Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

 

Η ενότητα της Εκκλησίας, "εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω" κατά τους 3 πρώτους αιώνες

ΜΕΡΟΣ 1o

ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

Η ΣΧΕΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΤΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΕΓΟΝΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β: Ο «Προεστώς» της Ευχαριστίας ως ο «Επίσκοπος» της «Εκκλησίας του Θεού»


            1. Η ταύτιση της ευχαριστιακής ενότητας με την κανονική ενότητα της Εκκλησίας

Από την ταύτιση της ευχαριστιακής συνάξεως με την «Εκκλησία του Θεού», προήλθε με φυσικό τρόπο η σύμπτωση της διάρθρωσης της Εκκλησίας με τη διάρθρωση της Ευχαριστίας. Αποτελεί αξιοσημείωτο γεγονός ότι η Εκκλησιά διακρινόταν από τον κόσμο που την περιέβαλλε, ως ενότητα ειδικού είδους. Και αυτό, συνέβαινε κυρίως, λόγω του ότι αποτελούσε ευχαριστιακή ενότητα.[1] Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και η οργάνωσή της, δεν υπήρξε δάνειο ή αντίγραφο από τον κόσμο γύρω της. Κάτι τέτοιο υποστήριξαν πολλές φορές οι ιστορικοί.[2]  Όμως (όπως θα δειχθεί και στη συνέχεια), αυτό δεν είναι αληθινό. Στην πραγματικότητα γεννήθηκε φυσικά από την ευχαριστιακή σύναξη. Μέσω αυτής της ευχαριστιακής σύναξης, η κανονική ενότητα συνδεόταν με την ουσία της Εκκλησίας.[3]

Η αναπαράσταση της εικόνας που εμφάνιζε η ευχαριστιακή σύναξη κατά τους Αποστολικούς χρόνους, δεν ενδιαφέρει την παρούσα εργασία σε όλα τα σημεία της.[4]

Όσον αφορά την σχέση της κανονικής ενότητας της Εκκλησίας με τη Θ. Ευχαριστία, οι υπάρχουσες πηγές μας επιτρέπουν να προβούμε στις εξής παρατηρήσεις:

Μέσω της λατρείας, και ιδιαίτερα της Ευχαριστίας, η αρχική Εκκλησία ζει κάτω από την επίδραση μιας απόλυτης θεοκρατίας. Η όλη λατρεία τελείται μεν «επί της γης», αλλά αποτελεί αντίτυπο της «επουράνιας», όπου δεσπόζει ο θρόνος του Θεού.[5] Κατά συνέπεια και κάθε εξουσία στην Εκκλησία συγκεντρώνεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Εκείνος είναι ο μόνος Κύριος, δηλαδή ο μόνος που εξουσιάζει τα πάντα, εφ’ όσον έχει υψωθεί στα δεξιά του Θεού.[6] Συνεπώς και η ενότητα σε έναν Κύριο[7], εκδηλώνεται πρώτα απ’ όλα στη λατρεία, και ιδιαίτερα στην Ευχαριστία. Ως μόνος Κύριος ο Χριστός, είναι και ο μόνος άρχοντας. Και αναγνωρίζεται και πάλι ως άρχοντας, κυρίως στην Ευχαριστία.[8] Λόγω αυτής ακριβώς της θέσης Του στην ευχαριστιακή λατρεία, ο Χριστός συγκεντρώνει στον Εαυτό Του όλα τα υπάρχοντα λειτουργμήματα στην Εκκλησία. Είναι ο κατ’ εξοχήν λειτουργός[9], ο ιερέας[10], ο απόστολος[11], ο διάκονος[12], ο επίσκοπος[13], ο διδάσκαλος[14]. Είναι ο «τα πάντα εν πάσιν αυτός πρωτεύων»[15]

Αλλά και εδώ, (όπως παρατηρήθηκε και σε άλλη περίπτωση[16]), ο Χριστός αποτελεί μεγάλο παράδοξο στη σχέση του με την Εκκλησία. Ενώ λατρεύεται στον ουρανό, είναι συγχρόνως παρών πάνω στη γη και στην Ευχαριστία[17]. Και έτσι μεταβάλλει την ουράνια κατάσταση σε επίγεια και ιστορική πραγματικότητα. Έτσι η ευχαριστιακή λατρεία που γίνεται πάνω στη γη, δεν αποτελεί παράλληλη πραγματικότητα της επουράνιας λατρείας. Είναι αυτή η ίδια η επουράνια λατρεία (μυστική ταυτότητα) [18]. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, το παράδοξο της σχέσης Χριστού και Εκκλησίας, επεκτείνεται και στα λειτουργήματα. Στην αρχική Εκκλησία, τα λειτουργήματα ενοούνταν πάντα με ταπεινοφροσύνη ως «διακονίες»[19]. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι στερούνταν από εξουσία[20]. Όπως ακριβώς η ουράνια λατρεία αποτυπωνόταν πραγματικά στην επίγεια Ευχαριστία, έτσι και η εξουσία του Χριστού. Κατά τον ίδιο τρόπο η εξουσία του Χριστού είχε πραγματική αντανάκλαση στους λειτουργούς της Εκκλησίας. Γι’ αυτό τα εκκλησιαστικά λειτουργήματα ήταν αδιανόητο να υπάρχουν παράλληλα με την εξουσία του Χριστού.[21] Τα εκκλησιαστικά λειτουργήματα εξέφραζαν την ίδια την εξουσία του Χριστού. Ο Χριστός ως μόνος Κύριος και εξουσιαστής της Εκκλησίας, δεν κυβερνά παράλληλα με μια επίγεια εκκλησιαστική διοίκηση. Αντίθετα, κυβερνά μέσω αυτής και σε αυτή. Τα λειτουργήματα που υπάρχουν είναι αντίτυπα, και μυστικές ακτινοβολίες αυτής της ίδιας της εξουσίας του Χριστού. Ο Χριστός είναι ο μόνος και κατ’ εξοχήν λειτουργός. Ας δούμε το εξής παράδειγμα: Το αξίωμα του Αποστόλου δεν το εννοούσαν στην αρχική Εκκλησία, ως εξουσία που υπήρχε παράλληλα με την εξουσία του Χριστού. Το θεωρούσαν ως αυτή την ίδια την εξουσία του Χριστού.[22] Με παρόμοιο τρόπο, (όπως θα δούμε σε λίγο) [23], εννοούσαν το θέμα του Επισκόπου. Ο Επίσκοπος εννοείτο ότι βρισκόταν σε «τόπο Θεού» και ήταν «εικόνα του Χριστού». Με τον τρόπο αυτό ο Χριστός παρέμενε ο μόνος λειτουργός και εξουσιαστής της Εκκλησίας. Οι λειτουργοί δεν είχαν εξουσία δική τους. Ήταν μόνο εκπρόσωποι του Χριστού ως εικόνες. Αυτό καθιστά την εκκλησία θεοκρατική ενότητα.[24] Αλλά η εξουσία αυτή τη Χριστού εκφραζόταν μόνο μέσω των λειτουργών της Εκκλησίας. Το δίκαιο της Εκκλησίας, δεν είχε μόνο θείο, αλλά και ανθρώπινο χαρακτήρα. Αυτό καθίστατο δυνατό, κυρίως λόγω της Θ. Ευχαριστίας. Γιατί αυτή ταύτιζε την ουράνια με την επίγεια λατρεία και τον Χριστό με την Εκκλησία  του, με τρόπο μυστικό και πραγματικό.

Έτσι, χάρη στην Ευχαριστία, και γι’ αυτό κυρίως μέσα σ’ αυτή, αναπτύχθηκαν στην Εκκλησία τα διάφορα λειτουργήματα. Και από αυτά τα λειτουργήματα, προήλθαν οι διάφορες «τάξεις» στην Εκκλησία, και γεννήθηκε το δίκαιό της, ως αυστηρά Χριστοκεντρική πραγματικότητα. Όλα τα λειτουργήματα του Χριστού, αντανακλούνταν ως ιστορικές πραγματικότητες στην Εκκλησία. Και αυτό γινόταν με τρόπο που δημιουργούσε τάξη, και κατά συνέπειαν «τάξεις». Ο Χριστός ταυτιζόταν με όλη την Εκκλησία, που ήταν το σώμα Του. Γι’ αυτό και όλα τα μέλη της Εκκλησίας, ήταν «μέτοχοι του Χριστού»[25]. Όμως οι εξουσία και οι λειτουργίες του Χριστού δεν εκφράζονταν μέσα από όλα αυτά τα μέλη, αλλά μέσα από ορισμένα απ’ αυτά. Έτσι, ο Χριστός θεωρείται «ο Απόστολος». Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στο σώμα Του ήταν όλοι απόστολοι.[26] Ο Χριστός ήταν ο «Διδάσκαλος». Αλλά στην Εκκλησία δεν υπήρχαν «πολλοί διδάσκαλοι»[27]. Εκείνος ήταν ο Διάκονος, αλλά η ιδιότητά του αυτή, εκφραζόταν από ορισμένη τάξη, η οποία λάμβανε γι’ αυτό ιδιαίτερο χάρισμα[28]. Αυτό ίσχυε ως προς όλες τις λειτουργίες του Χριστού, οι οποίες μυστικά αντανακλώνται στην Εκκλησία.[29] Με αυτόν τον τρόπο η ενότητα της Εκκλησίας κατέληγε ενότητα ενός σώματος. Αλλά αυτό επιτυγχανόταν με την ποικιλία των χαρισμάτων[30], που ισοδυναμούσε με ενότητα δικαίου και ιεραρχίας.

Χάρη στη Θεία Ευχαριστία, ο Χριστός ενωνόταν μέχρι ταυτότητας με την Εκκλησία. Και με τον τρόπο αυτό έκανε δυνατή τη διανομή των χαρισμάτων. Έτσι όμως, η Θεία Ευχαριστία απέβαινε όχι μόνο η πηγή, αλλά και το κύριο πεδίο έκφρασης της κανονικής ενότητας[31]. Όπως γνωρίζουμε από την Α΄ Προς Κορινθίους, η ποικιλία των χαρισμάτων εκδηλωνόταν στην ευχαριστιακή σύναξη. Αλλά εκεί ακριβώς εκδηλωνόταν και η ενότητα τάξεως, την οποία προσπαθεί ο Παύλος να ενισχύσει. Και προσπαθεί να την ενισχύσει ακόμα περισσότερο με την καταπολέμηση της ατομοκρατίας των χαρισματούχων. Προσπαθεί ο Παύλος να καθυποτάξει τα χαρίσματα στην ενότητα της Εκκλησίας, που για τον Παύλο σήμαινε ενότητα τάξεως[32]. Πολλές φορές επιχειρείται διαχωρισμός μεταξύ πνευματικών χαρισμάτων και τάξεως[33]. Είναι ένας διαχωρισμός που φθάνει μέχρι αντιθέσεως ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Και έτσι η τάξη θεωρείται ως ο καταστροφέας το πνεύματος στην αρχική Εκκλησία[34]. Όμως αυτός ο επιχειρούμενος διαχωρισμός, δεν μπορεί να στηριχθεί σε πηγές του αρχικού Χριστιανισμού. Τη διαίρεση αυτή μεταξύ χαρισματούχων και μη, την εισήγαγε ο Harnack. Αλλά μια τέτοια διαίρεση προσκρούει στο γεγονός ότι και οι μόνιμοι λειτουργοί λάμβαναν του χάρισμα του Αγίου Πνεύματος. Και γι’ αυτό θεωρούντο χαρισματούχοι[35]. Άλλωστε η πράξη της χειροτονίας, δια της οποίας καθίσταντο λειτουργοί, δεν ήταν παρά μόνο επίθεση των χειρών για μετάδοση χαρίσματος![36] Ενός χαρίσματος που παρέμενε μάλιστα μόνιμα[37] στον χειροτονούμενο. Όμως ο Harnack εισήγαγε και κάποια άλλη άποψη: την πρόταξη των «χαρισματούχων» στην αρχική Εκκλησία, σε σχέση με τους μόνιμους λειτουργούς. Αλλά ούτε αυτή η άποψη στηρίζεται σοβαρά από τις πηγές. Ο Harnack στηρίχθηκε στο χωρίο Α΄ Κορινθίους 12/ιβ: 28. Αλλά αν ειδωθεί το χωρίο αυτό κάτω από το φως όλου εκείνου του τμήματος της επιστολής, η θέση του Harnack αναιρείται. Το τμήμα εκείνο της επιστολής, αφορά τις ευχαριστιακές συνάξεις της Κορίνθου. Και μαρτυρεί ότι ο Παύλος δεν είχε στο μυαλό του τέτοια ιεραρχία, κατά την οποία οι χαρισματούχοι να τίθενται πάνω από τους μόνιμους λειτουργούς. Αντιθέτως! Όλη η προσπάθειά του, συνίσταται στην υποταγή των χαρισματούχων στην «τάξη» της Εκκλησίας![38] Γι’ αυτό και ο Παύλος τοποθετεί το (τόσο προσφιλές στους Κορινθίους) χάρισμα της γλωσσολαλιάς, στο τέλος της σειράς των χαρισμάτων. Άλλωστε, το ότι ο Παύλος δεν ενδιαφέρεται για μια τέτοια ιεράρχηση, φαίνεται και από αλλού. Φαίνεται και από πολλά χωρία, στα οποία τοποθετεί τους λεγόμενους «χαρισματούχους» μετά από τους μόνιμους λειτουργούς[39], που θεωρούνται ως «διοικητές». Οι αρχικές ευχαριστιακές συνάξεις, κατά συνέπεια, δεν γνώριζαν αντίθεση μεταξύ πνεύματος και τάξεως. Δεν γνώριζαν αντίθεση μεταξύ χαρίσματος και ιεραρχίας. Επειδή ιεραρχία και τάξη χωρίς πνευματικού χαρίσματος, δεν ήταν κατανοητή εκείνη την εποχή[40]

 


[1]  Η ενότητα δεν αποτελεί από μόνη της χαρακτηριστικό αποκλειστικά της Εκκλησίας. Στο Ρωμαϊκό κράτος, ο συνεταιρισμός αποτελούσε διαδεδομένη συνήθεια. Τόσο διαδεδομένη, που υπήρχαν ειδικές διατάξεις για τη ρύθμιση των θεμάτων διαφόρων οργανισμών. Οι οργανισμοί αυτοί ήταν γνωστοί με το όνομα collegia (βλ. Τακίτου, Ann. 14, 17. Πλινίου, Ad Traj. 34, 97.  Menucius Felix, Octavius, 8-9 και Ωριγένους, Κατά Κέλσ. 1, 1. Πρβλ. J. P. WALTZING, Etude historique sur les corporations professionnels des Romains, Ι, σ. 1130-129 και ΤΗ. MOMMSEN, Le droit penal rοmain, II, σ. 274-8). Η αγάπη που επικρατούσε μεταξύ των «κολλεγίων» αυτών, ήταν καταπληκτική!  Ήταν οργανωμένη επίσης μέσω κοινού ταμείου. Σε αυτό ο καθένας συνεισέφερε κάθε μήνα (stips menstrua). Γι’ αυτό και τα μέλη αυτά προσφονούνταν ως «αδελφοί» (fratres, sodales, socii). Πρβλ. F. X. KRAUS, («Fraternitas», στη Realencvclopaedie der christl. Alterthumer, I, 1880, στ. 540.

Εκτός από τους Εθνικούς, οι Ιουδαίοι που ζούσαν μέσα στο Ρωμαίκό κράτος, ήταν ενωμένοι σε δικές τους κοινότητες, κάτω από δικό τους εθνάρχη. (Πρβλ. Ε. SCHURΕR, Geschichte des Judischen Volkes, 1914, σ. 14 και 17). Η αλληλεγγύη μεταξύ τους ήταν ισχυρή. Μάλιστα εκδηλωνόταν ιδιαίτερα σε ομάδες όπως οι Εσσαίοι ή Εσσηνοί. Η ζωή των Εσσαίων ήταν οργανωμένη πάνω στη βάση των αρχών της κοινοκτημοσύνης. (Πρβλ. Λ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ, Ιστορία Εποχής…, σ. 480 και εξ.). Γι’ αυτούς τους λόγους, ο χαρακτηρισμός της Εκκλησίας απλώς ως «κοινωνίας αγάπης» δεν ικανοποιεί τον Ιστορικό, ο οποίος βλέπει στην Εκκλησία μια ενότητα ειδικού είδους.

[2] Π.χ. Ε. HATCH, The Organization of the Early Christian Churches, 1888, σ. 26 εξ. και L. DUCHESNE, Histoire ancienne de l’ Eglise, I, 1906, ο. 381-87.

[3] Η σύνδεση της Ευχαριστίας με την ουσία της Εκκλησίας (δες πιο πάνω στην Εισαγωγή) πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα. Επειδή σε αυτό ακριβώς συνίσταται η πλάνη στην προσπάθεια τού R. SOHM, που προσπαθεί να συνδέσει τη γένεση του Κανονικού Δικαίου με την Ευχαριστία.

[4] Βλέπε επ αυτού: Η. CHIRAT, L' assemblee chretienne a l’ age apostolique (στη σειρά Lex Orandi No 10), 1949, passim και σ. 188 εξ.

[5] Αυτό είναι σαφές στο βιβλίο της Αποκάλυψης (δες πιο πάνω 1ο κεφάλαιο πρώτου μέρους, σχόλιο 33). Αλλά είναι σαφές και στην προς Εβραίους, όπου κυριαρχεί η λατρεία. Όσο για το θυσιαστήριο της Ευχαριστίας (δες πιο πάνω 1ο κεφάλαιο πρώτου μέρους, σημείο 85), αυτό συνδέεται με τη «Σιών όρει και πόλει Θεού ζώντος, Ιερουσαλήμ επουρανίω, και μυριάσιν αγγέλων, 23 πανηγύρει και εκκλησία πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων, και κριτή Θεώ πάντων» (12/ιβ: 22 και εξής).

[6] Έβρ. 12/ιβ: 2. Κολ. 3/γ: 1. Εφεσ. 1/α: 2 και ιδιαίτερα Φιλιπ. 2/β: 6-11. Σ’ αυτό το τελευταίο, έχουμε πιθανότατα ύμνο, που χρησιμοποιούσαν οι λάτρεις της αρχικής Εκκλησίας (Παράβαλλε πιο πάνω, 1ο κεφάλαιο πρώτου μέρους, σημείο 51). Ι. ΚΑΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΥ: «Ο Χριστολογικός εν Φιλιπ. 2/β: 6-11»,  1963.

[7] Εφεσ. 4/δ: 5.

[8] Αποκ. 1/α: 5.

[9]  Εβρ. 8/η: 2.

[10] Εβρ. 5/ε: 6. 8/η:4. 10/ι: 21. 2/β: 17.

[11] Εβρ. 3/γ: 1.

[12] Ρωμ. 15/ιε: 8. Λουκ. 22/κβ: 77. Παράβαλλε Φιλιπ. 2/β: 7. Ματθ. 12/ιβ: 18. Πράξ. 3,/γ: 13 και 4/δ: 27.

[13] Α΄ Πέτρ. 2/β: 25. 5/ε: 4. Εβρ. 13/ιγ: 20.

[14] Ματθ. 23/κγ: 8. Ιωάν. 13/ιγ: 13.

[15] Κολ. 1/α: 18.

[16] Δες πιο πάνω 1o κεφάλαιο 1ου μέρους, από την αρχή της 2ης ενότητας και εξής, για τη σχέση του «Ενός» με τους ενωμένους σ’ Αυτόν «πολλούς».

[17] Παράβαλλε με αυτό την έκφραση της Λειτουργίας του Χρυσοστόμου: «ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος και ώδε ημίν αοράτως συνών».

[18] Αυτό είναι εμφανές ιδιαίτερα στην Αποκάλυψη και την προς Εβραίους. Είναι επίσης εμφανές και στον Ιγνάτιο, όπως θα δείξουμε αργότερα στη συνέχεια.

[19] Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς, σ. 34 εξ.

[20] Πρβλ. F. M. BRAUN, Neues Licht auf die Kirche, σ. 179.

[21] Όπως πιστεύει για παράδειγμα ο BO BEICKE, Glaube und Leben der Urgemeinde, 1957, σ. 25  και εξής.

[22] Υπήρχε μυστική σχέση ανάμεσα στον Απόστολο και στον αποστέλλοντα Χριστό. Μέσα από τον Απόστολο και μέσω αυτού, ενεργούσε Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός: «ο ακούων υμών εμού ακούει και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί» {Λουκ. 10/ι: 16. Παράβαλλε Α΄ Θεσσ. 4/δ: 8).

[23] Δες παρακάτω, στην επόμενη ενότητα, σημείο 65 και εξής.

[24] Παράβαλλε Κ. ΜΟΥΡΑΤΙΔΟΥ, Διαφοροποίηση, εκκοσμίκευσις και νεώτεραι εξελίξεις εν τω Δικαίω της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, 1961, σ. 36 : «Ο θείος παράγων δεσπόζει κατά την περίοδον ταύτην (δηλαδή την αρχική) εν τη διοργανώσει της Εκκλησίας... » 

[25] Eβρ. 3/γ: 14. Γι’ αυτό και από άποψη μετοχής στο σώμα του Χριστού την Εκκλησία, υπάρχει πλήρης ισότητα των μελών της. Και αυτό συμβαίνει ανεξάρτητα από την τάξη στην οποία αυτοί ανήκουν. Αυτό εκφραζόταν κατ’ εξοχήν στην Θ. Ευχαριστία, στην οποία έπρεπε ανέκαθεν να μετέχουν όλες οι τάξεις της εκκλησίας. Παράβαλλε G. DIX, The Shape of the Liturgy, σ. 195 και εξής και Ι. ΚΟΤΣΩΝΗ, Η θέσις των λαϊκών εντός τού Εκκλησιαστικού Οργανισμού, 1956, σ. 32 και εξής.

[26] «Μη πάντες απόστολοι;» ρωτάει ο Παύλος (Α΄ Κορ. 12/ιβ: 29).

[27] «Πάντες διδακτοί Θεού». Αυτό ναι (Ιωάν. 6/στ: 45). Αλλά όχι «πάντες διδάσκαλοι» (Α' Κορ. 12/ιβ: 29 και Ιακώβου 3/γ: 1).

[28] Πράξ. 6/στ: 1-6.

[29] Το ίδιο πρέπει να ειπωθεί και για την ιεροσύνη του Χριστού. Εκείνος είναι ο Ιερέας (δες πιο πάνω σημείο 9). Ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο είναι και ο «Απόστολος» ή ο «Διδάσκαλος». Και τα μέλη της Εκκλησίας Του αποτελούν «ιεράτευμα». Γιατί συνιστούν το προσφερόμενο σώμα Του στην Ευχαριστία, μέσω των ιερέων. (Τα χωρία Α΄ Πέτρου 2/β: 5-9 και Αποκάλυψις 5/ε: 10, είναι αυτά που κάνουν λόγο για «βασίλειο ιεράτευμα». Ας σημειωθεί λοιπόν, ότι και τα δύο αυτά χωρία, βρίσκονται εντός ευχαριστιακών κειμένων!). Όπως όμως δεν μετέχουν όλοι της αποστολικής ή άλλης ιδιότητας του Χριστού, το ίδιο συμβαίνει και με την ιεροσύνη. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούν να μετέχουν όλοι και της ιερατικής Του ιδιότητας. Μια «γενική ιεροσύνη», θα ήταν τόσο κατανοητή στον αρχικό Χριστιανισμό, όσο και μια γενική «αποστολικότητα», ή «διακονία», κλπ.

[30] Παράβαλλε J. COLSON, μνημειώδες έργο σ. 49 και εξής: «Si tous les fldeles sont membres du meme Corps en Jesús-Christ, tous ces membres ne sont pas identiques et n' ont pas la meme fonction. La grace de Dieu est  multiforme, et varies les dons da l' Esprit».

[31] Δεν είναι καθόλου τυχαίο το εξής γεγονός: Η Εκκλησία, αν και απέσπασε από την Ευχαριστία πολλά μυστήρια, που ήταν άλλοτε συνδεδεμένα με αυτήν, ποτέ δεν το έκανε αυτό για τη χειροτονία των ιερέων. Παράβαλλε και πιο πάνω, στην Εισαγωγή, σημείο 59.

[32] Α΄ Κορ. 14/ιδ: 40.

[33] Τη διάκριση αυτή εισήγαγε ο Α. HARNACK, Die Lehre der zwolf Apostel... (Texte und Untersuchungen, II, 1884, σ. 145-149). Ίσως αυτό το έκανε υπό την επίδραση του έργου του Ε. HATCH, The Organization of the Early Church..., όπως πιστεύει ο Ο. LINTON, μνημειώδες έργο σ. 36 και εξής. (Παράβαλλε και Ε. FOERSTER, R. Somhs Kritik des Kirchenrechtes, 1942, σ. 51 και εξής). Μάλιστα σταθεροποίησαν αυτή τη διάκριση στην ιστοριογραφία στη συνέχεια, οι Lietzmann και Heussi μέσω των εκκλησιαστικών ιστοριών τους.

[34]  Δες π.χ. J. KLEIN, Grundlegung und Greuzen des Kanonischen Rechtes, 1947, σελ. 10 και εξής.

[35]  Δες  Α' Τιμ. 3/γ: 2. 5/ε: 17. Β' Τιμ. 2.β: 2. Τίτ, 1/α: 9.  Εβρ. 13/ιγ: 7.  Ιακ. 5/ε: 14 και εξής.

[36] Για το θέμα της χειροτονίας, ως επίθεσης των χεριών για μετάδοση ειδικής ευλογίας, δες J. BEHM, Die Handauflegung im Urchristentum nach Verwendung, Herknuft und Bedeutung 1911. J. COPPENS, L imposition des mains et les rites connexes dans le N.T., 1925. M. KAISER, Die Einheit der Kirchengewalt nach den Zeugnis des N. T. und der Apostolischen Vater, 1956, σ. 104 και εξής. Παράβαλλε και Μ. SIOTIS, “Die klassische und die christliche Cheirotonie in ihrem verhaltnis”, στη Θεολογία, 20, (1949). 21 (1950) και 22 (1951). Ειδικά ως ρπος την εγκατάσταση σε συγκεκριμένο λειτούργημα, η χειροτονία είναι συνηθισμένη στους αποστολικούς χρόνους. Έτσι π.χ. στις Πράξεις 13/ιγ: 1-3 (αν και αμφισβητείται από τους J. BROSCH, Charismen und Amter in der Urkirche, 1951, σελ. 163 και Μ. KAISER, μν. έργ. σ. 38). Επίσης στις Πράξεις 6/στ: 6 και 14/ιδ: 23. (Παράβαλλε Μ. KAISER, μν. έργ. σ. 94). Ομοίως, στην Α΄ Τιμ. 4/δ: 14 και Β' Τιμ.1/α: 6. Ο όρος «καθιστάναι» (Τίτος 1/α: 5) πρέπει επίσης να περιλαμβάνει ή να προϋποθέτει πράξη χειροτονίας, αν και η σημασία του είναι ειδική. (Δες Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς, σ. 31).

[37] Παράβαλλε Η. SCHLIER, στο Glaube und Geschichte, Festschrift fur F. Gogarten, 1948, σ. 44 και εξής και Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς, σ. 31.

[38]  Δες Α' Κορ. 14/ιδ: 16 και 23 και εξής, σε συνδυασμό με το 14/ιδ: 40.

[39] Έτσι τοποθετούνται στην προς Ρωμαίους 12/ιβ: 6 οι διάκονοι πριν από τους δασκάλους. Στην Εφεσίους 4/δ: 11, οι ποιμένες τοποθετούνται πριν από τους δασκάλους, κλπ. Άλλωστε, η άποψη ότι οι χαρισματούχοι αποτελούσαν ξεχωριστή τάξη και οργάνωση στην αρχική Εκκλησία, δεν μπορεί να στηριχθεί στο χωρίο Α΄ Κορινθίους 12/ιβ: 28. (Γιατί πάνω σε αυτό το χωρίο επιχείρησε να στηρίξει αυτή την άποψη ο Harnack και ιστοριογραφία μετά από αυτόν). Μια απλή σύγκριση των καταλόγων των χαρισματούχων (στο χωρίο Α΄ Κορινθίους 12/ιβ: 28 και στο παρόμοιο της Ρωμαίους 12/ιβ: 6-9), και των εξηγήσεων του Παύλου (στην Α΄ Κορινθίους 14/ιδ: 6), αρκεί. Μια τέτοια σύγκριση καταδεικνύει ότι στην Α΄ Κορινθίους 12/ιβ: 28, ο Παύλος δεν αναφέρεται καθόλου στη διοίκηση της Εκκλησίας της Κορίνθου. Τίποτα δεν δικαιολογεί την υπόθεση του Harnack ότι οι «προφήτες» και οι «διδάσκαλοι» της Α΄ Κορινθίους 12/ιβ: 28, αποτελούν ξεχωριστές «τάξεις» λειτουργών στην τοπική Εκκλησία. Αυτό είναι εξ’ ίσου αστήρικτο, με την προφανώς αστήρικτη υπόθεση, ότι και ο «μεταδιδούς εν απλότητι» και «ο ελεών εν ιλαρότητι», που συγκαταριθμούνται με τους προφήτες και διδασκάλους (στην προς Ρωμαίους 12/ιβ: 6-9), αποτελούν και αυτοί ξεχωριστές τάξεις στην Εκκλησία!

[40] Ο διαχωρισμός της διοίκησης από το χάρισμα της ιεροσύνης με αυτόν τον τρόπο, είναι παράγωγο της Δυτικής Σχολαστικής Θεολογίας. Η Δυτική Σχολαστική Θεολογία, διακρίνει έτσι μεταξύ «διοικητικών» και «πνευματικών» αρμοδιοτήτων στην Εκκλησία. Αυτόν τον διαχωρισμό τον δέχθηκε και  τον καθιέρωσε η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Γι’ αυτό και μπορεί να αναθέτει ανώτερες διοικητικές αρμοδιότητες σε κατώτερα (από άποψης ιεροσύνης) μέλη της. Οι καρδινάλιοι π.χ.  μπορούν να είναι διάκονοι ή και λαϊκοί. Αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να ασκούν διοικητικά καθήκοντα ανώτερα των Επισκόπων.

 

Προηγούμενο // Περιεχόμενα // Επόμενο

Διαμόρφωση σελίδας: 5-6-2007.

Τελευταία ενημέρωση: 12-12-2007.

Πάνω