαν ότι έπρεπε τις ενέργειες αυτών όλων να προσφέρουν δικαιολογημένα όχι στον εαυτό τους, αλλά στον Θεό που τους τις έδωσε, που χάρη σ’ αυτόν κι από αυτόν είναι τα πάντα.

Γιατί έμαθαν από τη λεπτομερειακή μελέτη των όντων πως είναι τρεις οι γενικοί τρόποι, ανάλογα με τις δυνατότητες των ανθρώπων, και σύμφωνα μ’ αυτούς ο Θεός δημιούργησε τα πάντα (για να έχομε το είναι, το μακάριο είναι, και το παντοτινό είναι μας έδωσε ουσία και υπόσταση)· και οι δύο από αυτούς τους τρόπους είναι ακραίοι και είναι τού Θεού μόνου, επειδή αυτός είναι αίτιο, ενώ ο άλλος είναι ενδιάμεσος και εξαρτημένος από τη δική μας βούληση και κίνηση, και είναι αυτός που παρέχει στους ακραίους την κυριολεκτική σημασία τους και που όταν αυτός δεν υπάρχει τους γίνεται άχρηστη αυτή η προσηγορία τους, επειδή δεν έχουν συνημμένο μαζί τους το καλό. Και σκέφθηκαν ότι δεν μπορούν αλλιώς ν’ αποκτήσουν και να διαφυλάξουν την αλήθεια των ακραίων, την οποία από τη φύση του ενεργεί το μακάριο είναι που από τη μέση όπου βρίσκεται σμίγει τα ακραία, παρά με την αεικινησία προς τον Θεό.

Επιτείνοντας λοιπόν από δω την οπτική δύναμη της ψυχής μαζί με το φυσικό λόγο κι ακούγοντας το λόγο να φωνάζει ολοφάνερα ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε αντίστροφα τις φυσικές ενέργειες για τη φθορά που σημαδεύει αναγκαστικά τις φυσικές δυνάμεις από τον τρόπο της παράχρησης, σύμφωνα με τον αρμόζοντα λόγο της φύσης διδάχθηκαν να φέρονται ομαλά προς τον αίτιο της φύσης, για να υποδεχθούν κάποτε και το όντως είναι, αφού προστεθεί αυτό από εκεί απ’ όπου έχουν και το απλώς είναι.

Ποιο κέρδος θα έχει αυτός που δεν είναι αίτιος του είναι του, ίσως συλλογίστηκαν και είπαν μέσα τους, κινούμενος γύρω από τον εαυτό του η γύρω από κάτι άλλο εκτός από τον Θεό, οπότε στο λόγο του "είναι" δεν θα μπορέσει να προσθέσει τίποτε ο ίδιος από τον εαυτό του ή κάποιος άλλος εκτός από τον Θεό;

Γι' αυτό δίδαξαν, ο νους να σκέπτεται μόνο τον Θεό και τις αρετές του και να προσεγγίζει ανεπίγνωστα την άρρητη δόξα της μακαριότητάς του, ο λόγος να γίνεται ερμηνευτής και υμνωδός όσων έχουν νοηθεί και να συζητεί ορθά τους τρόπους που τα ενοποιούν, η αίσθηση εξευγενισμένη από το λόγο (λογική), φανταζόμενη τις διάφορες δυνάμεις και ενέργειες να διακηρύττει όσο είναι δυνατό στην ψυχή τις διάφορες δυνάμεις του παντός, και με το νου και το λόγο κατευθύνοντας με σοφία, σα να ήταν πλοίο, την ψυχή, πέρασαν αυτόν τον υγρό και άστατο, που άλλοτε αλλιώς συμπεριφέρεται και κατακλύζει την αίσθηση, δρόμο της ζωής με πατήματα που δεν έσβησε το νερό.

Δημιουργία αρχείου: 16-3-2017.

Τελευταία μορφοποίηση: 16-3-2017.

ΕΠΑΝΩ