Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Σωτηριολογικά

Ο ξεχασμένος στόχος τής Χριστιανικής Οδού * Η "Οδός" και η Σωτηρία * Πώς ο κατ' εικόνα τού Θεού άνθρωπος γίνεται καθ' ομοίωσιν εν Αγίω Πνεύματι * Κάθαρση, φωτισμός, θέωση * Η προχριστιανική παράδοση τής τελειοποίησης στη θέωση

Ανθρωπολογία και Θεογνωσία

Αιώνια άνοδος προς την αγάπη τού καθ' ομοίωσιν

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης,

Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

 

Αναδημοσίευση από: https://www.pemptousia.gr

Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να παραμείνει αυτό που είναι ή και για να περιοριστεί στην ανάπτυξη των φυσικών δυνατοτήτων του, αλλά για να ξεπεράσει τον εαυτό του και να ομοιωθεί με τον Δημιουργό του. Για να το κατορθώσει όμως αυτό, πρέπει να τον γνωρίσει και να καταστεί δεκτικός να προσλάβει την άκτιστη θεια ζωή του στην ύπαρξή του.

Βλέποντας ο ιερός Ψαλμωδός τον εαυτό του ενώπιον του Θεού αναλογίζεται: «Η υπόστασίς μου ωσεί ουθέν ενώπιόν σου· πλην τα σύμπαντα ματαιότης, πας άνθρωπος ζων. Μέντοιγε εν εικόνι διαπορεύεται άνθρωπος, πλην μάτην ταράσσεται· θησαυρίζει και ου γινώσκει τινι συνάξει αυτά. Και νυν τις η υπομονή μου; Ουχί ο Κύριος; Και η υπόστασίς μου παρά σοι εστιν»1.

Μόνος του ο άνθρωπος υπάρχει και κινείται ως σκιά· ως εικόνα χωρίς περιεχόμενο. Εικονίζει και ζει την ματαιότητα. Η σκιώδης υπόστασή του απορρέει από τον Κύριό του, χωρίς τον οποίο μένει ανυπόστατος. Ως εικόνα όμως του Θεού ο άνθρωπος μπορεί να δεχθεί την ενέργειά του, να τον γνωρίσει, να τον ζήσει και να αποκτήσει υπόσταση. Η γνώση του Θεού και η συναίσθηση της αποστάσεώς του από αυτόν διαμορφώνουν την ταυτότητα και υποστασιάζουν την παρουσία του.

Η γνώση του Θεού δεν προσφέρεται στον άνθρωπο με κάποια ηθική ή διανοητική διαδικασία, αλλά ως υπαρξιακή εμπειρία, ως οντολογικό γεγονός, ως «κοινωνία εν τη υπάρξει». Πραγματοποιείται με την είσοδό του στην προοπτική της αιώνιας και ακατάλυτης ζωής του αρχετύπου της, του Χριστού· με την μίμηση του Χριστού και την ένταξή του στην προοπτική της ζωής του «εκ του ουρανού καταβαίνοντος».

Μίμηση του Χριστού είναι η συμπόρευση με τον Χριστό στην οδό της ταπεινώσεως και της καθόδου του ως τον άδη. Έτσι ο άνθρωπος αποσυνδέεται από κάθε κτιστό και ενοικίζει στην καρδιά του το θέλημα του Θεού ως μοναδικό νόμο «όλης της υπάρξεώς του, προσκαίρου τε και αιωνίου»2, και ανυψώνεται στο επίπεδο της καθαρότητας, όπου γίνεται δυνατή και η υποστατική προσευχή για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Η μετάβαση του ανθρώπου από την εν χρόνω ματαιότητα στην αιώνια πραγματικότητα δεν συντελείται με ανθρώπινα η ενδοκόσμια στοιχεία, αλλά πραγματοποιείται με υπερκόσμια παρέμβαση, όπως και η εξαρχής εμφάνισή του. Γι’ αυτό ο άνθρωπος καλείται να ταπεινωθεί ενώπιον του Θεού και να παραδοθεί στην αγάπη του που τον ζωογονεί και τον ανακαινίζει.

Ο Χριστός, γράφει ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, είπε: «Εγώ ειμι ο άρτος της ζωής ο εκ του ουρανού καταβάς»· και προσθέτει: Ο Χριστός δεν είπε ότι είναι ο άρτος της ζωής ο εκ του ουρανού καταβάς, αλλά «ο εκ του ουρανού καταβαίνων· αεί δηλονότι και πάντοτε εκ του ουρανού καταβαίνων και νυν καθ’ ώραν παραγινόμενος»3. Ο ισχυρισμός αυτός του οσίου φαίνεται παράδοξος. Το σχετικό ευαγγελικό κείμενο παραθέτει το λόγιο του Χριστού με την μετοχή σε χρόνο αόριστο: «ο εκ του ουρανού καταβάς»4. Και ο ίδιος όμως ο Χριστός σε άλλη συνάφεια λέει ότι είναι «ο άρτος του Θεού ο καταβαίνων εκ του ουρανού και ζωήν διδούς τω κόσμω»5. Η εμφανιζόμενη παραδοξότητα εξαλείφεται με την θεώρησή της μέσα στον λειτουργικό χρόνο. Όταν το αιώνιο φανερώνεται μέσα στον χρόνο, ενεργεί διαχρονικά. Όπως και όταν το υπερβατικό πραγματοποιείται σε κάποιο συγκεκριμένο τόπο, ενεργεί σε ολόκληρο τον κόσμο6.

Ενώ όμως η εκ του μη όντος εις το είναι ανάδυση του ανθρώπου πραγματοποιήθηκε μονομερώς από τον Θεό με την δημιουργική ενέργειά του, η μετάβασή του από την φθαρτότητα στην αφθαρσία δεν πραγματοποιείται μονομερώς με την ενέργεια του Θεού, αλλά και με την ελεύθερη συγκατάθεση και συμμετοχή του ανθρώπου.

Για την αρχική εμφάνιση του ανθρώπου δεν υπήρξε ούτε ήταν δυνατό να υπάρξει δική του συγκατάθεση η συμμετοχή. Για την τελείωσή του όμως είναι απαραίτητες οι προϋποθέσεις αυτές. Αυτό συμβαίνει, γιατί ο άνθρωπος κλήθηκε από τον Δημιουργό για να προκόψει και να τελειωθεί ως ελεύθερο πρόσωπο. Κλήθηκε για να εργασθεί στην χρονικότητα και να ολοκληρωθεί στην αιωνιότητα. Αν δεν εργαστεί μέσα στην χρονικότητα, δεν είναι δυνατή η τελείωσή του στην αιωνιότητα7.

«Η πνευματική ελευθερία, γράφει ο όσιος Σωφρόνιος, «είναι η ύψιστη χάρη. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει σωτηρία‒ σωτηρία που μας αποκαλύπτεται ως θέωση του ανθρώπου, ως αφομοίωση από τον άνθρωπο της μορφής του θείου είναι»8.Η συμμετοχή του ανθρώπου στο έργο του Δημιουργού του για την τελείωσή του γίνεται δυνατή μέσα στον χρόνο, γιατί αυτός καθιστά δυνατές και τις αλλαγές.

Ο Θεός είναι αγάπη. Αυτό σημαίνει ότι και η γνώση του Θεού ως «κοινωνία εν τη υπάρξει» είναι κοινωνία εν τη αγάπη. Όπως όμως σημειώνει ο όσιος Σωφρόνιος, «στερούμαστε την οντολογική γνώση αυτής της αγάπης, και γι' αυτό η αιώνια σημασία της μένει απόκρυφη για μας»9. Στο επίπεδο της παρούσας ζωής ο άνθρωπος αδυνατεί να χωρέσει και να βαστάσει στην ύπαρξή του αυτήν την αγάπη. Γι’ αυτό και ο Θεός την αποκρύβει από τον άνθρωπο. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης ομολογεί ότι ήταν αδύνατο να αντέξει παράταση της ακαριαίας εμφανίσεως του ζώντος Χριστού. Αν αυτή παρατεινόταν, δεν θα άντεχε, θα πέθαινε10.

Η γνώση του Θεού είναι γνώση της αγάπης. Και η πρόοδος στην γνώση του Θεού είναι εμβάθυνση στην αλήθεια της αγάπης του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να γνωρίσει την ουσία του Θεού, αλλά μόνο τις ενέργειές του. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίσει ούτε την ουσία της αγάπης. Μπορεί όμως να αισθανθεί την ύπαρξη και τις ενέργειες της αγάπης, όπως μπορεί να αισθανθεί την ύπαρξη και παρουσία του Θεού.

Η αγάπη αποτελεί οντολογικό στοιχείο της ανθρώπινης υπάρξεως. Αυτή υπάρχει πριν από τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος αναδύεται από την αγάπη και έχει την αγάπη στην φύση του ως «σπερματικόν λόγον»11. Αυτό σημαίνει ότι είναι χωρητικός της θειας ζωής και έχει έμφυτη επιθυμία γι’ αυτήν. Ο Θεός καλεί τον άνθρωπο να τον γνωρίσει αγαπώντας τον με ολόκληρη την ύπαρξή του. Και ο άνθρωπος που θέλει να γνωρίσει τον Θεό, τον παρακαλεί να «τρώσει» την ψυχή του με πόθο, ώστε να ατενίζει διαρκώς προς αυτόν και να οδηγείται από το φως του12.

Οι τρόποι όμως με τους οποίους αντιλαμβάνεται και εκδηλώνει την αγάπη ο εμπειρικός άνθρωπος είναι απροσδιόριστοι και αντιφατικοί. Ακόμα και οι αιμοβόροι αγαπούν τον φόνο, οι κλέφτες την κλοπή, οι ασελγείς την ασέλγεια και άλλοι άλλα φαύλα. Αυτοί όμως δεν αγαπούν σωστά αλλά διεστραμμένα13. Ο χριστιανικός τρόπος της αγάπης, που παρέχει και την αληθινή θεογνωσία, πραγματοποιείται με την «εγκατοίκηση στην καρδιά του ανθρώπου του Τριαδικού Θεού της αγάπης»14. Όπως μάλιστα γράφει ο Άγιος Σιλουανός, «όσο πληρέστερη η αγάπη, τόσο πληρέστερη η γνώση»15.

Η διαστροφή της αγάπης προκύπτει από την άγνοια της αληθινής θειας αγάπης που πηγάζει από τον Θεό. Ο Θεός ως πηγή της αγάπης παρέχει την αγάπη του ανιδιοτελώς στα δημιουργήματά του. Σε αντίθεση με την θεια αγάπη, η αγάπη του εκπεσμένου ανθρώπου βραχυκυκλώνεται και αυτοκαταστρέφεται. Ο φίλαυτος άνθρωπος με την αυτοαναφορικότητά του διαστρέφει την πραγματική αγάπη σε αγάπη προς τον εαυτό του και την μολύνει με τα πάθη του. Η ανόρθωσή του πραγματοποιείται μόνο με την παιδεία του Θεού που εκριζώνει την φιλαυτία.

Η φιλαυτία ως «εμπαθής και άλογος προς το σώμα φιλία»16 είναι ψεύτικη και διεστραμμένη αγάπη. Αιτία της είναι «η άλογος και ανόητος της αγνοίας έξις»17. Ο αλλοτριωμένος από την οντολογική αλήθεια άνθρωπος κατευθύνεται από την έξη των παθών του, που σε τελική ανάλυση ταυτίζεται με την άγνοια του Θεού που είναι η πηγή της αλήθειας και της αγάπης.

Ο άγιος Σωφρόνιος ο Αθωνίτης παρουσιάζει με την πληρέστερη δυνατή σαφήνεια και πυκνότητα την έννοια της χριστιανικής αγάπης. Γράφει: «Το να αγαπάς είναι να ζεις για τον αγαπώμενο και μέσα στον αγαπώμενο του οποίου η ζωή γίνεται ζωή μας. Η αγάπη οδηγεί στην μοναδικότητα της ύπαρξης. Αυτό συμβαίνει στην Αγία Τριάδα. Ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν. Αυτός ζει εν τω Υιώ και εν τω Αγίω Πνεύματι. Και ο Υιός μένει εν τη αγάπη του Πατρός και εν τω Αγίω Πνεύματι. Και γνωρίζουμε το Άγιο Πνεύμα ως την παντέλεια αγάπη. Το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται αιωνίως εκ του Πατρός και ζει εν Αυτώ και κατοικεί εν τω Υιώ. Αυτή η αγάπη κάνει την ολότητα του Θείου Όντος μοναδική αιώνια πράξη. Κατά το υπόδειγμα αυτής της ενότητος, το ανθρώπινο γένος πρέπει να γίνει ένας άνθρωπος. Ίνα πάντες έν ώσι, καθώς συ, Πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν έν ώσιν»18. Η τέλεια αγάπη φανερώνεται στον κόσμο με τον Χριστό που ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό19.

Η εντολή του Χριστού είναι η προβολή της θειας αγάπης στο γήινο επίπεδο. Για να ζήσει ο άνθρωπος την αγάπη αυτή κατά την παρούσα ζωή στο επίπεδο του χώρου και του χρόνου πρέπει να μεταμορφωθεί σε επίγειο άγγελο. Ελάχιστοι όμως προσεγγίζουν την τελειότητα αυτήν. Έτσι η αληθινή αγάπη σπανίζει μέσα στον κόσμο.

Το φως της θειας αγάπης προσεγγίζει τον άνθρωπο μετά από μακρά και κοπιώδη παιδαγωγική προετοιμασία. Οι θλίψεις ενοποιούν τον διασπασμένο άνθρωπο και την διασπασμένη ανθρωπότητα και βοηθούν στην προσέγγιση και επανεύρεση του Θεού και του πλησίον. «Εν θλίψει εμνήσθην σου, εν θλίψει μικρά η παιδεία σου ημιν»20.

Ο άνθρωπος γνωρίζει την αγάπη πρωταρχικώς ως κοινωνία με την μητέρα του, ως μητρική κοινωνία. Αυτή είναι και η γνησιότερη μορφή αγάπης σε φυσικό επίπεδο· η ανιδιοτελής αγάπη που προσφέρεται από την μητέρα προς το παιδί της. Υπάρχουν βέβαια σε φυσικό επίπεδο και άλλα είδη αγάπης που συνδέονται με διάφορους βαθμούς ιδιοτέλειας. Όλα αυτά τα είδη της αγάπης απαντούν στις διάφορες σχέσεις της ζωής των ανθρώπων. Η Ευαγγελική όμως αγάπη υπερβαίνει το επίπεδο της ανθρώπινης ζωής. Κατορθώνεται σε υπερφυσικό επίπεδο.

Η γνώση του Θεού ως «μετουσία και μέθεξις της θεότητος», είναι ατελεύτητη. Ο άνθρωπος προχωρεί στην γνώση του Θεού κατά το μέτρο που αποκαλύπτεται αυτή από τον Θεό. Ο απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει την γνώση του Θεού από τον άνθρωπο ως γνώση του ανθρώπου από τον Θεό· ως αποκάλυψη του Θεού προς τον άνθρωπο: «Γνόντες Θεόν, μάλλον δε γνωσθέντες υπό Θεού»21. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό, αν ο Θεός δεν αποκαλυφθεί στον άνθρωπο.

Ο Θεός βρίσκεται κρυμμένος στις εντολές και στα δημιουργήματά του, τα οποία είναι φορείς της αγάπης του. Ο άνθρωπος ωριμάζει στην αγάπη σταδιακά με την θεώρηση των έργων και την τήρηση των εντολών του. Η γνώση του Θεού δεν έχει διανοητικό χαρακτήρα ούτε αποκτάται ως αντικειμενικό μέγεθος, αλλά έχει προσωπικό χαρακτήρα και αυξάνει εμπειρικά. Η τήρηση των εντολών του Θεού, που κορυφώνεται με την τέλεση και την βίωση της θειας Ευχαριστίας, είναι πηγή της θεογνωσίας.

Όταν ο άνθρωπος τηρεί τις θείες εντολές, αλλά και όταν αισθάνεται την παρουσία του Θεού μέσα στο δημιουργικό έργο του μετέχει στην άκτιστή θεια ενέργεια και γνωρίζει κατά το μέτρο της χωρητικότητάς του τον Θεό και την θεια αγάπη. Και ο άνθρωπος παραμένει και προκόπτει στην γνώση και την αγάπη του Θεού μετέχοντας στην ενέργειά του· «εχόμενος της θειας ενεργείας»22.

Βέβαια οι εντολές του Θεού δεν προσεγγίζουν συνήθως τον άνθρωπό ως άμεσες ενέργειες, αλλά ως φράσεις, ως λέξεις ή ως φωτεινά σύμβολα. Ελάχιστοι άνθρωποι, όπως οι προφήτες, οι απόστολοι και οι θεόπτες, δέχονται απευθείας λόγους ή εντολές του Θεού που εκφράζουν το θέλημά του.

Ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο να προσεγγίσει εμπειρικά τις εντολές του. Να πειραματιστεί και να γνωρίσει προσωπικά την αλήθειά τους. Οι εντολές αυτές έχουν μέσα τους την πληροφορία για την προέλευσή του23. Και η πληροφορία αυτή έρχεται ως άμεση αίσθηση, που πραγματοποιείται με πρωτογενή σχέση και δεν χρειάζεται καμία εξωτερική επιβεβαίωση. Είναι γνώση προσωπικής κοινωνίας του δημιουργήματος με τον Δημιουργό του.

Η θεογνωσία ως υπαρξιακή κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό, ως «μετουσία της θεότητος» ανακαινίζει τον άνθρωπο και τον θεοποιεί. Η ανθρωπολογία καταυγάζεται από την Θεο-γνωσία. Οι ορίζοντες της χριστιανικής ανθρωπολογίας υπερβαίνουν κάθε περιορισμό, κάθε βελτίωση και αναβάθμιση (human enhancement) που προβάλλει ο υπερανθρωπισμός και ο μετανθρωπισμός, και εκτείνονται με θεμέλιο την εν Χριστώ ανακαίνιση και θέωση του ανθρώπου στην απειρότητα.

Ο Θεός, λέει ο απόστολος Πέτρος, δώρησε στους ανθρώπους «τίμια και μέγιστα επαγγέλματα», για να αποφύγουν την διαφθορά του κόσμου και να καταστούν «θειας κοινωνοί φύσεως»24. Ως κοινωνός θειας φύσεως ο άνθρωπος γίνεται μέτοχος της θειας ζωής που είναι άναρχη και ατελεύτητη. Όπως χαρακτηριστικώς γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «εις τούτο ημάς πεποίηκεν ο Θεός, ίνα γενώμεθα θειας κοινωνοί φύσεως, και της αυτού αϊδιότητος μέτοχοι»25.

Κάθε άνθρωπος, που έχει την αρχή της ζωής του μέσα στον χρόνο, παραμένει αιώνιος μετά την καθολική ανάσταση του κόσμου. Τι ισχύει όμως γι’ αυτόν που δεν ενώνεται με το σώμα του Χριστού και δεν γίνεται μέτοχος της θεοποιού ενεργείας του; Οπωσδήποτε δεν γίνεται και αΐδιος, δηλαδή άναρχος, όπως είναι ο Χριστός, το πρότυπό του. Μόνο όταν ενώνεται με τον Χριστό και ενυποστασιάζεται στο σώμα του, την Εκκλησία, μετέχει και στην αϊδιότητά του. Αλλά, όπως παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Θεός γνωρίζει να μετασκευάζει με την σοφία και την δύναμή του τα «εξ αυτεξουσίου παρατροπής» ολισθήματά μας «ασυγκρίτως επί το κρείττον»26. Έτσι η πτώση του ανθρώπου έγινε αφορμή να εκδηλωθεί η παναγαθότητα και πανσοφία του Θεού με το να σαρκωθεί ο Λόγος του και να ανυψώσει ακόμα περισσότερο τον άνθρωπο, να τον καταστήσει και άναρχο, δηλαδή αΐδιο.

 

Σημειώσεις


1. Ψαλμ. 38,8.

2. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Περί Προσευχής, έκδ. Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 52018, σ. 258.

3. Συμεών Νέου Θεολόγου, Ηθικά 3,512-17.

4. Ιω. 3,13. Πρβλ. και 6,41.

5. Βλ. Ιω. 6,33.

6. «Επάγη γαρ εν τόπω (ο Σταυρός του Χριστού), και ενεργεί εν κόσμω». Παρακλητική, Ήχος γ΄, Πέμπτη Εσπέρας.

7. Βλ. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζαχάρου), Η δικαιοσύνη του Θεού «Εις Σταθμούς» έκδ. Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2024, σ. 126.

8. Αγίου Σωφρονίου Αθωνίτου, Η ζωή του ζωή μου, έκδ. Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2023, σ. 104.

9. Αγίου Σωφρονίου Αθωνίτου, Η ζωή του ζωή μου, σ. 128.

10. Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οικοδομώντας τον Ναό του Θεού, τόμ. 2, σ. 406, έκδ. Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2013.

11. Βλ. Μ. Βασιλείου, Όροι κατα πλάτος, PG 31,908C.

12. Βλ. Μ. Βασιλείου, Ευχή, Ώρα έκτη.

13. Βλ. Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, Εις Τεσσαρακοστήν 2,11, PG 138,592Β.

14. Βλ. Αγίου Σωφρονίου Αθωνίτου, Η ζωή του ζωή μου, σ. 46.

15. Αρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης έκδ. Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 10 2003, σ. 443.

16. Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια περί αγάπης 3,8, PG 90,1020Α.

17. Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον, PG90,301B.

18. Αγίου Σωφρονίου του Αθωνίτου, Η ζωή του ζωή μου, σ. 44.

19. Βλ. Συμεών Ν. Θεολόγου, Ηθικά 4,556, έκδ. J. Darrouzès, «Sources Chrétiennes», τόμ. 129, σ. 48.

20. Ησ. 26,16.

21. Γαλ. 4,9.

22. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2,1,30, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τόμ. Α΄ έκδ. Π. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1962, σ.491. Πρβλ. Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Η δικαιοσύνη του Θεού «Εις Σταθμούς», έκδ. Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2024, σ. 78. «Δεν αρκεί να ενδυθεί ο άνθρωπος τον Θεό. Πρέπει να Τον φυλάξει ζωντανό μέσα του με την τήρηση των εντολών, τρέφοντας την ψυχή, το οικητήριόν Του με τους λόγους Του».

23. Βλ. Ιω. 7,17.

24.  Β’Πέτρ. 2,4-5.

25. Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια διάφορα 1,42, PG 90,1193D.

26. Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 16,17, έκδ. Β. Ψευτογκά, Γρηγορίου του Παλαμά, Συγγράμματα, τόμ. 6, σ. 191.

Δημιουργία αρχείου: 7-12-2024.

Τελευταία μορφοποίηση: 7-12-2024.

ΕΠΑΝΩ