Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Ορθόδοξες Πρακτικές

Θεολογία της Εικόνας και ενανθρώπιση του Θεού Λόγου // Είναι οι άγιες εικόνες είδωλα; // Εικονοκλάστες: Οι συντηρητικοί τής Ορθοδοξίας // «Εικονομαχία, η αναστήλωση των εικόνων και μια… υποκριτική ιστορία» // Νοθείες αρχαίων και νέων Εικονομάχων, σε κείμενα αγίων Πατέρων περί εικόνων // Το περιγραπτό τής ανθρώπινης φύσεως τού Θεού Λόγου και οι άγιες εικόνες // Η διάκριση κτιστού - Ακτίστου και η Θεολογία τής Εικόνας

Περί αγίων εικόνων

Μέρος 1ο:

Εισαγωγή στα έργα τού αγ. Ιωάννου τού Δαμασκηνού "Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας, λόγοι Τρεις"

Οι άγιες εικόνες, ως προϊόν Χαρισματικής εμπειρίας της Εκκλησίας

Μιχάλης Μαυροφοράκης

 
 
Απομαγνητοφώνηση από εκπομπή της Πειραϊκής Εκκλησίας, της σειράς εκπομπών: "Ορθοδοξία και Αίρεση", του Β΄ Βιβλικού και των συνεργατών του.
 
Ομιλία Νο 156

Ομιλία Νο 156. (ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ // ΕΠΟΜΕΝΗ)

(Εκφωνήθηκε για πρώτη φορά: 11-10-1996).

Κατεβάστε την από την ΟΟΔΕ και σε ηχητικό αρχείο MP3 (ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΝ)

1. Εισαγωγή

Αγαπητοί ακροαταί χαίρετε!

Σήμερα θα ξεκινήσουμε με ένα θέμα που είναι πολυσυζητημένο, ένα θέμα που έχει πλούσιο θεολογικό υπόβαθρο, αλλά και ένα ζήτημα συνάμα, για το οποίο η Ορθόδοξη πίστη μας έντονα κατηγορείται από πολλούς, κυρίως όσους ανήκουν σε Προτεσταντικές ομολογίες. Το θέμα αυτό, είναι περί των Αγίων Εικόνων.

Έχοντας ήδη εξετάσει το πολύ σπουδαίο και κεντρικό ζήτημα της πίστεώς μας, το ζήτημα περί Θεού, ότι δηλαδή ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία, και τρία πρόσωπα, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα κατά τις υποστάσεις, τρεις ξεχωριστές λοιπόν υποστάσεις σε μία ουσία, και έχοντας επίσης εξετάσει το Χριστολογικό ζήτημα, ότι δηλαδή ο Υιός και Λόγος του Θεού, ενώ απεκάλυπτε ασάρκως τη Τριαδική θεότητα προ της ενανθρωπίσεώς Του, με την ενανθρώπιση προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, και την ένωσε ασυγχύτως με την Θεία του Φύση και ατρέπτως, όντας μία υπόσταση.

Είδαμε επίσης, ότι ο Θεός ως προς τη Φύση Του, ως προς την Ουσία Του, είναι απρόσιτος, ακατανόητος, άρρητος και απροσπέλαστος, από οτιδήποτε κτιστό. Το άκτιστο δεν έχει καμία απολύτως σχέση και συνάφεια με το κτιστό. Από την άλλη όμως πλευρά, ο Θεός γνωρίζεται, αποκαλύπτεται, προνοεί και εκχέει την χάρη Του στην κτίση, μέσω των Ακτίστων Ενεργειών Του.

Έτσι λοιπόν, εφόσον έχουμε ήδη μιλήσει γι’ αυτό το θεολογικό υπόβαθρο, που είναι απαραίτητο για να εξετάσουμε το περί εικόνων ζήτημα, ας προχωρήσουμε σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον θέμα, έχοντας πάντοτε σαν οδηγό, τις γνώμες των αγίων Πατέρων, και ιδιαιτέρως, στην προκειμένη περίπτωση θα αντλήσουμε τις πληροφορίες μας, και θα μελετήσουμε και θα σχολιάσουμε, ένα εκπληκτικό κείμενο, ή μάλλον μία τριάδα κειμένων, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

 

2. Περί τών "Τριών Λόγων" τού αγίου Ιωάννη τού Δαμασκηνού

Το κείμενο που θα χρησιμοποιήσουμε, το έχουμε πάρει από τον 8ο Τόμο της Ιεράς και Φιλοσοφικής και Θεολογικής Βιβλιοθήκης, και οι λόγιοι αυτοί επιγράφονται: «Προς τους Διαβάλλοντας τας Αγίας Εικόνας». Μάλιστα θα χρησιμοποιήσουμε κάποια από τα σχόλια που κάνει ο μεταφραστής και ο εκδότης, ούτως ώστε να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε το περιεχόμενο αυτών των εικονομαχικών ερίδων, το ιστορικό λοιπόν περιεχόμενο, το θεολογικό, και κατ’ επέκτασιν ίσως και το κοινωνικό.

Οι τρεις λόγοι αυτοί, γράφθηκαν από τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ήταν μια εξέχουσα και σημαντική προσωπικότητα της εποχής του, λόγιος, σοφός θα λέγαμε στις μέρες μας, αλλά συνάμα και άγιος. Γράφθηκαν λοιπόν οι τρεις λόγοι αυτοί, στις αρχές των εικονομαχικών ερίδων. Μετά το 726, όταν ο αυτοκράτορας Λέων ο Γ΄, πυροδότησε την έριδα, την μάχη αυτή περί των αγίων Εικόνων, με τα μεταρρυθμιστικά του σχέδια. Τα σχέδια αυτά, έθιξαν και την προσκύνηση των εικόνων.

Σημειώνουμε ότι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όπως και προηγουμένως είπαμε, ήταν πολύ γνωστός, και βεβαίως έγιναν πολύ γνωστοί και οι τρεις λόγοι του. Που έχουν ρωμαλέα Θεολογία, αντιμανιχαϊκό πνεύμα, και σωρεία από βιβλικά και πατερικά κείμενα. Ιδιαιτέρως τα τελευταία, δηλαδή τα βιβλικά και πατερικά κείμενα, τεκμηριώνουν και κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, αλλά και κατά τους υπολοίπους πατέρες, τεκμηριώνουν λοιπόν την παράδοση της Ορθοδοξία, στο θέμα της προσκύνησης των Εικόνων.

 

3. Η ωφέλεια από τη μελέτη τών πατερικών λόγων

Αντίθετα λοιπόν, απ’ ό,τι η Ορθοδοξία κατηγορείται, στηρίζεται στα βιβλικά κείμενα, και βεβαίως και στην υπόλοιπη πατερική της παράδοση, όταν ομιλεί, ή μάλλον όταν θεολογεί περί των αγίων Εικόνων. Όπως θα διαπιστώσουμε και θα αποδείξουμε μέσω των κειμένων, κυρίως του μεγάλου αυτού πατέρα της Εκκλησίας, εκείνοι οι οποίοι δεν στηρίζουν τις θέσεις τους και τις απόψεις τους, είναι μάλλον οι ετερόδοξοι. Μάλλον εκείνοι οι οποίοι βρίσκονται στη Διαμαρτύρηση, και οι οποίοι απορρίπτουν την προσκύνηση των αγίων Εικόνων.

Παράλληλα θα έχουμε κέρδος πολλαπλό από τη μελέτη και τον σχολιασμό των λόγων αυτών του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, και χαρακτηριστικά ας αναφέρουμε ότι μερικά από τα οφέλη που θα αποκομίσουμε, είναι πρώτον ότι θα γνωρίσουμε την πατερική σκέψη, και μαζί μ’ αυτήν, την βιβλική και πατερική Θεολογία.

Παράλληλα, όπως και στο παρελθόν, θα διαπιστώσουμε ότι η γνώση και η εκτίμηση που είχαν και έχουν σε κάθε εποχή, οι άγιοι και οι πατέρες της Εκκλησίας μας, για τα κείμενα της Αγίας Γραφής, είναι πολύ υψηλή και μεγάλη. Πάλι λοιπόν αδίκως κατηγορείται η Ορθοδοξία, ότι δεν γνωρίζει και δεν εκτιμά την Αγία Γραφή. Άλλωστε, ας μη ξεχνούμε, ότι η Αγία Γραφή, στη μορφή που την έχουμε σήμερα, οφείλεται ακριβώς στην Ορθοδοξία. Οφείλεται ακριβώς στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία συμπεριέλαβε τα βιβλία που μας είναι σήμερα γνωστά ως Καινή Διαθήκη στον ομώνυμο κανόνα.

Επίσης, θα αποκομίσουμε πολύ μεγάλο όφελος από τους λόγους αυτούς, διότι μέσα από αυτούς, γνωρίζει κανείς πάρα πολλές πτυχές της Ορθόδοξης Θεολογίας, της Ορθόδοξης σωτηριολογίας. Διότι αυτός είναι ο στόχος κάθε Χριστιανού: Η οδός προς τον Χριστό, η οδός προς τη σωτηρία.

Η οδός αυτή, ταυτίζεται με την Εκκλησιαστική οδό, που είναι κατά τον απόστολο Παύλο: «ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας». Άλλωστε, μη μας διαφεύγει, ότι η Εκκλησία είναι ο Χριστός. Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού. Δεν μπορεί κανείς να θεωρεί τον εαυτό του ως μέλος της Εκκλησίας, και παράλληλα να μην έχει την πληροφορία, ότι είναι και μέλος Χριστού.

Ας αρκεσθούμε λοιπόν, σε αυτούς τους λίγους, από τους πολλούς λόγους για τους οποίους ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι θα ωφεληθούμε, μελετώντας και σχολιάζοντας τους «Τρεις λόγους προς τους διαβάλλοντας τας Αγίας Εικόνας» του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

Στα κείμενα αυτά, στους λόγους αυτούς, παρελαύνουν όλα  τα δόγματα. Και βεβαίως απαραίτητα, το Τριαδικό και το Χριστολογικό. Αλλά και κάθε διδασκαλία για την Ορθόδοξη πνευματικότητα. Βιβλική Θεολογία, αποφάσεις συνόδων, κανόνες, πατερικά κείμενα, συναξάρια, δηλαδή βίοι αγίων, και λαϊκές παραδόσεις, συνθέτουν ένα ενιαίο σύνολο.

 

4. Περί τής εικονομαχικής έριδας

Ας υπενθυμίσουμε για ιστορικούς λόγους, ότι η εικονομαχική έριδα, κράτησε περισσότερο από 100 χρόνια, πράγμα που δείχνει, πόσο βαθειές ήταν οι ρίζες αυτής της παράδοσης. Δηλαδή της παράδοσης της προσκύνησης των αγίων Εικόνων. Αλλά και πόσο ο Καισαρο-παπισμός, δηλαδή η προσπάθεια του Καίσσαρος, (η προσπάθεια θα λέγαμε σήμερα της Πολιτείας, να επέμβει και να επηρεάσει τα θέματα της Εκκλησίας), πόσο λοιπόν ο Καισαροπαππισμός μακροσκοπικά, δεν μπόρεσε να κάνει απολύτως τίποτα. Είδαμε ότι τελικώς στο ζήτημα αυτό, οι μεταρρυθμίσεις του Λέοντος του Γ΄ απέτυχαν. Δεν μπόρεσαν δηλαδή να αντιστρέψουν, δεν μπόρεσαν να κλονίσουν αυτή τη βαθειά και μακρά παράδοση της Εκκλησίας μας. Και υπενθυμίζουμε επίσης, ότι τέτοια παραδείγματα, και τέτοιες περιπέτειες, δηλαδή παρεμβάσεις των Αυτοκρατόρων στα πράγματα της Εκκλησίας, είναι αρκετές στην ιστορία του Βυζαντίου. Όπως είναι και η απελπισμένη προσπάθεια των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων, να επιτύχουν την ένωση Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας.

Ωστόσο, το πνεύμα που φαίνεται μέσα από τους λόγους του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, εμπότισε, όχι μονάχα την 7η Οικουμενική Σύνοδο, που έγινε το 787, αλλά και την μετέπειτα περίοδο, και εξ αυτού του λόγου, παράλληλα με όλους τους άλλους, αξίζει πραγματικά κανείς να γνωρίσει τα κείμενα αυτά.

Όπως και προηγουμένως αναφέραμε, πριν να μελετήσουμε τα κείμενα αυτά, τους λόγους αυτούς περί των αγίων Εικόνων, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, είναι χρήσιμο να κατανοήσουμε το ιστορικο-θρησκευτικό πλαίσιο της εποχής εκείνης. Και για να κατανοήσει κανείς (όσο είναι εφικτό) τις περισσότερες πτυχές αυτής της πραγματικότητας, του Θεολογικού, του Φιλοσοφικού, και του πολιτιστικού πνεύματος, που είναι συνυφασμένο με αυτά τα κείμενα, είναι απαραίτητες κάποιες διευκρινίσεις, που αναφέρονται σε καίρια θεολογικά αλλά και ιστορικά σημεία.

 

5. Η ρεαλιστική - εμπειρική Ορθόδοξη Θεολογία

Η Ορθόδοξη Θεολογία, σαν χαρισματική λειτουργία της Εκκλησίας, είναι κατ’ αρχήν, (όπως και στο παρελθόν έχουμε πολλές φορές αναφέρει), είναι εμπειρική και ρεαλιστική. Ή, όπως την ονομάζει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, είναι «αποδεικτική». Δεν είναι λοιπόν θεωρητική, ιδεολογική, νοησιαρχική, και κατ’ επέκτασιν Φιλοσοφία. Είναι αποδεικτική. Συγκεκριμένα,  ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στον λόγο του «Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων», λέγει τα εξής:

«Ημείς δε, ου την δια λόγων και συλλογισμών ευρισκομένην γνώσιν, δόξαν αληθή νομίζομεν, αλλά την δι’ έργων τε και βίου αποδεικνυμένην. Ή, και μη μόνον αληθής, αλλά και ασφαλής εστί και απερίτρεπτος».

Δηλαδή: Εμείς όμως, δεν θεωρούμε αληθινή δόξα, (αληθινή δοξασία, με άλλα λόγια παραφρασμένο, «ορθοδοξία»), δε θεωρούμε την δια λόγων και συλλογισμών ευρισκομένην γνώσιν, δηλαδή την Θεολογία που προκύπτει από την Φιλοσοφία, ή με άλλα λόγια, την Θεολογία που προκύπτει από φιλοσοφικούς στοχασμούς, και ανθρώπινες σκέψεις, «αλλά την δι’ έργων τε και βίου αποδεικνυμένην». Αυτή που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και συνυφασμένη με τα έργα, και γενικότερα τον βίο. Είναι κάτι δηλαδή το οποίον βιώνεται. Το ζει κανένας. Ζει την Ορθοδοξία, και όχι την σκέπτεται. «Η οποία, (συνεχίζει), και μη μόνον αληθής, (δεν είναι μόνο αληθινή), αλλά και ασφαλής, και απερίτρεπτος». Θέλοντας να τονίσει εδώ, ο μεγάλος αυτός πατέρας της Εκκλησίας, ότι οι υπόλοιποι δρόμοι, όχι μόνο δεν είναι αληθείς, αλλά είναι και ανασφαλείς και επικίνδυνοι.

Η Ορθόδοξη λοιπόν Θεολογία, σε αντίθεση με τα θεολογικά σχήματα των υπολοίπων ομολογιών, είναι «αποδεικτική». Και αυτό συμβαίνει, γιατί θεμελιώνεται στη Θεογνωσία. Η οποία δεν είναι τίποτα άλλο, παρά η θέα γεγονότων. Η εμπειρία καταστάσεων, και η θεοπτία.

Ήδη ο Ιουστίνος ο Μάρτυς, και ο επίσκοπος Λουγδούνων Ειρηναίος, είχαν ερμηνεύσει την αποκάλυψη του Θεού, όπως αυτή παρουσιάζεται στα βιβλικά κείμενα και των δύο διαθηκών, σαν φανέρωση της Θείας Δόξας, σε δραματικά γεγονότα μέσω των Θεοφανειών.

Έτσι, από την παραπάνω σχέση μεταξύ των κτισμάτων, προκύπτουν δύο βασικές συνέπειες:

Πρώτη: Η Θεογνωσία σαν εμπειρία, ή πείρα, συντελείται χαρισματικά, μέσω των προφητών και τών αγίων. Είτε με απ’ ευθείας και άμεση θέα των Θείων Ενεργειών, είτε με γεγονότα: Με τύπους, με σύμβολα, με τα Μυστήρια και με Εικόνες στη φυσική και ιστορική πραγματικότητα. Αυτή λοιπόν ήταν η πρώτη συνέπεια.

Η δεύτερη συνέπεια, που προκύπτει από τη σχέση μεταξύ των Άκτιστων Θείων Ενεργειών και όλων των κτισμάτων, είναι ότι η θεογνωσία αυτή, που οδηγεί στη σωτηρία και στην τελείωση όλης της κτίσης, της αισθητής και της νοουμένης, δεν είναι κάτι στατικό και απολιθωμένο. Δεν είναι στοιχείο (με άλλα λόγια) του παρελθόντος. Αλλά πραγματώνεται σε μια δυναμική και δημιουργική πορεία.

 

6. Οι Θεοφάνειες ως εμπειρία σε αντιπαράθεση με τη θεωρητική φιλοσοφία

Και στο σημείο αυτό, ας σταθούμε για λίγο, λέγοντας ότι τελικά, όλα αυτά τα πράγματα τα οποία συνέβησαν στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και στους χρόνους της Καινής Διαθήκης, δεν είναι γεγονότα του παρελθόντος στατικά και απολιθωμένα, στα οποία ανατρέχει κανείς μόνον για να εξάγει ιστορικά, αρχαιολογικά, ίσως και φιλοσοφικά συμπεράσματα, αλλά είναι στοιχεία μιας γόνιμης, δημιουργικής, δυναμικής πορείας. Την οποία ο καθένας μας, ζει στις διάφορες ίσως φάσεις της ζωής του.

Οι Θεοφάνειες δίνουν το ακλόνητο ιστορικό νεύρο, στην όλη πορεία του Ισραήλ. Σ’ αυτές τις θεοφάνειες, που συντελούνται στην κτίση και στην ιστορία, (είναι δηλαδή γεγονότα εν χρόνω και σε συγκεκριμένο τόπο) σ’ αυτές λοιπόν τις θεοφάνειες στηρίχθηκε η ερμηνεία της Ορθόδοξης Θεολογίας.

Και ας σημειώσουμε εδώ, ότι η Ορθόδοξη λατρεία με τα μυστήρια, είναι μία θεοφάνεια σε απτά και συγκεκριμένα δρώμενα. Ψάλλει ο χορός, κάθε Κυριακή, στους Ορθόδοξους ναούς, προς το τέλος της Ευχαριστιακής σύναξης: «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον». Αυτό, σαν μια ελάχιστη παραπομπή, στο ότι τα μυστήρια στην Ορθόδοξη λατρεία, στηρίζονται σ’ αυτές τις θεοφάνειες, και είναι δρώμενα τα οποία δεν αναφέρονται σε μία απλή υπόμνηση (με την έννοια που έχει γνωσιολογικό καθαρά χαρακτήρα). Αλλά είναι ουσιαστικά στοιχεία της σωτηριακής μας πορείας. Και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η ενανθρώπιση του Λόγου, πολύ εύκολα πλέον και φυσιολογικά θεωρήθηκε σαν οργανική συνέχεια της ιστορίας των Θεοφανείων, της Παλαιάς Διαθήκης.

Προηγουμένως αναφέραμε ότι ολόκληρη η Θεογνωσία, στηρίζεται στις θεοφάνειες, και σαν τέτοια εύκολα και φυσιολογικά θεωρήθηκε η ενανθρώπιση του Λόγου. Με άλλα λόγια, η ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου του Θεού, είναι η σπουδαιότερη θεοφάνεια, καθότι ο Ίδιος ο Θεός μετέχει της κτίσεως και δεν γίνεται θεοφάνεια μέσω των Ακτίστων Του Ενεργειών. Ο Ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού, προσλαμβάνει την κτιστή φύση, την ενώνει άτρεπτα με την Άκτιστη Ουσία Του στην υπόστασή Του, και έτσι ανοίγει τον δρόμο προς τη θέωση ολοκλήρου της κτίσεως.

Και κλείνοντας αυτή την παρένθεση, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα, ότι η μέθεξη στη Θεία Δόξα, καθώς η Δόξα αυτή φανερώνεται, δε γίνεται μονάχα με την άμεση θέα, αλλά και με τη συγκεκριμένη αποτύπωση των Ενεργειών, στη φυσική και ιστορική πραγματικότητα, και στα δρώμενα της λατρείας και των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Άλλωστε, και αυτοί που κατά άμεσο τρόπο βλέπουν τη Θεία Δόξα, οι προφήτες δηλαδή και οι άγιοι, βλέπουν εικόνες.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αλλά και το σχετικό Συνοδικό της Ορθοδοξία, όπως θεσπίσθηκε κατ’ αρχήν από την 7η Οικουμενική Σύνοδο, σε απόλυτη συμφωνία με την προηγούμενη παράδοση, ρητά ετόνισαν αυτή την πραγματικότητα. «Οι προφήτες, εν εικονική οράσει, είδον Θεόν». Έτσι, αιώνες πριν εμφανισθεί η εικονομαχία και ισχυρισθεί ότι οι εικονικές παραστάσεις είναι είδωλα, (ήδη ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είχε γράψει ότι ο Ησαϊας είδε την δόξα του Χριστού, όπως και σε προηγούμενες εκπομπές έχουμε αναφέρει), η Ορθόδοξη Θεολογία, πολεμώντας ειδωλολατρικές και Ιουδαϊκές αντιλήψεις, ερμήνευσε και την φανέρωση του Θεού στα συμβάντα της Παλαιάς Διαθήκης, σαν Θεοφάνεια και φωτοφάνεια. Σαν θεοπτία και εμπειρία σε συγκεκριμένα γεγονότα. Σε σύμβολα, σε σχήματα και σε τύπους. Και η άσαρκη παρουσία του Λόγου, η «ενδημία του Λόγου», όπως την ονομάζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, είναι ιστορική και αποτυπώνεται σε σχήματα και εικονικές παραστάσεις, μέσα σε μία φωτοδοσία και φωτοχυσία.

Συνεπώς, η Ορθόδοξη Θεολογία, σαν ζωή και εμπειρία, αλλά ακόμα και σαν επιστημονική περιγραφή των προϊόντων αυτής της εμπειρίας, (δηλαδή σαν Θεολογία), σχετίζεται με την όραση και τη θέα μιας πραγματικότητας. Και σε αυτά τα πλαίσια τοποθετείται μαζί με τα υπόλοιπα και η εικονογραφία.

Αυτά θα μπορούσαμε σε πρώτη φάση να πούμε σχολιάζοντας γενικά το ιστορικό αλλά και φιλοσοφικο-θρησκευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε η εικονομαχική έριδα, παράλληλα όμως, δίνοντας και μια χροιά στο ποια είναι η Ορθόδοξη αντίληψη για το πολύ σημαντικό ζήτημα της προσκύνησης των αγίων Εικόνων.

Σε επόμενες εκπομπές λοιπόν, θα επεκταθούμε λίγο περισσότερο, και θα εξετάσουμε αναλυτικά τα κείμενα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.

 

 

Απομαγνητοφώνηση Ν. Μ.

Δημιουργία αρχείου: 9-9-2010.

Τελευταία ενημέρωση: 19-10-2010.

ΕΠΑΝΩ