Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Ορθόδοξες Πρακτικές

Θεολογία της Εικόνας και ενανθρώπιση του Θεού Λόγου // Είναι οι άγιες εικόνες είδωλα; // Εικονοκλάστες: Οι συντηρητικοί τής Ορθοδοξίας // «Εικονομαχία, η αναστήλωση των εικόνων και μια… υποκριτική ιστορία» // Νοθείες αρχαίων και νέων Εικονομάχων, σε κείμενα αγίων Πατέρων περί εικόνων // Το περιγραπτό τής ανθρώπινης φύσεως τού Θεού Λόγου και οι άγιες εικόνες // Οι άγιες εικόνες, ως προϊόν Χαρισματικής εμπειρίας της Εκκλησίας

Περί αγίων εικόνων

Μέρος 2ο:

Εισαγωγή στα έργα τού αγ. Ιωάννου τού Δαμασκηνού "Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας, λόγοι Τρεις"

Η διάκριση κτιστού - Ακτίστου και η Θεολογία τής Εικόνας

Μιχάλης Μαυροφοράκης

 
 
Απομαγνητοφώνηση από εκπομπή της Πειραϊκής Εκκλησίας, της σειράς εκπομπών: "Ορθοδοξία και Αίρεση", του Β΄ Βιβλικού και των συνεργατών του.
 
Ομιλία Νο 157

Ομιλία Νο 157. (ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ // ΕΠΟΜΕΝΗ)

(Εκφωνήθηκε για πρώτη φορά: 18-10-1996).

Κατεβάστε την από την ΟΟΔΕ και σε ηχητικό αρχείο MP3 (ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΝ)

1. Εισαγωγή στην εμπειρική Θεολογία της Εικόνας

Αγαπητοί ακροαταί χαίρετε!

Στη σημερινή εκπομπή θα συνεχίσουμε το θέμα που ξεκινήσαμε την προηγούμενη φορά, και συγκεκριμένα θα εξετάσουμε το ζήτημα περί των αγίων Εικόνων.

Ήδη και στην προηγούμενη εκπομπή, είπαμε ότι θα είναι οδηγό κείμενο που θα χρησιμοποιήσουμε και θα μελετήσουμε για το ζήτημα αυτό, οι «Τρεις Λόγοι του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, προς τους διαβάλλοντας τας αγίας Εικόνας».

Σήμερα θα συνεχίσουμε σχολιάζοντας εισαγωγικά τα κείμενα αυτά, αλλά παράλληλα και το κλίμα αλλά και τις προϋποθέσεις οι οποίες υπήρξαν για το θέμα αυτό.

Είδαμε λοιπόν στην προηγούμενη εκπομπή, ότι η Ορθόδοξη Θεολογία σαν χαρισματική λειτουργία της Εκκλησίας, είναι κατ’ αρχήν εμπειρική και ρεαλιστική. Και για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο που χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος Παλαμάς, (ο μεγάλος αυτός Πατέρας και Θεολόγος της Εκκλησίας μας), «η λειτουργία της Εκκλησίας είναι αποδεικτική». Δηλαδή στην Ορθοδοξία, «θεολογία» δεν νοείται φιλοσοφικός στοχασμός. Δεν είναι ιδεολογικά σχήματα, Δεν είναι προσωπικές υποκειμενικές ερμηνείες, ή αντιλήψεις οι οποίες προέρχονται από καθαρά ανθρώπινες σκέψεις. Η Ορθόδοξη Θεολογία, εμπεριέχει την έννοια της εμπειρίας. Εμπεριέχει την έννοια του «βιώματος», εμπεριέχει την έννοια της αποκαλύψεως, (της γνώσεως από τον Ίδιο τον Δημιουργό, από τον Ίδιο τον Θεό).

Είναι λοιπόν αποδεικτική η Θεολογία, διότι θεμελιώνεται στη Θεογνωσία, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θέα γεγονότων, η εμπειρία καταστάσεων και η Θεοπτία. Και αυτές δεν είναι απόψεις και αντιλήψεις, αλλά είναι η πείρα της ίδιας της Εκκλησίας, και αυτή φαίνεται ήδη από τα πρώτα γραπτά των Εκκλησιαστικών συγγραφέων, συμπεριλαμβανομένων βεβαίως και των αποστόλων. Αλλά και μετέπειτα στα κείμενα του Ιουστίνου του Μάρτυρα, του Ειρηναίου και των λοιπών, που άμεσα είχαν ερμηνεύσει την αποκάλυψη του Θεού, σαν φανέρωση της Θείας Δόξας σε δραματικά γεγονότα μέσω των Θεοφανειών. Αυτές οι Θεοφάνειες, είναι κοινή εμπειρία όλων των αγίων της Εκκλησίας, είτε αναφερόμαστε στους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης, είτε στους χρόνους της Καινής Διαθήκης.

Έτσι, από την σχέση μεταξύ των άκτιστων Θείων Ενεργειών, και όλων των κτισμάτων, (όλης της κτίσης), προκύπτουν δύο βασικές συνέπειες.

Η πρώτη, είναι ότι η Θεογνωσία σαν εμπειρία, ή «πείρα», συνετελείται χαρισματικά μέσω των προφητών και των αγίων, είτε με απ’ ευθείας και άμεση Θέα των Θείων Ενεργειών, είτε με γεγονότα, με τύπους, με σύμβολα, με τα μυστήρια και με εικόνες στη φυσική και την ιστορική πραγματικότητα.

Η δεύτερη συνέπεια, είναι ότι η Θεογνωσία αυτή, που οδηγεί στη σωτηρία και στην τελείωση ολόκληρης της κτίσης, και αυτής που αντιλαμβανόμαστε με τους αισθητούς οφθαλμούς μας, αλλά και αυτή που δεν την αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, δηλαδή και την αισθητή, και τη νοούμενη, αυτή λοιπόν η Θεογνωσία, δεν είναι κάτι στατικό, δεν είναι κάτι απολιθωμένο. Δεν είναι ένα στοιχείο απλά του παρελθόντος, αλλά πραγματώνεται σε μια δυναμική και δημιουργική πορεία.

Οι Θεοφάνειες, αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα όλης της ιστορίας, όλης της ιστορικής πορείας του Ισραήλ. Η ερμηνεία της Ορθόδοξης Θεολογίας, στηρίχθηκε ακριβώς σ’ αυτές τις Θεοφάνειες, που συντελούνται στην κτίση σε ιστορικό χρόνο.

Έτσι, η ενανθρώπιση του Λόγου, πολύ εύκολα και φυσιολογικά, θεωρήθηκε σαν οργανική συνέχεια της ιστορίας των Θεοφανειών της Παλαιάς Διαθήκης. Και κατά συνέπεια, η μέθεξη στη Θεία Δόξα, καθώς η Δόξα αυτή φανερώνεται, δεν γίνεται μονάχα με την άμεση θέα, αλλά και με τη συγκεκριμένη αποτύπωση των Ενεργειών, στη φυσική και ιστορική πραγματικότητα, και στα δρώμενα της λατρείας και των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Διότι η λατρεία με τα μυστήρια, είναι Θεοφάνεια σε απτά και συγκεκριμένα δρώμενα.

Άλλωστε, και αυτοί που κατά άμεσο τρόπο βλέπουν τη Θεία Δόξα, (δηλαδή οι Προφήτες και οι Άγιοι), βλέπουν εικόνες. Και αυτό, πολύ σαφώς και χαρακτηριστικά το αναφέρει στους λόγους του, όπως θα διαπιστώσουμε στις προσεχείς εκπομπές ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αλλά και οι 7η Οικουμενική Σύνοδος, λέγοντας ότι «οι προφήτες, εν εικονική οράσει είδον Θεόν».

Έτσι, αιώνες πριν η Εικονομαχία εμφανισθεί, και ισχυρισθεί ότι οι εικονικές παραστάσεις είναι «είδωλα», ήδη ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είχε γράψει ότι «ο Ησαϊας είδε την Δόξα του Χριστού», η Ορθόδοξη Θεολογία πολεμώντας Ιουδαϊκές και Ειδωλολατρικές αντιλήψεις, ερμήνευσε και τη φανέρωση του Θεού στα συμβάντα της Παλαιάς Διαθήκης, ως «θεοφάνεια» και «φωτοφάνεια», ως «θεοπτία» και εμπειρία σε συγκεκριμένα γεγονότα. Σε σύμβολα, σε σχήματα και σε τύπους. Και η άσαρκη παρουσία του Λόγου, (η ενδημία του Λόγου, όπως την ονομάζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής), είναι ιστορική, και αποτυπώνεται σε σχήματα και σε εικονικές παραστάσεις, μέσα σε μία φωτοδοσία. Κατά συνέπεια, η Ορθόδοξη Θεολογία, σαν ζωή και εμπειρία, αλλά ακόμη και σαν επιστημονική περιγραφή των προϊόντων αυτής της εμπειρίας, σχετίζεται με την όραση και τη θέα μιας πραγματικότητας. Και μέσα σε αυτά ακριβώς τα πλαίσια, τοποθετείται συν τοις άλλοις, και η εικονογραφία.

 

2. Η διάκριση κτιστού και Ακτίστου στην Ορθόδοξη Θεολογία

Ας έλθουμε τώρα, να διευκρινίσουμε ορισμένα από τα σημεία που αναφέραμε προηγουμένως, και πρώτα απ’ όλα για τη σχέση ανάμεσα στον Άκτιστο Δημιουργό και στην Κτίση.

Η σχέση αυτή, δηλαδή η σχέση του Ακτίστου Δημιουργού Θεού και όλων των κτισμάτων, από την πιο μικρή πέτρα (θα λέγαμε), ως τον νοητό άγγελο, δια μέσου πάντοτε των Άκτιστων Ενεργειών, επιβάλλει το άρρητο σμίξιμο φυσικού και μεταφυσικού, μέσα στην κτίση και στην Ιστορία.

Απόλυτη αλήθεια και αγαθότητα, είναι μονάχα ο Θεός. Όλη η κτίση, όλη η κτιστή πραγματικότητα, μετέχει σ’ αυτή την αλήθεια και την αγαθότητα, προοδευτικά. Σε τούτη την προοδευτική πορεία, από-τυπώνεται η αλήθεια. Γι’ αυτό υπάρχει οργανική σχέση «τύπου» και «αλήθειας».

Ο «τύπος», κατά την Ορθόδοξη Θεολογία, δεν είναι κενός. Δεν είναι χωρίς περιεχόμενο. Σε καμία φάση της ιστορίας της Θείας Οικονομίας. Ούτε απλή απεικόνιση. Αλλά μια κάθε τόσο προγενέστερη φάση, στη δυναμική πραγμάτωση της αλήθειας, πάντοτε σε σχέση με ο,τιδήποτε συντελείται στο μέλλον. Όλη η ιστορία συνεχής, ενιαία και οργανική. Έτσι, η ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, είναι «τύπος» των γεγονότων της Καινής Διαθήκης. Ενώ ο κόσμος της Καινής Διαθήκης, είναι «τύπος» του μέλλοντος.

Από τα προηγούμενα που αναφέραμε, αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα ότι σε όλα τα δημιουργήματα, κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει η κτιστότητα και η σχετικότητα των πραγμάτων. Τα πράγματα μεταξύ τους διαβαθμίζονται καθώς συσχετίζονται. Όταν συγκρίνουμε λόγου χάριν, την ψυχή με το σώμα, η ψυχή είναι ασώματη και άυλη. Συγκρινόμενη όμως προς τον Θεό, είναι σωματική και υλική. Το ίδιο ισχύει και για τον άγγελο, όπως ρητά, αναφέρει στις θέσεις του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Μονάχα ο Θεός είναι όντως άυλος, ως «Άκτιστος».

Επομένως, η βασική διάκριση κατά την Ορθόδοξη Θεολογία, δεν γίνεται μεταξύ αισθητού και νοητού, υλικού και πνευματικού, ορατού και αοράτου, σώματος και ψυχής, αλλά μεταξύ κτιστού και Ακτίστου. Μονάχα ο Θεός είναι όντως άυλος και νοητός. Όλη η κτίση έχει την ίδια κτιστή ουσία, που διαφοροποιείται κατά βαθμίδα και δεκτικότητα. Έτσι, όταν κυριαρχεί η Θεία Ενέργεια, σαν τελειωτική και θεωτική λόγου χάριν, όλα τα όντα σχετίζονται με αυτήν, κατά υλικές, σχηματικές, εικονικές και νοητικές εξαρτήσεις. Η πέτρα για παράδειγμα, μονάχα ουσιώνεται κατά το «είναι». Ενώ το «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» πλάσμα, δεν ουσιώνεται μόνο, αλλά και τελειώνεται θεούμενο, μια και έχει την ανάλογη δεκτικότητα.

Η σχέση αυτή ενεργειών και κτισμάτων, όταν κρίνεται και θεωρείται από φιλοσοφική και επιστημονική πλευρά, εισάγει μια πράγματι επαναστατική κοσμοθεωρία, και μια ριζοσπαστική ανθρωπολογία. Δεν υπάρχουν πλέον είδωλα, «ουσίες και αρχέτυπα» που να καθορίζουν τα πράγματα και τις σχέσεις. Υπάρχουν μονάχα «συμβάντα ενεργούμενα». Ο άνθρωπος αδυνατεί (διότι αυτή είναι η οριακή του κατάσταση, ο περιορισμός του), όχι μόνο να γνωρίσει την ουσία του Θεού, αλλά και την ουσία των κτισμάτων. Και έτσι, κάθε του σχέση, εδράζεται σε ενεργούμενα συμβαίνοντα και σε συμβάντα. Άλλωστε, τις διακρίσεις αυτές, ανάμεσα σε «κτιστότητα, (κτίση) και τον Άκτιστο Δημιουργό, όπως επίσης και την οριακή κατάσταση του ανθρώπου, αλλά και κάθε κτιστού, να γνωρίσει την ουσία του Άκτιστου Δημιουργού, την είδαμε αναλυτικά σε προηγούμενες εκπομπές, όταν εξετάζαμε τους λόγους του Μεγάλου Βασιλείου, κατά του αιρετικού Ευνομίου.

Όλη η κτίση λοιπόν, δεν συγχέεται με τη Θεία ουσία, ούτε κανένα μέρος μπορεί να θεοποιηθεί σαν είδωλο. Απλώς μετέχει στις Θείες Ενέργειες, κατά το «είναι» και το «ευ είναι». Διαρκώς γίνεται κάτι, και μπορεί αυτό να εκπέσει. Τίποτα το απόλυτο δεν υπάρχει. Μονάχα ο Θεός είναι απόλυτος και απερίγραπτος. Η εικόνα ωστόσο, περιγράφει τα όρια και την πρόοδο κάθε κτιστής πραγματικότητας. Η περιγραφή και η απεικόνιση της άσαρκης και της ένσαρκης παρουσίας του Λόγου, αφορά τα κτιστά όντα, και όχι τη Θεία Φύση. Μέσω των σχημάτων και των εικόνων, συντελείται η μέθεξη στις άκτιστες Θείες Ενέργειες, και η όραση των ιδίων των Ενεργειών

Επομένως, τα νοήματα, τα σχήματα και οι κάθε λογής απεικονίσεις, σχετίζονται με αυτό που η Θεολογία ονόμασε «πρωτότυπο». Έτσι ακριβώς, καταλύεται κάθε έννοια «ειδωλολατρείας», μια και η κτίση, (όπως είπαμε προηγουμένως), τίποτα το απόλυτο δεν έχει, αλλά χαρακτηρίζεται από την παραπάνω σχετικότητα των πραγμάτων.

Οι εικόνες λοιπόν, δεν μπορούν να αποτελούν «είδωλα» για την Ορθόδοξη Θεολογία με κανένα τρόπο, διότι οι ίδιες αποτελούν μέρος της κτίσεως, και κάθε τι κτιστό, απέχει άπειρη απόσταση από τον Άκτιστο Δημιουργό.

Η κάθε είδους απεικονίσεις προσώπων και συμβάντων μέσα στην ιστορία της Θείας Οικονομίας, διατηρούν τη μνήμη της Εκκλησιαστικής κοινότητας. Έτσι, η κοινότητα ζει την ιστορία, την ίδια την αλήθεια. Και αναφέρεται διαρκώς σ’ αυτή την αλήθεια, και στη μέθεξη των Θείων Ενεργειών. Οι απεικονίσεις δεν αφορούν κανένα είδωλο, αλλά την ίδια τη ζωή, την αλήθεια και τα κατορθώματα. Γι’ αυτό η εικόνα συνδέεται μ’ ένα διαρκή θρίαμβο μέσα στους κόλπους της φυσικής και της ιστορικής πραγματικότητας, όπως άλλωστε αυτό περιγράφεται κατά άριστο τρόπο από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στους λόγους που θα εξετάσουμε στη συνέχεια.

 

3. Το ασύμβατο Νεοπλατωνισμού και Ορθοδοξίας

Ας παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό, ότι η Ορθόδοξη Θεολογία της εικόνας, είναι έντονα Αντιμανιχαϊκή. Και αυτό είναι έκδηλο στην πολεμική του Ιωάννη του Δαμασκηνού, αλλά και του Θεοδώρου του Στουδίτη, όμως είναι έκδηλο και στις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου.  Καταλαβαίνει κανείς εύκολα, ότι τα επιχειρήματα των υπερασπιστών των αγίων εικόνων, δεν έχουν καμία ουσιαστική εξάρτηση από Νεοπλατωνικά πρότυπα. Και παραδόξως, δυστυχώς, ουκ ολίγοι ερευνητές, δέχονται αυτή την εξάρτηση. Οι ερευνητές αυτοί, φαίνεται ότι παρερμηνεύουν την πολυσυζητημένη θέση των Ορθοδόξων, για τη σχέση «εικόνας και πρωτοτύπου». Όμως αυτή η σχέση, κατά περιεχόμενο, εξάπαντος δεν θεωρείται Νεοπλατωνικά.

Πρωτότυπο και «απείκασμα», κατά τη Νεοπλατωνική φιλοσοφία, είναι άλλο πράγμα, και άλλο πράγμα είναι η εικόνα των Ορθοδόξων, σε σχέση με τις Άκτιστες Θείες Ενέργειες, έτσι ώστε να έχουμε το σμίξιμο φυσικού και μεταφυσικού, σε μια πραγματικότητα που διαρκώς μεταμορφώνεται.

Τα «απεικάσματα», κατά τη Νεοπλατωνική φιλοσοφία, είναι απλές μορφοποιήσεις, της ανίδεης ύλης. Σφραγίδες και αποτυπώματα στην άμορφη και απορριπτέα ύλη. Όμως στη Βιβλική και Ορθόδοξη Θεολογία, υπάρχει ο κόσμος του κτιστού σε όλες τις διαβαθμίσεις, υλικές - σωματικές, νοητές - ασώματες, που σε σχέση με το ενεργειακό πλέγμα του Άκτιστου Τριαδικού Θεού, μεταμορφώνεται, τελειώνεται, και παριστάνεται σε τούτη την τελειωτική πορεία.

Η μετάβαση της εικόνας προς το πρωτότυπο, σημαίνει από το ένα μέρος τελείωση και εκλάμπρυνση, και από το άλλο «έκφραση» και παράσταση αυτής της μεταμορφωτικής πορείας. Είναι αδύνατο, ως εκ τούτου, να εντοπίσει κανείς Μανιχαϊκά και Νεοπλατωνικά πρότυπα.

 

4. Το δέσιμο κτιστού και ακτίστου «εν τω φωτί»

Κατά την Ορθόδοξη Θεολογία, ο Θεός είναι φως, και τα πάντα ζουν, κινούνται, αναπτύσσονται και τελειώνονται κατά τη δεκτικότητά τους, με τον φωτισμό. Ακριβώς αυτή τη Θεολογία εκφράζει πειστικά και συγκλονιστικά η Ορθόδοξη εικονογραφία. Έτσι, η σπουδή της Ορθόδοξης Θεολογίας, συσχετίζεται με τη μελέτη της Εικονογραφίας.

Η πρωτότυπη τεχνοτροπία της Βυζαντινής ζωγραφικής, με το φωτισμό των προσώπων και πραγμάτων, αναδεικνύει την ενότητα και την ολότητα κάθε πραγματικότητας. Τα πάντα υπάρχουν και καταξιώνονται γιατί μετέχουν απ’ ευθείας στο φως, και γίνονται τα ίδια φωτόμορφα. Ύλη και φως, φαίνονται πράγματα λειτουργικά δεμένα.

Στη Βυζαντινή εικόνα, δεν βλέπει κανείς φωτοσκιάσεις, προοπτικές, μισά πράγματα. Και καμία ένταση μεταξύ φωτός και σκοταδιού. Ήρεμα το φως καταυγάζει στην ολότητά του, αυτό που υπάρχει και καταξιώνεται. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ορθόδοξοι αγιογράφοι που ζουν το δόγμα στη ζωή της Εκκλησίας, θριαμβεύουν με την περιγραφή αυτού που είναι σμίξιμο φυσικού και μεταφυσικού. Η προσκύνηση των εικόνων, σαν απόδοση τιμής στα πρόσωπα και στα σωτηριώδη γεγονότα, προϋποθέτει τη μετοχή στο σώμα της Εκκλησιαστικής ζωής.

Η εικόνα δείχνει το φωτισμό και τη φωτοδοσία, προτρέποντας για την παραπάνω μετοχή. Δεν είναι μονάχα το βιβλίο των αγραμμάτων, αλλά και τρανή υπόμνηση της Θεολογικής αλήθειας. Γι’ αυτό ακριβώς, η απεικόνιση προσώπων, πραγμάτων και γεγονότων, δεν μπορεί να είναι Νατουραλιστική, ούτε έξω από μια φωτισμένη και μεταμορφωμένη πραγματικότητα. Έτσι, η Θεολογία της Βυζαντινής εικόνας, είναι συνάμα και θεολογία του φωτός. Σημάδια της μεταμορφωμένης πραγματικότητας, αποτυπώνονται στην εικόνα, στα αισθητά σχήματα, μια και τίποτα από τη δημιουργία δεν μένει έξω από τις σωστικές και Θείες Ενέργειες.

Αυτή την αλήθεια εκφράζει η Ορθόδοξη εικόνα, και κατ’ επέκταση όλη η Βυζαντινή τέχνη. Όλη η κτίση τελικά, κατ’ αναλογίαν προς τις βαθμίδες της δεκτικότητας, σώζεται και μεταμορφώνεται σε τούτη τη σχέση δημιουργίας και Δημιουργού.

 

5. Θεολογικές προεκτάσεις της Ορθόδοξης Θεολογίας κτιστού – Ακτίστου και εικόνας

Είναι πολύ γνωστό, (αλλά θα γίνει εμφανές και στις επόμενες εκπομπές, όπου θα εξετάσουμε αναλυτικά το ζήτημα των αγίων εικόνων μέσα από τους λόγους του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού), ότι η Ορθόδοξη εικονογραφία, στηρίζεται στο Χριστολογικό δόγμα.

Επειδή όπως τονίσθηκε επανειλημμένα από τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τους λοιπούς, ενανθρώπισε ο Λόγος, είναι απολύτως θεμιτή και δυνατή η απεικόνιση του Χριστού και της αγίας Τριάδος, μια και ο Λόγος είναι αυτός που αποκαλύπτει την Τριάδα. Ωστόσο, οι υποστηρικτές των εικόνων, δεν στηρίχθηκαν απλώς και μόνο στην ενανθρώπιση, και φυσικά στο δογματικό όρο της συνόδου της Χαλκηδόνος. Η Ορθόδοξη Θεολογία ανέπτυξε τη Χριστολογία, βάζοντας σαν αφετηρία τις Θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης.

Στους πατριάρχες, στον Μωυσή και στους προφήτες, ο Λόγος ενδημεί ασάρκως. Έτσι η απεικόνιση είναι θεμιτή και δυνατή, γιατί αυτή η φανέρωση σε σχήματα, σε τύπους και σε εικονικές παραστάσεις, γίνεται σε ιστορικά συμβάντα. Η άσαρκη και η ένσαρκη παρουσία του Λόγου, βρίσκεται στην ίδια και ενιαία χρονική διάσταση.

Τη χριστολογία της Εκκλησίας, ευθύς εξ αρχής αρνήθηκαν οι αιρετικοί Δοκήτες του Α΄ αιώνος, τους οποίους αντιμετωπίζει πρώτος ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Οι Γνωστικοί αυτοί, δεν δέχονταν καμία δυνατότητα σχέσης Θεού και ύλης, οπότε δέχονταν την ενανθρώπιση «φαινομενική», κατά «δόκησιν». Ένας τέτοιος Δοκήτης, δεν θα μπορούσε να δεχθεί μια απεικόνιση που να αναφέρεται στη σχέση της κτίσης, με τις άκτιστες Θείες Ενέργειες, και που να επισημαίνει την προοδευτική μεταμόρφωση των κτιστών όντων.

Οι αιρετικοί του Ε΄ αιώνα, εξ αιτίας των οποίων έγινε ο δογματικός όρος της Χαλκηδόνας, φαίνονται πως κατ’ αρχήν έχουν ξεπεράσει τις δυσκολίες των Δοκητών. Δεν θεωρούν την ενανθρώπιση φαινομενική. Αλλά ενώ διώχνουν τον Δοκητισμό από την πόρτα, τον βάζουν, (ή δεν μπορούν να τον διώξουν) από το παράθυρο. Συζητούν τώρα, «πώς» έγινε η ενανθρώπιση, ή «πώς» ενώθηκαν η ανθρωπότητα και η θεότητα, στη μία υπόσταση του Λόγου. Και καταλήγουν σ’ ένα καμουφλαρισμένο Δοκητισμό, οπότε και κάθε εικονογραφία προσώπων και σωτηριωδών γεγονότων, είναι πλέον προβληματική.

Νεστοριανοί και Μονοφυσίτες, βγάζουν τη φύση, την ιστορία και τη σάρκα, έξω από την ιστορία και τη μεταμορφωτική χάρη του Θεού. Οι πρώτοι, (οι Νεστοριανοί), με τη θεωρία για τις υποστάσεις, ή καλύτερα για τους «δυο υιούς», του ανθρώπου Ιησού και του Υιού Λόγου, που ενώνονται με τον ενιαίο φορέα της βουλητικής συμφωνίας, και όχι με την κατ’ ουσίαν ένωση των δύο φύσεων. Και έτσι, οδηγούν επικίνδυνα την ερμηνεία της σωτηρίας, σε μια ηθικολογία.

Οι δεύτεροι, οι Μονοφυσίτες, με την εξαφάνιση της ανθρώπινης φύσης, αβίαστα μπορούν ακόμη και την ενανθρώπιση να απορρίψουν. Και τούτα σημαίνουν, ότι η Θεολογία παύει να είναι θεοπτία, θέα του φωτός, στη συγκεκριμένη σχέση κτιστού και Ακτίστου. Όμως η Ορθόδοξη Θεολογία είναι σαφής. Πατριάρχες, προφήτες, απόστολοι, άγιοι, οι φίλοι του Θεού, όλοι ανεξαιρέτως, μέσα στο χαρισματικό σώμα, έχουν τη θέα του Θεού. Και μονάχα έτσι Θεολογούν και ηθικολογούν. Τούτο σημαίνει δεσμό φυσικού και μεταφυσικού, Ιστορική πραγματικότητα. Σε τούτη την ιστορική πραγματικότητα, συντελούνται θεοπτία, γεύση, εμπειρία, νοήματα, σύμβολα, τύποι, εικόνες και δρώμενα. Και σε αυτή ακριβώς τη διάσταση, βλαστάνει η Ορθόδοξη εικονογραφία.

Όλα όσα είπαμε προηγουμένως, θα μπορούσε κανείς να τα εντοπίσει κατά κάποιο τρόπο, στους Τρεις Λόγους για τις εικόνες, του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, αυτούς που προτιθέμεθα να μελετήσουμε αναλυτικά στις επόμενες εκπομπές. Θα τους μελετήσουμε μέσα από την έκδοση της Φιλοσοφικής και Θεολογικής βιβλιοθήκης, από την οποία και αντλήσαμε σχόλια, (εισαγωγικά σχόλια) και στην παρούσα εκπομπή.

 

 

Απομαγνητοφώνηση Ν. Μ.

Δημιουργία αρχείου: 19-10-2010.

Τελευταία ενημέρωση: 3-11-2010.

ΕΠΑΝΩ