Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Μαθήματα ορθής σκέψης

 

Εντοπισμός των περιορισμών μας

Μας λένε: "Να συζητήσουμε αντικειμενικά. Για πράγματα που βλέπουμε και ξέρουμε". Πόσο αντικειμενικά όμως μπορούμε να γνωρίζουμε κάτι; Πριν κάνουμε οποιαδήποτε συζήτηση, είναι καλό να γνωρίζουμε τους περιορισμούς μας. Να μην υπερεκτιμάμε τις γνωσιολογικές μας δυνατότητες, ούτε το τι μπορούμε πράγματι να θεωρήσουμε ως δεδομένο.

Το πρώτο θέμα που θεωρούμε ότι είναι ανάγκη να δούμε σε αυτή την ενότητα, είναι η βάση μιας συζήτησης. Και για να τεθεί η βάση μιας συζήτησης, οφείλουμε να γνωρίζουμε τους περιορισμούς μας. Μια γνώση όμως, που συνήθως δεν υπάρχει, και που η ανυπαρξία της, οδηγεί σε ένα οικοδόμημα που στερείται βάσεων. Γιατί όταν υπερεκτιμούνται οι δυνατότητες πάνω στις οποίες μπορεί να οικοδομηθεί μια γνώση, είτε θα γίνει ένα σαθρό οικοδόμημα γεμάτο σφάλματα, είτε θα χρειασθεί κάποτε να επιστρέψουμε και να το ξαναχτίσουμε εκ θεμελίων.

Οι υλιστές και οι αθεϊστές κυρίως, αρέσκονται σε μια τέτοια υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων της γνωσιολογικής τους βάσης. Γι' αυτό και ενώ φουσκώνουν από έπαρση για τον ορθολογισμό τους, είναι πανεύκολο για κάποιον να τους ξεφουσκώσει με μια μικρή καρφίτσα, που λέγεται "εντοπισμός των περιορισμών μας".

Τις περισσότερες φορές που κάποιος πιστός συζητάει με έναν αθεϊστή ή "Διαφωτιστή", δέχεται απ' αυτόν την εξής έκκληση: "Πρέπει να συζητήσουμε αντικειμενικά. Χωρίς δόγματα και αναπόδεικτα πράγματα. Για πράγματα που είδαμε και βλέπουμε και γνωρίζουμε. Όχι για θέματα που πιστεύουμε. Γιατί πρέπει να μιλάμε για τον πραγματικό κόσμο".

Μια τόσο συχνή έκκληση, που έχουμε συνηθίσει να την ακούμε, ακούγεται εκ πρώτης όψεως ως "φυσιολογική" και "λογική". Όμως, αν την αναλύσουμε λίγο, θα αντιληφθούμε ότι είναι γεμάτη από... υποκειμενικότητα! Ας την αναλύσουμε λοιπόν:

1. Η φράση αυτή, από μόνη της αποτελεί αντίφαση. Γιατί και μόνο το ότι διατυπώνεται πως πρέπει να γίνει μια συζήτηση με τον τρόπο αυτό ως αναγκαιότητα, χωρίς όμως να αποδεικνύεται αυτή η αναγκαιότητα, και κυρίως χωρίς να αποδεικνύεται ότι είναι δυνατόν να υπάρξει μια τέτοια συζήτηση, αποτελεί δογματισμό! Με τη φράση αυτή δηλαδή, ο υποτιθέμενος "ορθολογιστής", παραβαίνει μόνος του και εξ' αρχής τους όρους που ζητάει να γίνουν σεβαστοί! Θεωρεί τα λόγια αυτά αυτονόητα. Όπως όμως θα δούμε και στη συνέχεια, τίποτα δεν είναι αυτονόητο!

2. Υπάρχει τίποτα αποδεδειγμένο; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση που πρέπει να θέσουμε ευθύς εξ' αρχής σε έναν τέτοιο άνθρωπο. Γιατί ούτε οι αισθήσεις μας, ούτε όλα όσα γνωρίζουμε μπορούν να αποδειχθούν. Κάθε ανθρώπινη γνώση, στηρίζεται σε ένα ΑΞΙΩΜΑ. Κάθε προσπάθεια απόδειξης οποιουδήποτε γνωσιολογικού στοιχείου, στηρίζεται ΠΑΝΤΟΤΕ σε κάποιο θεμελιώδες ΑΞΙΩΜΑ. Και ως γνωστόν, τα αξιώματα δεν αποδεικνύονται! Ούτε καν στα μαθηματικά. Είναι δεδομένα που λαμβάνονται όπως είναι, με βάση την παρατήρηση, ή την υπόθεση. Αυτό είναι ένα θέμα, που έχουμε αναλύσει εκτενώς σε σχετικό μας άρθρο. Συνεπώς, όταν κάποιος μας ζητάει να μιλήσουμε "αντικειμενικά με αποδείξεις", πρέπει να του δείξουμε ότι οι αποδείξεις μας είναι ΣΧΕΤΙΚΕΣ και ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ, εφ' όσον στηρίζονται όλες πάνω σε κάποιο αξίωμα που λάβαμε μέσω παρατήρησης. Κι έτσι πάμε στο επόμενο σημείο της αντίφασης των λόγων του, που είναι:

3. Πόσο μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις μας; Και αυτό το θέμα, το έχουμε αναλύσει σε σχετικό άρθρο. Εκεί δείξαμε με παραδείγματα από τις επιστήμες, ότι όχι μόνο οι αισθήσεις μας ΔΕΝ είναι ασφαλής οδηγός για να στηρίξουμε τις γνώσεις μας, αλλά επίσης, ότι στη βάση του κάθε πράγματος στη ζωή μας, υπάρχει Η ΠΙΣΤΗ. Είτε θέλουμε να το παραδεχόμαστε, είτε θέλουμε να παριστάνουμε τους "ρεαλιστές" και "αντικειμενικούς". Συνεπώς, πώς είναι δυνατόν να μας ζητάει κάποιος να στηριχθούμε με αντικειμενικότητα σε κάτι που δεν είναι αντικειμενικό;

4. Γιατί να θεωρήσουμε την πίστη και το δόγμα ως κάτι κακό; Το να τα θεωρήσει αυτά κάποιος ως κάτι κακό, αποτελεί από μόνο του δογματική πράξη ΠΙΣΤΗΣ. Με άλλα λόγια, μας λέει ότι το δικό μας δόγμα είναι υποκειμενικό, ενώ το δικό του αντικειμενικό! Γιατί εφ' όσον η πίστη βρίσκεται στη βάση όλων των εκφράσεων της ζωής μας, των αισθήσεών μας και των αξιωμάτων μας, δεν είναι δυνατόν να τη θεωρήσουμε ως κάτι κακό, αλλά ως αναγκαιότητα.

Συνεπώς, όταν κάποιος προσπαθεί να περιορίσει τα επιχειρήματά μας με τέτοιου είδους δηλώσεις περί αντικειμενικότητας, περί πίστης, περί αποδείξεων, κλπ, είναι ανάγκη να του επιστήσουμε την προσοχή αφ' ενός στις αντιφάσεις που περικλείει μια τέτοια δογματική δήλωση, αφ' ετέρου να θέσουμε τη συζήτηση ΣΕ ΣΩΣΤΕΣ ΒΑΣΕΙΣ.

Α. Να ξεκαθαρίσουμε ότι οι αποδείξεις που χρησιμοποιούμε και εμείς και αυτός, είναι ΣΧΕΤΙΚΕΣ.

Β. Να ξεκαθαρίσουμε ότι ΔΕΝ είναι περισσότερο αντικειμενικός από έναν πιστό.

Γ. Να του ζητήσουμε να αποδείξει τις δογματικές του δηλώσεις περί αντικειμενικότητας, διαφορετικά να παραδεχθεί ότι και ο ίδιος είναι δογματικός, συνεπώς ούτε ο δογματισμός είναι κατ' ανάγκην κακός. Άρα η συζήτηση να γίνει πάνω στη βάση αντιπαράθεσης δογμάτων, και όχι πάνω σε μια ψευδή βάση ύπαρξης ή δήθεν ανυπαρξίας δογματισμού!

Συζητώντας πάνω σε μια σωστή βάση, ο άνθρωπος αυτός, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ να παρουσιάζει τον εαυτό του ως "υπεράνω" υποκειμενικότητας, αλλά αντιθέτως, να συζητήσει με τον πιστό ως ίσος προς ίσον, χωρίς κομπασμούς και δημιουργίες εντυπώσεων από φράσεις - κλισέ, που συνηθίζουν αυτοί οι τύποι.

Όμως αυτά είναι μόνο μια αρχή, μόνο ένας εντοπισμός των βάσεων μιας λογικής συζήτησης. Υπάρχουν πολύ περισσότερα να πούμε σε επόμενες αναλύσεις.

Γ. Κ.

Δημιουργία αρχείου: 24-6-2006.

Τελευταία ενημέρωση: 28-8-2006.

ΕΠΑΝΩ