Νεοπαγανιστικές απάτες

Απάντηση στις συκοφαντίες τού Νεοπαγανισμού

Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Ενότητες:

Συκοφαντίες

Μοναχισμός

Η υποταγή τής γυναίκας στον άνδρα // Η θέση τής γυναίκας στον Χριστιανισμό Μέρος 1ο // Η ερμηνεία τής Αγίας Γραφής // Ο απόστολος Παύλος και οι γυναίκες // Η θέση της γυναίκας στο Xριστιανισμό μέρος 2ο

Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος και οι γυναίκες

Του Θεόδωρου Ρηγινιώτη

Μια θρησκεία δεν κρίνεται από το πώς παρερμηνεύουν οι εχθροί της τα δικά της κείμενα, αλλά από το πώς οι ίδιοι οι πιστοί της, κατανοούν αυτά που γράφουν και που διαβάζουν. Διαφορετικά αυτό που επικρίνεται, δεν είναι η ίδια αυτή η θρησκεία και οι συγγραφείς της, αλλά μια πλαστή ανύπαρκτη κατάσταση δημιουργημένη στη φαντασία τών εχθρών της. Εδώ λοιπόν, θα δούμε πώς παρερμηνεύεται ένα Χριστιανικό κείμενο από τους εχθρούς τής Χριστιανικής πίστης, και πώς το κατανοούν στην πραγματικότητα οι ίδιοι οι Χριστιανοί, στα πλαίσια τού σεβασμού και τής ισοτιμίας για τη γυναίκα, που είναι βασική αρχή τής Χριστιανικής πίστης.

Ένα κείμενο που παρερμηνεύεται

Προβάλλεται στο διαδίκτυο το ακόλουθο απόσπασμα ως «δείγμα μισογυνισμού» του αγίου Εφραίμ του Σύρου:

«Τι είναι η γυναίκα; Είναι ναυάγιο πάνω στην ξηρά, πηγή κακίας, αποταμίευμα χυδαιότητας και πονηριάς, θανατηφόρο συναπάντημα, ολίσθημα των ματιών, όλεθρος των ψυχών, πληγή της καρδιάς, καταστροφή των νέων, εξουσία του Άδη, απόκρημνη επιθυμία.

«Τι είναι η γυναίκα; Είναι αιτία του διαβόλου, ανάπαυση του όφη, παρηγοριά του διαβόλου, απαρηγόρητη λύπη, καμίνι που από κάτω καίει φωτιά, σκανδαλισμός των σωζομένων, αγιάτρευτη κακία, τόπος καθημερινής φλυαρίας, ξενοδοχείο των άσωτων, εργαστήριο των δαιμόνων.

«Τι είναι η γυναίκα; Είναι φίλτρο πονηριάς, αδιάντροπο θηρίο, αχαλίνωτο στόμα, δημοσίευση των μυστικών, οδηγός του σκότους, δάσκαλος των παραπτωμάτων, πονηριά της απόλαυσης, αχόρταγη επιθυμία, που προξενεί την αιώνια κόλαση.

« Τι είναι η γυναίκα; Είναι γήινο φρόνημα, ραθυμία του άνδρα, ακολασία που κοιμάται μαζί του, φροντίδα που ξυπνά μαζί του, καθημερινή βλάβη, θύελλα του σπιτιού, ναυάγιο του άνδρα, ανήμερο θηρίο, καταγώγιο των μοιχών, όπλο του διαβόλου, επιθυμητή λύσσα, παγκόσμιος θάνατος.

Όταν λοιπόν δεις μία γυναίκα όμορφη, που λάμπει, που έχει χαρούμενα μάτια, που γυαλίζουν τα μάγουλά της, που  κάποια επιτηδευμένη ομορφιά του προσώπου της φλογίζει τον λογισμό σου και αυξάνει τις επιθυμίες σου, σκέψου ότι αυτό που θαυμάζεις είναι χώμα, ότι αυτό που καίει είναι στάχτη, και τότε θα σταματήσει να παραφέρεται η ψυχή. Ξεσκέπασε με τον λογισμό σου το δέρμα του προσώπου της, και τότε θα δεις όλη την μηδαμινότητά της ομορφιάς της, διότι δεν θα βρεις τίποτε άλλο από οστά φλέβες και δυσοσμία. Σκέψου επίσης αυτή να γερνάει, να μεταβάλλεται, να πεθαίνει, να πέφτει μαραμένο όλο εκείνο το άνθος. Σκέψου τι θαυμάζεις, και να ντραπείς, και αφού ντραπείς, μετανόησε.»

 

Σε ποιον ανήκει το κείμενο;

Αυτό όμως που αγνοεί (ή αποκρύπτει;) ο συγκεκριμένος «υπερασπιστής των γυναικών» είναι ότι αυτά προέρχονται από έργο του αγίου Κατά των πονηρών γυναικών, το οποίο μάλιστα είναι και αμφιβαλλόμενο, όπως τα περισσότερα από τα διασωθέντα έργα που αποδίδονται στον άγιο. Πρόκειται απλώς για «μια ομιλία που παραδόθηκε με το όνομα του Εφραίμ του Σύρου» (βλ. A.B.A.M. von der Ham, «Η ιστορία των γυναικών, των καλών και των κακών, του Τζάνε Βεντράμου και το πρότυπό του», περιοδικό Ελληνικά, τ. 38ος, τεύχ. 2ο, Θεσσαλονίκη 1987, σελ. 344 –εκεί επισημαίνονται και αναφορές σε ψευδο-χρυσοστόμεια).

Ο Στυλ. Παπαδόπουλος, καθ. Πατρολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, αναφέρει για το πρόβλημα των έργων του αγ. Εφραίμ: «Τα έργα του γνώρισαν μέχρι τον Ζ΄ αιώνα τεράστια διάδοση. […] Δυστυχώς όμως η επικράτηση της αραβικής σήμαινε ήδη από τον Η΄ αιώνα την εξαφάνιση της συριακής γλώσσας [στην οποία έγραφε ο άγιος], με αποτέλεσμα τα έργα του να μην αντιγράφονται πλέον και σχεδόν να λησμονηθούν και αυτά και ο ίδιος. Αλλά και πριν τον Η΄ αιώνα είχε δημιουργηθεί κλίμα συγχύσεως, ώστε αυθαίρετα να του αποδίδονται μεταγενέστερα κείμενα ή νεώτεροι να διασκευάζουν έργα του που τα κυκλοφορούσαν ως δικά τους. Το φαινόμενο αυτό ίσχυσε και για τις πολυπληθείς μεταφράσεις, οι οποίες πολλαπλασιάστηκαν βάσει νόθων ή αμφιβαλλόμενων έργων του. Έτσι οι πρώτοι εκδότες (Assemani, Lamy, Overbeck) συριακών και ελληνικών κειμένων του Εφραίμ [από όπου προέρχεται και το παρόν, Assem. III, 70 D 1 – 72 F 5] συγχέουν σε απελπιστικό βαθμό γνήσια και νόθα έργα, ενώ πολύ συχνά επανεκδίδουν τα ίδια κείμενα με διαφορετικούς τίτλους…» (Πατρολογία Β΄, Αθήνα 1990, σελ. 334 – βλ. και αναφορά σελ. 337 στο έργο με τίτλο Περί της αμαρτωλού γυναικός, που δηλώνεται ρητά ως αμφιβαλλόμενο και είναι πιθανόν το ίδιο, αφού επανεκδίδονται «τα ίδια κείμενα με διαφορετικούς τίτλους»).

 

Εξέταση τού κειμένου στα πλαίσια τών έργων τού αγίου

Και μόνο το γεγονός ότι το κείμενο αυτό είναι τού αγίου, συνιστά κανονικά το τέλος της συζήτησης. Όμως, ας δεχτούμε, συμβατικά, ότι το έργο είναι του αγίου Εφραίμ. Ας υποθέσουμε ότι είναι γνήσιο, (μια και πρόκειται πράγματι για Χριστιανικό κείμενο), κι ας εξετάσουμε το περιεχόμενό του στα πλαίσια του γενικότερου ήθους και της εργογραφίας του αγίου.

Το έργο εφιστά την προσοχή κατά του συγκεκριμένου τύπου γυναίκας που επιδιώκει να γοητεύσει τον άντρα και να τον καταστήσει υποχείριο, όπως η Δαλιδά το Σαμψών, η Ιεζάβελ τον Αχαάβ, η Ηρωδιάδα τον Ηρώδη κ.τ.τ. (τέτοια παραδείγματα χρησιμοποιεί ο άγιος σε όλη την έκταση του έργου του). Όπως είναι σαφές σε όποιο διαβάσει ολόκληρη την ομιλία (και όχι μόνο τα επίμαχα αποσπάσματα), η «γυναίκα» εδώ σημαίνει η γοητεία της γυναίκας, αυτή που θολώνει το νου και οδηγεί σε απερίσκεπτες πράξεις και επιλογές.

Αντίθετα, ο άγιος Εφραίμ (μέγας άγιος διδάσκαλος της χριστιανικής αγάπης, όπως φανερώνει και η προσευχή του «Κύριε, χάρισέ μου το δώρο να βλέπω τα δικά μου σφάλματα και να μην κατακρίνω τον αδελφό μου») δεν παραλείπει να εξάρει την αρετή και το μεγαλείο των ενάρετων γυναικών, που, όπως γράφει, «σε τίποτα δεν υπολείπονται από τους άντρες». Ιδού ένα δείγμα, από ομιλία του αφιερωμένη Εις την αγίαν και Μεγάλην Παρασκευήν και εις τον ληστήν και εις τον σταυρόν:

Είδε και γυναίκας αγίας, ουδέν ανδρών λειπομένας· είδε την Σάρραν αβραμιαίαν λαμπρύνουσαν πίστει· είδε την Ρεβέκκαν ταις εξυδρίαις ευποιίαις ανθούσαν·

είδε την Ραχήλ γάμω σωφροσύνης στίλβουσαν· είδε τυραννομάχων μητέρα πύργων εβδομάδι τετειχισμένην. Είδε πάντα δίκαιον· κατενόησε πάντα προφήτην·  εκήρυξε, πάρειμι· και ο θείος αφυπνίσθη στρατός.

Ας σημειωθεί ότι ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος δεν είναι «απλή υπόθεση». Είναι ο πνευματικός ηγέτης (αν και απλός διάκονος) που έσωσε το λαό του από λιμό κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Νίσιβης από τους Πέρσες, πείθοντας τους πλούσιους της πόλης να προσφέρουν τα αναγκαία για την επιβίωση του πληθυσμού (βλ. Θεοδώρου Κ. Μπεράτη, Του Οσίου η ευχή, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήνα 2007, σελ. 7). Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος, ο συν τοις άλλοις και μεγάλος ποιητής (η «λύρα του Πνεύματος»), προφανώς δεν ήταν σχιζοφρενής, ώστε από τη μια να αναλώνεται για το λαό του και από την άλλη να κυριαρχείται από μίσος για το ήμισυ της ανθρωπότητας!

 

Μερικές χρήσιμες παρατηρήσεις για το θέμα της γυναίκας στα έργα που αποδίδονται στον άγιο Εφραίμ είναι οι εξής:

1. Ο συγγραφέας απευθύνεται σε άνδρες και μάλιστα σε άνδρες που είναι ήδη μοναχοί, ή θέλουν να γίνουν. Ξέρουμε ότι μεγάλο μέρος από τα έργα του αφορά κάθε είδους οδηγίες υπέρ μοναζόντων. Μοναχός και ο ίδιος, από τους αρχαιότερους μάλιστα, είχε μεγάλη πείρα από τον ανδρικό μοναχισμό, γι' αυτό άλλωστε τα γραπτά του αποτέλεσαν βάση των μεταγενέστερων μοναχικών κανονισμών. Προκαλεί μάλιστα εντύπωση ότι αποτρέπει τους μοναχούς όχι μόνο από τη συναναστροφή γυναικών, αλλά και από τη συναναστροφή νεαρών παιδιών/εφήβων, προφανώς γνωρίζοντας τους κινδύνους για την εκδήλωση ομοφυλοφιλικών τάσεων!

2. Οι αναφορές του στην αγάπη είναι πολλαπλάσιες από τις δυσμενείς του αναφορές στη γυναίκα. Και μάλιστα, παρά τα δυσμενή σχόλια για το δέλεαρ του κάλλους των γυναικών, λέει μια χαρακτηριστική φράση, όταν συμβουλεύει τους μοναχούς να μην ανοίξουν ή να μη δεχτούν γυναίκα που τους χτυπά την πόρτα αναζητώντας πληροφορίες: ότι αυτό δεν γίνεται λόγω κακίας ή μισανθρωπίας, αλλά για να μην καταλήξει το καλό σε κακό! (Άρα θεωρεί και αυτονόητο ότι το να βοηθήσεις μια γυναίκα είναι καλό):

«Οίδε γαρ ο καρδιογνώστης Κύριος, ότι ου πονηρίας χάριν, ή μισανθρωπίας, αποβάλλεις το γύναιον, αλλ’ ίνα μη δια του αγαθού το κακόν σοι κατεργάσηται» (Προς αδελφόν εκπεσόντα και περί μετανοίας. Παραίνεσις μβ΄ – σ.σ. η λέξη «γύναιον» δεν έχει υποτιμητική σημασία εδώ, όπως δεν έχει όταν π.χ. χρησιμοποιείται στο στίχο του αναστάσιμου απολυτίκιου «τα γύναια χαράς έπλησε λέγων», που αναφέρεται στη συνάντηση του Κυρίου με τις αγίες Μυροφόρες).

Άρα λοιπόν,  τον απασχολούν τα αποτελέσματα που μπορεί να έχει σ’ έναν αδύναμο μοναχό η φυσική έλξη του αντίθετου φύλου και δε σκοπεύει να υποκινήσει μίσος ή απέχθεια στη γυναίκα ως άνθρωπο.

Ας θυμηθούμε τι λέει στο επίμαχο χωρίο για το οποίο κατηγορείται: «Ξεσκέπασε με τον λογισμό σου το δέρμα του προσώπου της, και τότε θα δεις όλη την μηδαμινότητά της ομορφιάς της, διότι δεν θα βρεις τίποτε άλλο από οστά φλέβες και δυσοσμία. Σκέψου επίσης αυτή να γερνάει, να μεταβάλλεται, να πεθαίνει, να πέφτει μαραμένο όλο εκείνο το άνθος».

Εδώ βρίσκεται ξεκάθαρα το κλειδί της έννοιας των λόγων του. Γιατί δεν είναι μόνο οι γυναίκες άσχημες χωρίς δέρμα ή γριές. Το ίδιο και οι άνδρες. Εάν ήθελε να κατηγορήσει το γυναικείο φύλο, δε θα χρησιμοποιούσε κάτι που ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΔΡΕΣ έχουν. Ούτε το να είσαι άσχημος κάτω από το δέρμα, ή να γερνάς, είναι κατηγορία για κάποιον. Γιατί άρα τα έγραψε; Για να δημιουργήσει αντικίνητρο σε αυτούς που θέλουν να μείνουν σε παρθενία, αλλά πειράζονται από τα γυναικεία θέλγητρα. Αυτό που δίνει εδώ ο άγιος, (ή όποιος τέλος πάντων έγραψε το κείμενο αυτό που αποδίδεται στον άγιο), είναι μία μέθοδος αποτροπής της γυναικείας έλξης για μοναχούς. Ένας τεχνητός τρόπος να δημιουργήσει στον μοναχό απέχθεια για τη γυναικεία έλξη, και όχι για τη γυναίκα αυτή καθεαυτή ως ανθρώπινο πλάσμα. Αυτό από μόνο του δείχνει έναν άνθρωπο που όχι μόνο δεν μισεί τις γυναίκες, αλλά που ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ με μεθόδους ενάντια στην έλξη που του προκαλούν, επειδή τις υπεραγαπά!

Ας σημειωθεί εδώ ότι ο «αδύναμος μοναχός» δεν είναι για πέταμα – δεν εγκαταλείπεται να γίνει έρμαιο έστω των φυσικών ορμών, που θα τον εμπόδιζαν να ακολουθήσει τον απίστευτα δύσκολο δρόμο που επέλεξε ο ίδιος. Αυτό ίσως θα προτιμούσαν κάποιοι άθεοι, σκληροί ηθικιστές, αλλά όχι οι Πατέρες της Εκκλησίας, που ποτέ δεν υπήρξαν σκληροί, ούτε ηθικιστές.

3. Προφανώς στα κείμενά του ενυπάρχει η αντίληψη της εποχής του για την γυναίκα. Την ονομάζει μερικές φορές «ασθενές μέρος», όχι βέβαια με την τρυφερότητα της σημερινής έννοιας, αλλά με την έννοια της αδυναμίας. Πιθανόν, το εξαίρετο χαρακτηριστικό της τρυφερότητας και της αναζήτησης μονιμότερου συντρόφου που εμπειρικά βλέπουμε και σήμερα στη γυναίκα, θεωρούνταν σημείο αδυναμίας το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει τους μοναχούς και να τους παροδηγήσει σε μια ζωή με μέριμνες (γυναίκα, παιδιά, σπίτι κ.λπ.) αντί για το "τάγμα των αγγέλων" στο οποίο στοχεύουν. Ακόμη χειρότερα, θα μπορούσε να τους οδηγήσει στο να εκμεταλλευτούν ένα συνάνθρωπό τους, την οποιαδήποτε γυναίκα, υποβιβάζοντας το δημιούργημα του Θεού σε ένα αντικείμενο σαρκικής εκμετάλλευσης και ηδονής, απομακρύνοντας ταυτόχρονα με την πράξη αυτή τον εαυτό τους από το πνευματικό ύψος που αξίζει σε ανθρώπους. Αναφέρει αρκετές φορές το ζήτημα των μερίμνων και εξηγεί γιατί αποτελεί εμπόδιο στην πνευματική άνοδο.

4. Προφανώς, φοβάται επίσης την ακράτεια των ανδρών, την αδυναμία τους απέναντι στην ωραία γυναίκα. Επαναλαμβάνει ότι με γυναίκα πονηρή, μόνο άνδρας αμαρτωλός μπορεί να έχει σχέση.

5. Δεν θα πρέπει καθόλου να παραβλέψουμε ότι επιπλήττει επανειλημμένα και τους άνδρες σχετικά με τα ελαττώματα που, κατά τις συνθήκες τις εποχής, είναι συνηθέστερα σε αυτούς: τους κατηγορεί για οινοποσία και μέθη, για εγωισμό, υπερηφάνεια και θυμό και αγάπη για τον πλούτο και τις ανέσεις και συνεχώς αναφέρει πόσο μακριά από τον Θεό βρίσκονται τέτοιοι άνδρες!

6. Νομίζω ότι όσοι έχουν βρεθεί κοντά σε αυστηρούς μοναχούς που διδάσκουν, καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται: κανείς δεν θα υποτιμούσε τη γυναίκα σε μια συζήτηση που θα αναφερόταν στην ισοτιμία γυναίκας και άνδρα απέναντι στην πίστη, την αγιότητα, την δυνατότητα Σωτηρίας και φυσικά την κοινωνία. Θα έλεγαν ότι ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο άνδρα και γυναίκα. Σε μια συζήτηση όμως που θα αφορούσε στα σαρκικά πάθη, αν μιλούσαν σε άνδρες, θα αναφέρονταν και πάλι κατεξοχήν στη γυναίκα, ως κάτι που ο άνδρας θα πρέπει να προσέχει όσο τίποτε άλλο. Τα στερεότυπα που έχουμε, ίσως και η εμπειρία του άνδρα μοναχού από τον εαυτό του, οδηγούν σε τέτοιες διδασκαλίες. Όταν, για να κάνει την συμβουλή του πιο αξιοπρόσεκτη, ο άνδρας μοναχός κάνει τον μαθητευόμενο να βλέπει τον διάβολο να κρύβεται πίσω από μια ωραία γυναίκα, δεν εννοεί τη γυναίκα, αλλά την παραπλάνηση από τη γενετήσια έλξη. Μην ξεχνάμε και τις μεθόδους διδασκαλίας κάθε εποχής.

 

Παρόμοια στάση από εθνικές φιλοσόφους

Είναι όμως ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι παρόμοια απάντηση προς «ερωτευμένους» άνδρες έδωσαν στο παρελθόν και γυναίκες φιλόσοφοι, και μάλιστα εθνικές! Αυτό προφανώς το αγνοούν εκείνοι που προβάλλουν το απόσπασμα ως «όπλο» κατά του χριστιανισμού. Η ανάλογη στάση εθνικών γυναικών, και μάλιστα φιλοσόφων, έχει τεράστια σημασία, εκτός αν πρέπει να «νομιμοποιήσουμε» μια συμπεριφορά, όταν εκδηλώνεται από μη χριστιανούς, και να την καταδικάσουμε με βδελυγμία, όταν εκδηλώνεται από χριστιανούς...

Η σημαντικότερη περίπτωση είναι της Αλεξανδρινής φιλοσόφου Υπατίας, αγαπημένου προσώπου για τους ιδεολογικούς αντιπάλους του χριστιανισμού, λόγω της φρικτής πολιτικής δολοφονίας της από κάποιους ανόητους χριστιανούς. Σύμφωνα λοιπόν με το μαθητή της Δαμάσκιο, κάποτε, που ένας άλλος μαθητής της τής εξομολογήθηκε τον έρωτά του, «εκείνη αποφάσισε να τον τιμωρήσει και βρήκε μια πολύ αποτελεσματική μέθοδο για να τον αποφύγει. Του έδειξε μια από τις πετσέτες υγείας που χρησιμοποιούσε, το σύμβολο δηλαδή της γυναικείας φύσης, λέγοντας: “Αυτό αγαπάς στην πραγματικότητα, νεαρέ μου, και όχι την ομορφιά για την ομορφιά της”» (Dzielska Maria, Υπατία η Αλεξανδρινή, μτφρ. Γ. Κουσουνέλος, Ενάλιος, Αθήνα 1997, σελ. 99-100). Αν και υπάρχει μια άλλη εκδοχή του περιστατικού, σύμφωνα με την οποία η Υπατία θεράπευσε με μουσική τον πόθο του νέου γι’ αυτήν, ο ίδιος ο Δαμάσκιος την απορρίπτει ως ψευδή, ενώ η εκδοχή με την πετσέτα ταιριάζει περισσότερο στην Υπατία επειδή ήταν πλατωνική.

«Η αποκρουστική ιστορία είναι πράγματι απόλυτα πλατωνική. Μας αποκαλύπτει τον αληθινό χαρακτήρα της Υπατίας και δείχνει την απέχθειά της προς το ανθρώπινο σώμα και τη σεξουαλικότητα» [σ.σ.: πλατωνικά στοιχεία]. «Είναι βέβαιο ότι δεν έδειχνε ελκυστική, ευχάριστη ή ευμενή συμπεριφορά. Δεν της ταιριάζουν αυτές οι ιδιότητες. Θα έλεγε κανείς –όπως άλλωστε φαίνεται από τις πηγές– ότι διέθετε ασυνήθιστη δύναμη χαρακτήρα και ηθικό σθένος. Η ερμηνεία του περιστατικού δεν απαιτεί πολύπλοκη σκέψη. Αυτοί που αναφέρουν την απόρριψη των προτάσεων του Αλκιβιάδη από τον Σωκράτη θεωρούν εύκολη την εξήγηση της στάσης της Υπατίας. Η αηδιαστική ενέργειά της σκόπευε να κάνει τον μαθητή να καταλάβει τη βαθύτερη σημασία του Έρωτα και να τον “στρέψει” σε αυτή την κατεύθυνση» [Dzielska Maria, ό.π., σελ. 101 (η έμφαση δική μας). Βλ. και υποσημ. 43, στην ίδια σελ., όπου αναφέρονται άλλες περιπτώσεις, από κυνικές φιλοσόφους και από τη Σωσιπάτρα].

 

Ο μοναχισμός ως έρωτας

«Τη βαθύτερη σημασία του Έρωτα» λοιπόν ήθελε να διδάξει στο μαθητή της η μεγάλη φιλόσοφος (μεγάλη και για μας, τους χριστιανούς, που τη σεβόμαστε όπως σεβόμαστε και όλους τους αρχαίους εθνικούς φιλοσόφους, άσχετα από τις διαφορές τους με το χριστιανισμό, αρκεί να μην τους εκμεταλλεύονται ιδεολογικά οι άθεοι και οι παγανιστές), αλλά όχι μόνο να τον διδάξει, αλλά «και να τον “στρέψει” σε αυτή την κατεύθυνση». Επιθυμεί λοιπόν να τον χειραγωγήσει – σε αυτό βέβαια που η ίδια θεωρεί ιδεώδες και αληθινά ωραίο και ευγενικό.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τους δασκάλους του χριστιανικού μοναχισμού. Προσπαθούν να βοηθήσουν τους μαθητές τους (που οικειοθελώς έθεσαν τον εαυτό τους στη μαθητεία αυτή) να καταλάβουν τη βαθύτερη σημασία του Έρωτα (το θείο έρωτα και την ένωση με το Θεό, το ανώτατο ερωτικό ιδεώδες σε όλο το σύμπαν) και να τους στρέψουν σε αυτή την κατεύθυνση.

Εδώ χρειάζεται λοιπόν ένα ακόμη σχόλιο: ο (σωστός ορθόδοξος) μοναχισμός δεν είναι μια ανέραστη κατάσταση, αλλά μια ερωτική κατάσταση. Στην πραγματικότητα ο ορθόδοξος μοναχός επιχειρεί ένα άλμα στο δρόμο της ομοίωσης με το Θεό: αντί να δοθεί σ’ έναν άνθρωπο (γάμος) και μέσω αυτού να σπάσει τον εγωισμό του και ν’ απλώσει την αγάπη του σ’ όλη την κτίση (πράγμα που οδηγεί στη σωτηρία και είναι ο ορθόδοξος σκοπός του γάμου, πέρα από οποιεσδήποτε κοινωνικές ή ψυχολογικές ανάγκες που οδηγούν τον άνθρωπο να παντρεύεται), επιχειρεί κατευθείαν αυτή τη διεύρυνση, έχοντας ως όχημα την προσευχή. Η προσευχή του ορθόδοξου μοναχού είναι η στιγμή, κατά την οποία ο χώρος και ο χρόνος διευρύνονται άπειρα κι εκείνος απλώνει τον εαυτό του, ως αγάπη, σε όλη την κτίση, σε όλους τους κόσμους, από τον πρώτο μικροοργανισμό που πλάσθηκε ποτέ στην κοσμική σούπα κάποιου πλανήτη ώς το Θεό.

Η εμπειρία των αγίων έχει αποδείξει ότι το άλμα αυτό είναι πολύ επικίνδυνο, γι’ αυτό είναι απαραίτητη η μαθητεία σ’ ένα σοφό (δηλαδή άγιο) πνευματικό πατέρα, έναν «γέροντα», που θα βοηθήσει το μοναχό να συρρικνώσει μέχρι εξαφάνισης τον εγωισμό του, ώστε να μην επιχειρήσει αυτή την προσευχή φιλόδοξα («θα γίνω άγιος»), αλλά ταπεινά, συμπάσχοντας και με το σκουλήκι, αφήνοντας απόλυτα τον Τριαδικό Θεό να τον οδηγήσει. Και πάντα οποιαδήποτε εμπειρία, απ’ αυτές που φαίνονται στον απλό άνθρωπο μεταφυσικές (ή και «εξωσωματικές» –όρος του ανατολικού μυστικισμού, αδόκιμος για το χριστιανισμό), π.χ. ένα θαύμα ή όραμα, πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη και ταπείνωση.

Η εκτός του χριστιανισμού κοινωνία θεωρεί αποδεκτό να μένει κάποιος άγαμος, επειδή «δόθηκε ολόψυχα» στην τέχνη ή την επιστήμη (είναι ο ιδιότυπος μοναχισμός της νεωτερικότητας) ή ακόμη και στον αγώνα για την επαγγελματική του ανέλιξη. Κατακρίνει όμως (επειδή δεν κατανοεί) την επιθυμία κάποιων χριστιανών να μείνουν άγαμοι από θείο έρωτα, από εκείνο τον έρωτα που αποδέχεται τον έρωτα του Θεού για τον άνθρωπο, εκείνο τον έρωτα που ενώνει τον άνθρωπο με «όλα τα όντα».

Όπως θα ήταν λάθος να αφήσουμε έναν έγγαμο να διαλύσει το γάμο του λόγω «πειρασμών» (για να δοθεί στη δουλειά του π.χ. ή στις ηδονές), έτσι είναι λάθος και να αφήνεται ο μοναχός να διαλύει το δικό του γάμο. Και όπως χρειάζεται αγώνας για να στερεώνεται ένας άνθρωπος στο γάμο του (αγώνας κατά των ελαττωμάτων του, του εγωισμού του και γενικά του παλιού εαυτού του), έτσι χρειάζεται αγώνας –και μεγαλύτερος– για να στερεώνεται ένας άνθρωπος στο γάμο τού μοναχισμού. Όταν ωστόσο στερεωθεί, απολαμβάνει τη χαρά του παραδείσου, που είναι ασύγκριτα σπουδαιότερη από κάθε θυσία.

Γι’ αυτό βλέπουμε τους πνευματικούς πατέρες του μοναχισμού να αγωνίζονται με τρόπους ακατανόητους για τη δική μας «μη χριστιανική» σκέψη – ή ακόμη και φαινομενικά «χριστιανική», που όμως παρερμηνεύει το χριστιανισμό «κοινωνικά» και «συναισθηματικά» και τελικά τον κόβει και τον ράβει στα μέτρα μας.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η αναφορά του μεγάλου υπερασπιστή των γυναικών αγίου Κοσμά του Αιτωλού, όταν απευθυνόταν σε υποψήφιους μοναχούς: «Αμή ωσάν θέλης να φυλάξης την παρθενίαν, πρέπει πρώτον θεμέλιον να βάλης την ακτημοσύνην και να μην έχης σακκούλαν, να μην έχει κασσέλλα [δηλ. να μην έχει καθόλου χρήματα] και να τηγανίζεις το σώμα σου καθώς τηγανίζεις το ψάρι με νηστείες, προσευχές, αγρυπνίες, διά να νεκρώνης, να ταπεινώνης την σάρκα, οπού είνε ένας λύκος, ένα γουρούνι, ένα θηρίον, ένα λεοντάρι» [Ωραία πράγματα λέει για τους άντρες, ε; Ας προσθέσουμε εδώ ότι ο μοναχός δεν επιθυμεί να γίνει «σωματοκτόνος», αλλά «παθοκτόνος» (άγ. Ποιμήν)]. «Και να φεύγης τον κόσμον, μα περισσότερον την γυναίκα. Και όχι πάλιν να μισής την γυναίκα, διατί είναι πλάσμα Θεού, αλλά τα πάθη που ακολουθούν οι άνθρωποι. Και αν τύχη και περάσης από ένα σοκκάκι και εις το ένα μέρος είνε η γυναίκα και εις το άλλο είνε ο διάβολος, να μην αποπεράσης εκείθεν οπού είνε η γυναίκα, μόνον από εκεί όπου είναι ο διάβολος, διατί κάνεις τον σταυρόν σου και φεύγει, μα η γυναίκα δεν φεύγει». Και κλείνει το ίδιο απόσπασμα με την απαραίτητη διευκρίνιση: «Και καθώς είνε δύσκολον το αρνί να συναναστρέφεται με τον λύκον και να μη φαγωθή [δύσκολον, λέει, όχι αδύνατον, αλλά λαμβάνει μέριμνα υπέρ του αδύναμου] ή τα λιανόξυλα με τα κάρβουνα και να μην καγούν, έτσι είνε δύσκολον ο καλόγηρος να συναναστρέφεται με γυναίκες και η καλογριά με άνδρες και να μην μολυνθούν και να σκανδαλισθούν» (Βλ. επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, Κοσμάς ο Αιτωλός, έκδοσις 21η, Αθήναι 1998, σελ. 261-262).

Ένας τίμιος άθεος τουλάχιστον θα μπορούσε να αναγνωρίσει ότι αυτός ο κώδικας επικοινωνίας είναι ξένος γι’ αυτόν.

Ίσως βέβαια και να πει: «Ναι, δεν καταλαβαίνω τι εννοούν όλοι αυτοί οι αλλόκοτοι άνθρωποι, αλλά και δεν θέλω να έχω καμία σχέση με τέτοιες ομάδες ανθρώπων»! Τότε, έχουμε να του δείξουμε αυτά:

 

Συμβίωση ανδρών και γυναικών στο μοναχισμό

Ο ορθόδοξος μοναχισμός ποτέ δεν ανδροκρατήθηκε. Είναι αλήθεια ότι η έρημος είναι (ή τουλάχιστον ήταν τον 4ο αι. μ.Χ.) τόπος καταλληλότερος για άντρες παρά για γυναίκες. Κι όμως, οι «πολιστές της ερήμου» (εκείνοι δηλ. που μετέτρεψαν την έρημο σε πόλη) δεν ήταν μόνο άντρες: αναρίθμητες μοναχές και ερημήτριες ακολούθησαν τη μεγάλη αγία διδασκάλισσα της ερήμου Συγκλητική, που «έγινε για τις γυναίκες ό,τι ο Μέγας Αντώνιος για τους άντρες» (Ωρολόγιον το Μέγα, λειτουργικό βιβλίο, 5 Ιανουαρίου). Επίσης, μεγάλα γυναικεία αναστήματα του μοναχισμού καθοδήγησαν άντρες ή έγιναν παραδείγματα για άντρες, ακόμη και αγίους, όπως η αγία Μαρία η Αιγυπτία (παράδειγμα για τον άγιο Ζωσιμά, το βιογράφο της), η αγία Ισιδώρα η διά Χριστόν σαλή (ανακαλύφθηκε απ τον άγιο Πιτηρούμ μετά από θεία αποκάλυψη), αλλά και η αγία Ματρώνα η Χιοπολίτιδα, η αγία Γενεβιέβη των Παρισίων, η αγία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου (που έσωζε θανατοποινίτες με κατ’ ευθείαν παρέμβαση στον αυτοκράτορα – εμφανιζόμενη στο όνειρό του, καθώς λέει η βιογραφία της) κ.π.ά., ενώ στα νεότερα χρόνια έχουμε την αγία Φιλοθέη την Αθηναία, την αγία Ελισάβετ της Ρωσίας κ.π.ά.

Ακόμη και το Άγιο Όρος δεν ανδροκρατείται, αφού αποτίνει φόρο τιμής στη μεγάλη Ηγουμένη του, τη Θεοτόκο, που εικονίζεται με τα διακριτικά της ηγουμενίας να εποπτεύει τα αγιορείτικα μοναστήρια.

Υπήρξαν όμως και αγίες που διατέλεσαν ηγουμένες μικτών μονών, δηλαδή μονών με δυο κτηριακά συγκροτήματα (ένα για άντρες και ένα για γυναίκες) στον ίδιο αύλειο χώρο. Τέτοια είναι η αγία Χίλντα του Γουΐτμπυ στην ορθόδοξη αρχαία Αγγλία (614-680 μ.Χ.):

«Η αγία Χίλντα ήταν από τις πιο γνωστές ηγουμένες μοναστηριών της εποχής εκείνης. Το μοναστήρι της ήταν μικτό, με άντρες και γυναίκες, που ζούσαν σε ξεχωριστά κτίρια, όπως και στην σημερινή Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ. Αξιοσημείωτο είναι πως μία ηγουμένη κατά την Κέλτικη Εκκλησία είχε δικαιώματα πνευματικής καθοδήγησης αλλά όχι δικαίωμα χορήγησης άφεσης αμαρτιών και άσκησης των υπολοίπων ιερατικών καθηκόντων. Έτσι πολλοί συμβουλεύονταν τις ιερές ηγουμένες για θέματα πνευματικά. […]», Παντελή Χατζηιωάννου, Ο βίος του αγίου Δαβίδ Ουαλίας (ανέκδοτη μελέτη), Εισαγωγή, σημ. xxxv.

Ας δούμε επίσης άλλο ένα τόπο υπέροχης συμβίωσης μοναχών και μοναζουσών, που αναφέρεται στο Αναστασίου Κ. Καραγιάννη, Η οσιοπαρθενομάρτυς Θεοδώρα η Πελοποννησία (η εν Βάστα Αρκαδίας), εκδ. Απόστολος Βαρνάβας, Αθήνα 2005, σελ. 22-23 (υποσ.): το Σαραντάριο όρος (Παλαιστίνη).

«Καλό είναι, προκειμένου να συγκρίνουμε απλά την απάθεια, στην οποία έφθασε η Αγία Θεοδώρα, ζώντας επί χρόνια σε ανδρικό κοινόβιο, με την απάθεια των αναχωρητών και μοναχών, οι οποίοι έζησαν θαυμαστά, άνδρες και γυναίκες μαζί, στο Σαραντάριο όρος, όπου ενήστευσε ο Ιησούς Χριστός επί 40 ημέρες, αν δούμε τι γράφει ο Ευάγριος (6ος μ.Χ. αιώνας) στην Εκκλησιαστική του Ιστορία για το βίο αυτών [σ.σ. πρόκειται για τον Ευάγριο το Σχολαστικό από τη Συρία και όχι για τον ωριγενιστή του 4ου αι. Ευάγριο Ποντικό].

[…] Άλλοι έμεναν με θηρία μαζί και άλλοι είχαν επινοήσει άλλο είδος ασκήσεως, διαμένοντες μέσα στην καυτή έρημο, άνδρες και γυναίκες μαζί, αφού είχαν καλύψει μόνον τα διακριτικά του φύλου τους, ενώ το υπόλοιπο σώμα τους ήταν γυμνό, περιφρονώντας τη ζέστη και το ψύχος.

Η απάθειά τους προς όλα τα μάταια και τερπνά του κόσμου ήταν παραδειγματική. Σε τέτοιο σημείο απαθείας έφθασαν, ώστε με τους άνδρες ένοιωθαν σαν άνδρες και με τις γυναίκες σαν γυναίκες και επιθυμούσαν να μετέχουν σε κάθε περίπτωση και των δύο φύσεων (αρσενικής και θηλυκής) και να μην είναι μιας μόνο φύσεως.

Διότι τόσο πολύ, λέγει ο Ευάγριος, τ’ αντίθετα αναμίχθηκαν, ώστε η Θεία Χάρη συγκέντρωνε τα άμικτα και πάλι τα διαιρούσε, συγκατοικούσε δε μέσα τους η ζωή και η νέκρωση, δηλαδή τα ενάντια και προς τη φύση και προς τα πράγματα. Έτσι, εκεί μεν που υπήρχε πάθος, ένοιωθαν νεκρούς τους εαυτούς τους, ωσάν να ήταν μέσα στον τάφο, εκεί δε που υπήρχε αρετή, ένοιωθαν προς το Θεό ικεσία, δύναμη στο σώμα, σφρίγος νεανικό, και ας ήταν προχωρημένης ηλικίας…».

Σήμερα μικτή μονή είναι η μονή Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας, ιδρυθείσα από τον άγιο γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ (1896-1993), μέλος της οποίας είναι και η συγγραφέας και παιδαγωγός αδελφή Μαγδαληνή, βιβλία της οποίας κυκλοφορούν και στα ελληνικά, όπως το Σκέψεις για τα παιδιά στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα, έκδ. μονής Έσσεξ (βλ. εδώ: http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=103).

Άδικα λοιπόν αναζητούν κάποιοι δείγματα «μισογυνισμού» στους μεγάλους διδασκάλους του ορθόδοξου χριστιανικού αγώνα. Πίσω από τα λόγια των μεγάλων αγίων υπάρχει μια άγνωστη σε μας (τους εκτός μοναχικού βίου και φωτισμού) πραγματικότητα – μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη αγάπη, συγχώρηση (συν+χώρηση) και αγωνία για την αιώνια και ισότιμη σωτηρία «πάντων και πασών».

 

Θ. Ι. Ρ.

Δημιουργία αρχείου: 27-11-2009.

Τελευταία ενημέρωση: 8-12-2009.

ΕΠΑΝΩ