Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Σύγχρονοι Πατέρες

 

Εις την Πόρνην

(Κείμενο - Μετάφραση)

Τού αγίου Ρωμανού τού Μελωδού

 

Απόδοση στα Νεοελληνικά: π. Ανανίας Κουστένης

Αναδημοσίευση από: http://www.angelfire.com

 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΝΗΝ

ΣΤΗΝ  ΠΟΡΝΗ

Προοίμιο Ι

Ο πόρνην καλέσας θυγατέραν, Χριστέ ο Θεός,
υιόν μετανοίας καμέ αναδείξας
δέομαι ρύσαι με 
του βορβόρου των έργων μου.

Προοίμιον Ι

Εσύ, Χριστέ και Θεέ, που κόρη σου αποκάλεσες την πόρνη,
κάνε κι εμένα γιο σου με τη μετάνοια
και σε παρακαλώ απάλλαξέ με
από τα έργα μου τα άσωτα.

Προοίμιον ΙΙ

Κατέχουσα εν κατανύξει η πόρνη τα ίχνη σου 
εβόα σοι εν μετανοία τω ειδότι τα κρύφια, Χριστέ ο Θεός,
«Πώς σοι ατενίσω τω όμματι η πάντας απατήσασα 
τω βλέμματι;
πώς σε δυσωπήσω τον εύσπλαγχνον η σε παροργίσασα
τον κτίστη μου;
αλλά δέξαι τούτο το μύρον προς δυσώπησιν, δέσποτα,
και δώρησαί μοι άφεσιν της αισχύνης
του βορβόρου των έργων μου.»

Προοίμιον ΙΙ

Κρατώντας με συγκίνησι τα πόδια Σου η πόρνη
μετανοιωμένη μίλαγε σε Σένα που τα μυστικά γνωρίζεις, Χριστέ και Θεέ,
«Με τι μάτια να Σε κοιτάξω, εγώ που όλους με βλέμμα μου
στην αμαρτία έρριξα;
Πώς να παρακαλέσω, Σπλαχνικέ, εγώ που στενοχώρησα
τον Πλάστη μου, Εσένα;
Μονάχα να δεχτής αυτό το μύρο και να με δης με
καλωσύνη, Κύριε,
και συχώρεσε την ασωτία μου
για την οποία νοιώθω εντροπή.»

Οίκοι

α’ Τα ρήματα του Χριστού καθάπερ αρώματα 
ραινόμενα πανταχού βλέπων η πόρνη ποτέ
και τοις πιστοίς πάσι πνοήν ζωής χορηγούντα,
των πεπραγμένων αυτή το δυσώδες εμίσησεν, 
εννοούσα την αισχύνην την εαυτής
και σκοπούσα την οδύνην την δι’ αυτών εγγινομένην,
πολλή γαρ θλίψις γίνεται τότε τοις πόρνοις εκεί,
ων εις ειμι και έτοιμος πέλω εις μάστιγας,
 ας πτοειθείσα η πόρνη ουκέτι έμεινε πόρνη,
εγώ δε και πτοούμενος επιμένω
τω βορβόρω των έργων μου.

Οίκοι

α’ Του Χριστού τα λόγια όμοια με αρώματα
που σκορπίζονται σε κάθε μέρος, ακούγοντας τα μια φορά η πόρνη,
 αυτά τα λόγια που σε κάθε πιστό χαρίζουνε ζωή πνευματική,
 άφησε γεια στα έργα της τα απαράδεχτα, την εντροπή της στοχαζόμενη
 και σκεφτομένη τον πόνο που τραβά κανείς από αυτά.
Κληρονομούν δηλ. μεγάλη θλίψι οι πόρνοι εκεί στον άλλο βίο.
Ένας απ’ αυτούς είμαι κι ελόγου μου και ετοιμάζομαι για βάσανα,
τα οποία φοβήθηκεν η πόρνη κι άλλαξε ζωή.
Όμως εγώ αν και τρομάζω επιμένω
στην ασωτία μου.

β’ Ουδέποτε των κακών αποστήναι βούλομαι,
Ου μνήσκομαι των δεινών ων εκεί μέλλω οράν,
ουδέ λογίζομαι την του Χριστού ευσπλαγχνίαν,
πώς περιήλθε ζητών με τον γνώμη πλανώμενον,
δι’ εμέ και Φαρισαίω συναριστά ο τρέφων πάντας,
και δείκνυσι την τράπεζαν θυσιαστήριον
εν ταύτη ανακείμενος και χαριζόμενος
την οφειλήν τοις χρεώσταις, ινά θαρρών πας χρεώστης 
προσέλθη λέγων «Δέσποτα, λύτρωσαί με
του βορβόρου των έργων μου.»

β’ Εγώ ποτέ δεν θέλω να αφήσω τα κακά,
ούτε σκέφτομαι τα βάσανα που θα βλέπω εκεί,
ούτε λογαριάζω του Χριστού την ευσπλαχνία,
το πώς έτρεξε παντού γυρεύοντάς με που θεληματικά περιπλανιόμουνα.
 Για το χατήρι δηλαδή το ιδικό μου με επιμέλεια ψάχνει κάθε τόπο,
για το χατήρι μου με το Φαρισαίο γευματίζει
όλου του κόσμου ο Τροφέας.
Και κάνει το κοινό τραπέζι Άγια Τράπεζα
καθώς σ’ αυτό γερμένος ήτανε και χάριζε στους οφειλέτες το χρέος,
για να μπορή με θάρρος ο καθένας νάρθη κοντά Του
και να λέη, «Δώσε μου, Κύριε, λευτεριά από την ασωτία μου.»

γ’ Υπέπνευσεν η οσμή της τραπέζης του Χριστού
την πρώην μεν άσωτον νυνί δε καρτερικήν,
την εν αρχή κύνα και εν τω τέλει αμνάδα,
την δούλην και θυγατέρα, την πόρνην και σώφρονα,
διά τούτο λίχνω δρόμω φθάνει αυτήν,
και λιπούσα τα ψιχία τα υπ’ αυτήν τον άρτον ήρε
της πάλαι Χανανίτιδος πλείον πεινάσασα,
ψυχήν κενήν εχόρτασεν ούτω πιστεύσασα,
αλλ’ ου κραυγή ελυτρώθη, σιγή δε μάλλον εσώθη,
κλαυθμώ γαρ είπε, « Κύριε, έγειρόν με
του βορβόρου των έργων μου.»

γ’ Έφτασε σιγά-σιγά η ευχάριστη οσμή απ’ το τραπέζι του Χριστού
 στην πρώην άσωτη γυναίκα και τώρα ήδη εγκρατημένη,
την αρχικά αδιάντροπη και τελευταία ήμερη,
τη σκλάβα και την κόρη, την πόρνη και τη σεμνή.
Γι’ αυτό κι από δρόμο αλλοιώτικο η χάρι Του τη φτάνει
και άφησε τα ψίχουλα που είχε κι επήρε τον Άρτο.
Εκείνη που πιο πολύ επείνασε απ’ την παλιά Χαναναία,
εχόρτασε την άδεια της ψυχή με τέτοια πίστι πούδειξε.
Και δεν ελευθερώθηκε με τα ξεφωνητά, αλλά με τη
σιωπή πολύ καλλίτερα εσώθηκε,
γιατί ‘πε με το κλάμα: «Κύριε, σήκωσέ με από την ασωτία μου.»

δ’ Την φρένα δε της σοφής ερευνήσαι ήθελον
και γνώναι, πώς εν αυτή έλαμψεν ο Ιησούς,
ο ωραιότατος και των ωραίων εργάτης,
ου την ιδέαν πριν ίδη η πόρνη επόθησεν,
ως η των ευαγγελίων βίβλος βοά,
του Χριστού ανακειμένου εν οικία του Φαρισαίου
γυνή τις τότε ήκουσεν άμα και έσπευσεν
ωθήσασα την έννοια προς την μετάνοιαν,
«Άγε λοιπόν, ω ψυχή μου, ιδού καιρός ον εζήτεις,
επέστη ο καθαίρων σε, τι προσμένεις
τω βορβόρω των έργων σου;»

δ’ Και δεν ήθελε να εξετάσω τον νου και τη σκέψι της φρόνιμης γυναίκας
 και να μάθω, πώς μέσα της φεγγοβόλησεν ο Ιησούς,
ο Ωραιότατος και ο εργάτης κάθε καλού και όμορφου,
του Οποίου τη Μορφή λαχτάρησεν η πόρνη προτού ακόμα Την ιδή.
 Όπως μας λένε τα Ευαγγέλια:
Καθώς ο Χριστός είχε καθήσει κι έτρωγε στο σπίτι του Φαρισαίου,
 το έμαθε κάποια αμαρτωλή γυναίκα και έτρεξε χωρίς αργοπορία
και στη μετάνοια έφερνε τη σκέψι της,
«Έλα, λοιπόν, ψυχή μου, να η ευκαιρία που ζητούσες,
έφτασεν Αυτός που θα σε εξαγνίσει, γιατί ακόμα κάθεσαι
στην ασωτία σου;

ε’ Απέρχομαι προς αυτόν, δι’ εμέ γαρ ήλυθεν,
αφίημι τους ποτέ, τον γαρ νυν πάνυ ποθώ,
και ως ποθούντα με μυρίζω και κολακεύω,
κλαίω, στενάζω και πείθω δικαίων ποθήσαι με,
αλλοιούμαι προς τον πόθο του ποθητού,
και ως θέλει φιληθήναι ούτως φιλώ τον εραστήν μου,
πενθώ και κατακάμπτομαι, τούτο γαρ βούλεται,
σιγώ και περιστέλλομαι, τούτοις γαρ τέρπεται,
αναχωρώ των αρχαίων, ινά αρέσω τω νέω,
συντόμως αποτάσσομαι εμφυσώσα
τω βορβόρω των έργων μου.

ε’  Φεύγω και τραβώ γι’ Αυτόν, αφού για μένα ήρθε.
τους παλιούς αφήνω φίλους, μιας και τον Τωρινό λαχταρώ να ανταμώσω.
 Κι επειδή πολύ με αγαπάει, με μύρα Τον αλείφω και Τον καλοπιάνω,
χύνω δάκρυα, αναστενάζω και να Τον πείσω προσπαθώ
να κάνει με μένα αγάπη και να με συχωρέση.
Απ’ την αγάπη λειώνω του Αγαπημένου,
κι όπως θέλει ν’ αγαπιέται έτσι αγαπώ Τον εραστή μου.
Πενθώ και γονατίζω, γιατί αυτό επιθυμεί,
σιωπώ και είμαι σοβαρή, αφού μ’ αυτά ευχαριστιέται.
Αναχωρώ απ’ τους παλιούς για να αρέσω, στον νέο.
Σύντομα απαρνιέμαι κι απορρίπτω την ασωτία μου.

στ’ Προσέλθω ουν προς αυτόν, φωτισθώ, ως γέγραπται,
εγγίσω νυν τω θεώ και ου μη καταισχυνθώ,
ουκ ονειδίζει με, ου λέγει μοι, «έως άρτι
ης εν τω σκότει και ήλθες ιδείν με τον ήλιον»,
διά τούτο μύρον αίρω και πορευθώ,
φωτιστήριον ποιήσω την οικίαν του Φαρισαίου,
εκεί γαρ αποπλύνομαι τας αμαρτίας μου,
εκεί και καθαρίζομαι τας ανομίας μου,
κλαυθμώ, ελαίω και μύρω κεράσομαι κολυμβήθραν
και λούομαι και σμήχομαι και εκφεύγω
του βορβόρου των έργων μου.

στ’ Ας πάω λοιπόν προς Αυτόν, να πάρω φως, κατά πώς λέει η Γραφή,
θα πλησιάσω τώρα στο Θεό και δεν θα ντροπιαστώ.
Δεν με μαλώνει, ούτε μου λέει: «μέχρι τώρα
Ήσουν στο σκοτάδι κι ήρθες να δης τον Ήλιο εμένα».
Γι’ αυτό στα χέρια μου το μύρο παίρνω και σ’ Εκείνον πηγαίνω.
Βαπτιστήρι θα κάνω του Φαρισαίου το σπίτι,
γιατί εκεί θ’ απαλλαγώ από τις αμαρτίες μου,
εκεί και θα καθαριστώ απ’ τις παρανομίες μου.
Δάκρυ, λάδι και μύρο θα σμίξω μεσ’ στην κολυμπήθρα
και θα πλυθώ και θα καθαριστώ και θα γλυτώσω
από την ασωτία μου.

ζ’ Εδέξατο και Ραάβ κατασκόπους πρότερον
και της δοχής τον μισθόν ως πιστή εύρε ζωήν,
της γαρ ζωής τύπος ο πέμψας τούτους υπήρχε
του Ιησού μου βαπτίζων το τίμιον όνομα,
σωφρονούντας τότε πόρνει ξενοδοχεί,
νυν παρθένον εκ παρθένου πόρνη ζητεί αλείψαι μύρω,
εκείνη μεν απέλυσεν ούσπερ απέκρυψεν,
εγώ δε ον ηγάπησα μένω κατέχουσα,
ουχ ως κατάσκοπον κλήρων, αλλ’ ως επίσκοπον πάντων 
 κρατώ και εξεγείρομαι της ιλύος 
του βορβόρου των έργων μου.

ζ’ Πιο παλιά και η πόρνη Ραάβ εφιλοξένησε τους κατασκόπους
και κέρδισε αληθινή ζωή σαν ανταμοιβή της φιλοξενίας
γιατί πίστι έμπρακτη έδειξε. Μιας κι εκείνος που τους
έστειλε ήταν προεικόνισμα και σύμβολο της πηγαίας Ζωής,
αφού έφερνε του Ιησού μου το όνομα το ακριβό.
Τότε η πόρνη εφιλοξένησε τους ενάρετους
τώρα η πόρνη ζητεί ν’ αλείψει με μύρο τον Αναμάρτητο Γιο της Παρθένου.
Εκείνη μεν ελεύθερους άφησε να φύγουν αυτούς
που έκρυψε στο πανδοχείο της, 
εγώ όμως Αυτόν π’ αγάπησα με τίποτα δεν Τον αφήνω.
Δεν Τον κρατάω σαν κατάσκοπο της κληρονομιάς αλλά
σαν άγρυπνο Προστάτη ολωνών
Τον βαστώ και λευτερώνομαι απ’ τα κρίματα της άσωτης ζωής μου.

η’ Ιδού καιρός έφθασεν ον ιδείν επόθησα,
ημέρα μοι έλαμψε και δεκτός ενιαυτός,
εν τοις του Σίμωνος αυλίζεται ο Θεός μου,
σπεύσω προς τούτον και κλαύσω ως Άννα την στείρωσιν,
καν λογίσηταί με Σίμων εν μεθυσμώ,
ως Ηλί την Άνναν τότε, μένω καγώ προσευχομένη,
σιγή βοώσα, «κύριε, τέκνον ουκ ήτησα,
ψυχήν μονογενή ζητώ ήνπερ απώλεσα»,
ως Σαμουήλ της ατέκνου, Εμμανουήλ της ανάνδρου,
της στείρας ήρες όνειδος, ρύσαι πόρνην
του βορβόρου των έργων μου.»

η’ Να έφτασε η ευκαιρία που ελαχτάρησα να δω.
Μέρα λαμπρή ξημέρωσε για μένα και χρονιά καλωσυνάτη.
Στο σπιτικό του Σίμωνα βρίσκεται ο Θεός μου.
Κοντά Του θα τρέξω και θα κλάψω την ατεκνία σαν  την Άννα.
Κι αν με περάση ο Σίμωνας για μεθυσμένη,
όπως τότε ο Ηλί την Άννα, εγώ θα συνεχίσω να προσεύχωμαι,
σιωπηλά φωνάζοντας, «Κύριε, παιδί δεν σου εγύρεψα,
την μονάκριβη ψυχή μου αναζητάω, την οποία έχω χάσει».
Όπως με το Σαμουήλ της άτεκνης, Εσύ Εμμανουήλ της Άγαμης,
αφαίρεσες της στείρας την ντροπή, έτσι γλύτωσε την πόρνην εμένα
από την άσωτη ζωή μου.»

θ’ Νευρούται μεν η πιστή τοις τοιούτοις ρήμασι,
ποιείται δε την σπουδήν προς την του μύρου ωνήν,
και παραγίνεται βοώσα τω μυροπράτη,
«Δος μοι, ει έχεις, επάξιον μύρον του φίλου μου,
του δικαίως φιλουμένου και καθαρώς,
του πυρώσαντός μου μέλη και τους νεφρούς
και την καρδίαν,
μηδέν περί τιμήματος νυν αμφιβάλης μοι,
καν δέοι μέχρι δέρματος και των οστέων μου,
ετοίμως έχω του δούναι, ίν’ εύρω τι αποδούναι 
τω σπεύσαντι καθάραι με εκ της ύλης
του βορβόρου των έργων μου.»

θ’ Με τέτοια λόγια η πιστή γυναίκα εμψυχώνεται
και βιάζεται το μύρο να αγοράση,
και στο μυροπώλη φτάνει λέγοντάς του:
«Δος μου, αν έχης, μύρο αντάξιο του Αγαπημένου μου,
που δίκαια και άδολα αγαπώ,
Αυτού που επυρπόλησε τα μέλη μου και τα νεφρά και 
την καρδιά μου.
Καθόλου μη διστάζης για την έξοδο.
Και το τομάρι μου αν χρειαστή και το κουφάρι μου,
έτοιμη είμαι να το δώσω αρκεί κάτι να βρώ ν’ ανταποδώσω
σ’ Αυτόν πούρθε κοντά μου με αγάπη για να με καθαρίση
από τη νέκρα της άσωτης ζωής μου.»

ι’ Ο δε ιδών της σεμνής το θερμόν και πρόθυμον
φησίν αυτή, «Λέξον μοι, τις εστίν ον αγαπάς,
ότι τοσούτον σε επέθελξε προς το φίλτρον;
άρα καν έχει τι άξιον δούναι του μύρου μου;»
παραυτά δε η οσία ήρε φωνήν
και βοά εν παρρησία τω σκευαστή των αρωμάτων,
«Ω άνθρωπε, τι λέγεις μοι, «έχεις τι άξιον»;
ουδέν αυτού αντάξιον του αξιώματος,
ουκ ουρανός ούτε γαία ουδ’ όλος τούτω ο κόσμος
συγκρίνεται τω σπεύσαντι ρύσασθαί με
του βορβόρου των έργων μου.

ι’ Κι εκείνος καθώς διάβασε της μετανοιωμένης
γυναίκας την εγκάρδια αγάπη και την προθυμία
της λέει: «Πες μου, Ποιος ειν’ Αυτός που αγαπάς,
που τόσο πολύ σε μάγεψε και στην αγάπη σ’ ετράβηξε;
Έχει άραγε κάτι αντάξιο του μύρου μου;»
Κι αμέσως έβγαλε φωνή η αγιασμένη,
και μιλάει θαρρετά στον αρωματοποιό:
«Ω άνθρωπε, γιατί μου λες, «έχεις κάτι αντάξιο;»
Τίποτα δεν του παραβγαίνει στην αξία.
Ούτε ο ουρανός ούτε η γη ούτε ο κόσμος όλος μπορεί
να συγκριθή μ’ Αυτόν που έφτασε ολοπρόθυμα να με ελευθερώση
από την άσωτη ζωή μου.

ια’ Υιός εστι του Δαβίδ, δι’ αυτό και εύοπτος,
υιός θεού και θεός, δι’ αυτό πάνυ τερπνός,
ον ουχ εώρακα, αλλ’ ήκουσα και ετρώθην
προς την ιδέαν του έχοντος φύσιν ανείδεον,
τον Δαβίδ ποτέ ιδούσα στέργει Μελχώ,
εγώ δε μη κατιδούσα τον εκ Δαβίδ ποθώ και στέργω,
εκείνη τα βασίλεια πάντα κατέλιπε,
και τω Δαβίδ πτωχεύοντι ποτέ προσέδραμε,
καγώ τον άδικον πλούτον υπερορώ και ωνούμαι
το μύρον τω καθαίροντι την ψυχήν μου
του βορβόρου των έργων μου.

ια’ Είναι Γιος του Δαβίδ, γι’ αυτό και είναι όμορφος.
Είναι Γιος του Θεού και Θεός, γι’ αυτό πολύ ευχάριστος.
Και Τούτον δεν αντίκρυσα, μα άκουσα και λαβώθηκα
απ’ τη Μορφή Εκείνου που κατά τη θεότητα είναι χωρίς Μορφή.
Τον Δαβίδ κάποτε αντίκρυσε η Μελχώ και τον αγάπησε.
Όμως εγώ χωρίς να δω του Δαβίδ τον απόγονο λαχταρώ και αγαπάω.
Εκείνη όλα τα παλάτια απαρνήθηκε
και στο φτωχό Δαβίδ έτρεξε τότε με λαχτάρα.
Κι εγώ τ’ αμαρτωλά λεφτά ξοδεύω κι αγοράζω
το μύρο για Κείνον που με καθαρίζει
από την άσωτη ζωή μου.»

ιβ’ Ρημάτων δε την ορμήν σιωπή συνέτεμε
και έλαβεν η τερπνή το καλόν μύρον αυτής,
και εις τον θάλαμον εισήλθε του Φαρισαίου
τρέχουσα ώσπερ κληθείσα μυρίσαι το άριστον,
ο δε Σίμων θεωρήσας τούτο αυτό,
τον δεσπότην και την πόρνην και εαυτόν ήρξατο ψέγειν,
τον μεν ως αγνοήσαντα την προσεγγίσασαν,
την δ’ ως αναισχυντήσασαν και προσκυνήσασαν,
και εαυτόν ως ασκέπτως δεξάμενον τους τοιούτους,
και μάλιστα την κράζουσαν, «Εξελού με
του βορβόρου των έργων μου.»

ιβ’ Και έκοψε με τη σιωπή το χείμαρρο των λόγων
κι επήρεν η χαριτωμένη το μύρο της το ακριβό
και μπήκε στο σπιτικό του Φαρισαίου
τρέχοντας λες και την εκάλεσαν το γεύμα να αρωματίση.
Κι ο Σίμωνας καθώς αντίκρυσε ετούτο ακριβώς το θέαμα,
τον Κύριο και την πόρνη και τον εαυτό του άρχισε να κατηγορή,
Αυτόν πως τάχα αγνοούσε αυτήν που τον πλησίασε,
την πόρνη γιατί δήθεν φέρθηκε ξεδιάντροπα που Του
φανέρωσε λατρεία και σεβασμό
και τον εαυτό του πως τάχατες απερίσκεφτα εδέχτηκε
στο σπίτι του τέτοιους ανθρώπους,
και προ παντός αυτήν που έλεγε:
«Ξεκόλλα με και βγάλε με από την άσωτη ζωή μου».

ιγ’ Ω άγνοια, τι φησί; «Τούτο μεν ετέλεσα,
εκάλεσα Ιησούν ως τίνα των προφητών,
και ουκ ενόησεν ην έκαστος ημών οίδεν,
ούτος και ουκ έγνω, ει ην γαρ προφήτης εγίνωσκεν»,
ο ετάζων τας καρδίας και τους νεφρούς
θεωρών του Φαρισαίου τους λογισμούς σαλευομένους,
ευθέως τούτω γίνεται ράβδος ευθύτητος,
«Ω Σίμων», λέγων, «άκουσον τα της χρηστότητος
της επί σε γενομένης και επί ταύτην, ην βλέπεις
κλαυθμώ βοώσαν, «δέσποτα, έγειρόν με
του βορβόρου των έργων μου.»

ιγ’ Ω άγνοια που τον έδερνε. Τι λέει; «Εγώ τουλάχιστον έκαμα αυτό το πράγμα,
δηλαδή εκάλεσα στο σπίτι μου τον Ιησού με την
πεποίθηση πως είναι ένας προφήτης,
κι Εκείνος δεν ένοιωσε ποια ήτανε αυτή που ο καθένας μας την ξέρει,
ούτε που το κατάλαβε, αν ήταν όμως πράγματι
προφήτης ασφαλώς θα το εγνώριζεν.»
Εκείνος που διαβάζει το βάθη της ανθρώπινης ψυχής,
καθώς αντίκρυζε τους ταραγμένους λογισμούς του Φαρισαίου,
αμέσως τον ανακαλεί στο δρόμο τον σωστό.
«Ω Σίμωνα», του λέγει, «νοιώσε όλη την καλωσύνη
που γίνεται σε σένα και σ’ αυτήν που βλέπεις
με το κλάμα να με επικαλείται, «Κύριε, από τον ύπνο
το θανάσιμο σήκωσέ με της άσωτης ζωής μου».

ιδ’ Μεμπτέος σοι έδοξα, επειδή ουκ ήλεγξα
την σπεύδουσαν εκφυγείν των αυτής ανομιών,
αλλ’ ου καλώς, Σίμων, ουκ εύλογος η μορφή σου,
σύγκρινον τούτο ο έχω ειπείν σοι, και δίκασον,
οφειλέται δύο ήσαν τω δανειστή,
ο μεν εις πεντακοσίων, έτερος δε πενήντα μόνον,
και τούτοις απορήσασι προς την απόδοσιν
ο χρήσας εχαρίσατο ό,τι εχρήσατο,
τις ουν αυτόν εκ των δύο ποθήσει πλέον; ειπέ μοι,
τις ώφειλε βοάν αυτώ, «έσωσάς με
του βορβόρου των έργων μου;»

ιδ’ Κατηγορούμενο η γνώμη σου με κήρυξε γιατί δεν μάλωσα
αυτήν που να ξεφύγη βιάστηκε από τα κρίματά της.
Δεν είναι όμως, Σίμωνα, σωστή και δικαιολογημένη η κατηγορία σου.
Σύγκρινε αυτό που σκέφτηκες μ’ αυτό που θα σου πω και δίκασε:
δυο άνθρωποι εχρώσταγαν σε κάποιο δανειστή,
ο μεν ένας πεντακόσια και ο άλλος μονάχα πενήντα δηνάρια.
Κι επειδή αυτοί δεν είχαν να του τα πληρώσουν,
ο δανειστής τους χάρισε αυτά που του χρωστούσανε.
Ποιος λοιπόν από τους δυο πιο πολύ θα Τον αγαπήση,
θάθελα να μου πης. 
Ποιος ήταν υποχρεωμένος να του φωνάζη με χαρά: «με έσωσες
από την άσωτη ζωή μου;»

ιε’ Ακούσας Δε ο σοφός Φαρισαίος έφησε,
«Διδάσκαλε, αληθώς φανερόν πάσίν εστιν
ότι πλειότερον οφείλει τούτον ποθήσαι,
ω και περισσότερον χρέος ο χρήσας κεχάρισται»,
ο δε κύριος προς ταύτα είπεν αυτώ,
«Ορθώς απεκρίθης, Σίμων, ούτως εστί καθάπερ λέγεις,
ον συ γαρ ουκ επήλειψας, αύτη εμύρισεν,
ον ύδασιν ουκ ένιψας, αύτη τοις δάκρυσιν,
ον ουκ ησπάσω φιλήσας, καταφιλούσα με κράζει,
«εκράτησα τους πόδας σου, μη εμπέσω
τω βορβόρω των έργων μου.»

ιε’ Και μόλις άκουσε την παραβολή ο ξύπνιος Φαρισαίος
αποκρίθηκε: «Δάσκαλε, είναι ολοφάνερο
πως πιο πολύ να αγαπήση το δανειστή υποχρεούται
εκείνος που το περισσότερο χρέος του εχαρίσθηκε».
Κι ο Κύριος σαν απάντησε αυτά τα λόγια τούπε:
«Πολύ καλά, ω Σίμωνα, απάντησες. Έτσι είναι ακριβώς όπως το λες.
Αυτόν δηλαδή που συ δεν άλειψες με λάδι, αυτή με μύρα άλειψε.
Αυτόν που συ δεν έπλυνες με νερό, αυτή Τον έλουσε με δάκρυα.
Αυτόν που δεν καλωσόρισες με φίλημα, εκείνη με στοργή
μ’ ασπάζεται και λέει:
«Τα θεϊκά Σου πόδια έπιασα, ας μην ξανακυλήσω στην άσωτη ζωή μου».

ιστ’ Νυν, ότι σοι έδειξα την πολύ ποθούσαν με,
διδάξω σε, βέλτιστε, τις εστίν ο δανειστής,
και υποδείξω σοι τους τούτου χρεωφειλέτας,
ων εις υπάρχεις, και αύτη ην βλέπεις δακρύουσαν,
δανειστής δε αμφοτέρων πέλω εγώ,
και ου μόνον αμφοτέρων αλλά και των ανθρώπων πάντων,
εγώ γαρ πάσιν έχρησα ταύτα α έχουσι,
ψυχήν πνοήν και αίσθησιν, σώμα και κίνησιν,
τον δανειστήν ουν του κόσμου, εν όσω έχεις, ω Σίμων,
ικέτευσον και βόησον, «λύτρωσαί με 
του βορβόρου των έργων μου.»

ιστ’ Τώρα που σου φανέρωσα αυτήν που με αγάπησε πολύ,
θα σε πληροφορήσω, φίλε, ποιος στην πραγματικότητα είναι ο δανειστής
 και θα σου κάνω γνωστούς τους χρεωφειλέτες του,
που ένας απ’ αυτούς είσαι κι εσύ καθώς κι αυτή που
βλέπεις δάκρυα να χύνη.
Δανειστής και των δυο σας είμαι πάντοτε εγώ,
κι όχι μόνο εσάς των δύο αλλά και όλων των ανθρώπων.
Αφού Εγώ σ’ όλους εδάνεισα αυτά εκείνοι πούχουν,
ψυχή, αναπνοή, αισθήματα, σώμα και κίνηση.
Το Δανειστή του κόσμου, Σίμωνα, όσο, λοιπόν, μαζί σου έχεις
 παρακάλεσε και φώναξε: «λευτέρωσέ με από την άσωτη ζωή μου».

ιζ’ Ου δύνασαι δούναι μοι άπερ εποφείλεις μοι,
καν σίγησον, ίνα σοι χαρισθή η οφειλή,
μη καταδίκαζε την καταδεδικασμένην,
μη ευτελίσης την ευτελισμένη, ησύχασον,
ου των σων ουδέ ταύτης βούλομαι τι,
χρεωλύτης γαρ των δύο ήλθον εγώ υμίν και πάσι,
νομίμως, Σίμων, έζησας, αλλ’ εχρεώστησας,
ελθέ ουν προς την χάριν μου, ίν’ αποδώσης μοι,
ίδε την πόρνην ην βλέπεις καθάπερ την εκκλησίαν
βοώσα, «αποτάσσομαι εμφυσώσα
τω βορβόρω των έργων μου.»

ιζ’ Δεν μπορείς να μου ξεπληρώσεις αυτά που μου χρωστάς ακόμα.
Καλλίτερα μη μιλάς, για να σου χαρισθή η οφειλή.
Μην καταδικάζης την καταδικασμένη,
μην εξευτελίσης την εξευτελισμένη, ησύχασε.
Δεν θέλω τίποτα απ’ όσα μου χρωστάς ούτε κι απ’ αυτήν,
γιατί ήρθα να χαρίσω τα χρέη και των δυο και όλου του κόσμου.
Έζησες, Σίμωνα, σύμφωνα με το Νόμο, μα βγήκες χρεωμένος.
Έλα, λοιπόν στη Χάρι μου για να ξεχρεωθής.
Λογάριασε την πόρνη που βλέπεις σαν την Εκκλησία να φωνάζη:
«αρνιέμαι και περιφρονώ
την άσωτη ζωή μου».

ιη’ Υπάγετε, το λοιπόν των χρεών ελύθητε,
πορεύθητε, ενοχής παρεκτός πάσης εστέ,
ηλευθερώθητε, μη πάλιν υποταγήτε,
του χειρογράφου σχισθέντος μη άλλο ποιήσετε»,
το αυτό ουν, Ιησού μου, λέξον καμοί,
επειδή σοι αποδούναι α χρεωστώ ουκ εξισχύω,
συν τόκω γαρ ανήλωσα και το κεφάλαιον,
διό μη απαιτήσης με όσον παρέσχες μοι,
του της ψυχής κεφαλαίου και της σαρκός μου του τόκου
κουφίσας με ως εύσπλαγχνος, άνες, άφες
του βορβόρου των έργων μου.

ιη’ Πηγαίνετε. Από ‘δω και πέρα δε χρωστάτε πια.
Φύγετε. Ενοχή δεν έχετε καμμιά.
Λευτερωθήκατε. Μην ξαναπιαστήτε στο κακό.
Αφού σχίστηκε το χρεώγραφο μην φτιάχνετε άλλο.»
Το ίδιο, λοιπόν, Ιησού μου, πες και για μένα,
επειδή να Σου πληρώσω δεν μπορώ αυτά που Σου χρωστάω,
αφού ξόδεψα μαζί με τον τόκο και το κεφάλαιο.
Γι’ αυτό μη μου ζητήσης όσα μου έδωκες.
Της ψυχής μου το κεφάλαιο και του σώματός μου τον τόκο
από το βάρος ανακούφισε, Στοργικέ, και χάρισέ μου λευτεριά και απολύτρωση
από την άσωτη ζωή μου.

Επερατώθη την 17ην Οκτωβρίου 1986, εορτή προφήτου Ωσηέ και οσιομάρτυρος Ανδρέου του εν Κρίσει. Ρωμανέ μου, ηδύτατε, εύχου δι’ ημάς. Ιησού μου Εύσπλαχνε δος μοι μοίραν της μετανοίας της Πόρνης. - π. Ανανίας Κουστένης.

Δημιουργία αρχείου: 13-3-2012.

Τελευταία ενημέρωση: 13-3-2012.