Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Πατερικά και Ορθοδοξία

Εξομολόγηση // Εξομολόγηση - εξομολόγος - εξομολογούμενος // Αποστάτησε ποτέ η Εκκλησία;

Επιστολή για την εξομολόγηση

και για την εξουσία του δεσμείν και λύειν

Αγίου Συμεών τού Νέου Θεολόγου

 

Επιστολή Α΄. Περί Εξομολογήσεως. (423).

Κείμενο Μετάφραση

1. Επέταξας τη ευτελεία ημών, πάτερ και αδελφέ, ερωτηματικώς ειπείν σοι, «ει άρα ενδέχεται εις μονάζοντας τινας εξαγγέλειν τας αμαρτίας αυτών ιερωσύνην μη έχοντας», προσθείς και τούτο˙ «επειδή ακούομεν την τού δεσμείν και λύειν εξουσίαν τοις ιερεύσι δίδοσθαι μόνοις». Και ταύτα μεν τής σης φιλοθέου ψυχής και τού διαπύρου πόθου και φόβου τα ρήματα και ψυχωφελή ερωτήματα. Ημείς δε απεδεξάμεθά σου μεν την προς τα καλά πρόθεσιν ότι ζητείς μανθάνειν περί θείων και ιερών πραγμάτων, ημείς δε ουχ οίοί τε τοιαύτα διακρίνειν και γράφειν εσμέν και δια τούτο σιωπάν εβουλόμεθα˙ το γαρ πενυματικοίς πνευματικά συγκρίνειν τών απαθών και αγίων εστίν ανδρών, ων ημείς κατά πολύ βίω και λόγω και αρεταίς διεστήκαμεν.

2. Αλλ επεί «εγγύς» ως γέγραπται «Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθεία» τούτον καγώ ο ανάξιος επικαλεσάμενος εν αληθεία ταύτά σοι ου δι εμών λόγων, αλλ εξ αυτής τής θείας και θεοπνεύστου γραφής (424) λέξω, ου διδάσκων αλλά τας μαρτυρίας περί τών επερωτηθέντων μοι φέρων εξ αυτής σοι, ίνα εξ αμφοτέρων τών κρημνών τη τού Θεού χάριτι εμαυτόν και τους ακούοντάς μου διατηρήσω, τού τε τού το τάλαντον κατακρύψαντος και τού αναξίως τα θεία και κενοδόξως μάλλον δε εσκοτισμένως εκτιθέντος δόγματα.

Πόθεν ουν την αρχήν τού λόγου ποιήσωμεν ή εκ τής ανάρχου τών πάντων αρχής; Τούτο γαρ άμεινον, ίν ή και τα λεγόμενα βέβαια. Ου γαρ παραγγέλων εκτίσθημεν, ουδέ παρά ανθρώπων εμάθομεν, αλλ εκ τής άνωθεν σοφίας είτ ουν τής δια τού πνεύματος χάριτος μυστικώς εδιδάχθημεν και καθ ώραν αεί διδασκόμεθα, ήντινα και νυν επικαλεσάμενοι λέξωμεν ώδε, τον τρόπον πρότερον τής εξαγορεύσεως και την δύναμιν εξειπόντες.

3. Εξαγόρευσις τοίνυν ουδέν άλλο εστίν ή χρεών ομολογία είτ ουν επίγνωσις σφαλμάτων και αφροσύνης ιδίας ήγουν πτωχείας κατάγνωσις˙ καθώς εν ευαγγελίοις παραβολικώς είπεν ο Κύριος˙ «δανειστή τινι», φησίν, «ήσαν δύο χρεωφειλέται και ο μεν εις ώφειλεν αυτώ δηνάρια πεντήκοντα, ο δε έτερος πεντακόσια˙ μη εχόντων ουν αποδούναι αμφοτέροις εχαρίσατο».

Τοιγαρούν άπας πιστός χρεώστης υπάρχει τού ιδίου Δεσπότου και Θεού και ό παρ αυτού έλαβε, τούτο δη και απαιτηθήναι μέλλει επί τού φοβερού και φρικτού κριτηρίου αυτού, ότε γυμνοί και τετραχηλισμένοι άπαντες, βασιλείς ομού και πτωχοί, παριστάμεθα.

Τίνα δε εισι τα δοθέντα ημίν παρ αυτού άκουσον. Πολλά μεν ουν άλλα α ουδείς ανθρώπων ισχύσει εναριθμήσαι, τέως δε τα κρείττω και τελεώτερα, την εκ τής καταδίκης ελευθερίαν, τον εκ τού μιασμού αγιασμόν, την εκ τού σκότους προς το ανεκλάλητον αυτού φως πρόοδον, το τέκνα και υιούς αυτού και κληρονόμους δια τού θείου γενέσθαι βαπτίσματος, το αυτόν τον Θεόν (425) επενδύσασθαι, το μέλη γενέσθαι αυτού και το Άγιον Πνεύμα λαβείν ενοικούν εν ημίν, όπερ σφραγίς υπάρχει βασιλική, εν ή τα ίδια πρόβατα σφραγίζει ο Κύριος - και τι πολλά λέγω; - το ομοίους και ημάς αυτού ποιήσαι και αδελφούς και συγκληρονόμους αυτού απεργάσασθαι.Ταύτα πάντα και άλλα πλείονα τούτων τοις βαπτιζομένοις ευθύς από τού θείου βαπτίσματος δίδοται, άτινα και ο θείος Απόστολος θείον πλούτον και κλήρον κατονομάζει.

4. Αι δε εντολαί τού Δεσπότου ώσπερ τών απορρήτων τούτων χαρισμάτων και δωρεών εδόθησαν φύλακες, οία δη ώσπερ τείχος πάντοθεν περικυκλούσαι τον πιστόν και τον εναποκείμενον θησαυρόν εν τη ψυχή άσυλον διατηρούσαι και πάσιν εχθροίς και κλέπταις ποιούσαι ανεπιχείρητον. Αλλά γαρ νομίζομεν φυλάττεσθαι παρ ημών τας εντολάς τού φιλανθρώπου Θεού και επί τούτω αχθόμεθα, αγνοούντες ότι μάλλον παρ εκείνων ημείς φυλαττόμεθα˙

Ο γαρ τας τού Θεού τηρών εντολάς ουκ εκείνας αλλ εαυτόν διατηρεί και φυλάττει από τών ορωμένων και αοράτων εχθρών, περί ων ως αναριθμήτων όντων και φοβερών ο Παύλος εδήλωσε λέγων˙ «ουκ έστιν ημίν η πάλη προς αίμα και σάρκα αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας τού σκότους τού αιώνος τούτου, προς τα πνεύματα τής πονηρίας εν τοις επουρανίοις», τα εν τω αέρι δηλονότι, τούτων αφανώς αεί παρατασσομένων καθ ημών.

Ο ουν φυλάττων τας εντολάς φυλάττεται παρ αυτών και τον εμπιστευθέντα αυτώ παρά τού Θεού πλούτον ουκ απόλλυσιν˙ ο δε εκείνων καταφρονών γυμνός ευρίσκεται και ευχείρωτος τοις εχθροίς και τον πλούτον απολέσας άπαντα υπόχρεως τω βασιλεί και δεσπότη γίνεται πάντων εκείνων ων είπομεν, υπέρ ων ανταποδούναί τι ή ταύτα ευρείν δυνατόν ουκ έστιν ανθρώπω˙ ουράνια γαρ (426) εισι και από τών ουρανών ήλθε και καθ εκάστην έρχεται κομίζων και διανέμων αυτά τοις πιστοίς,

και πού οι λαβόντες και απολέσαντες ευρείν αυτά πάλιν δυνήσονται; Όντως ουδαμού. Ως ουδέ ο Αδάμ ή τις τών εκείνου υιών ανάκλησιν εαυτού ή τών συγγενών ίσχυσεν απεργάσασθαι, ει μη ο υπέρ φύσιν Θεός και κατά σάρκα υιος αυτού γεγονώς, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ελθών κακείνον και ημάς τού πτώματος εξήγειρε θεϊκή δυνάμει,

Ο δε μη πάσας τας εντολάς αλλά τινάς μεν φυλάττειν δοκών, τινάς δε προδιδούς γινωσκέτω ότι καν μιας αμελήση και ούτω τον πλούτον όλον απόλλυσιν. Υπόθου γαρ μοι δώδεκα άνδρας ενόπλους είναι τας εντολάς και κυκλόθεν ισταμένους και μέσον αυτών γυμνόν σε όντα φυλάττοντας˙ τοιούτους δε πάλιν άλλους μοι νόει περιστοιχούντας πάντοθεν και επικειμένους αντιπάλους πολεμιστάς και λαβείν σε ζητούντας και κατασφάξαι ευθύς. Ει ουν εις εκ τών δώδεκα θελήματι οικείω καταπέσειε και τής φυλακής αμελήσειε και ως θύραν ανεωγμένην τω αντιπάλω τον τόπον αυτού εάσειε, τι τών λοιπών ένδεκα ανδρών το όφελος έσται, τού ενός μέσον εισελθόντος αυτών και σε αφειδώς κατατέμνοντος, ως εκείνων μη επιστραφήναι δυναμένων προς σην βοήθειαν; Ει γαρ και επιστραφήναι θελήσουσι κακείνοι υπό τών αντιδίκων αναλωθήσονται.

Ούτως δε πάντως έσται και επί σού μη φυλάσσοντος τας εντολάς. Υπό γαρ ενός τρωθέντος σου εχθρού και καταπεσόντος πάσαι αι εντολαί αφίπτανται από σού και κατά μικρόν την ισχύν αφαιρή, άλλως δε ως αγγείον οίνου πεπλησμένον ή ελαίου, ει και μη πάντοθεν διατρηθή, αλλ εξ ενός μέρους μιας γενομένης οπής όλον το ένδον κατ ολίγον απόλλυσιν, ούτω και μιας αμελών εντολής κατά μικρόν και τών άλλων απασών εκπίπτεις, καθώς φησιν ο Χριστός˙ «τω έχοντι δοθήσεται και τα περισσευθήσεται, από δε τού μη έχοντος και α δοκεί έχειν αρθήσεται απ αυτού», (427) και πάλιν˙ «ο λύσας μίαν τών εντολών τούτων και διδάξας - δια τής παραβάσεως δηλονότι - τους ανθρώπους ούτω ποιείν, ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία τών ουρανών». Και ο Παύλος˙ «ω γαρ τις ήττηται, τούτω και δεδούλωται», και πάλιν˙ «το δε κέντρον τού θανάτου η αμαρτία», και ουκ είπεν ότι ήδε ή ήδε, αλλά οία δ αν και είη η αμαρτία, αύτη κέντρον τού θανάτου εστίν. Κέντρον δε τού θανάτου την αμαρτίαν καλεί, ότι οι τιτρωσκόμενοι θνήσκουσιν. Έστιν ουν πάσα αμαρτία προς θάνατον, «άπαξ γαρ ο αμαρτήσας, ως ο Παύλός φησιν, ήδη τέθνηκεν», υπόδικος γεγονώς χρέους και αμαρτίας, υπό τών ληστών εαθείς κείμενος.

5. Ο ουν αποθανών τι άλλο ει μη το αναστήναι επιποθεί και ο χρεωστών και μη έχων αποδούναι ει μη το λύσιν τού χρέους λαβείν και μη εις φυλακήν βληθήναι, έως αν το όφλημα αποδώ, όπερ και δια το μη έχειν ουδέποτε τής αιωνίου φυλακής ήγουν τού σκότους υπεξελεύσεται. Ούτως και ο υπό τών νοητών ληστών συνστριβείς πάντως ιατρόν ζητεί προς αυτόν ελθείν συμπαθή τε και εύσπλαγχνον. Ου γαρ έχει ζέοντα τον τού Θεού φόβον εν εαυτώ, ίνα προς τον ιατρόν εκείνος μάλλον πορεύσηται, αλλ υπό τής καταφρονήσεως την τής ψυχής δύναμιν εκλυθείς κείται θεάμα φρικτόν και ελεεινόν τοις ορώσι καλώς, μάλλον δε πνευματικώς τα ψυχικά παραπτώματα. Ο τοίνυν δούλος γεγονώς δια τής αμαρτίας τω διαβόλω - «ουκ οίδατε γαρ φησιν ότι δούλοί εστε ω υπακούετε είτε δικαιοσύνης εις δικαιοσύνην είτε ανομίας εις ανομίαν» -

και εις καταγέλωτα τού Πατρός και Θεού, καταπάτημα δε τοις εχθροίς τοις αποστατήσασιν από Θεού ο τοιούτος γεγονώς και γυμνός τής βασιλικής αλουργίδος και μεμελανωμένος απολειφθείς, (428) αντί τέκνου δε Θεού τέκνον τού διαβόλου γενόμενος, τι διαπράξεται, ίνα πάλιν εν κατασχέσει γένηται ώνπερ εξέπεσεν; Πάντως ότι μεσίτην και φίλον Θεού ζητήσει και δυνατόν εις το αποκαταστήσαι αυτόν ως το πρότερον και τω Θεώ και Πατρί καταλλάξαι αυτόν. Ο γαρ τω Χριστώ κολληθείς δια τής χάριτος και μέλος αυτού γεγονώς και υιοθετηθείας αυτώ είτα τούτον αφείς ώσπερ κύων εις τον ίδιον έμε τον επιστρέψει, και ή πόρνη γυναικί συμπλακή ή ετέρω σώματι συναφθή, ως τον Χριστόν ατιμάσας και ενυβρίσας μετά τών απίστων κατακρίνεται, επειδή κατά τον θείον Απόστολον «σώμα Χριστού εσμεν και μέλη εκ μέρους». Ο ουν συμπλεκόμενος τη πόρνη τα μέλη τού Χριστού μέλη πόρνης ποιεί. Ο δε τοιαύτα πεπραχώς και ούτω παροργίσας τον Δεσπότην αυτού και Θεόν ου δύναται άλλως καταλλαγήναι Θεώ, ει μη δια μεσίτου ανδρός αγίου και φίλου και δούλου Χριστού και δια τής αποφυγής τού κακού.

6. Δια τούτο φύγωμεν την αμαρτίαν πρώτον˙ ει γαρ και ταύτης τω βέλει τρωθώμεν, αλλά μη εγχρονίσωμεν, τω ιώ ταύτης ως μελίτη γλυκαινόμενοι, μηδέ ως άρκτος πληγείσα το τραύμα μείζον δια τής αυτής πράξεως εργασώμεθα, αλλ ευθύς προς τον πνευματικόν ιατρόν δράμωμεν και τον ιόν τής αμαρτίας δια τής εξαγορεύσεως εξεμέσωμεν, το δηλητήριον αυτής αποπτύσαντες, και ως αντιφάρμακον τα διδόμενα τής μετανοίας επιτίμια σπουδαίως παρ αυτού λάβωμεν και μετά πίστεως αεί θερμής ταύτα επιτελείν και εν φόβω Θεού αγωνισώμεθα. Πάντες γαρ οι τον εμπιστευθέντα πλούτον αυτοίς κενώσαντες άπαντα και μετά πορνών και τελωνών την πατρικήν ουσίαν καταναλώσαντες και υπό πολλής αισχύνης το συνειδός αυτών κάτω νεύον και μηδέ ανανεύσαι δυνάμενον έχοντες, απαρρησίαστοι όντες ζητούσιν εικότως άνθρωπον (429) Θεού ανάδοχον γενέσθαι τού χρέους αυτών, ίνα δι αυτού προσέλθωσιν αυτώ, όπερ ως οίμαι γενέσθαι αδύνατον άνευ μετανοίας ειλικρινούς κάι επιπόνου τού μέλλοντος ή και βουλομένου καταλλαγήναι Θεώ.

Ουδέ γαρ ηκούσθη ποτέ ή εν ταις θεοπνεύστοις γέγραπται γραφαίς, ίνα τις αναδέξηται αμαρτίας ετέρου και υπέρ αυτών εκείνος απολογήσηται μη αξίους τής μετανοίας τού ημαρτηκότος πρώτον και αναλόγους τού είδους τής αμαρτίας ενδειξαμένου και καταβαλλομένου τους πόνους και πεποιηκότος αυτής τους καρπούς˙ φησί γαρ η πρόδρομος τού Λόγου φωνή˙ «ποιήσατε καρπούς αξίους τής μετανοίας και μη δόξητε λέγειν εν εαυτοίς, πατέρα έχομεν τον Αβραάμ», επειδή και αυτός ο Κύριος ημών περί τών ανοήτως διακειμένων ούτως έφη˙ «αμήν λέγω υμίν, καν Μωσής καν Δανιήλ στήσωνται, ώστε εξελέσθαι υιούς αυτών και θυγατέρας, ου μη εξέλωνται». Τι ουν ποιήσομεν ή τίνα τρόπον προς άφεσιν τού χρέους και ανάκλησιν τού πτώματος οι μετανοήσαι βουλόμενοι επινοησόμεθα; Θεού διδόντος ακούσατε, ίνα προς έκαστον υμών διαθήσομαι.

7. Μεσίτην, ει βούλει, και ιατρόν και σύμβουλον αγαθόν εκζήτησον, ίνα μετανοίας μεν τρόπους τη αγαθή συμβουλή αρμαζόντως υπόθηται ως σύμβουλος αγαθός, ως ιατρός δε φάρμακον εκάστω κατάλληλον τραύματι επιδώσει σοι, ως δε μεσίτης δι ευχής και τής προς Θεόν εντεύξεως ενώπιον αυτού εκείνος πρόσωπον προς πρόσωπον παραστάς υπέρ σού το Θείον εξιλεώσηται. Μη ουν κόλακα ή κοιλιόδουλον ευρών σύμβουλον και σύμμαχον αγωνίση ποιήσαι, ίνα μη τω σώ συνερχόμενος θελήματι ουχί ο Θεός αγαπά, αλλ άπερ συ αποδέχη ταύτα διδάξη σε και μείνης πάλιν όντως εχθρός ακατάλλακτος, μηδέ άπειρον ιατρόν, ως αν μη τη πολλή αποτομία και ταις ακαίραις τομαίς τε (430) και καύσεσιν εις απογνώσεως βυθόν παραπέμψη σε ή πάλιν τη υπερμέτρω συμπαθεία νοσούντα εάση σε και υγιαίνειν οιόμενον, το δεινότατον, τη αιωνία παραδώσει σε κολάσει ως ουκ ελπίζεις˙ τούτο γαρ η ενταύθα νόσος τής ψυχής συναποθνήσκουσα ημίν προξενεί. Μεσίτην δε Θεού και ανθρώπων ουκ οίμαι ούτως απλώς ευρίσκεσθαι. «Ου γαρ πάντες οι εξ Ισραήλ ούτοι Ισραηλίταί εισιν», αλλ οι κατά το όνομα και αυτήν την τού ονόματος δύναμιν εναργώς επιστάμενοι και νους όντες ορώντες τον Θεόν, ουδέ πάντες οι τω τού Χριστού καλούμενοι ονόματι όντως Χριστιανοί. «Ου γαρ πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, φησίν ο Χριστός, εισελεύσεται εις την βασιλείαν τών ουρανών, αλλ ο ποιών το θέλημα τού πατρός μου», ώσπερ και «πολλοί, φησίν, εν εκείνη τη ημέρα ερούσί μοι˙ Κύριε, ου τω σώ ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν, και ερώ αυτοίς˙ αμήν λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς, απέλθατε απ εμού εργάται τής ανομίας».

8. Δια τούτο ουν προσέχειν δει πάντας ημάς, αδελφοί, τους τε μεσιτεύοντας τους τε ημαρτηκότας και αυτούς τους βουλομένους καταλλαγήναι Θεώ, ίνα μήτε οι μεσιτεύοντες οργήν αντί μισθού επισπάσωνται, μήτε οι προσκεκρουκότες και καταλλαγήναι σπουδάζοντες εχθρώ και φονεί και πονηρώ συμβούλω αντί μεσίτου εντύχωσιν. Οι γαρ τοιούτοι μετά απειλής φρικτής ακούσονται˙ «τις υμάς κατέστησεν άρχοντας και δικαστάς τού λαού μου», και πάλιν˙ «υποκριτά, έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ τού οφθαλμού σου και τότε διαβλέψεις εκβάλλειν το κάρφος το εν τω οφθαλμώ τού αδελφού σου». Δοκός δε εστι πάθος εν ή επιθυμία τις επισκοτούσα τον οφθαλμόν τής ψυχής. Και αύθις˙ «ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν», και πάλιν˙ «τω δε αμαρτωλώ είπεν ο Θεός˙ ινατί (431) συ εκδιηγή τα δικαιώματά σου και αναλαμβάνεις την διαθήκην μου δια στόματός σου; Συ δε εμίσησας παιδείαν και εξέβαλες τους λόγους μου εις τα οπίσω», και ο Παύλος φησιν˙ «συ τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην; Τω ιδίω κυρίω στήκει ή πίπτει˙ δυνατός δε εστιν ο Θεός, δια τού πιστού δούλου αυτού, στήσαι αυτόν».

9. Δια ταύτα τοιγαρούν πάντα φρίττω και τρέμω, αδελφοί και πατέρες μου, και παρακαλώ πάντας υμάς εξασφαλιζόμενος και εμαυτόν δια τής προς υμάς παρακλήσεως μη καταφρονητικώς έχει περί τα θεία ταύτα και φρικτά τοις πάσι μυστήρια μηδέ παίζειν εν ου παικτοίς μηδέ κατά τής ψυχής ημών δια κενοδοξίαν ή φιλοδοξίαν ή εμπορίαν ή αναισθησίαν˙ γίνεται γαρ δια το ραβδί και πατέρες καλείσθαι αλλοτρίους αναδέχεσθαι λογισμούς. Μη, παρακαλώ, μη αναισχύντως ούτως απλώς την τών αποστόλων αξίαν αρπάζωμεν, από τού επί γης υποδείγματος παιδευόμενοι. Ει γαρ τω εκπροσωπούντι τω επιγείω βασιλεί εξομοιωθήναί τις τολμήσει κατά αυθάδειαν, και τα εκείνω εμπιστευθέντα κρατείν και ποιείν λάθρα φωραθή ή και φανερώς μετεπαγγέλληται διαπράττεσθαι, αυτός και οι αυτού συμμύσται και υπήκοοι τιμωρίαις εσχάταις εις φόβον τών άλλων καθυποβάλλονται και ως άφρων και αναίσθητος παρά πάντων καταγελάται, τι πείσονται εις το μέλλον οι την τών αποστόλων αξίαν αναξίως αρπάζοντες;

10. Αλλά γαρ μηδέ μεσίται τών λοιπών προ τού πλησθήναι υμάς Πνεύματος Αγίου γενέσθαι θελήσητε και προ τού γνωρίσαι και φιλιωθήναι υμάς εν αισθήσει ψυχής τω βασιλεί τών απάντων, επειδή ουδέ πάντες οι τον επίγειον βασιλέα γνωρίζοντες και τους άλλους εις αυτόν δύνανται μεσιτεύειν. Ολίγοι γαρ λίαν τούτο δύνανται ποιείν, οίτινες εξ αρετής και ιδρώτων ήτοι δουλειών αυτών (432) τών την προς αυτόν παρρησίαν εκτήσαντο και ουχί μεσίτου κακείνοι δεόμενοι αλλά στόμα προς στόμα συλλαλούντες τω βασιλεί.

Ου φυλάξομεν τοιγαρούν και επί Θεώ ταύτην την τάξιν, πατέρες και αδελφοί, ου τιμήσομεν τον επουράνιον βαιλέα καν ίσον τού επιγείου, αλλ εαυτοίς την εκ δεξιών αυτού και ευωνύμων καθέδραν και προ τού αιτήσασθαι και λαβείν προαρπάζοντες χαρισόμεθα; Ω τόλμης! Ποία αισχύνη ημάς καταλάβοι; Ότι ει μη δι άλλο τι εγκληθησόμεθα˙ αλλά γε δια τούτο μόνον ως καταφρονηταί μετά ατιμίας και τής προεδρίας στερηθησόμεθα και εις το πυρ το άσβεστον απορριφησόμεθα. Αλλ αρκεί ταύτα προς νουθεσίαν τών προσέχειν εαυτοίς βουλομένων˙ τούτου γαρ χάριν και παρεκβατικώτερον τής προκειμένης υποθέσεως τον λόγον πεποιήκαμεν.Ημείς δε είπωμεν άρτι, όπερ, τέκνον, μαθείν επεζήτησας.

11. Ότι γαρ ενδέχεται εις μοναχόν ιερωσύνην μη έχοντα εξαγγέλειν ημάς, τούτο αφ ού το τής μετανοίας ένδυμά τε και πρόσχημα εκ Θεού εδωρήθη τη κληρονομία αυτού και μοναχοί ωνομάσθησαν επί πάντας ευρήσεις γενόμενον, καθώς εν ταις θεοπνεύστοις τών πατέρων γραφαίς εγγράφεται, εν αις εγκύψας ευρήσεις ως αληθή τα λεγόμενα. Προ δε τούτων αρχιερείς μόνοι τού δεσμείν και λύειν την εξουσίαν κατά διαδοχήν ως εκ τών θείων αποστόλων ελάμβανον, τού χρόνου δε προϊόντος και τών αρχιερέων αχρειουμένων εις ιερείς βίον έχοντας άμωμον και χάριτος θείας ηξιωμένους η φρικτή εγχείρησις αύτη προβέβηκεν˙

είτα και τούτων αναμίξ γενομένων, τών ιερέων ομού και αρχιερέων τω λοιπώ εξομοιουμένων λαώ και πολλών ως και νυν περιπιπτόντων πνεύμασι πλάνης και ματαίας κενοφωνίαις και απολλυμένων, μετήχθη, ως είρηται, εις τον εκλεκτόν λαόν τού Θεού, λέγω δη τους μοναχούς, ουκ εκ τών ιερέων ή αρχιερέων αφαιρεθείσα, αλλά ταύτης εαυτούς εκείνων αλλοτριωσάντων. «Πας γαρ ιερεύς μεσίτης Θεού και ανθρώπων καθίσταται προς τον Θεόν, (433) ως ο Παύλός φησι, και οφείλει ώσπερ υπέρ τού λαού ούτως και υπέρ εαυτού προσφέρειν θυσίαν».

12. Αλλ ανωτέρω τού λόγου αρξώμεθα και ίδωμεν, πόθεν και πώς και τίσιν εξ αρχής η εξουσία αύτη τού ιερουργείν και δεσμείν και λύειν εδόθη, και κατά τάξιν ώσπερ ηρώτησας ούτως και σαφής η λύσις γενήσεται, ου σοι μόνον, αλλά και πάσιν άλλοις ανθρώποις.

Τού Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ειπόντος τω ξηράν έχοντι την χειρα ότι αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου, ακούσαντες οι Εβραίοι έλεγον˙ βλασφημίαν ούτος λαλεί˙ τις δύναται αφιέναι αμαρτίας ει μη εις ο Θεός; Ούτως ουδέπω άφεσις εδίδοτο αμαρτιών, ου παρά προφητών, ου παρά ιερέων, ου παρά τών τότε πατριαρχών τινος. Διο και ως καινού τινος δόγματος και πράγματος παραδόξου κηρυσσομένου οι γραμματείς εδυσχέραινον˙ ο δε Κύριος ουκ εμέμψατο αυτούς τούτου γε ένεκα, αλλά μάλλον ό ηγνόουν εδίδαξεν ως Θεόν εαυτόν δείξας και ουχ ως άνθρωπον την άφεσιν τών ημαρτημένων δωρούμενον˙ φησί γαρ προς αυτούς, ίνα δε ειδήτε, ότι εξουσίαν έχει ο υιος τού ανθρώπου αφιέναι αμαρτίας, λέγει τω ξηράν έχοντι την χείρα˙ έκτεινον την χείρά σου, και εξέτεινε και αποκατέστη υγιής ως η άλλη, δια τού ορωμένου θαύματος το μείζον και αόρατον πιστωσάμενος.

Ούτως τον Ζακχαίον, ούτως την πόρνην, ούτως τον Ματθαίον από τού τελωνίου, ούτως τον Πέτρον τρίς αρνησάμενον, ούτως τον παραλυτικόν, ον ιασάμενος και μετά ταύτα ευρών είπεν˙ ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν τι σοι γένηται. Τούτο δε ειπών έδειξεν, ότι δι αμαρτίας εκείνος εις την νόσον ενέπεσεν και ταύτης απαλλαγείς (434) έλαβεν και την άφεσιν τών ιδίων αμαρτημάτων, ου χρόνων δεηθέντος τούτου τινών πολλών, ου νηστείας, ου χαμευνίας, αλλ ή μόνον επιστροφής και πίστεως αδιστάκτου και εκκοπής τού κακού και μετανοίας αληθινής και δακρύων πολλών, ως η πόρνη και ο Πέτρος ο κλαύσας πικρώς.

Εντεύθεν η αρχή τού μεγάλου τούτου δώρου και Θεώ μόνω πρέποντος, ο και μόνος εκέκτητο˙ είτα τοις μαθηταίς αντ εκείνου καταλιμπάνει το τοιούτον χάρισμα μέλλων προς τον ουρανόν ανελθείν.

Πώς δε την αξίαν ταύτην και εξουσίαν αυτοίς επιδέδωκε; Καταμάθωμεν και τίνας και πόσους και πότε. Τους προκρίτους ένδεκα μαθητάς, κεκλεισμένων τών θυρών και συνηγμένων ένδον ομού. Εισελθών γαρ και στάς εν μέσω αυτών ενεφύσησε και φησι˙ «λάβετε Πνεύμα Άγιον, αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται», και ουδέν περί επιτιμίων τέως αυτοίς εντέλλεται, ως παρά τού Αγίου Πνεύματος μέλλοντος διδάσκεσθαι.

13. Ως ουν είρηται, κατά διαδοχήν οι άγιοι Απόστολοι την εξουσίαν ταύτην μετέπεμπον προς τους και τους θρόνους επέχοντας αυτών, ως τών τε λοιπών ουδείς ουδέ εννοήσαί τι τοιούτον ετόλμα.Ούτως εφύλαττον μετά ακριβείας οι μαθηταί τού Κυρίου το δίκαιον τής εξουσίας ταύτης. Αλλ ως είπομεν προϊόντος τού χρόνου συνεχύθησαν και συνεφύρησαν τοις αναξίοις οι άξιοι και υπό τού πλήθους συνεκαλύπτοντο, άλλος άλλου προέχειν φιλονεικών και την προεδρίαν τη αρετή υποκρινόμενος.

Αφ ού γαρ οι τους θρόνους τών Αποστόλων επέχοντες σαρκικοί και φιλήδονοι και φιλόδοξοι απεφάνθησαν και εις αιρέσεις εξέκλιναν, εγκατέλιπεν αυτούς η θεία χάρις, και η εξουσία αύτη εκ τών τοιούτων αφήρηται. Διο και πάντα τα άλλα, (435) α οι ιερουργούντες έχειν οφείλουσιν, αφέμενοι, τούτο μόνον απαιτούνται έχειν το ορθόδοξον. Οίμαι δε ουδέ τούτο˙ ουδέ γαρ ο μη παρεισφέρων νεωστί δόγμα εις την εκκλησίαν τού Θεού ούτος ορθόδοξος, αλλ ο βίον τω ορθώ λόγω κεκτημένος συνάδοντα.

Τούτον δε και τον τοιούτον οι κατά καιρούς πατριάρχαι και μητροπολίται ή ζητήσαντες ουκ απέτυχον ή ευρόντες τον ανάξιον μάλλον αντ εκείνου προετιμήσαντο, τούτο μόνον αυτόν απαιτούντες το εγγράφως εκθέσθαι το τής πίστεως σύμβολον, και τούτο μόνον αποδεχόμενοι το μήτε υπέρ τού αγαθού ζηλωτήν είναι μήτε δια το κακόν τινι αντιμάχεσθαι, ειρήνην ώσπερ εντεύθεν τη εκκλησία περιποιούμενοι, ό χείρον πάσης έχθρας εστί και μεγάλης ακαταστασίας αίτιον.

Εκ τούτου ουν οι ιερείς ηχρειώθησαν και γεγόνασιν ως ο λαός. Μη όντων γαρ τινων εξ αυτών άλας, ως ο Κύριος έφη, ίνα δια τών ελέγχων σφίγγωσι και αναστέλλωσι καν οπωσούν τον διαρρέοντα βίον, αλλά συγγινωσκόντων μάλλον και συγκαλυπτόντων αλλήλων τα πάθη εγένοντο χείρους μεν αυτοί τού λαού, χείρων δε αυτών ο λαός.

Τινές δε τού λαού και κρείττονες απεφάνθησαν μάλλον τών ιερέων, εν τω εκείνων αφεγγεί ζόφω ως άνθρακες ούτοι φαινόμενοι. Ει γαρ εκείνοι κατά τον τού Κυρίου λόγον έλαμπον τω βίω ως ο ήλιος, ουκ αν ωρώντο οι άνθρακες διαυγάζοντες, αλλ υπό τού τρανοτέρου φωτός ημαυρωμένοι εδείκνυντο αν. Επεί δε το πρόσχημα μόνον και το τής ιερωσύνης ένδυμα εν τοις ανθρώποις εναπελείφθη, τής τού πνεύματος δωρεάς επί τους μοναχούς μεταβάσης και δια τών σημείων γνωριζομένης ως τον βίον τών Αποστόλων δια τών πράξεων μετερχομένους, κακεί πάλιν ο διάβολος τα οικεία ειργάσατο. Ιδών γαρ αυτούς ότι ως νέοι τινες μαθηταί τού Χριστού αύθις ανεδείχθησαν εν τω κόσμω, και τω βίω και τοις θαύμασιν έλαμψαν, (436) τους ψευδαδέλφους και τα ίδια σκεύη εισαγαγών τούτοις ανέμιξε και κατά μικρόν πληθυνθέντες, ως οράς, ηχρειώθησαν και γεγόνασι μοναχοί πάμπαν αμόναχοι.

14. Ούτε ουν τοις τω σχήματι μοναχοίς ούτε τοις κεχειροτονημένοις και εις ιερωσύνης εγκαταλεγείσι βαθμόν ούτε τοις τω τής αρχιερωσύνης τετιμημένοις αξιώματι, πατριάρχαις φημί και μητροπολίταις και επισκόποις, απλώς ούτως και δια μόνην την χειροτονίαν και την ταύτης αξίαν το αφιέναι αμαρτίας από Θεού δίδοται - άπαγε! - ιερουργείν γαρ μόνον αυτοίς συγκεχώρηται, οίμαι δε ουδ αυτό τοις πολλοίς αυτών, ίνα μη χόρτος όντες εκείθεν κατακαυθήσονται, αλλά μόνοις εκείνοις, όσοις εν ιερεύσι και αρχιερεύσι και μοναχοίς το συγκαταριθμείσθαί εστι τοις τών μαθητών τού Χριστού χοροίς δια την αγνότητα.

15. Πόθεν ουν αυτοί τε οι τοις ειρημένοις εγκαταλεγέντες εκείνο νοήσωσι και οι αυτούς εκζητούντες τούτους ακριβώς επιγνώσονται;

Όθεν ο Κύριος εδίδαξεν ούτως ειπών˙ «σημεία δε τοις πιστεύσασι ταύτα παρακολουθήσει˙ εν τω ονόματί μοι δαιμόνια εκβάλουσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναίς - όπερ εστίν η θεόπνευστος διδασκαλία τού Λόγου και ωφέλιμος -, όφεις αρούσι, καν θανάσιμόν τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψη», και πάλιν˙ «εκ τών καρπών αυτών επιγνώσεσθε αυτούς».

Ποίων καρπών; Ων το πλήθος απαριθμούμενος ο Παύλος λέγει˙ «ο δε καρπός τού Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, πίστις, πραότης, εγκράτεια» μεθ ων ευσπλαγχνία, φιλαδελφία, ελεημοσύνη και τα τούτοις επόμενα˙ προς τούτοις˙ «λόγος σοφίας, λόγος γνώσεως, χαρίσματα ιαμάτων και έτερα πλείστα, α πάντα ενεργεί εν και το αυτό Πνεύμα, (437) διαιρούν εκάστω καθώς βούλεται». Οι γουν τούτων εν μετοχή γεγονότες τών χαρισμάτων - ή πάντων ή εκ μέρους κατά το συμφέρον αυτοίς - εν τω χορώ τών Αποστόλων εγκατελέγησαν και οι νυν τοιούτοι αποτελούμενοι εκείσε εγκαταλέγονται. Διο και φως εισιν ούτοι τού κόσμου, ως αυτός φησιν ο Χριστός˙ «ουδείς λύχνον άψας τίθησιν αυτόν υπό τον μόδιον ή υπό κλίνην, αλλ επί την λυχνίαν, ίνα φαίνη πάσι τοις εν τη οικία».

Ουκ εκ τούτων δε μόνων οι τοιούτοι γνωρίζονται, αλλά και από τής τού βίου αυτών διαγωγής˙ ούτω γαρ και οι ζητούντες αυτούς και αυτοί εαυτόν έκαστος ακριβέστερον επιγνώσονται, οίον ει καθ ομοιότητα τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ανεπαισχύντως, μάλλον δε ως μεγίστην δόξαν ηγήσαντο την ευτέλειαν και ταπείνωσιν και ως εκείνος την υπακοήν ανυποκρίτως εις τους εαυτών πατέρας και οδηγούς, έτι γε μην και εις τους πνευματικώς επιτάττοντας επεδείξαντο, ει ατιμίας και ύβρεις και ονειδισμούς και λοιδορίας από ψυχής ηγάπησαν και τους επιφέροντας αυτοίς ταύτα ως αγαθών μεγάλων προξένους απεδέξαντο και από ψυχής μετά δακρύων υπέρ αυτών ηύξαντο, ει πάσαν δόξαν την εν τω κόσμω κατέπτυσαν και σκύβαλα τα εν αυτώ τερπνά ηγήσαντο.

Και τι τα πολλά και προφανή λέγων τον λόγον μηκύνω; Εάν πάσαν μεν αρετήν, ην εν ταις ιεραίς ακούωσιν υπαναγινωσκομένην γραφαίς, ταύτην εαυτόν έκαστος τών ειρημένων ευρίσκει κατωρθωκότα, πάσαν δε πράξιν τών αγαθών ωσαύτως μετελθόντα και επί μια τούτων εκάστη την προκοπήν, την αλλοίωσιν, τον βαθμόν επεγνωκότα και προς το ύψος τής θεϊκής δόξης αιρόμενον, τότε και εαυτόν τις γνώτω μέτοχον Θεού και τών αυτού χαρισμάτων γεγονότα και υπό τών καλώς ορώντων ή και υπ αυτών τών αμβυωπούντων γνωσθήσεται. (438) Και ούτως οι τοιούτοι είποιεν αν τοις πάσιν εν παρρησία˙ «υπέρ Χριστού πρεσβεύομεν ως τού Θεού παρακαλούντος δι ημών˙ καταλλάγητε τω Θεώ». Πάντες γαρ οι τοιούτοι τας εντολάς τού Θεού εφύλαξαν μέχρι θανάτου, επώλησαν τα υπάρχοντα αυτών και διένειμαν τοις πτωχοίς, ηκολούθησαν τω Χριστώ δια τής τών πειρασμών υπομονής, απώλεσαν τας εαυτών ψυχάς ένεκεν τής αγάπης τού Θεού εν τω κόσμω και εύρον αυτάς εις ζωήν αιώνιον. Ευρόντες δε τας εαυτών ψυχάς, εν φωτί νοητώ εύρον αυτάς και ούτως εν τω φωτί τούτω είδον το απρόσιτον φως, αυτόν τον Θεόν, κατά το γεγραμμένον˙ «εν τω φωτί σου οψόμεθα φως».

Πώς ουν έστιν ευρείν τινα ην έχει ψυχήν, πρόσεχε! Η εκάστου ψυχή εστίν η δραχμή ην απώλεσεν ουχ ο Θεός αλλ ημών έκαστος εν τω σκόστει τής αμαρτίας βυθίσας εαυτόν. Ο δε Χριστός, το όντως φως, ελθών και τους ζητούντας αυτόν συναντών, ως οίδε μόνος αυτός, ιδείν εαυτόν αυτοίς εχαρίσατο. Τούτό εστιν ευρείν την ψυχήν αυτού το ιδείν τον Θεόν και εν τω εκείνου φωτί αυτόν γενέσθαι απάσης κτίσεως τής ορωμένης ανώτερον και τον Θεόν σχείν ποιμένα και διδάσκαλον, παρ ού και το δεσμείν και λύειν, ει βούλει, γνώσεται, και γνούς ακριβώς προσκυνήσει τον δεδωκότα και τοις χρήζουσι μεταδώσει.

16. Τοις τοιούτοις οίδα, τέκνον, δίδοσθαι τού δεσμείν και λύειν <την εξουσίαν> από Θεού Πατρός και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δια τού Αγίου Πνεύματος, τοις θέσει ούσιν και αγίοις δούλοις αυτού. Τοιούτω και αυτός εγώ εμαθήτευσα πατρί χειροτονίαν εξ ανθρώπων μη έχοντι, αλλά χειρί με Θεού είτ ουν πνεύματι εις μαθητείαν εγκαταλέξαντι κάι την εξ ανθρώπων χειροτονίαν (439) δια τον παρακολουθήσαντα τύπον καλώς λαβείν με κελεύσαντι, πάλαι υπό τού Αγίου Πνεύματος επί τούτο σφοδρώ πόθω κινούμενον.

17. Τοιγαρούν γενέσθαι πρώτον τοιούτοι ευξώμεθα, αδελφοί και πατέρες, και ούτως τοις άλλοις περί παθών απαλλαγής και αναδοχής λογισμών ομιλήσωμεν και τοιούτον πνευματικόν ζητήσωμεν.

Μάλλον μεν ουν τοιούτους εμπόνως ζητήσωμεν άνδρας, τους όντας μαθητάς τού Χριστού και μετά πόνου καρδίας και δακρύων πολλών επί ρητάς ημέρας ικετεύσωμεν τον Θεόν, ίνα αποκαλύψη τους οφθαλμούς τών καρδιών ημών προς το επιγνώναι, ει που και τοιούτός τις εν τη πονηρά ταύτη γενεά ων ευρεθήσεται, όπως ευρόντες αυτόν άφεσιν λάβωμεν δι αυτού τών αμαρτιών ημών, τοις προστάγμασιν αυτού και ταις εντολαίς όλη ψυχή υπακούοντες, καθάπερ εκείνος, ακούσας τας τού Χριστού, γέγονε μέτοχος τής χάριτος και τών δωρεών αυτού, και την εξουσίαν τού δεσμείν και λύειν τα αμαρτήματα παρ αυτού έλαβε τω Αγίω Πνεύματι πυρωθείς, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή κάι προσκύνησις συν τω Πατρί και τω μονογενεί Υιώ εις τους αιώνας.

Αμήν.

1. Διέταξες στην ταπεινότητα μας, Πατέρα και αδελφέ, ρωτώντας να σου πούμε, εάν άραγε επιτρέπεται σε μερικούς μοναχούς να εξομολογούν αμαρτίες, αν και δεν έχουν Ιεροσύνη, προσθέτοντας και το εξής: «Επειδή ακούμε ότι η εξουσία να λύνουν και να δένουν δόθηκε μόνο στους Ιερείς». Και αυτά βέβαια είναι τα λόγια της ευσεβούς ψυχής σου και του φλογερού φόβου σου. Εμείς δε δεχτήκαμε την πρόθεσή σου για τα καλά, ότι δηλαδή ζητάς να μάθεις για πράγματα θεία και Ιερά· όμως δεν είμαστε σε θέση να εκφέρουμε γνώμη και να γράψουμε γι' αυτά, και γι' αυτό θέλαμε να σιωπήσουμε· διότι η ερμηνεία των πνευματικών πραγμάτων με τρόπο πνευματικό, είναι έργο των χωρίς πάθη και Αγίων ανδρών, από τους οποίους εμείς απέχουμε πάρα πολύ και στη ζωή και στα λόγια και στις αρετές.

2. Επειδή όμως, όπως έχει γραφεί, «ο Κύριος είναι κοντά σε εκείνους που τον επικαλούνται ειλικρινά»[1], σου στέλνω λόγια όχι δικά μου, αλλά παίρνοντάς τα από τη θεόπνευστη Γραφή, όχι για να σε διδάξω, αλλά σου προσκομίζω από αυτήν τις μαρτυρίες για τα θέματα που με έρωτας, ώστε, με τη χάρη του Θεού να προφυλάξω τον εαυτό μου και αυτούς που με ακούν και από τους δύο κρημνούς· και από εκείνον που έκρυψε το τάλαντο, και από εκείνον που κατά τρόπο ανάξιο και ματαιόδοξο, και μάλλον συσκοτισμένα εκθέτει τα δόγματα.

Από πού λοιπόν να αρχίσουμε το λόγο, αν όχι από την χωρίς αρχή - αρχή των όλων; Διότι αυτό είναι καλύτερο, για να είναι αναμφισβήτητα και αυτά που λέγονται. Διότι δεν δημιουργηθήκαμε από αγγέλους, ούτε τα μάθαμε από ανθρώπους, άλλα από την ουράνια σοφία, δηλαδή από τη χάρη του Πνεύματος, διδαχθήκαμε κατά τρόπο μυστικόν, και εξακολουθούμε και τώρα να διδασκόμαστε. Και τώρα, αφού την επικαλεσθήκαμε, θα αναφέρουμε εδώ πρώτα τον τρόπο της εξομολόγησης και θα εκθέσουμε τη δύναμή της.

3. Η εξομολόγηση λοιπόν δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ομολογία χρεών, δηλαδή αναγνώριση των σφαλμάτων και της αφροσύνης, δηλαδή αποδοκιμασία της φτώχειας. Σύμφωνα με όσα είπε στα ευαγγέλια παραβολικά ο Κύριος, σε κάποιο δανειστή «υπήρχαν δύο οφειλέτες, από τους οποίους ο ένας του χρεωστούσε πεντακόσια δηνάρια και ο άλλος πενήντα. Επειδή όμως δεν είχαν να του τα επιστρέψουν, τα χάρισε και στους δύο»[2].

Λοιπόν κάθε πιστός βαρύνεται με χρέη προς τον Κύριο και Θεό του, και αυτά που πήρε από αυτόν, πρόκειται να του ζητηθούν μπροστά στο φοβερό και φρικτό δικαστήριό του, όπου θα εμφανισθούμε όλοι, βασιλείς και φτωχοί, γυμνοί και τετραχηλισμένοι.

Μερικά λοιπόν από τα πολλά που θα του ζητηθούν και τα οποία κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να απαριθμήσει, μόνο τα ανώτερα και τελειότερα είναι· η απελευθέρωση από την καταδίκη, ο αγιασμός από τη βεβήλωση, η είσοδος από το σκοτάδι στο απερίγραπτο φως του, το ότι με το θείο βάπτισμα γίναμε υιοί και κληρονόμοι του, το ότι ενδυθήκαμε τον ίδιο τον Θεό, το ότι γίναμε μέλη του σώματός του και ελάβαμε το Άγιο Πνεύμα που κατοικεί μέσα μας, το οποίο είναι βασιλική σφραγίδα, με την οποία ο Κύριος σφραγίζει τα πρόβατά του. Αλλά γιατί αναφέρω τόσα πολλά; Το ότι μας έκανε ομοίους του. Αυτά όλα και άλλα περισσότερα από αυτά δίνονται σ’ εκείνους που βαπτίζονται αμέσως από το Άγιο Πνεύμα, τα οποία ονομάζονται και θεϊκή κληρονομιά και πλούτος.

4. Οι δε εντολές του Δεσπότη δόθηκαν σαν φύλακες αυτών των απερίγραπτων χαρισμάτων και δωρεών, οι οποίες κατά κάποιο τρόπο περικυκλώνουν τον πιστό και διατηρούν ασύλητο τον θησαυρό που βρίσκεται μέσα στην ψυχή του, και τον κάνουν απροσμάχητο από όλους τους εχθρούς και κλέφτες. Εμείς βέβαια νομίζουμε ότι από μας φυλάγονται οι εντολές του φιλάνθρωπου Θεού, και στενοχωριόμαστε γι' αυτό, αγνοώντας ότι μάλλον εμείς φυλαγόμαστε από εκείνες.

Διότι εκείνος που τηρεί τις εντολές του Θεού δεν τηρεί και φυλάει εκείνες, άλλα τον εαυτό του από τους ορατούς και αόρατους εχθρούς, οι οποίοι είναι αναρίθμητοι και φοβεροί, και για τους όποιους ο Παύλος δηλώνει: «Δεν παλεύουμε με σάρκα και αίμα»[3] και τα εξής, δηλαδή αυτούς που παρατάσσονται στον αέρα εναντίον μας χωρίς να φαίνονται.

Αυτός λοιπόν που φυλάει τις εντολές, φυλάγεται από αυτές, και δεν χάνει τον πλούτο που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Ενώ αυτός που περιφρονεί εκείνες βρίσκεται γυμνός και καταβάλλεται εύκολα από τους εχθρούς, και αφού χάσει όλο τον πλούτο, γίνεται χρεώστης στο βασιλιά και Δεσπότη για όλα εκείνα που είπαμε, για τα οποία δεν είναι στον άνθρωπο δυνατό να ανταποδώσει κάτι, ή να βρει τα ίδια· διότι είναι ουράνια και ήρθαν από τον ουρανό, και έρχεται ο Δεσπότης κάθε μέρα φέροντας και διανέμοντάς τα στους πιστούς.

Πού λοιπόν θα μπορέσουν αυτοί που τα πήραν και τα έχασαν να τα ξαναβρούν; Πραγματικά πουθενά· όπως ούτε ο Αδάμ ή κάποιος από τους γιούς εκείνου μπόρεσε να κάνει ανάκληση του εαυτού του ή τών συγγενών του, παρά μόνο ο πάνω από τη φύση Θεός, αφού έγινε σαρκικά Υιός του, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ήλθε και ανέστησε και εκείνον και εμάς από την πτώση με θεϊκή δύναμη.

Αυτός όμως που δεν τηρεί όλες τις εντολές, αλλά άλλες από αυτές τις φυλάει και άλλες τις προδίνει, ας γνωρίζει ότι, έστω και μια αν παραμελήσει, και πάλι θα χάσει όλον τον πλούτο. Υπόθεσε ότι οι εντολές είναι δώδεκα ένοπλοι άνδρες που στέκονται γύρω σου και καθώς βρίσκεται στη μέση γυμνός σε φυλάγουν. Σκέψου άλλους τέτοιους πάλι να σε περιστοιχίζουν από παντού και να είναι τοποθετημένοι αντίπαλοι παλαιστές που ζητούν να σε συλλάβουν και να σε σφάξουν αμέσως· εάν λοιπόν ένας από τους δώδεκα πέσει κάτω με τη θέλησή του και αφήσει τη θέση του στον αντίπαλο σαν πόρτα ανοιχτή, ποιο θα είναι το όφελος από τους άλλους ένδεκα άνδρες, αφού ο ένας μπήκε μέσα σ’ αυτούς και σε κατακρεούργησε, ενώ εκείνοι δεν μπορούσαν να γυρίσουν για να σε βοηθήσουν; Διότι, εάν θελήσουν να γυρίσουν, θα θανατωθούν κι εκείνοι από τους αντιπάλους.

Δεν θα γίνει όμως οπωσδήποτε έτσι, εάν και συ φυλάγεις τις εντολές. Διότι, εάν συ χτυπηθείς από έναν εχθρό και πέσεις κάτω, όλες οι εντολές σιγά - σιγά φεύγουν πετώντας και χάνουν τη δύναμή τους. Όπως δηλαδή ένα αγγείο γεμάτο κρασί ή λάδι, έστω και αν δεν τρυπηθεί από παντού, εάν γίνει από ένα μόνο μέρος μια τρύπα, χάνει σιγά - σιγά όλο το περιεχόμενό του, έτσι κι εκείνος που αθετεί μια εντολή, ξεπέφτει και από όλες τις άλλες, όπως λέει ο Χριστός: «σ’ εκείνον που έχει θα δοθούν και άλλα και θα τα κάνει, περισσότερα, ενώ από εκείνον που δεν έχει, θα παρθεί και αυτό που νομίζει ότι έχει»[4]. Και πάλι: «εκείνος που θα παραβεί μία από τις εντολές μου αυτές τις πολύ μικρές και τη διδάξει έτσι, δηλαδή με την παράβαση, στους ανθρώπους, θα ονομαστεί ελάχιστος στη βασιλεία των ουρανών»[5]. Και ο Παύλος: «Από εκείνο που κάποιος νικιέται, σ’ αυτό και υποδουλώνεται»[6]. Και πάλι: «κεντρί του θανάτου είναι η αμαρτία»[7]. Και δεν είπε αυτή ή εκείνη η αμαρτία, αλλά οποία κι αν είναι η αμαρτία, αυτή είναι «κεντρί του θανάτου». Την ονομάζει «κεντρί του θανάτου», επειδή όσοι πληγώνονται πεθαίνουν. Επομένως κάθε αμαρτία είναι θανατηφόρα. Διότι αυτός που αμάρτησε μια φορά, όπως λέει ο Παύλος, έχει ήδη πεθάνει, επειδή έγινε ένοχος χρέους και βρίσκεται ξαπλωμένος δεμένος από την αμαρτία σαν να είναι ληστής.

5. Εκείνος που πέθανε τι άλλο ποθεί διαρκώς, παρά το να αναστηθεί; Και εκείνος που οφείλει και δεν έχει για να επιστρέψει το χρέος του, τι άλλο ποθεί, παρά ν' απαλλαγεί από το χρέος και να μη μπει στη φυλακή, μέχρι να επιστρέψει αυτό που οφείλει, και το οποίο εάν δεν το έχει, δεν θα βγει ποτέ από το σκοτάδι; Έτσι κι αυτός που έχει πληγωθεί από τους νοητούς ληστές, οπωσδήποτε αναζητεί γιατρό συμπαθητικό και σπλαγχνικό για να πάει σ’ αυτόν. Διότι δεν έχει ζωντανό τον φόβο του Θεού μέσα του, για να πάει μάλλον σ’ εκείνο τον γιατρό. Αλλά επειδή από την περιφρόνηση έχει χάσει τη δύναμη της ψυχής βρίσκεται ξαπλωμένος κάτω, παρουσιάζοντας θέαμα φρικτό και ελεεινό σ’ εκείνους που βλέπουν καλά, ή καλύτερα πνευματικά τα ψυχικά πτώματα. Αυτός λοιπόν που με την αμαρτία έγινε δούλος του διαβόλου. Διότι λέει: «δεν γνωρίζετε, ότι είσαστε δούλοι αυτού στον οποίο υπακούτε, είτε δούλοι της δικαιοσύνης που οδηγεί στη δικαίωση, είτε δούλοι της ανομίας που οδηγεί στην ανομία;»[8].

Και αφού αυτός έγινε περίγελως του Πατρός και Θεού, και τσαλαπάτημα για τους εχθρούς που αποστάτη σαν από τον Θεό, και απογυμνώθηκε από τη βασιλική αλουργίδα[9], και εγκαταλείφθηκε μελανιασμένος, και από παιδί του Θεού έγινε παιδί του διαβόλου, τι μπορεί να κάνει για να αποκτήσει και πάλι αυτά από τα οποία εξέπεσε; Οπωσδήποτε θα αναζητήσει μεσίτη και φίλο του Θεού, που να είναι σε θέση να τον αποκαταστήσει στην κατάσταση που βρισκόταν προηγουμένως και να τον συμφιλιώσει με τον Θεό και Πατέρα. Διότι αυτός που προσκολλήθηκε με τη Χάρη στον Χριστό και έγινε μέλος του, και υιοθετήθηκε από αυτόν, εάν έπειτα εγκαταλείποντάς τον επιστρέψει σαν σκύλος στο ξέρασμά του και συναφθεί ή με γυναίκα πόρνη, παλλακίδα, ή άλλο σώμα, επειδή ατίμασε και εξύβρισε τον Χριστό, καταδικάζεται μαζί με τους απίστους, διότι σύμφωνα με τον θείον Απόστολον, «είμαστε σώμα Χριστού και ο καθένας είναι μέλος του σώματος. Αυτός λοιπόν που έρχεται σε επαφή με την πόρνη, μεταβάλλει τα μέλη του Χριστού σε μέλη πόρνης»[10]. Και αυτός που έχει διαπράξει αυτά και εξόργισε με τον τρόπο αυτό τον Κύριο και Θεό, δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με άλλο τρόπο, παρά μόνο με τη μεσιτεία κάποιου Αγίου άνδρα και φίλου και δούλου του Χριστού, και με την αποφυγή του κακού.

6. Γι' αυτό πρώτα ας αποφύγουμε την αμαρτία. Διότι, εάν τραυματισθούμε με το βέλος της, αλλά δεν μείνουμε πολύν χρόνο με το δηλητήριό της, και γλυκαινόμενοι με μέλι, ούτε σαν αρκούδα που τραυματίστηκε, κάνουμε με την ίδια πράξη μας το τραύμα μεγαλύτερο, αλλά τρέξουμε αμέσως στον πνευματικό γιατρό και αποβάλουμε με την εξομολόγηση το δηλητήριο της αμαρτίας, και αφού φτύσουμε το δηλητήριό της, δεχθούμε πρόθυμα ως αντιφάρμακο τα επιτίμια της μετανοίας που μας δίνονται από αυτόν, ας αγωνιστούμε να τα εκτελούμε διαρκώς με θερμή πίστη και με φόβο Θεού. Διότι όλοι όσοι σπατάλησαν όλον τον πλούτο που τους είχε εμπιστευθεί και ξόδεψαν μαζί με πόρνες και τελώνες την πατρική τους περιουσία, και από την μεγάλη ντροπή έχουν τη συνείδησή τους σκυμμένη προς τα κάτω και να μη μπορεί να σηκωθεί όρθια, επειδή δεν έχουν πια θάρρος, αναζητούν εύλογα έναν άνθρωπο του Θεού για να γίνει ανάδοχος του χρέους τους, πράγμα που νομίζω ότι είναι αδύνατο να γίνει χωρίς ειλικρινή και κοπιαστική μετάνοια εκείνου που πρόκειται, ή που θέλει να συμφιλιωθεί με τον Θεό.

Ούτε βέβαια ακούστηκε ποτέ, ούτε γράφτηκε στις θεόπνευστες Γραφές, ότι κάποιος ανέλαβε τις αμαρτίες άλλου και απολογήθηκε εκείνος γι' αυτούς που δεν είναι άξιοι της μετανοίας του αμαρτωλού πρώτα, και δέχτηκε και κατέβαλε τους ανάλογους κόπους και παρήγαγε τους καρπούς της μετανοίας. Διότι η φωνή του Προδρόμου λέει: «κάνετε καρπούς άξιους μετανοίας και να μη λέτε μέσα σας: Έχουμε πατέρα τον Αβραάμ»[11], διότι και ο ίδιος ο Κύριός μας, γι' αυτούς που φέρονται τόσο ανόητα, είπε: «ακόμα και αν παραστούν ο Δανιήλ η ο Νώε, δεν θα μπορέσουν να γλυτώσουν τους υιούς και τις θυγατέρες τους»[12]. Τι θα κάνουμε λοιπόν, ή ποιόν τρόπο να επινοήσουμε για τη διαγραφή του χρέους και ανάκληση της πτώσεως όσοι θέλουμε να μετανοήσουμε; Με τη βοήθεια του Θεού ακούστε, για να πω στον καθένα από σας.

7. Εάν θέλεις, αναζήτησε έναν καλό μεσίτη και γιατρό και σύμβουλο, για να υποδείξει κατάλληλους τρόπους μετάνοιας στην αγαθή ψυχή, σαν αγαθός σύμβουλος, και να σου δώσει κατάλληλο φάρμακο για το τραύμα σου, σαν γιατρός, και σαν μεσίτης με την προσευχή και την προσωπική παράσταση την οποία θα κάνει πρόσωπο με πρόσωπο, θα εξευμενίσει για λογαριασμό σου τον Θεό. Μη προσπαθήσεις λοιπόν να βρεις σύμβουλο κόλακα ή κοιλιόδουλο, μήπως, συμμορφούμενος με το δικό σου θέλημα, σε διδάξει όχι εκείνα που αγαπά ο Θεός, αλλά αυτά που εσύ παραδέχεσαι, και μείνεις πάλι εχθρός ασυμφιλίωτος· ούτε γιατρό άπειρον να βρεις, μήπως με την μεγάλη βιαιότητα και τις ακατάλληλες τομές και καυτηριάσεις σε οδηγήσει σε βυθό απογνώσεως, ή αντίθετα από υπερβολική συμπάθεια όντας άρρωστος σε θεραπεύσει και νομίζοντας ότι είσαι υγιής σε παραδώσει, χωρίς να το περιμένεις, στην αιώνια κόλαση, πράγμα που είναι χειρότερο. Διότι αυτό μας προξενεί η εδώ ασθένεια της ψυχής, όταν πεθαίνει μαζί με μας. Μεσίτης λοιπόν μεταξύ Θεού και ανθρώπων δεν νομίζω ότι βρίσκεται τόσο εύκολα· «Διότι δεν βλέπουν όλοι οι Ισραηλίτες τον Θεό, αλλά μόνο εκείνοι που γνωρίζουν πραγματικά σύμφωνα με το όνομα και τη δύναμη του ονόματος, και επειδή είναι άνθρωποι βαθύνοες»[13]Ούτε όλοι όσα φέρουν το όνομα του Χριστού είναι πραγματικοί Χριστιανοί· διότι λέγει ο Χριστός: «δεν θα μπει στη βασιλεία των ουρανών ο καθένας που με αποκαλεί Κύριε - Κύριε, αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατρός μου»[14]. "Όπως επίσης και πάλι λέει: «πολλοί θα μου πουν εκείνη την ημέρα: Κύριε, δεν βγάλαμε στο όνομά σου δαιμόνια; Και θα τους πω: Δεν σας γνωρίζω. Φύγετε από μένα σεις οι εργάτες της παρανομίας»[15].

8. Γι' αυτό λοιπόν πρέπει όλοι να προσέχετε αδελφοί, και αυτούς που μεσιτεύουν, και αυτούς που έχουν αμαρτήσει, και αυτούς που θέλουν να συμφιλιωθούν με τον Θεό, ώστε ούτε αυτοί που μεσιτεύουν να επισύρουν επάνω τους οργή αντί αμοιβής, ούτε αυτοί που συγκρουστήκαν και θέλουν να συμφιλιωθούν να πέσουν, αντί για μεσίτη, σε εχθρό και φονιά και κακόν σύμβουλο· διότι αυτοί θα ακούσουν με φρικτή απειλή: «ποιος σας διόρισε αρχηγούς και δικαστές του λαού μου;»[16]. Και πάλι· «υποκριτή, βγάλε το δοκάρι από το μάτι σου, και τότε κοίταξε να βγάλεις το καρφί που υπάρχει στο μάτι του αδελφού σου»[17]. Και δοκάρι είναι κάποιο πάθος ή κάποια επιθυμία που συσκοτίζει τα μάτια της ψυχής. Και πάλι: «γιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου»[18]. Και πάλι: «στον αμαρτωλό ο Θεός είπε: Γιατί εσύ διδάσκεις τον νόμο μου και παίρνεις στο στόμα σου τη διαθήκη μου; Διότι συ μισείς κάθε παιδαγωγία και στρέφεις τα νώτα σου στα λόγια μου»[19]. Και από τον Παύλο: «ποιος είσαι συ που κρίνεις ξένον υπηρέτη; Το αν θα σταθεί ή θα πέσει αφορά τον κύριό του. Και ο Θεός έχει τη δύναμη, μέσω του πιστού δούλου του, να τον στηρίξει»[20].

9. Γι' αυτό λοιπόν, αδελφοί και πατέρες μου, φοβάμαι και τρέμω τον καθένα, και σας παρακαλώ όλους σας, διασφαλίζοντας και τον εαυτό μου με την παράκλησή μου, να μη φερόμαστε περιφρονητικά απέναντι σ’ αυτά τα θεϊκά και φοβερά σε όλους μυστήρια, ούτε εναντίον της ψυχής μας, εξαιτίας ματαιοδοξίας ή φιλοδοξίας ή εμπορικής διαθέσεως ή αναισθησίας. Διότι συμβαίνει, επειδή ονομαζόμαστε δάσκαλοι και πατέρες, να δεχόμαστε τους λογισμούς των άλλων. Παρακαλώ, να μη αρπάζουμε τόσο πολύ αδιάντροπα το αξίωμα των Αποστόλων, διδασκόμενοι από αυτό που συμβαίνει εδώ στη γη. Διότι, εάν κανείς τολμήσει να εξομοιωθεί με τον εκπρόσωπο του επιγείου βασιλιά από αυθάδεια, και επιχειρήσει να κρατήσει και να κάνει κρυφά αυτά που έχουν ανατεθεί σ’ εκείνον, ή και φανερά διαβεβαιώνει ότι τα ασκεί, αυτός και οι μυημένοι μαζί του υπήκοοι, υποβάλλονται στις πιο βαρείες τιμωρίες, για να φοβηθούν οι άλλοι, και περιπαίζεται από όλους σαν τρελός και αναίσθητος, τι θα πάθουν στο μέλλον εκείνα που αρπάζουν το αξίωμα των Αποστόλων όντας ανάξιοι;

10. Αλλά να μη θελήσετε ούτε και μεσίτες των άλλων να γίνετε πριν γεμίσετε από Άγιο Πνεύμα και πριν γνωρίσετε και συμφιλιωθείτε με συνοχή καρδίας με τον Βασιλιά των όλων διότι ούτε όλοι, όσοι γνωρίζουν τον βασιλιά, μπορούν να μεσιτεύουν για τους άλλους σ’ αυτόν. Διότι για πολύ λίγο μπορούν να το κάνουν αυτό εκείνοι που με αρετή και ιδρώτα, ήτοι με τις υπηρεσίες τους, απέκτησαν το θάρρος προς αυτόν, και δεν έχουν αυτοί ανάγκη μεσίτη, αλλά συνομιλούν μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο.

Δεν θα τηρήσουμε λοιπόν και στον Θεό την τάξη αυτή, πατέρες και αδελφοί; Δεν θα τιμήσουμε την επουράνια βασιλεία περισσότερο από την επίγεια, αλλά αρπάζοντας εκ των προτέρων την καθέδρα που βρίσκεται στα δεξιά και στα αριστερά του για τον εαυτό μας, και πριν να την ζητήσουμε και να την πάρουμε, θα την χαρίσουμε; Πόσο μεγάλο τόλμημα! Πόσο μεγάλη ντροπή θα μας καταλάβει; Διότι, κι αν δεν κατηγορηθούμε για τίποτε άλλο, και μόνο γι' αυτό, ως περιφρονητές της προεδρίας, θα πορθούμε και θα ριχτούμε στη φωτιά που δε σβήνει. Αλλά αυτά είναι αρκετά για νουθεσία εκείνων που θέλουν να προσέχουν τους εαυτούς τους, για τους οποίους άλλωστε επεκτείναμε τον λόγο και πέρα από το υπό συζήτηση θέμα. Τώρα όμως θα πούμε και αυτό για το οποίο ζήτησες να μάθεις.

11. Ότι βέβαια επιτρέπεται σε μοναχόν που έχει Ιερωσύνη να μας εξομολογεί, αφ' ότου δωρήθηκε σ’ αυτούς από τον Θεό το ένδυμα και το σχήμα της μετάνοιας στην τάξη αυτών και ονομάστηκαν μοναχοί, θα το βρεις αυτό να γίνεται παντού, όπως είναι γραμμένο στις θεόπνευστες Γραφές των Πατέρων, στις οποίες αν σκύψεις με προσοχή θα βρεις ότι αυτά που λέω είναι αληθινά. Πριν από αυτούς όμως μόνον οι Αρχιερείς ελάμβαναν το δικαίωμα να δένουν και να λύνουν, ως διάδοχοι των θείων Αποστόλων. Καθώς όμως περνούσε ο χρόνος και οι Αρχιερείς διαφθείρονταν, το φοβερό αυτό λειτούργημα μεταβιβάστηκε και σε Ιερείς οι οποίοι είχαν ζωή άμεμπτη και είχαν τιμηθεί με την θεία χάρη.

Έπειτα, επειδή και αυτοί ανακατεύτηκαν, καθώς οι Ιερείς και οι Αρχιερείς εξομοιώνονταν με τον υπόλοιπο λαό, σε σημείο που πολλοί να εμπλέκονται με πνεύματα πλάνης και μάταιες καινοφωνίες και να χάνονται, μεταβιβάστηκε, όπως είπαμε, στον εκλεκτό λαό του Θεού, εννοώ φυσικά τους μοναχούς, χωρίς να αφαιρεθεί από τους Ιερείς ή αρχιερείς, αλλά αφού οι ίδιοι αποξένωσαν τους εαυτούς τους από το λειτούργημα αυτό. Διότι, όπως λέει ο Παύλος: «εφόσον ο Ιερέας γίνεται μεσίτης Θεού και ανθρώπων, για να υπηρετεί τον Θεό, οφείλει, όπως προσφέρει τις θυσίες για τον λαό, έτσι να τις προσφέρει και για τον εαυτό του»[21].

12. Αλλά ας αρχίσουμε τον λόγο από πιο πάνω, και ας δούμε πως και πότε και σε ποιους δόθηκε από την αρχή το δικαίωμα να Ιερουργούν και να δένουν και να λύνουν, οπότε με τη σειρά τους θα γίνουν πιο σαφή αυτά που ρώτησες, όχι μόνο σε σένα, αλλά και σε όλους τους ανθρώπους.

Όταν ο Κύριος και Θεός και Σωτήρας είπε σ’ εκείνον που είχε παράλυτο το χέρι: «συγχωρούνται οι αμαρτίες σου», οι Ιουδαίοι ακούοντάς το έλεγαν: «αυτός λέει βλασφημία· ποιος άλλος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, παρά μόνο ένας, ο Θεός;»[22]. Και το είπαν αυτό επειδή ποτέ δεν δινόταν άφεση αμαρτιών με τον τρόπο αυτόν, ούτε από τους Προφήτες, ούτε από τους Ιερείς, ούτε από κανένα από τους τότε πατριάρχες. Γι' αυτό, επειδή αυτό ακουγόταν σαν καινούργια και παράξενη διδασκαλία οι Γραμματείς δυσανασχετούσαν. Και ο Κύριος δεν τους κατηγόρησε ακριβώς γι' αυτό, αλλά τους δίδαξε αυτό που αγνοούσαν, δείχνοντάς τους ως Θεός την εξουσία του, και δωρίζοντας την άφεση των αμαρτιών, όχι ως άνθρωπος, αλλ' ως Θεός. Γι' αυτό και τους λέει· «Για να δείτε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί πάνω στη γη αμαρτίες, λέει σ’ αυτόν που είχε παράλυτο το χέρι: Άπλωσε το χέρι σου· και το άπλωσε, και αποκαταστάθηκε η υγεία του χεριού του, όπως του άλλου»[23]· έτσι, με το ορατό θαύμα βεβαίωσε το μεγαλύτερο και αόρατο.

Αυτό έκανε και με τον Ζακχαίο[24] και την πόρνη[25], και με τον Ματθαίο από το τελωνείο[26], και με τον Πέτρο που τον αρνήθηκε τρεις φορές[27], έτσι και με τον παραλυτικό τον οποίο θεράπευσε και όταν αργότερα τον βρήκε του είπε: «όπως βλέπεις, έγινες καλά· στο εξής να μη αμαρτήσεις, για να μη πάθεις τίποτε χειρότερο»[28], και λέγοντας αυτό, έδειξε ότι εξαιτίας των αμαρτιών του προσβλήθηκε εκείνος από την αρρώστια, και αφού απαλλάχθηκε από αυτήν έλαβε και συγχώρηση των αμαρτιών του. Από αυτούς κανένας δε χρειάστηκε ούτε χρόνια πολλά, ούτε νηστεία, ούτε να κοιμάται κατά γης, παρά μόνο επιστροφή και αταλάντευτη πίστη, αποκοπή από το κακό και αληθινή μετάνοια και πολλά δάκρυα, όπως η πόρνη και ο Πέτρος που έκλαψε πικρά.

Από αυτά προέρχεται η αρχή του μεγάλου δώρου, που ανήκει μόνο στον Θεό, το οποίο μόνο αυτός είχε και έπειτα το άφησε στους μαθητές του, όταν εκείνος επρόκειτο να φύγει στους ουρανούς.

Ας δούμε όμως πως έδωσε αυτό το αξίωμα και την εξουσία, και σε ποιούς και πόσους και πότε εξέλεξε τους ένδεκα μαθητές, ενώ οι πόρτες ήταν κλεισμένες και ήταν συγκεντρωμένοι όλα μαζί μέσα. Τότε λοιπόν μπαίνοντας μέσα, στάθηκε ανάμεσά τους, τους φύσηξε και είπε: «λάβετε Άγιο Πνεύμα· εάν συγχωρείτε τις αμαρτίες κάποιων, θα είναι συγχωρημένες, και εάν κάποιων δεν τις συγχωρείτε, θα μένουν ασυγχώρητες»[29]. Ας δούμε ακόμα, ότι δεν τους έδωσε καμιά εντολή να τους βάζουν επιτίμια, διότι επρόκειτο να τα διδαχθούν αυτά από το Άγιο Πνεύμα.

13. Όπως ειπώθηκε λοιπόν, οι Άγιοι Απόστολοι διαδοχικά μεταβίβασαν την εξουσία αυτή στους επισκόπους. Και μάλιστα μόνο σ’ εκείνους οι οποίοι κατείχαν τους θρόνους τους, επειδή οι υπόλοιποι δεν τολμούσαν ούτε να το κατανοήσουν αυτό. Διότι με τόσο μεγάλη ακρίβεια τηρούσαν την εξουσία αυτή οι μαθητές του Κυρίου. Όπως είπαμε όμως, με το πέρασμα του χρόνου αναμίχθηκαν και ζυμώθηκαν οι άξιοι με τους ανάξιους και συγκαλύπτονταν από το πλήθος, επειδή ανταγωνιζόταν ο ένας και διακριθεί από τον άλλο, και να αναλάβει την προεδρία υποκρινόμενος τον ενάρετον.

Αφότου λοιπόν αυτοί που κατείχαν τους θρόνους των Αποστόλων αποδείχθηκαν σαρκικοί και φιλήδονοι και φιλόδοξοι και εξώκειλαν σε αιρέσεις, τους εγκατέλειψε η θεία χάρη και αφηρέθηκε από αυτούς η εξουσία αυτή, και όλα τα άλλα που οφείλουν να έχουν όσοι ιερουργούν. Το να είναι αυτός Ορθόδοξος δεν αρκούσε, νομίζω, ούτε αυτό. Γιατί Ορθόδοξος δεν είναι εκείνος που δεν εισάγει στην Εκκλησία του Θεού κάποια καινούργια διδασκαλία, αλλά εκείνος που έχει ζωή η οποία είναι σύμφωνη με τον ορθό λόγο.

Επειδή όμως οι κατά καιρούς πατριάρχες και μητροπολίτες αναζητώντας δεν εύρισκαν τέτοιον άνθρωπο, ή τιμούσαν με το αξίωμα αυτό αντί γι' αυτόν βρίσκοντας έναν ανάξιο, απαιτώντας από αυτόν μόνο αυτό, να εκθέσει εγγράφως το σύμβολο της πίστεως, και δέχονταν μόνο αυτό, και όχι αν είναι ζηλωτής του αγαθού, ούτε αν μάχεται με κάποιον εξαιτίας του κακού, φροντίζοντας έτσι για την ειρήνη της Εκκλησίας, πράγμα που είναι χειρότερο από κάθε έχθρα και πρόξενο μεγάλης ανωμαλίας.

Από τότε λοιπόν οι Ιερείς εξαχρειώθηκαν και έγιναν σαν τον λαό. Διότι, επειδή μερικοί από αυτούς δεν ήταν αλάτι, όπως είπε ο Κύριος, ώστε αυτοί με τους ελέγχους τους να περιορίζουν και να ανακόπτουν έστω και λίγο τη ζωή που γινόταν έκφυλη, αλλά συγχωρούσαν και συγκάλυπταν τα πάθη ο ένας του άλλου, έγιναν χειρότεροι και από τον λαό, ο δε λαός χειρότερος από αυτούς.

Μερικοί όμως από τον λαό φάνηκαν ανώτεροι από τους Ιερείς, φέγγοντας σαν αναμμένα κάρβουνα μέσα στο βαθύ σκοτάδι εκείνων. Διότι, εάν εκείνοι, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, έλαμπαν με τη ζωή τους όπως ο ήλιος, αυτοί δεν θα έφεγγαν ούτε σαν κάρβουνα, αλλά από το μεγαλύτερο φως, θα εμφανίζονταν κατάμαυροι. Όταν όμως στους ανθρώπους απέμεινε μόνο το σχήμα και το ένδυμα της Ιερωσύνης, ενώ η δωρεά του Πνεύματος μεταβιβάστηκε στους μοναχούς, που αναγνωριζόταν από τα σημάδια, επειδή με τις πράξεις τους εφάρμοζαν τη ζωή των Αποστόλων, ο διάβολος και εκεί προκάλεσε τις γνώριμες μεθοδεύσεις του. Έτσι, βλέποντας ότι αυτοί εμφανίζονταν πάλι στον κόσμο ως νέοι μαθητές του Χριστού και έλαμπαν με τη ζωή και τα θαύματά τους, αφού έβαλε ανάμεσά τους τους ψευδαδέλφους και τα δικά του όργανα και τα ανακάτεψε με αυτούς, και αφού με τον καιρό αυξήθηκαν, όπως βλέπεις εξαχρειώθηκαν και έγιναν χειρότεροι από εκείνους που ήταν μόνο ως προς το σχήμα μοναχοί, και από τους χειροτονημένους που έχουν συγκαταλεχθεί στην τάξη των Ιερωμένων, και από εκείνους που έχουν τιμηθεί με τα αξιώματα της αρχιερωσύνης, δηλαδή τους πατριάρχες, τους μητροπολίτες και τους επισκόπους.

14. Όμως η εξουσία να συγχωρούν αμαρτίες δε δόθηκε από τον Θεό έτσι γενικά στους χειροτονημένους και στην τάξη αυτών· όχι, αλλά παραχωρείται μόνο στους Ιερουργούς. Νομίζω μάλιστα πως αυτό δε δίνεται ούτε σε όλους αυτούς, γιατί σαν χορτάρι που είναι θα καούν, αλλά δίνεται μόνο σ’ εκείνους από τους Ιερείς, Αρχιερείς και μοναχούς, οι οποίοι συγκαταλέγονται στη χορεία των μαθητών του Χριστού.

15. Από πού όμως θα το καταλάβουν αυτό εκείνοι που συγκαταλέγονται στη χορεία των μαθητών, και από πού θα τους αναγνωρίσουν αυτοί που τους αναζητούν;

Γι' αυτό ο Κύριος δίδαξε και είπε: «Σ’ εκείνους που θα πιστέψουν θα τους ακολουθούν τα εξής σημεία: στο όνομά μου θα βγάζουν δαιμόνια, θα μιλούν γλώσσες καινούργιες, θα σηκώνουν φίδια, και αν τυχόν πιουν κάτι θανατηφόρο, δε θα τους βλάψει»[30]. Και πάλι: «Τα πρόβατά μου ακούνε τη φωνή μου»[31], και: «θα τους αναγνωρίσετε από τους καρπούς[32].

Από ποιούς καρπούς; Αυτούς που απαριθμεί ο Παύλος λέγοντας: «αγάπη, χαρά, ειρήνη, πραότητα, εγκράτεια»[33], και μαζί μ' αυτούς ευσπλαγχνία, φιλαδελφία, ελεημοσύνη, και τα επακόλουθα αυτών. Επίσης: «λόγος γνώσεως, χαρίσματα θεραπειών·[34] και πολλά άλλα. «Όλα αυτά τα ενεργεί το ένα και το αυτό Πνεύμα, το οποίο τα διανέμει στον καθένα όπως θέλει»[35]. Διότι όσοι είναι μέτοχοι αυτών των χαρισμάτων, στο σύνολό τους, ή σε μερικά από αυτά, ανάλογα με το συμφέρον τους, συγκαταλέγονται στη χορεία των Αποστόλων γι' αυτό και αποτελούν φως του κόσμου, όπως λέει ο ίδιος ο Χριστός: «Κανένας δεν ανάβει λυχνάρι και το βάζει κάτω από το μόδι[36] ή κάτω από το κρεβάτι, αλλά στον λυχνοστάτη, για να φέγγει σ’ όλους που βρίσκονται μέσα στο σπίτι»[37].

Δε γνωρίζονται όμως μόνο από αυτά εκείνοι που συγκαταλέγονται στη χορεία των μαθητών του Χριστού, αλλά και από τον τρόπο της ζωής τους· έτσι τους αναγνωρίζουν πιο καλά και εκείνοι που τους αναζητούν, αλλά και οι ίδιοι τους εαυτούς τους· εάν, παραδείγματος χάριν, μιμούμενα τον Κύριό μας Ιησού Χριστό ζουν κατά τρόπο που να μη ντρέπονται, ή καλύτερα εάν θεωρούν ως πολύ μεγάλη δόξα την απλότητα και την ταπείνωση, και εάν, όπως εκείνος δείχνουν χωρίς υποκρισία υπακοή στους πατέρες και τους καθοδηγητές τους, καθώς και σ’ εκείνους που τους δίνουν πνευματικά εντολές, και επιθυμούν με την ψυχή τους να τους βρίζουν, να τους περιπαίζουν και να τους κακολογούν, και δέχονται αυτούς που τους τα κάνουν αυτά σαν προξένους μεγάλων αγαθών και προσεύχονται με δάκρυα μέσα από την ψυχή τους γι' αυτούς, αυτοί είναι που περιφρόνησαν όλη τη δόξα του κόσμου και θεώρησαν ως ανάξιες λόγου όλες τις ευχαριστήσεις τους.

Αλλά γιατί να λέω πολλά και αυτονόητα μακραίνοντας τον λόγο; εάν ο καθένας, ακούοντας αυτές τις αρετές να διαβάζονται στις άγιες Γραφές, βρίσκει τον εαυτό του να έχει εφαρμόσει όσα λέγονται, και να έχει επίσης έμπρακτα εφαρμόσει κάθε καλή πράξη, και εάν αναγνωρίζει σε κάθε μια από αυτές τη μεταβολή και τη βελτίωση, και ότι ανεβαίνει προς το ύψος της θεϊκής δόξας, τότε ας γνωρίζει ο καθένας και τον εαυτό του, ότι έχει γίνει μέτοχος του Θεού και των δωρεών του, θα αναγνωρισθεί όμως και από εκείνους που βλέπουν καλά, ή ακόμα και από αυτούς που έχουν ασθενή όραση. Και έτσι αυτοί θα μπορούν να πουν σε όλους με παρρησία: «Ήμαστε πρεσβευτές του Χριστού και, σαν να σας παρακαλεί ο Θεός με τα δικά μας λόγια, σας λέμε: Συμφιλιωθείτε με τον Θεό»[38]. Διότι όλοι αυτοί τήρησαν τις εντολές του Θεού μέχρι το θάνατό τους· έχασαν τα υπάρχοντά τους και τα μοίρασαν στους φτωχούς· ακολούθησαν τον Χριστό δείχνοντας υπομονή στις δοκιμασίες· έχασαν τις ψυχές τους στον κόσμο εξαιτίας της αγάπης του Θεού, και τις βρήκαν στην αιώνια ζωή. Βρίσκοντας τις ψυχές τους τις βρήκαν μέσα στο νοητό φως, και έτσι μέσα από αυτό το φως είδαν το φως το σπλησίαστο, τον Ίδιο τον Θεό, σύμφωνα με αυτό που είναι γραμμένο: «με το φως σου θα δούμε φως»[39].

Πρόσεχε λοιπόν πώς είναι δυνατό να βρει κανείς την ψυχή που έχει· η ψυχή του καθενός είναι η δραχμή, την οποία έχασε, όχι ο Θεός, αλλά ο καθένας από μας, βυθίζοντας το εαυτό του μέσα στο σκοτάδι της αμαρτίας, και ο Χριστός, το αληθινό φως, με τον ερχομό του συναντώντας αυτούς που τον αναζητούν, τους χαρίζει την ικανότητα να γνωρίσουν τον εαυτό τους, με τρόπο που μόνο αυτός γνωρίζει. Αυτό σημαίνει να βρει την ψυχή του, να δει τον Θεό και μέσα στο φως εκείνου να γίνει ανώτερος όλης της ορατής κτίσεως, και να έχει τον Θεό ποιμένα και δάσκαλο, από τον οποίο θα γνωρίσει, εάν θέλει, και το να δένει και να λύνει, και αφού τον γνωρίσει καλά θα προσκυνήσει αυτόν που του έδωσε το χάρισμα, και θα το μεταδίδει σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη.

16. Έτσι γνώρισα κι εγώ, παιδί μου, ότι δίνεται σ’ αυτούς η εξουσία να δένουν και να λύνουν από τον Θεό Πατέρα και τον Κύριο Ιησού Χριστό μέσω του Αγίου Πνεύματος, σ’ αυτούς οι οποίοι είναι υιοθετημένοι υιοί και Άγιοι υπηρέτες του. Κι εγώ ο ίδιος μαθήτευσα σε τέτοιον πατέρα, ο οποίος δεν είχε χειροτονία από τους ανθρώπους, αλλά με το χέρι του Θεού, δηλαδή με το Πνεύμα, με δέχθηκε ως μαθητή του, και μου υπέδειξε καλώς να δεχθώ και τη χειροτονία από τους ανθρώπους, ακολουθώντας τον τύπο, επειδή από παλιά με παρακινούσε σ’ αυτό το Άγιο Πνεύμα με πολύ δυνατή επιθυμία.

17. Γι' αυτό ας προσευχηθούμε πρώτα να γίνουμε τέτοιοι, αδελφοί και πατέρες, και τότε να μιλήσουμε στους άλλους για την απαλλαγή τους από τα πάθη και έλεγχο των λογισμών τους, και να αναζητήσουμε τέτοιου είδους πνευματικούς.

Ή καλύτερα να αναζητήσουμε άνδρες τέτοιους που αντέχουν στους κόπους και είναι μαθητές του Χριστού, και με πόνο της καρδιάς και πολλά δάκρυα ας παρακαλέσουμε τον Θεό για ορισμένες μέρες ν’ ανοίξει τα μάτια της καρδιάς μας, ώστε να αναγνωρίσουμε, αν συμβεί να βρεθεί τέτοιος άνθρωπος σ' αυτή την πονηρή γενεά, και αφού τον βρούμε, να πάρουμε μέσω αυτού άφεση των αμαρτιών μας, υπακούοντας στις διαταγές και εντολές του με όλη την ψυχή μας, όπως εκείνος, ακούοντας τις εντολές του Χριστού, έγινε μέτοχος της χάριτος και των δωρεών του, και πήρε από αυτόν την εξουσία να δένει και να λύνει τις αμαρτίες, πυρπολημένος από το Άγιο Πνεύμα, στο οποίο αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον Πατέρα και τον μονογενή του Υιό στους αιώνες.

Αμήν.

1.  Ψαλμοί 114: 18.

2. Λουκάς 7: 41.

3. Εφεσίους 6: 12.

4. Λουκάς 19: 26.

5. Ματθαίος 5: 19.

6. Β΄ Πέτρου 2: 19.

7. Α΄ Κορινθίους 15: 56.

8. Ρωμαίους 6: 16.

9. Πολύτιμο βασιλικό ένδυμα βαμμένο με θαλασσινή πορφύρα.

10.  Α΄ Κορινθίους 12: 27.

11.  Λουκάς 3: 8.

12. Ιεζεκιήλ 14: 14-16.

13. Ρωμαίους 9: 16.

14. Ματθαίος 7: 21.

15. Ματθαίος  22: 23.

16. Έξοδος 2: 14.

17. Ματθαίος 7: 5.

18. Λουκάς 4: 23.

19. Ψαλμός 49: 16,17.

20. Ρωμαίους 14: 4.

21. Εβραίους 7: 27.

22. Ματθαίος 9: 3-6.

23. Ματθαίος 9: 3-6.

24. Λουκάς 19: 9.

25. Λουκάς 7: 47.

26. Λουκάς 5: 27.

27. Ιωάννης 21: 15 και εξής.

28. Ιωάννης 5: 14.

29. Ιωάννης 20: 22.

30. Μάρκος 16: 18.

31. Ιωάννης 10: 27.

32. Ματθαίος 7: 16-20.

33. Γαλάτας 5: 22.

34. Α΄ Κορινθίους 12: 8,9.

35. Α΄ Κορινθίους 12: 11.

36. Δοχείο που χρησίμευε για το μέτρημα των σιτηρών.

37. Λουκάς 11: 33.

38. Β΄ Κορινθίους 5: 20.

39. Ψαλμός 35: 10.

 

Δημιουργία αρχείου: 4-7-2016.

Τελευταία ενημέρωση: 4-7-2016.

ΕΠΑΝΩ