Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Θεολογικά θέματα

Πώς γίνεται η γνωριμία του Θεού // Θεοπτία - θεολογία των θεουμένων // Γνώση εν προσώπω και Αγάπη // Το αναπόδεικτο του Θεού

Η ύπαρξη τού Θεού

Θεούμενοι: Η μόνη "γέφυρα" θεογνωσίας

 
π. Ι. Ρωμανίδης
 
 
Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

 

Το θέμα του Θεού απασχόλησε τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές, τόσο από φιλοσοφικής όσο και από θεολογικής πλευράς. Στα ερωτήματα όπως, τι είναι ο Θεός, από πότε υπάρχει, ποιος τον έκανε, ποια είναι η σχέση Του με τον κόσμο κλπ, προσπαθούν να απαντήσουν τα διάφορα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκουμε ότι ο Θεός αποκαλύφθηκε στους Προφήτες, Αποστόλους, Πατέρες και Αγίους, και αυτοί έχουν την αληθινή γνώση του Θεού. Αυτοί είναι οι πραγματικοί θεολόγοι στην Εκκλησία και οι θεολογούντες είναι όσοι έχουν φωτισμένο νου και ακολουθούν την διδασκαλία των πεπειραμένων· έτσι, στηριζόμαστε στην δική τους μαρτυρία, γιατί ο Θεός δεν είναι αντικείμενο που ανακαλύπτει ο άνθρωπος με την ισχυρή του λογική, αλλά το Πρόσωπο που αποκαλύπτεται στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου, κατά τον μακαρισμό: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία δη αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθαίος ε΄, 8).

Την εμπειρία των θεοπτών Αγίων θα καταθέσουμε στην συνέχεια.

 

Η εμπειρία του Τριαδικού Θεού διατυπώθηκε από τους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, με την ορολογία της εποχής εκείνης, για να οριοθετηθεί η πίστη και να αποφευχθεί η παραχάραξή της. Παρά την οριοθέτηση της πίστεως, η Αγία Τριάς, ως προς την ουσία της, είναι μυστήριο ακατανόητο από τους ανθρώπους και τους αγγέλους.

Ο Θεός υπάρχει προ πάντων των αιώνων, και πριν από την δημιουργία του κόσμου. Θα μπορούσε ο Θεός και να μη δημιουργούσε τον κόσμο, χωρίς αυτό να έχει συνέπειες στην ύπαρξή του, δηλαδή η ύπαρξη του Θεού δεν εξαρτάται από τον κόσμο και τον άνθρωπο και από τις επιθυμίες των ανθρώπων.

Η Εκκλησία διακηρύσσει την ύπαρξη του Θεού, γιατί στηρίζεται στην αποκάλυψη του Χριστού και την θεοπτία των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και των Αποστόλων και Πατέρων της Καινής Διαθήκης. Πρόκειται για μια εμπειρική πίστη και όχι στοχαστική διακήρυξη.

«Ο Θεός που υπάρχει είναι εκείνος που είναι γνωστός στην εμπειρία της Θεώσεως. Όταν ο άγιος φθάνει στην θέωση και γεύεται τον Θεό στην εμπειρία του, αυτός ο Θεός της εμπειρίας υπάρχει, ο εμπειρικός Θεός. Οι άλλοι θεοί των άλλων δεν είναι θεοί. Δεν υπάρχουν οι άλλοι. Υπάρχει αυτός ο Θεός. Οπότε, όταν οι Πατέρες μιλάνε περί Θεού, μιλάνε για πολύ-πολύ συγκεκριμένο πράγμα. Δεν μιλάνε ποτέ αφηρημένα για τον Θεό».

Οι θεόπτες, κατά την εμπειρία, βλέπουν «τρίφωτον θεότητα». Τα δύο Φώτα έχουν πηγή το πρώτο Φως, το δεύτερο προέρχεται από το πρώτο, αλλά έχει σώμα, και το τρίτο εκπορεύεται από το πρώτο Φως, αλλά δεν έχει σώμα.

«Οι Θεούμενοι βλέπουν τον Λόγο όμοιο κατά πάντα τω Πατρί. "Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού". Αυτόν είδαν οι Προφήτες. Είδαν Φως εκ Φωτός. Φως-Φως όμοιο το ένα με το άλλο κατά πάντα, και το ένα εκ της ουσίας του άλλου, που σημαίνει, ότι το ένα είχε πηγή το άλλο, και είναι από το άλλο, δεν είναι από το μηδέν.

Αυτά από πού τα ξέραμε; από την Ελληνική φιλοσοφία ή από την εμπειρία της Θεώσεως; Οπωσδήποτε από την εμπειρία της Θεώσεως».

Οι Θεούμενοι, από την προσωπική τους εμπειρία γνωρίζουν ότι τα τρία αυτά Φώτα δεν είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους, άλλα είναι μια «τρίφωτος θεότης εν μια θεότητι η εν ενί Φωτί».

«Δηλαδή ένα Φως, το οποίο είναι τρία Φώτα, τα οποία όμως Φώτα δεν είναι τρία ξεχωριστά Φώτα. Ο θεούμενος εν ενί Φωτί, μέσω του άλλου Φωτός βλέπει το αρχέτυπον Φως. Αυτή ήταν η βάση της εμπειρίας τους». Δηλαδή, «εν τω Φωτί (του Αγίου Πνεύματος) δια του Φωτός (του Χριστού) βλέπουμε την πηγή του Φωτός (τον Πατέρα)».

«Άλλο είναι η εμπειρία της Θεώσεως (σε αντίθεση με τον φιλοσοφικό στοχασμό), την οποία ο άνθρωπος έχει μπροστά του και ζει μέσα στο μυστήριο της Αγίας Τριάδος και ξέρει ότι η δόξα είναι άκτιστος, οι ενέργειες είναι άκτιστες, ουσία δεν βλέπει, διακρίνει μέσα στην δόξα τον Πατέρα, τον Υιό και το Πνεύμα το Άγιον. Δεν είναι βέβαια, τα ονόματα αυτά ο Θεός. Βλέπει Φως, Φως, Φως. Φως εκ φωτός, Φως ενσαρκωθέν, Φως μη ενσαρκωθέν, το οποίο Φως είναι εκ του πρώτου Φωτός.

Οπότε, τα δύο Φώτα είναι εκ του πρώτου Φωτός. Το ένα Φως έχει ενσαρκωθεί, το άλλο δεν είναι ενσαρκωμένο. Και αυτό είναι ο Πατήρ, Υιός και το Άγιον Πνεύμα. Και το ότι το έν Φως ενσαρκώθη και τα άλλα δύο Φώτα δεν είναι ενσαρκωμένα, σημαίνει ότι υπάρχει μια τέτοια διαφορά μεταξύ των τριών Φώτων. Αυτό θέλει κάποια διατύπωση, έκφραση, ώστε ο κατηχούμενος, ο οποίος δεν έχει εμπειρία της Θεώσεως, να ξέρει αυτό το θέμα».

Ο Θεός της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι Θεός της αποκαλύψεως, ενώ ο Θεός της σχολαστικής θεολογίας είναι ένα μέσον για να ικανοποιήσει την ευδαιμονία των ανθρώπων, οπότε η Ικανοποίηση αυτής της ευδαιμονίας θεωρείται απόδειξη της υπάρξεως του Θεού.

«Ο Θεός της σχολαστικής θεολογίας είναι μια προβολή της ανάγκης του ανθρώπου για την ευδαιμονία. Δεν ξέρω αν με παρακολουθείτε. Δηλαδή, ο Θεός είναι το μέσον που καθίσταται ο άνθρωπος ευδαίμων. Οπότε, ο άνθρωπος, για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του, υπάρχει ο Θεός. Λοιπόν, η ύπαρξη του Θεού εξαρτάται από τις επιθυμίες του ανθρώπου.

Τώρα να σας κάνω μια γρήγορη ανάλυση. Αν πάρετε τον Θωμά τον Ακινάτη, θα δείτε εκεί ότι απόδειξη περί της υπάρξεως του Θεού είναι ότι εάν ο Θεός δεν υπάρχει, τότε δεν θα ικανοποιηθούν οι επιθυμίες του ανθρώπου για την ευδαιμονία. Οπότε, αυτό είναι απόδειξη περί υπάρξεως του Θεού. Λοιπόν, λέει ότι ο άνθρωπος κατά φύσιν ρέπει προς την ευδαιμονίαν. Επομένως, εφ' όσον ο άνθρωπος στην φύση του έχει την ροπή προς την ευδαιμονία, άρα, πρέπει να υπάρχει η ευδαιμονία. Εφ' όσον ο άνθρωπος φύσει αναζητά την ευδαιμονία, η ευδαιμονία υπάρχει. Είναι βασικό επιχείρημα περί υπάρξεως του Θεού».

Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, η μόνη απόδειξη περί της υπάρξεως του Θεού δεν είναι η ευδαιμονία, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, η αποκάλυψή Του στους Αγίους μέσα στην δόξα Του και η μετοχή του ανθρώπου στην θέα της δόξης του Θεού, δια της θεώσεώς του. Και αυτό μας το διαβεβαιώνουν οι θεόπτες- θεούμενοι δια μέσου των αιώνων, Προφήτες, Απόστολοι, Άγιοι.

Έπειτα, στην Δύση η ύπαρξη του Θεού συνδέθηκε με την λογική του ανθρώπου, την οποία θεώρησαν ότι δεν είναι υλική, αφού τα ζώα δεν έχουν λογική και δεν μπορούν να σκεφθούν όπως οι άνθρωποι. Με το δεδομένο αυτό αναπτύχθηκε στην Δύση η σχολαστική θεολογία, η οποία στηρίχθηκε στην λογική και, κυρίως, στην λογικοκρατία. Γιατί άλλο είναι ο ορθός λόγος και άλλο ο ορθολογισμός, άλλο η λογική και άλλο η λογικοκρατία.

«Στην Δύση συνδέθηκαν οι αποδείξεις περί υπάρξεως Θεού με την ικανότητα του ανθρώπου να γνωρίσει πράγματα τα οποία δεν είναι υλικά. Και εκείνο που δεν είναι υλικό είναι οι σκέψεις».

«Επειδή οι Φράγκοι, ακολουθούντες τον Αυγουστίνο, και μετά τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα, πιστεύοντας ότι η λογική είναι πνευματική λειτουργία και δεν είναι υλική, φθάσανε στο συμπέρασμα ότι αυτό αποτελεί την απόδειξη ότι η ψυχή, αφού είναι άυλη και ασύνθετη, είναι αθάνατη, αυτό, κατά φυσικό τρόπο, οδηγεί στην πίστη ότι υπάρχει ένα υπέρτατο Ον, μια υπέρτατη λογική δηλαδή. Οπότε, δεν μπορεί να υπάρχει μόνο η λογική του ανθρώπου, διότι ο κόσμος ο ίδιος πρέπει να κατευθύνεται από μια μεγάλη λογική για να υπάρχει η λογική του ανθρώπου. Από εκεί κανείς πάει φυσιολογικά στην ύπαρξη της μιας μεγάλης λογικής, της ψυχής του κόσμου, που μπορεί να είναι ένας Θεός ή δύο θεοί, ανώτεροι και κατώτεροι, που συναντούμε στα ειδωλολατρικά συστήματα».

Στους Πατέρες όμως της Εκκλησίας η γνώση της υπάρξεως του Θεού δεν συνδέθηκε με την λογική, αλλά με τον καθαρό νου, που λέγεται καρδιά. Είναι γνωστός ο μακαρισμός του Χριστού: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθαίος δ', 8). Οι Θεούμενοι που έχουν καθαρθεί, διδάχθηκαν και βίωσαν τον αληθινό τρόπο γνώσεως του Θεού.

«Οι Πατέρες τονίζουν ότι η λογική μπορεί να γνωρίσει μόνο τα υλικά φαινόμενα. Η λογική μπορεί μόνο τα κτιστά, δεν μπορεί να γνωρίσει το άκτιστο. Είναι ένα βασικό δόγμα των Πατέρων της Εκκλησίας. Και γι' αυτό μεταξύ του κόσμου και του Θεού δεν υπάρχει καμία ομοιότητα. Εφ' όσον και η λογική γνωρίζει μόνο τα κτιστά, δεν μπορεί να γνωρίσει το Άκτιστον. Γι' αυτόν τον λόγο οι γνώσεις του ανθρώπου είναι περιορισμένες.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί από μόνος του να γνωρίσει τον Θεό. Γι' αυτόν τον λόγο, η μόνη γέφυρα, η οποία υπάρχει μεταξύ του κτιστού και άκτιστου για την Ορθοδοξία είναι οι Θεούμενοι. Τίθεται το ερώτημα: είναι μέσα στον Χριστιανισμό η ιδέα ότι ο άνθρωπος έχει την φυσική δύναμη να γνωρίσει το Άκτιστον; Αυτό για τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι τελείως απαράδεκτο, διότι ο άνθρωπος δεν έχει την φυσική δύναμη να γνωρίσει τον Θεό. Γι' αυτόν τον λόγο, εφ' όσον δεν υπάρχει καμία ομοιότητα μεταξύ Θεού και κόσμου, μεταξύ κτιστού και άκτιστου, πρέπει κανείς να ηξεύρει ποια είναι η γέφυρα, πρέπει να υπάρξει κάποια γνωσιολογική γέφυρα. Και αυτή είναι μόνο οι Θεούμενοι».

Η ψυχή του ανθρώπου έχει την νοερά ενέργεια, τον νου, που είναι το κατάλληλο όργανο για την θεογνωσία, αλλά αφού ελλαμφθεί και μεταμορφωθεί από την ενέργεια του Θεού.

Δημιουργία αρχείου: 26-5-2015.

Τελευταία ενημέρωση: 26-5-2015.

ΕΠΑΝΩ