Ο "Άγγελος Γιαχβέ" και η θέα του Θεού * Πώς γίνεται η γνωριμία τού Θεού
|
Θεογνωσία Μέρος 3ο Περί γνώσεως Ουσίας και Ακτίστων Ενεργειών τού Θεού και Αγάπιος Ματσαγκούρας
Απομαγνητοφώνηση από εκπομπή της Πειραϊκής Εκκλησίας,
της σειράς εκπομπών: "Ορθοδοξία
και Αίρεση", του Β΄ Βιβλικού και των συνεργατών του.
|
Ομιλία Νο 57. (ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ // ΕΠΟΜΕΝΗ).
(Εκφωνήθηκε για πρώτη φορά: 2-4-1993).
Ακούστε την από την ΟΟΔΕ και σε ηχητικό αρχείο MP3

|
1. Οδηγοί στην πορεία θέασης τού Θεού Αγαπητοί ακροατές, χαίρετε. Αναμφισβήτητα, το σημαντικότερο ζήτημα της χριστιανικής πίστης είναι το πρόσωπο του Θεού. Σε ποιον Θεό καλούμαστε να πιστέψουμε; Τι ακριβώς εννοούμε, λέγοντας πίστη στον Θεό; Προσοχή! Όχι απλώς πίστη ότι υπάρχει Θεός, αλλά πίστη εις τον Θεό. Πώς επιτυγχάνεται αυτή η πίστη και ποια είναι τα αποτελέσματά της στον πιστό; Πώς διακρίνεται από την ευπιστία ή την προσωπική πεποίθηση; Αυτά τα ερωτήματα είναι ένα ελάχιστο δείγμα από αυτά που απασχολούν όσους πλησιάζουν τον Χριστό και ζητούν απαντήσεις. Ασφαλώς, σε κάθε ένα από αυτά τα ερωτήματα υπάρχουν πολλές απαντήσεις, που η κάθε χριστιανική ομολογία προτείνει, πολλές φορές με απολυτότητα αυθεντίας. Σ' αυτή τη σειρά των εκπομπών έχουμε αρχίσει να εξετάζουμε αυτό το ζήτημα σιγά-σιγά, αλλά με λεπτομέρεια και όσο μας είναι δυνατόν, καθοδηγούμενοι από τους γνησίους θεολόγους της Εκκλησίας όλων των εποχών, δηλαδή τους Αγίους. Μέχρι τώρα έχουμε διαπιστώσει ότι η γνώση του Θεού δεν είναι απλώς η κάλυψη ενός κενού περιεργείας, αλλά αυτή καθαυτήν η αιώνια ζωή. «Αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν...» (Ιω. 17,3). Ποια γνώση όμως; Η εγκεφαλική; Αυτή που αποκτάται με τη φοίτηση σε θεολογικές σχολές ή με την λεξικογραφική ανάλυση των χωρίων της Αγίας Γραφής ακόμη; Σε καμία περίπτωση, διότι ο Απόστολος Παύλος μας λέγει ότι «εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν τού κόσμου» (Α΄ Κορ. 1,20). Αντίθετα, η γνώση του Θεού δεν αποκτάται με ατομικές προσπάθειες, αλλά χαρίζεται από τον Θεό. Ο Απόστολος έλεγε: «Λαλούμεν Θεού σοφίαν την αποκεκρυμμένην, ην προώρισεν ο Θεός προ τών αιώνων εις δόξαν ημών» και συνεχίζει λέγοντας: «α και λαλούμεν, ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ' εν διδακτοίς Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 2: 7,13). Η γνώση του Θεού είναι η εμπειρία της αποκαλύψεως τού Θεού στον άνθρωπο. Είναι η εμπειρία της ενώσεως τού κτιστού ανθρώπου με τις άκτιστες ενέργειες τού Θεού. Ήδη προσπαθήσαμε να παρακολουθήσουμε αυτή την εμπειρία της γνώσεως του Θεού, έτσι όπως μας την παρέδωσαν οι αυτόπτες, που φυσικά είναι και αυτοδικαίως οι κατεξοχήν θεολόγοι, όπως τις έχουν καταγράψει στα κείμενα της Αγίας Γραφής. Σε μια πρώτη προσέγγιση, διαπιστώνουμε ότι οι μαρτυρίες τους συχνά είναι φαινομενικά αντιφατικές. Όποιος δεν βρίσκεται μέσα στο Σώμα της γνήσιας Εκκλησίας, όπου υπάρχει ζωντανή και διατηρείται μέχρι σήμερα αναλλοίωτη η εμπειρία αυτή τής γνώσεως τού Θεού, πολύ εύκολα οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η Αγία Γραφή είναι γεμάτη από ασάφειες και αντιφάσεις. Όποιοι όμως έχουν ανάλογες εμπειρίες, αυτοί είναι και οι μόνοι κατάλληλοι για να λύσουν το μυστήριο των λεχθέντων· και αυτούς θα ακολουθήσουμε για να διαλευκάνουμε όσο γίνεται την υπόθεση των θεοφανειών. Καταρχήν, έχουμε τις δηλώσεις των κορυφαίων Αποστόλων Ιωάννου και Παύλου, που σαφώς αναφέρουν ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να δει τον Θεό. Χαρακτηριστικά, για τον Παντοδύναμο αναφέρει: «Ο μόνος έχων αθανασίαν, φως οικών απρόσιτον, ον είδεν ουδείς ανθρώπων, ουδέ ιδείν δύναται» (Α΄ Τιμ. 6,16). Πράγματι, σ’ αυτή τη συνάφεια, δεν πρέπει να λησμονούμε ποτέ ότι ό,τι λέμε εδώ είναι μια προσέγγιση στις διατυπώσεις εκείνων που είχαν τη χαρά, τη χάρη και την ευλογία να δουν τον Θεό και να συνομιλήσουν με τον Παντοδύναμο. Στην περασμένη εκπομπή παρακολουθήσαμε μια μακρά σειρά από τις διατυπώσεις και τις περιγραφές στην Παλαιά Διαθήκη ανθρώπων οι οποίοι είχαν όραση τού Παντοδυνάμου, είχαν επίγνωση ότι είδαν τον Θεό, φοβήθηκαν ότι αυτό θα σήμαινε το τέλος τής ζωής τους, και είδαμε επίσης τελικά ότι η προσδοκία τού Ισραήλ ήταν ο Άγγελος τής Διαθήκης, ο άκτιστος Άγγελος, αυτός που έδωσε στον Μωυσή τη Διαθήκη τού Νόμου, αυτός που προσδιορίζεται στην Παλαιά Διαθήκη ως Γιαχβέ, και στην Καινή Διαθήκη ως Κύριος, αυτός που γνωρίζομε ότι εγεννήθη ως Ιησούς Χριστός από την Παρθένο Μαρία εκ Πνεύματος Αγίου. Έτσι λοιπόν, προσεγγίζοντας αυτές τις διατυπώσεις, στηριζόμαστε στο θεμέλιο τών Αποστόλων και Προφητών. Διότι αυτό το θεμέλιο τών Αποστόλων και Προφητών, με ακρογωνιαίο λίθο τον Κύριον Ιησού Χριστό, είναι συστατικό τής Εκκλησίας. Δεν νοείται Εκκλησία χωρίς Προφήτες. Και οι Προφήτες είναι εκείνοι ακριβώς που μας φανερώνουν ανά πάσα εποχή το θέλημα τού Θεού, οι οποίοι μας μεταφέρουν την Βουλή τού Παντοδυνάμου, και μας βοηθούν να προχωρήσουμε στο πλήρωμα, στο μέτρο ηλικίας τού πληρώματος τού Χριστού. Έτσι, αυτοί είναι εκείνοι που θα μας βοηθήσουν να προσεγγίσουμε το μυστήριο τού Θεού, διότι ο Θεός είναι ακατάληπτος. Είναι πράγματι ακατάληπτος. Ο Θεός δεν γνωρίζεται από τις διατυπώσεις. Οι διατυπώσεις μας βοηθούν, ώστε απλανώς, να προχωρήσουμε προσεγγίζοντας τον Παντοδύναμο. Θα μας βοηθήσουν λοιπόν αυτοί οι Προφήτες, που αλλιώς τους ονομάζουμε Θεολόγους, εκείνους που μιλούν για τον Θεό και που είδαν τον Θεό και μιλούν αυθεντικά για Εκείνον, ή αλλιώς τους ονομάζουμε Πατέρες τής Εκκλησίας. Διότι το Σώμα τής Εκκλησίας μετέχει σε όλα τα λειτουργήματα, που έχει ο Κύριος, η Κεφαλή τής Εκκλησίας.
2. Τι έβλεπαν και τι δεν έβλεπαν στον Θεό Έτσι λοιπόν, προσεγγίζοντας αυτό το ζήτημα, τού ότι κανείς ποτέ δεν είδε τον Θεό από τη μια μεριά, και ότι πάρα πολλοί από τους ανθρώπους στην Παλαιά Διαθήκη εμφανίζονται κατ’ αρχήν να τον έχουν ιδεί, εξηγεί ο ιερός Χρυσόστομος: "ουκ αυτήν εώρα την φύσιν". Λέει εδώ, ότι δεν έβλεπαν, λέγει, την ίδια την φύσιν του Θεού, την ουσίαν του Θεού. Ο Ζηγαβινός: "ουχ ως ην κατά φύσιν, αλλ’ ως εφαίνετο καθ' ομοίωσιν". Ο Θεοφύλακτος: "είδε μεν ο προφήτης, αλλ’ ουχ αυτήν την ουσίαν". Είδε λέει ο προφήτης, αλλά όχι την ίδια την ουσία τού Θεού, "αλλ’ ομοίωμα τι και φαντασίαν, ως εχώρει ιδείν"· εκείνο που είδε ήταν η ενέργεια τού Θεού, η δόξα τού Θεού. Να μας συγχωρεί ο Παντοδύναμος για την διατύπωση. Σε άλλες περιπτώσεις, μία εικόνα που παρουσιάζεται είναι ο ήλιος, τού οποίου τον δίσκο δεν μπορούμε να ιδούμε, αλλά όμως βλέπουμε τη δόξα του, την εξωτερική του ακτινοβολία. Μία εικόνα που μας παρουσιάζει ότι ο Θεός είναι απρόσιτος· η ουσία Του, η θεότητά Του είναι απρόσιτη, αλλά και βεβαίως ανερεύνητη η φύση Του. Αλλά η ενέργεια Του, η δόξα Του, είναι εκείνη που δηλώνει ότι είναι όντως ο Θεός. Αυτός, τον οποίον βλέπουν οι προφήτες, οι δίκαιοι, οι άγιοι, οι απόστολοι. Θα πρέπει να παρατηρήσουμε σε αυτό το σημείο, αγαπητοί ακροατές, ότι γενικώς η Δυτική θεολογία, είτε είναι αυτή τής παπικής εκκλησίας, είτε είναι τής προτεσταντικής αποχρώσεως, και γενικώς τών προτεσταντικών σχολών αντιλήψεως, η οποία θεολογία είναι σχολαστική θεολογία, δεν κάνει μνεία καν για όραση τού Θεού, υπό την έννοια και την έποψη που γίνεται εις την Εκκλησία, όπως από ξαρχής υπάρχει και όπως εν Χριστώ φανερώθη. Ο Κύριος είναι πολύ κατηγορηματικός: "μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται". Όποιος καθαρίζει την καρδιά του πραγματικά βλέπει τον Θεό. Στη Δυτική θεολογία θεωρούν ότι ο Θεός είναι μόνον ουσία, και ότι έχει κτιστές ενέργειες. Δηλαδή ότι από την ουσία τού Θεού απορρέουν ενέργειες οι οποίες είναι κτιστές. Πώς είναι ο ηλεκτρισμός παραδείγματος χάριν; Μάλιστα, πολλοί φθάνουν στο σημείο να πουν ότι και το Πνεύμα το Άγιον είναι μια ενέργεια τέτοια, σαν ο ηλεκτρισμός, μια κτιστή ενέργεια. Λοιπόν, δεν γίνεται διάκρισις ανάμεσα στην ουσία τού Θεού και στις ενέργειες τού Θεού. Θεωρώντας λοιπόν ότι ο Θεός είναι μόνον ουσία, πιστεύουν ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει κανείς κοινωνός τής ουσίας τού Θεού – είναι αδύνατον να δει κανείς την ουσία τού Θεού, βεβαίως – και άρα τελικά δεν μπορεί κανείς να δει τον Θεό. Όμως και η Αγία Γραφή και η όλη πίστη τής Εκκλησίας, η οποία είπαμε ότι είναι σχέση και εμπειρία με τον Παντοδύναμο, μας τα παρουσιάζει διαφορετικά τα πράγματα.
3. Προορισμός και εξουσία τού ανθρώπου Γιατί τα λέμε αυτά; Τα λέμε αυτά για έναν πολύ απλό και βασικό λόγο: Ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος να παραμείνει αυτό που εμείς αυτή τη στιγμή βλέπουμε εξωτερικά. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος, όπως αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά ο Απόστολος Πέτρος – και το έχουμε ξαναπεί – να φτάσει να γίνει κοινωνός θείας φύσεως. Είπαμε ότι στο μέλλον θα εξηγήσουμε ακριβώς τι σημαίνουν αυτά τα λόγια τού Αποστόλου Πέτρου. Αλλά μόνο όταν γίνει κοινωνός θείας φύσεως, πραγματώνεται στον άνθρωπο αυτό που ο Ιωάννης, ο Απόστολος Ιωάννης, στην αρχή τού Ευαγγελίου του, λέει πολύ χαρακτηριστικά: «Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού» (Ιω. 1,12). Μιλεί για τον Λόγο τού Θεού, ο οποίος εγένετο σάρκα, και λέει στο πρώτο χωρίο: «Θεός ην ο Λόγος». (Ήταν Θεός ο Λόγος). Και όποιοι τον έλαβαν, αυτοί γίνονται τέκνα Θεού. Εάν δεν λάβει κανείς αυτόν τον ενανθρωπήσαντα Λόγο, δεν μπορεί να είναι παιδί τού Θεού. Βεβαίως, ο Θεός είναι Πατέρας του, υπό την έννοια τού Δημιουργού, και ο καθένας είναι παιδί τής γης, και υπό αυτήν την έννοια ναι, λέμε ότι είμαστε αδέρφια, επειδή είμαστε παιδιά τής γης, παιδιά ενός κοινού προπάτορα, τού Αδάμ. Αλλά δεν φέρουμε την όντως Ζωή μέσα μας· δεν φέρουμε τη Ζωή τού Θεού μέσα μας. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Πώς κανείς αποκτά την πραγματική Ζωή, τη Ζωή τού Θεού; Λέει, εδώ πέρα, χαρακτηριστικά στον Ιωάννη, ότι αυτοί που έλαβαν τον ενσαρκωθέντα Λόγο, αυτοί γίνονται παιδιά τού Θεού. Και συνεχίζει: «οι (οι οποίοι), ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν» (Ιω. 1,13). Λοιπόν, ο Λόγος αυτός, ο ενσαρκωθείς Λόγος, ο Ιησούς Χριστός, είναι Θεός ή δεν είναι; Γιατί, εάν δεν είναι Θεός, πώς καθίσταται όποιος τον λάβει παιδί τού Θεού; Γίνεται ο καθένας κοινωνός θείας φύσεως; Εάν δεν είναι Θεός, δεν μπορεί να γίνει.
4. Νέα μάτια που βλέπουν τον Θεό Αυτό είναι το βασικό θέμα. Και εκεί είναι που ασχολούμαστε, και έχουμε φτάσει στο σημείο να μιλούμε για την αντίφαση – τη φαινομενική – ότι άλλοτε μεν λέγεται ότι κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό, και άλλοτε λέγεται και περιγράφεται ότι πολλοί τον είδαν και ελάλησαν με αυτόν. Λοιπόν, δεν θα μιλήσουμε με νοήματα, δεν θα μιλήσουμε με διατυπώσεις. Θα δούμε τι μας περιγράφεται μέσα από τις εμπειρίες τών ανθρώπων τού Θεού. Λοιπόν, καταρχήν, ο άνθρωπος – όπως τον ξέρουμε – ο άνθρωπος τις πτώσης, με τις αισθήσεις, που διακρίνουμε κλπ, γενικώς, δεν μπορεί να δει όχι τον άκτιστο Θεό, δηλαδή τον αδημιούργητο Θεό, αλλά ούτε και τους κτιστούς Αγγέλους, οι οποίοι είναι σε μια σφαίρα που υπερβαίνει την όρασή μας. Φτάνει, λοιπόν, μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση που είναι καταγεγραμμένη στο Β΄ Βασιλέων, 6ο κεφάλαιο, 17ο χωρίο. Να ζητάει ο προφήτης του Θεού, Ελισσαιέ, από τον Θεό να ανοίξει τους οφθαλμούς του δούλου του, του Γιεζί, για να δει ότι γύρω-γύρω, ολόγυρα τους, υπήρχαν άγγελοι πάνω στα βουνά. Λέει πολύ χαρακτηριστικά – είναι Β΄ Βασιλέων, σίγμα κεφάλαιο, 17: «Και προσηύξατο Ελισσαιέ και είπεν· Κύριε, άνοιξον δέομαι τους οφθαλμούς αυτού, ίνα ίδη. Και ανέωξεν Κύριος τους οφθαλμούς τού παιδαρίου, και είδεν· και ιδού το όρος πλήρες ίππων και αμαξών πυρός κύκλω Ελισσαιέ.» Είπαμε, αν δεν είναι δυνατόν στον άνθρωπο, χωρίς να διανοιχθούν οι οφθαλμοί του – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό – να δει τους κτιστούς Αγγέλους, πώς θα δει τον άκτιστο Θεό;
5. Πώς κάποιος κατανοεί τον Θεό Για να δούμε, λοιπόν τώρα, στη συνάφεια αυτή τι περιγράφεται στο βιβλίο του Ησαΐα από τον προφήτη Ησαΐα, στο πεντηκοστό κεφάλαιο (μ΄ κεφάλαιο), στο τέταρτο χωρίο. Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα λόγια του, για να καταλάβουμε με ποιον τρόπο κανείς μπορεί να δει τον Θεό. Είπαμε προηγουμένως ότι χρειάζεται κατ’ αρχήν κάθαρση της καρδιάς, αλλά στη συνέχεια έρχεται η επέμβαση του Παντοδυνάμου με ιδιαίτερο τρόπο. Τα λόγια του Ησαΐα, σύμφωνα με το κείμενο του Βάμβα, είναι τα εξής: «Κύριος ο Θεός έδωκεν εις εμέ γλώσσαν πεπαιδευμένων, ίνα ειδώ πώς να λαλήσω λόγον εν καιρώ προς τον βεβαρημένον· εγείρει καθ’ εκάστην πρωίαν, εγείρει το ους μου δια να ακούω ως οι πεπαιδευμένοι.» Δεν είχε εκπαιδευτεί ο Ησαΐας κατά άνθρωπον. Ο Παντοδύναμος του έδωσε γλώσσα. Ο Παντοδύναμος ήγειρε το αφτί του για να μπορέσει να λειτουργήσει και να ακούει ως οι πεπαιδευμένοι. Ο Απόστολος Παύλος έλεγε πολύ ξεκάθαρα: "Δεν ζω πια εγώ. Ζει μέσα μου ο Χριστός". («ουκέτι εγώ ζω, αλλ’ εν εμοί Χριστός ζη»). Λοιπόν, παρομοίως, το ίδιο ισχύει και για τον προφήτη Ησαΐα. Λέει ο ιερός Χρυσόστομος, αναφέροντας τα λόγια τού Ησαΐα, όπως παρατίθενται στη μετάφραση των Εβδομήκοντα: «προσέθηκέ μου ωτίον ακούειν» (Μου πρόσθεσε αφτί). Ποιος; Ο Θεός. Για να ακούω. Αυτό είναι η πνευματική ακοή. Η ακοή που λειτουργείται από το Άγιο Πνεύμα. Δεν είναι η ακοή που μπορεί μόνος του ο άνθρωπος να έχει. Και συνεχίζει επίσης και στην παρακάτω διατύπωση: Ότι για τη γλώσσα του, του έδωσε γλώσσα, του πρόσθεσε γλώσσα. Είναι, λοιπόν, αυτή η προσθήκη της Αγιοπνευματικής αισθήσεως, της Αγιοπνευματικής αντιλήψεως, της Αγιοπνευματικής οράσεως – να το πούμε έτσι – που μόνο δι’ αυτής μπορεί να δει κανείς τον Θεό. Ο άνθρωπος όπως τον ξέρουμε, ποτέ δεν είδε τον Θεό. Ο άνθρωπος εν Αγίω Πνεύματι είδε τον Θεό. Και βλέπει τον Θεό. Ο άνθρωπος δε, όταν λέμε ότι βλέπει τον Θεό – διευκρινίσαμε και θα συνεχίσουμε να πούμε – ότι βλέπει τη δόξα του Θεού. Δεν βλέπει την ουσία του Θεού. Γιατί τα λέμε αυτά; Διότι αυτό είναι θέμα εμπειρίας. Είναι σαν τις θετικές επιστήμες. Κάνεις το πείραμα και έχεις πάντοτε το ίδιο αποτέλεσμα. Έτσι κι εδώ: Όποιος καθαρίζει την καρδιά του και τηρεί τις εντολές τού Θεού, μέσα από την κάθαρση της καρδιάς και μέσα από την διαρκή προσευχή προς τον Θεό, πάντοτε ο Παντοδύναμος ενεργεί στη συνέχεια και έρχεται και κατοικεί στην καρδιά του. Το είπε αυτό πολύ χαρακτηριστικά ο Χριστός: "Όποιος τηρεί τις εντολές μου, εγώ και ο Πατέρας, θα έρθουμε να κατοικήσουμε μέσα του"). «Ο τηρών τας εντολάς μου, εγώ και ο Πατήρ μου ελευσόμεθα προς αυτόν και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν»). Δεν είναι, λοιπόν, να προσεγγίσουμε το θέμα στοχαστικά και διαμέσου χωρίων. Μέσα από τα χωρία, δεν μπορείς να δεις τον Θεό. Τα χωρία σου λένε για την εμπειρία των άλλων. Σου περιγράφουν την εμπειρία. Ώστε κι εσύ, όταν θα έχεις αυτή την εμπειρία, πορευόμενος μέσα στην Εκκλησία, μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο, να διακρίνεις με τη χάρη του Θεού ότι είναι πραγματικά αυθεντική η εμπειρία, ότι δεν πρόκειται περί πλάνης, και να λάβεις την απαιτούμενη βοήθεια. Ώστε να προχωρήσεις να έχεις πραγματικά την ενατένιση τού Θεού. Όχι μία στοχαστική ενατένιση. Λοιπόν, αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην Ορθόδοξη Πίστη και στην παπική ή την προτεσταντική πίστη. Για τους Προτεστάντες είναι πεποίθηση. Για τους Λατίνους, σε πολλές περιπτώσεις, τίθεται θέμα μιας μαγικής πίστης. Μιας πίστης που δεν είναι η υπόσταση των πραγμάτων, αλλά είναι μια θεωρητική ή σχολαστική ή στοχαστική προσέγγιση. Για μάς, η πίστη – είπαμε – είναι σχέση, είναι εμπιστοσύνη, είναι πείρα, εμπειρία. Και βέβαια, διατυπώνεται για εκείνους που είναι είτε ιδιώτες, είτε άπιστοι. Ώστε και εκείνοι να πορευθούν, και να επαναληφθεί η ίδια εμπειρία και στη δική τους ζωή. Ο Θεός θέλει να έχει με όλους προσωπική σχέση. Δεν θέλει να έχει απλώς με μερικούς.
6. Εκείνοι που είδαν τον Θεό Λοιπόν, εκείνοι που Τον γνωρίσανε και εκείνοι που Τον προσεγγίσανε, βοηθούν και τους υπόλοιπους να προχωρήσουν σ’ αυτό. Σχετικά με το θέμα της Θείας Φύσεως, λέει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Η Θεία Φύσις, αυτή καθ’ εαυτήν, υπέρκειται καταληπτής επινοίας...» (Βρίσκεται πέρα από οτιδήποτε μπορούμε να καταλάβουμε ή να επινοήσουμε). «...Ο γαρ τη φύσει αόρατος, ορατός ταις ενεργείαις γίνεται.» (Γιατί εκείνος που είναι αόρατος κατά τη φύση, είναι ορατός στους ανθρώπους τους Αγιοπνευματικώς έχοντας αισθήσεις, γίνεται ορατός δια τών ενεργειών Του.). "...Αλλ' ου προς τούτο βλέπει μόνον τού μακαρισμού η διάνοια. Γένοιτο γαρ, ανίσως τής τού αιώνος τούτου σοφής, δια τής τού κόσμου τούτου ευασμοστίας, η τής υπερκειμένης σοφίας και δυνάμεως κατανόησις". Λέει ότι αν αυτά ήταν θέματα τής σοφίας τού κόσμου, τότε αυτοί θα τα κατάφερναν πολύ καλύτερα από όλους, μιας και έχουν και δύναμη κατανόησης και σοφία μόνοι τους. Συνεχίζει όμως να προσδιορίσει αγιογραφικά τούτο, λέγοντας: "Ο γαρ Στέφανος, ουκ εν τη ανθρωπίνη φύσει τε και δυνάμει μένων, το Θείον βλέπει". Ο Στέφανος λέει βλέπει τον Θεό, όχι μένοντας στην ανθρώπινη φύση και δύναμη, όχι δηλαδή με τη δική του δύναμη βλέπει τον Θεό ο Στέφανος, αλλά προς την τού Αγίου Πνεύματος χάριν ανακρασθείς. Αλλά όταν ενώθηκε, έγινε ένα κράμα με το Πνεύμα το Άγιο, δι' εκείνου υψώθη προς την τού Θεού κατανόηση. Έτσι έφτασε στο να δει τον Θεό. Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα χωρία αυτά· ας τα δούμε από κοντά. Ο Στέφανος ήταν πλήρης χάριτος και δυνάμεως, και εποίει τέρατα και σημεία μεγάλα εν τω λαώ, όπως αναφέρεται στις Πράξεις τών Αποστόλων (Πρ. 6,8). Γι' αυτόν τον λόγο, οι αρχιερείς υποκίνησαν τον λαό, μαζί με τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς, τον έπιασαν και τον έσυραν μπροστά στο Συνέδριο. Στο 7ο κεφάλαιο τών Πράξεων, αναφέρεται η απολογία τού Στεφάνου ενώπιον τού Συνεδρίου. Και στο τέλος, από τον στίχο 55, διαβάζουμε τα εξής: «Υπάρχων δε ο Στέφανος πλήρης Πνεύματος Αγίου, ατενίσας εις τον ουρανόν, είδεν δόξαν Θεού, και Ιησούν εστώτα εκ δεξιών τού Θεού· και είπεν: Ιδού θεωρώ τους ουρανούς διηνοιγμένους και τον Υιόν τού ανθρώπου εκ δεξιών εστώτα τού Θεού» (Πρ. 7,55-56). Παρατηρούμε εδώ τα εξής: κατ αρχήν, όχι με τα σωματικά μάτια, αλλά με τους οφθαλμούς που τού χάρισε το Άγιο Πνεύμα· "πλήρης Πνεύματος Αγίου", όπως λέει το κείμενο, κοίταξε προς τον ουρανό και είδε δόξαν Θεού. Ο Στέφανος, όταν ερμήνευσε αυτήν την όραση, λέει· «Ιδού θεωρώ τους ουρανούς διηνοιγμένους και τον Υιόν τού ανθρώπου εκ δεξιών εστώτα τού Θεού». Δεν είδε, λοιπόν, την ουσία τού Θεού, αλλά είδε τις άκτιστες ενέργειες τού Θεού, και συγκεκριμένα, όπως το περιγράφει εδώ, την δόξα Του. Καθώς κανείς ξεκινά την πραγματική θεραπεία τής ψυχής του, καθώς δηλαδή πορεύεται στην τήρηση τών εντολών τού Θεού, στη διαρκή προσευχή, στην κάθαρση τής καρδιάς του, προοδευτικά αρχίζει και βλέπει την παρουσία τού Θεού πίσω από τα πράγματα. Στο τέλος, βλέπει και τον ίδιο τον Θεό, βλέπει την δόξα τού Θεού.
7. Η εγγύτητα και η ετερότητα τού Θεού Έτσι, η σχέση με τον Θεό έχει δύο πόλους· έναν γνωστό και έναν άγνωστο· έναν κρυμμένο και έναν αποκαλυμμένο. Γι αυτό, θέλοντας να δείξει αυτούς τους δύο πόλους που έχει η σχέση μας με τον Θεό, η ορθόδοξη παράδοση κάνει μία διάκριση ανάμεσα στην ουσία από τη μία –έτσι το ορίζει ως ουσία, ως φύση, ως εσώτερη ύπαρξη τού Θεού, από τη μια μεριά, και στις ενέργειές Του, από την άλλη· οι οποίες είπαμε είναι άκτιστες· τις λειτουργίες Του ή τις πράξεις τής δύναμής Του. Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα λόγια τού Αγίου Αθανασίου ο οποίος είπε, ότι είναι έξω από όλα τα πράγματα, σύμφωνα με την ουσία Του. Αλλά είναι μέσα σε όλα τα πράγματα με τις πράξεις τής δύναμής Του. Γνωρίζουμε την ουσία από την ενέργεια, βεβαιώνει και ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος. Μέγας κατά Θεόν, όχι κατά ανθρώπους. Μέγας, υπό την έννοια ότι το Πνεύμα το Άγιο τον υποκινούσε. Συνεχίζει να πει, ότι κανείς δεν έχει δει ποτέ την ουσία τού Θεού, αλλά πιστεύουμε στην ουσία, γιατί παίρνουμε εμπειρία τής ενέργειάς Του. Με την ουσία τού Θεού, εννοείται η ετερότητά Του, ότι είναι κεκρυμμένος, απρόσιτος (λέει "ο κατοικών φως απρόσιτον"). Με τις ενέργειες δηλώνουμε την εγγύτητά Του· αυτές είναι διατυπώσεις, για να περιγράψουμε την εμπειρία. Αν είχαμε όλη την εμπειρία, δεν θα χρειαζόταν καμία διατύπωση. Και το κάνουμε αυτό, επειδή ακριβώς έχουμε να αντιμετωπίσουμε όλη αυτήν τη στοχαστική θεολογία και την σχολαστική· και είμαστε υποχρεωμένοι να δηλώσουμε μερικά πράγματα από τη δική μας εμπειρία· την εμπειρία τής Εκκλησίας μας. "Συν πάσι τοις αγίοις", κι όχι ατομικά ο καθένας, αλλά προσωπικά. Επειδή ο Θεός λοιπόν είναι μυστήριο, πέρα από τη δική μας κατανόηση, ποτέ δεν θα μάθουμε την ουσία Του ή την εσώτερη ύπαρξή Του, ούτε σ' αυτή τη ζωή, ούτε στον μέλλοντα αιώνα. Αν ξέραμε τη Θεία Ουσία, αυτό θα σήμαινε ότι θα ξέραμε τον Θεό, με τον ίδιο τρόπο που εκείνος γνωρίζει τον εαυτό Του. Αλλά αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε ποτέ, γιατί εκείνος είναι Δημιουργός και εμείς είμαστε δημιουργήματα. Ακόμη και εκείνοι που λαμβάνουν το Πνεύμα το Άγιον από εκείνον. Εκείνος είναι η αιτία τής ύπαρξής τους. Αλλά ενώ η εσώτερη ουσία τού Θεού είναι για πάντα πέρα από την αντιληπτική μας ικανότητα, οι ενέργειές Του –η χάρη, η ζωή, και η δύναμη– γεμίζουν όλο το σύμπαν και μάς είναι άμεσα προσιτές. Η ουσία, επομένως, δηλώνει την απόλυτη υπερβατικότητα τού Θεού· οι ενέργειες, την εγγύτητα και την πανταχού παρουσία.
8. Ο Θεός δεν μερίζεται. Είναι απλός και όλος Όταν οι Ορθόδοξοι μιλάμε για τις Θείες ενέργειες, δεν εννοούμε με αυτό μία εκπόρευση από τον Θεό, δηλαδή ένα μεσάζοντα μεταξύ Θεού και ανθρώπου, ή ένα πράγμα ή δώρο που παρέχει ο Θεός· αντίθετα, όταν λέμε ενέργειες, εννοούμε τον ίδιο τον Θεό μέσα στην δραστηριότητά Του και στην αυτοαποκάλυψή Του. Γι αυτό είδαμε τον Στέφανο να βλέπει τη δόξα τού Θεού, και να λέει: «Είδα τον Θεό, και δίπλα του τον Ιησού Χριστό», (ως άνθρωπο, τον Ιησού Χριστό). Όταν ένας άνθρωπος ξέρει ή μετέχει στις Θείες ενέργειες, αυτός αληθινά ξέρει ή μετέχει στον ίδιο τον Θεό. Γίνεται "κοινωνός τής Θείας φύσεως" δια τών ενεργειών. (Όσο αυτό είναι δυνατό, βέβαια, για ένα δημιούργημα). Αλλά ο Θεός είναι Θεός, και εμείς είμαστε άνθρωποι. Κι έτσι, ενώ εκείνος μάς κατέχει, εμείς δεν μπορούμε να τον κατέχουμε κατά τον ίδιο τρόπο. Όπως θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τις ενέργειες σαν ένα πράγμα που μάς παρέχει ο Θεός, έτσι θα ήταν το ίδιο παραπλανητικό να θεωρήσουμε και τις ενέργειες ως ένα "μέρος τού Θεού" που λένε άλλοι. Η Θεότητα είναι απλή και αδιαίρετη. Δεν έχει μέρη η Θεότητα. Η ουσία σημαίνει τον όλο Θεό, όπως είναι στον εαυτό Του. Οι ενέργειες σημαίνουν τον όλο Θεό, όπως είναι σε δράση. Το λέμε έτσι, απλά προσεγγίζοντας το μυστήριο. Ο Θεός μέσα στην ολότητά Του είναι απόλυτα παρών σε κάθε μία από τις θείες ενέργειές Του. Επομένως, η διάκριση ουσία-ενέργειες που είπαμε, είναι ένας τρόπος να καθορίσουμε ταυτόχρονα ότι ο όλος Θεός είναι απρόσιτος και ότι ο όλος Θεός, εξωτερικεύοντας την αγάπη Του, έχει γίνει προσιτός στον άνθρωπο.
9. Η διάκριση Ουσίας και Ενεργειών βεβαιώνει τη σχέση μας με τον Θεό Λόγω αυτής της διάκρισης ανάμεσα στη θεία ουσία και στις θείες ενέργειες μπορούμε να βεβαιώσουμε τη δυνατότητα μιας άμεσης καρδιακής ένωσης ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό. Αυτό που ονομάζουμε εμείς "Θέωση τού ανθρώπου". "Κοινωνία Θείας φύσεως", που το ονομάζει ο απόστολος Πέτρος. Αλλά ταυτόχρονα αποκλίνουμε από οποιαδήποτε πανθεϊστική ταύτιση μεταξύ των δύο. Γιατί ο άνθρωπος μετέχει στις ενέργειες του Θεού, όχι στην ουσία. Υπάρχει ένωση, δεν υπάρχει ούτε συγχώνευση ούτε σύγχυση. Και αυτό το λέμε γιατί έχουμε κατακλειστεί εδώ, στον χώρο τον Ελλαδικό, από όλες εκείνες τις τάσεις, ομάδες, παραθρησκείες κλπ., που μιλούν για τη συγχώνευση στο "απόλυτο είναι", θεωρώντας αυτό το απόλυτο είναι ως Θεό. Εμείς στην Ορθόδοξη πίστη μιλούμε για ένα προσωπικό Θεό, με τον οποίο ο άνθρωπος διαλέγεται, με τον οποίο κοινωνεί, με τον οποίο ενώνεται, αλλά στον οποίο δεν συγχωνεύεται και δεν υπάρχει σύγχυση μεταξύ των δύο. Αν και ενωμένος με τον Θεό, ο άνθρωπος παραμένει άνθρωπος. Δεν εξαφανίζεται, δεν εκμηδενίζεται. Ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό συνεχίζει πάντοτε να υπάρχει μια σχέση προσώπου προς πρόσωπο: "εγώ-εσύ". Τέτοιος λοιπόν είναι ο Θεός μας: ακατανόητος στην ουσία Του, γνωστός στις ενέργειές Του. Πέραν και πάνω απ’ όλα όσα μπορούμε να σκεφτούμε ή να εκφράσουμε, κι όμως κοντύτερα σ' εμας απ' όσο η ίδια η καρδιά μας. Με τον αποφατικό τρόπο που χρησιμοποιούμε και έχουμε πάρει από τους Πατέρες, κομματιάζουμε και τα είδωλα και τις νοητικές εικόνες που σχηματίζουμε γι' Αυτόν. Γιατί ξέρουμε ότι όλα είναι ανάξια της υπερβατικής μεγαλοσύνης Του. Ο Θεός, λέμε, είναι ουσία, αλλά λέμε και είναι υπερούσιος — ούτε καν ουσία δεν είναι. Ο χριστιανός είναι εκείνος πάντως που οπουδήποτε κοιτάζει, βλέπει παντού τον Θεό και αγάλλεται με αυτόν. Δικαιολογημένα οι πρώτοι Χριστιανοί αποδίδουν στον Χριστό τη ρήση που λέει: «Σήκωσε την πέτρα και θα με βρεις. Κόψε το ξύλο στα δύο και θα είμαι εκεί». Τα όσα είπαμε στην σημερινή εκπομπή, παρόλο που μπορεί να ακούγονται λίγο θεωρητικά, εν τούτοις — όπως θα διαπιστώσατε και εσείς — αποτελούν τον βασικό πυρήνα της χριστιανικής πίστεως. Η όραση του Θεού, η θεωρία του Θεού ή αλλιώς η ένωση με τον Θεό μέσω των ακτίστων ενεργειών Του, είναι αυτή καθ’ αυτή η σωτηρία του πιστού — και αυτός είναι και ο στόχος και το τέλος του δρόμου του. Είναι αυτή καθ’ αυτή η Βασιλεία του Θεού. Στον δυτικό θεολογικό χώρο — δηλαδή στον παπισμό και στον προτεσταντισμό — λείπει ακριβώς αυτή η εμπειρία. Λείπει το βασικό στοιχείο της σωτηρίας. Επειδή οι θεολόγοι δεν γνωρίζουν τον Θεό, θεολογούν μέσα από τα κείμενα της Αγίας Γραφής, στοχαζόμενοι ή φιλοσοφώντας και αναπτύσσοντας δικές τους προσωπικές απόψεις και θεωρίες. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην Ορθόδοξη πίστη και στον δυτικό τρόπο θεολογικής σκέψης, είναι τεράστια. Έχει να κάνει με την ίδια τη σωτηρία. Γι' αυτό και πρέπει να το προσέξουμε πάρα πολύ αυτό το σημείο, και ελπίζουμε να μας δοθεί η ευκαιρία, με τη χάρη του Θεού, να το αναπτύξουμε διεξοδικότερα και σε επόμενες εκπομπές. Σας ευχαριστούμε που μας παρακολουθήσατε. Ευχαριστούμε και τον Γιώργο Τσίτο, που είχε την επιμέλεια του ήχου. Χαίρετε και ο Θεός μαζί μας. |
Δημιουργία αρχείου: 22-4-2026.
Τελευταία μορφοποίηση: 22-4-2026.