Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Αγία Γραφή

Ποια είναι τα βιβλία τής Αγίας Γραφής; * Πεντηκοστιανές παραποιήσεις περί τού Κανόνα τής Αγίας Γραφής * Έννοια Θεοπνευστίας και πηγές κανονικότητας

Κείμενο και Μετάφραση

Επιστολή Ιερεμίου

Ένα από τα βιβλία τής Αγίας Γραφής

Ένα βιβλίο τής Αγίας Γραφής που αμφισβητείται από Προτεστάντες

 

Η μετάφραση είναι αναδημοσίευση από: http://www.imgap.gr

Το βιβλίο τής Επιστολής Ιερεμίου, ανήκει στα Γνήσια, Κανονικά και Αναγνωστέα βιβλία τής Αγίας Γραφής, μάλλον και στα Θεοπνευστα, βάσει τής Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου.

Κείμενο Μετάφραση

Κεφάλαιο 1

Αντίγραφον επιστολής, ης απέστειλεν Ιερεμίας προς τους αχθησομένους αιχμαλώτους εις Βαβυλώνα υπό του βασιλέως των Βαβυλωνίων αναγγείλαι αυτοίς καθότι επετάγη αυτώ υπό του Θεού.

1 Δια τας αμαρτίας, ας ημαρτήκατε εναντίον του Θεού, αχθήσεσθε εις Βαβυλώνα αιχμάλωτοι υπό Ναβουχοδονόσορ βασιλέως των Βαβυλωνίων

2 εισελθόντες ουν εις Βαβυλώνα έσεσθε εκεί έτη πλείονα και χρόνον μακρόν έως γενεών επτά· μετά τούτο δε εξάξω υμάς εκείθεν μετ' ειρήνης.

3 νυνί δε όψεσθε εν Βαβυλώνι θεούς αργυρούς και χρυσούς και ξυλίνους επ' ώμοις αιρομένους, δεικνύντας φόβον τοις έθνεσιν.

4 ευλαβήθητε ουν μη και υμείς αφομοιωθέντες τοις αλλοφύλοις αφομοιωθήτε και φόβος υμάς λάβη επ' αυτοίς

5 ιδόντας όχλον έμπροσθεν και όπισθεν αυτών προσκυνούντας αυτά· είπατε δε τη διανοία· σοί δεί προσκυνείν, δέσποτα.

6 ο γαρ άγγελός μου μεθ' υμών εστιν, αυτός τε εκζητών τας ψυχάς υμών.

7 γλώσσα γαρ αυτών εστι κετεξυσμένη υπό τέκτονος, αυτά τε περίχρυσα και περιάργυρα, ψευδή δ' εστί και ου δύνανται λαλείν.

8 και ωσπερ παρθένω φιλοκόσμω λαμβάνοντες χρυσίον κατασκευάζουσι στεφάνους επί τας κεφαλάς των θεών αυτών·

9 έστι δε και ότε υφαιρούμενοι οι ιερείς από των θεών αυτών χρυσίον και αργύριον εις εαυτούς καταναλώσουσι, δώσουσι δε απ' αυτών και ταις επί του στέγους πόρναις.

10 κοσμούσί τε αυτούς ως ανθρώπους τοις ενδύμασι, θεούς αργυρούς και θεούς χρυσούς και ξυλίνους· ούτοι δε ου διασώζονται από ιού και βρωμάτων.

11 περιβεβλημένων αυτών ιματισμόν πορφυρούν, εκμάσσονται το πρόσωπον αυτών δια τον εκ της οικίας κονιορτόν, ος εστι πλείω επ' αυτοίς.

12 και σκήπτρον έχει ως άνθρωπος κριτής χώρας, ος τον εις αυτόν αμαρτάνοντα ουκ ανελεί.

13 έχει δε εγχειρίδιον εν δεξιά και πέλεκυν, εαυτόν δε εκ πολέμου και ληστών ουκ εξελείται.

14 όθεν γνώριμοί εισιν ουκ όντες θεοί· μη ουν φοβηθήτε αυτούς. -

15 ΄Ωσπερ γαρ σκεύος ανθρώπου συντριβέν αχρείον γίνεται, τοιούτοι υπάρχουσιν οι θεοί αυτών, καθιδρυμένων αυτών εν τοις οίκοις.

16 οι οφθαλμοί αυτών πλήρεις εισί κονιορτού από των ποδών των εισπορευομένων.

17 και ωσπερ τινί ηδικηκότι βασιλέα περιπεφραγμέναι εισίν αι αυλαί, ως επί θανάτω απηγμένω, τους οίκους αυτών οχυρούσιν οι ιερείς θυρώμασί τε και κλείθροις και μοχλοίς, όπως υπό των ληστών μη συληθώσι.

18 λύχνους καίουσι και πλείους ή εαυτοίς, ων ουδένα δύνανται ιδείν.

19 έστι μεν ωσπερ δοκός των εκ της οικίας, τας δε καρδίας αυτών φασίν εκλείχεσθαι, των από της γης ερπετών κατεσθόντων αυτούς τε και τον ιματισμόν αυτών, ουκ αισθάνονται.

20 μεμελανωμένοι το πρόσωπον αυτών από του καπνού του εκ της οικίας.

21 επί το σώμα αυτών και επί την κεφαλήν αυτών εφίπτανται νυκτερίδες, χελιδόνες και τα όρνεα, ωσαύτως δε και οι αίλουροι.

22 όθεν γνώσεσθε ότι ουκ εισί θεοί· μη ουν φοβείσθε αυτά. -

23 Το γαρ χρυσίον, ό περίκεινται εις κάλλος, εάν μη τις εκμάξη τον ιόν, ου μη στίλψωσιν· ουδέ γαρ, ότε εχωνεύοντο, ησθάνοντο.

24 εκ πάσης τιμής ηγορασμένα εστίν, εν οίς ουκ ύστι πνεύμα.

25 άνευ ποδών επ' ώμοις φέρονται ενδεικνύμενοι την εαυτών ατιμίαν τοις ανθρώποις, αισχύνονταί τε και οι θεραπεύοντες αυτά

26 δια το ει ποτε επί την γην πέση, μη δι' αυτών ανίστασθαι· μήτε εάν τις αυτό ορθόν στήση, δι' εαυτού κινηθήσεται, μήτε εάν κλιθή, ου μη ορθωθή, αλλ' ωσπερ νεκροίς τα δώρα αυτοίς παρατίθεται.

27 τας δε θυσίας αυτών αποδόμενοι οι ιερείς αυτών καταχρώνται· ωσαύτως δε και αι γυναίκες αυτών απ' αυτών ταριχεύουσαι ούτε πτωχω ούτε αδυνάτω μη μεταδώσι.

28 των θυσιών αυτών αποκαθημένη και λεχώ άπτονται. γνόντες ουν από τούτων ότι ουκ εισί θεοί, μη φοβηθήτε αυτούς. -

29 Πόθεν γαρ κληθείησαν θεοί; ότι γυναίκες παραιτιθέασι θεοίς αργυροίς και χρυσοίς και ξυλίνοις·

30 και εν τοις οίκοις αυτών οι ιερείς διφρεύουσιν, έχοντες τους χιτώνας διερρωγότας και τας κεφαλάς και τους πώγωνας εξυρημένους, ων αι κεφαλαί ακάλυπτοί εισιν,

31 ωρύονται δε βοώντες εναντίον των θεών αυτών ωσπερ τινές εν περιδείπνω νεκρού.

32 από του ιματισμού αυτών αφελόμενοι οι ιερείς ενδύσουσι τας γυναίκας αυτών και τα παιδία.

33 ούτε εάν κακόν πάθωσιν υπό τινος ούτε εάν αγαθόν, δυνήσονται ανταποδούναι· ούτε καταστήσαι βασιλέα δύνανται ούτε αφελέσθαι.

34 ωσαύτως ούτε πλούτον ούτε χαλκόν ου μη δύνωνται διδόναι· εάν τις ευχήν αυτοίς ευξάμενος μη αποδω, ου μη επιζητήσωσιν.

35 εκ θανάτου άνθρωπον ου μη ρύσωνται ούτε ήττονα από ισχυρού μη εξέλωνται.

36 άνθρωπον τυφλόν εις όρασιν ου μη περιστήσωσιν, εν ανάγκη άνθρωπον όντα ου μη εξέλωνται.

37 χήραν ου μη ελεήσωσιν ούτε ορφανόν εύ ποιήσωσι.

38 τοις από του όρους λίθοις ωμοιωμένοι εισί τα ξύλινα και τα περίχρυσα και τα περιάργυρα, οι δε θεραπεύοντες αυτά καταισχυνθήσονται.

39 Πως ουν νομιστέον ή κλητέον υπάρχειν αυτούς θεούς;

40 έτι δε και αυτών των Χαλδαίων ατιμαζόντων αυτά, οί, όταν ίδωσιν ενεόν μη δυνάμενον λαλήσαι, προσενεγκάμενοι τον Βήλον αξιούσι φωνήσαι, ως δυνατού όντος αυτού αισθέσθαι,

41 και ου δύνανται αυτοί νοήσαντες καταλιπείν αυτά, αίσθησιν γαρ ουκ έχουσιν.

42 αι δε γυναίκες περιθέμεναι σχοινία εν ταις οδοίς εγκάθηνται θυμιώσαι τα πίτυρα·

43 όταν δε τις αυτών εφελκυσθείσα υπό τινος των παραπορευομένων κοιμηθή, την πλησίον ονειδίζει, ότι ουκ ηξίωται ωσπερ και αυτή ούτε το σχοινίον αυτής διερράγη.

44 πάντα τα γενόμενα εν αυτοίς εστι ψευδή· Πως ουν νομιστέον ή κλητέον ως θεούς αυτούς υπάρχειν;

45 υπό τεκτόνων και χρυσοχόων κατεσκευασμένα εισίν· ουδέν άλλο μη γένωνται ή ό βούλονται οι τεχνίται αυτά γενέσθαι.

46 αυτοί τε οι κατασκευάζοντες αυτά ου μη γένωνται πολυχρόνιοι·

47 Πως τε δη μέλλει τα υπ' αυτών κατασκευασθέντα είναι θεοί; κατέλιπον γαρ ψεύδη και όνειδος τοις επιγινομένοις.

48 όταν γαρ επέλθη επ' αυτά πόλεμος και κακά, βουλεύονται προς εαυτούς οι ιερείς που συναποκρυβώσι μετ' αυτών.

49 Πως ουν ουκ έστιν αισθέσθαι ότι ουκ εισί θεοί, οί ούτε σώζουσιν εαυτούς εκ πολέμου ούτε εκ κακών;

50 υπάρχοντα γαρ ξύλινα και περίχρυσα και περιάργυρα γνωσθήσεται μετά ταύτα, ότι εστί ψευδή· τοις έθνεσι πάσι τοις τε βασιλεύσι φανερόν έσται, ότι ουκ εισί θεοί, αλλά έργα χειρών ανθρώπων, και ουδέν Θεού έργον εν αυτοίς εστι.

51 τίνι ουν γνωστέον εστίν, ότι ουκ εισί θεοί;

52 βασιλέα γαρ χώρας ου μη αναστήσωσιν ούτε υετόν ανθρώποις ου μη δώσι,

53 κρίσιν τε ου μη διακρίνωσιν αυτών, ουδέ μη ρύσωνται αδικούμενον αδύνατοι όντες· ωσπερ γαρ κορώναι αναμέσον του ουρανού και της γης.

54 και γαρ όταν εμπέση εις οικίαν θεών ξυλίων ή περιχεύσων ή περιαργύρων πυρ, οι μεν ιερείς αυτών φεύξονται και διασωθήσονται, αυτοί δε ωσπερ δοκοί μέσοι κατακαυθήσονται.

55 βασιλεί δε και πολεμίοις ου μη αντιστώσι.

56 Πως ουν εκδεκτέον ή νομιστέον ότι εισί θεοί; ούτε από κλεπτών ούτε από ληστών ου μη διασωθώσι θεοί ξύλινοι και περιάργυροι και περίχρυσοι,

57 ων οι ισχύοντες περιελούνται το χρυσίον και το αργύριον, και τον ιματισμόν τον περικείμενον αυτοίς απελεύσονται έχοντες, ούτε εαυτοίς ου μη βοηθήσωσιν·

58 ωστε κρείσσον είναι βασιλέα επιδεικνύμενον την εαυτού ανδρείαν ή σκεύος εν οικία χρήσιμον, εφ' ω χρήσεται ο κεκτημένος, ή οι ψευδείς θεοί· ή και θύρα εν οικία διασώζουσα τα εν αυτή όντα ή ψευδείς θεοί· και ξύλινος στύλος εν βασιλείοις ή οι ψευδείς θεοί.

59 ήλιος μεν γαρ και σελήνη και άστρα όντα λαμπρά και αποστελλόμενα επί χρείας ευήκοά εισιν·

60 ωσαύτως και αστραπή, όταν επιφανή, εύοπτός εστι, το δ' αυτό και πνεύμα εν πάση χώρα πνεί.

61 καίνεφέλαις όταν επιταγή υπό του Θεού επιπορεύεσθαι εφ' όλην την οικουμένην, συντελούσι το ταχθέν· το τε πυρ εξαποσταλέν άνωθεν εξαναλώσαι όρη και δρυμούς, ποιεί το συνταχθέν.

62 ταύτα δε ούτε ταις ιδέαις ούτε ταις δυνάμεσιν αυτών αφωμοιωμένα εστίν.

63 όθεν ούτε νομιστέον ούτε κλητέον υπάρχειν αυτούς θεούς, ου δυνατών όντων αυτών ούτε κρίσιν κρίναι ούτε εύ ποιήσαι ανθρώποις.

64 γνόντες ουν ότι ουκ εισί θεοί, μη φοβηθήτε αυτούς·

65 ούτε γαρ βασιλεύσιν ου μη καταράσωνται ούτε μη ευλογήσωσι.

66 σημείά τε εν έθνεσιν εν ουρανω ου μη δείξωσιν, ουδέ ως ο ήλιος λάμψουσιν ουδέ φωτιούσιν ως η σελήνη.

67 τα θηρία εστίκρείττω αυτών, α δύνανται εκφυγόντα εις σκέπην εαυτά ωφελήσαι.

68 κατ' ουδένα ουν τρόπον ημίν εστι φανερόν ότι εισί θεοί. διό μη φοβηθήτε αυτούς·

69 ωσπερ γαρ εν σικυηράτω προβασκάνιον ουδέν φυλάσσον, ούτως οι θεοί αυτών εισί ξύλινοι και περίχρυσοι και περιάργυροι.

70 τον αυτόν τρόπον και τη εν κήπω ράμνω, εφ' ης παν όρνεον επικάθηται, ωσαύτως δε και νεκρω ερριμμένω εν σκότει αφωμοίωνται οι θεοί αυτών ξύλινοι και περίχρυσοι και περιάργυροι.

71 από τε της πορφύρας και της μαρμάρου της επ' αυτοίς σηπομένης γνωσθήσονται ότι ουκ εισί θεοί· αυτά τε εξ υστέρου βρωθήσονται, και έσται όνειδος εν τη χώρα.

72 κρείσσον ουν άνθρωπος δίκαιος ουκ έχων είδωλα, έσται γαρ μακράν από ονειδισμού.

Κεφάλαιο 1

 Αντίγραφο της επιστολής, την οποίαν απέστειλεν ο Ιερεμίας προς τους Ιουδαίους, που θα εσύροντο αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα υπό του βασιλέως της Βαβυλώνος, δια να αναγγείλη εις αυτούς ό,τι είχε διαταχθή αυτός από τον Θεόν.

1 Δια τας αμαρτίας, τας οποίας διεπράξατε ενώπιον του Θεού, θα οδηγηθήτε αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα υπό του βασιλέως των Βαβυλωνίων Ναβουχοδονόσορος.

2 Μια φορά, λοιπόν, και θα φθάσετε εις την Βαβυλώνα, θα μείνετε εκεί επί πολλά έτη, επί μακρόν χρόνον, μέχρις επτά γενεών. Έπειτα δε θα σας βγάλω εγώ από εκεί, λέγει ο Θεός, κατά ένα τρόπον ειρηνικόν.

3 Τώρα όμως θα ιδήτε εις την Βαβυλώνα θεούς αργυρούς και χρυσούς και ξυλίνους, τους οποίους οι άνθρωποι θα φέρουν επάνω στους ώμους και οι οποίοι θα εμπνέουν φόβον εις τα έθνη.

4 Προσέξατε, λοιπόν, μήπως και σεις αφομοιωθήτε με τους αλλοφύλους, μήπως ομοιάσετε με αυτούς και σας καταλάβη φόβος από τους θεούς των.

5 Όταν μάλιστα ίδετε πολύν λαόν έμπροσθεν και όπισθεν από τους ειδωλικούς αυτούς θεούς να τους προσκυνούν, είπετε από μέσα σας· “Σέ μόνον πρέπει να προσκυνούμεν, Δέσποτα”.

6 Ο δε άγγελός μου θα είναι μαζί σας, και αυτός θα ενδιαφέρεται και θα φροντίζη δια την ζωήν σας.

7 Η γλώσσα των ειδωλικών θεών είναι σκαλισμένη από γλύπτην. Επάνω εις αυτά έχουν θέσει επικαλύμματα από χρυσόν και άργυρον. Είναι όμως θεοί ψευδείς, δεν ημπορούν να ομιλούν.

8 Όπως δε δια μίαν νεάνιδα φιλάρεσκον λαμβάνουν οι άνθρωποι χρυσόν και κατασκευάζουν στεφάνους, που τους θέτουν εις την κεφαλήν της, έτσι κατασκευάζουν και στεφάνους, τους οποίους θέτουν εις τα κεφάλια των θεών των.

9 Μερικές δε φορές υπάρχουν ιερείς, οι οποίοι κλέπτουν από τους θεούς αυτούς το χρυσίον και το αργύριον, δια να το χρησιμοποιήσουν προς ιδικήν των χρήσιν, να δώσουν δε ένα μέρος από αυτά και εις τας πόρνας, αι οποίαι κατοικούν εις τας σοφίτας των ειδωλικών ναών.

10 Στολίζουν δε με πλούσια ενδύματα, αυτούς τους θεούς τους αργυρούς, τους θεούς τους χρυσούς και τους θεούς τους ξυλίνους, ως εάν είναι άνθρωποι. Αυτοί όμως δεν ημπορούν μόνοι των να προφυλαχθούν από την σκωριάν και την διάβρωσιν.

11 Ενώ δε τους ενδύουν με ιματισμούς πορφυρούς, οι άνθρωποι σπογγίζουν το πρόσωπον αυτών, δια να αφαιρέσουν τον από τον ναόν κονιορτόν, ο οποίος είναι περισσότερος επάνω των.

12 Ένας από αυτούς κρατεί σκήπτρον ως άνθρωπος, κριτής τάχα της χώρας. Αλλά δεν ημπορεί να θανατώση εκείνον, ο οποίος αμαρτάνει εις αυτόν.

13 λλος έχει μάχαιραν στο δεξιόν του χέρι ή πέλεκυν· δεν ημπορεί όμως να γλυτώση τον εαυτόν του από τον πόλεμον και τους ληστάς.

14 Από όλα αυτά γίνεται φανερόν, ότι αυτοί δεν είναι θεοί· μη, λοιπόν, ποτέ τους φοβηθήτε.

15 Διότι, όπως ένα πήλινον σκεύος ανθρώπου, όταν συντριβή γίνεται άχρηστον, έτσι είναι και οι θεοί των αλλοεθνών, τους οποίους έχουν εγκαταστήσει στους ναούς και εις τα σπίτια των.

16 Τα μάτια των είναι γεμάτα από κονιορτόν, τον οποίον σηκώνουν τα πόδια των εισερχομένων.

17 Και όπως θύραι και αυλαί είναι κλεισμέναι ολόγυρα από κάποιον, που προσέβαλε τον βασιλέα και ο οποίος οδηγείται προς τον θάνατον, έτσι και οι ιερείς οχυρώνουν και ασφαλίζουν με θύρας και με κλείθρα και με μοχλούς τους ναούς των θεών των, δια να μη λεηλατηθούν από ληστάς.

18 Ανάπτουν δια τους θεούς των περισσοτέρους λύχνους παρά δια τους εαυτούς των, καίτοι οι θεοί αυτοί δεν ημπορούν κανένα να διακρίνουν.

19 Οι θεοί αυτοί είναι όμοιοι προς δοκάρια οικίας. Το εσωτερικόν των, όπως λέγουν, γλύφεται από τους σκώληκας της γης, οι οποίοι κατατρώγουν αυτούς και τον ιματισμόν των. Αυτοί όμως δεν αισθάνονται τίποτε.

20 Είναι μαυρισμένοι στο πρόσωπόν των από τον καπνόν του ναού.

21 Επάνω στο σώμα των, και εις αυτήν ακόμη την κεφαλήν των, πετούν νυκτερίδες, χελιδόνια και άλλα πτηνά. Επάνω εις αυτούς κάθηνται επίσης και οι γάτοι.

22 Λοιπόν, μάθετε καλά και κατανοήσατε, ότι αυτοί δεν είναι θεοί· μη λοιπόν τους φοβηθήτε.

23 Εάν κανείς δεν σπογγίση την σκωριάν του χρυσίου, που τους περιβάλλει, δια να τους δώση ωραιότητα, δεν θα αποκτήσουν αυτοί όψιν στιλπνήν. λλως αυτά, ούτε όταν είχαν τεθή στο χωνευτήριον του πυρός, ησθάνοντο τίποτε.

24 Ηγοράσθησαν, αδιάφορον αντί ποίας τιμής, και όμως δεν υπάρχει πνοή ζωής μέσα των.

25 Είναι χωρίς πόδια και δια τούτο φέρονται επάνω στους ώμους και έτσι φανερώνουν στους ανθρώπους την ευτέλειάν των και την αδυναμίαν των. Δια λογαριασμόν των εντρέπονται και αυτοί ακόμη, οι οποίοι τους υπηρετούν.

26 Εάν δε συμβή ποτέ και πέσουν κάτω εις την γην οι ειδωλικοί αυτοί θεοί, δεν ημπορούν μόνοι των να σηκωθούν. Ούτε εάν κανείς στήση όρθιον το άγαλμα, ημπορεί αυτό να κινηθή. Ούτε εάν κλίνη και είναι έτοιμον να πέση, ημπορεί να ορθωθή. Οπως στους αναισθήτους νεκρούς, έτσι και εις αυτά προσφέρουν τα δώρα των οι άνθρωποι.

27 Τας δε προσφερομένας εις αυτά θυσίας οι ιερείς τας πωλούν και τας εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος. Επίσης και αι γυναίκες των ιερέων αλατίζουν τας προσφερομένας θυσίας, δια να τας κρατήσουν δια τον εαυτόν των, και δεν δίδουν τίποτε από αυτάς ούτε στον πτωχόν, ούτε στον αδύνατον.

28 Τας προς τα είδωλα προσφερομένας θυσίας εγγίζουν η εμμηνορροούσα γυναίκα και η λεχώνα, χωρίς αυτά να διαμαρτύρωνται δια τον μολυσμόν. Από αυτά, λοιπόν, ημπορείτε να γνωρίσετε και να κατανοήσετε, ότι τα είδωλα δεν είναι θεοί. Μη λοιπόν τα φοβηθήτε.

29 Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν να αποκληθούν και αναγνωρισθούν αυτοί θεοί; Γυναίκες είναι, που ετοιμάζουν και παραθέτουν προσφοράς στους αργυρούς, τους χρυσούς και ξυλίνους αυτούς θεούς.

30 Εις τους ναούς των ειδωλικών αυτών θεών οι ιερείς κάθονται αναπαυτικά, εις πολυθρόνας, με σχισμένους τους χιτώνας των, με ξυρισμένας τας κεφαλάς και τους πώγωνας· και αι κεφαλαί των μένουν ακάλυπτοι, πράγμα ασεβές.

31 Ωρύονται εμπρός στους ειδωλικούς αυτούς θεούς μεγαλοφώνως, όπως κάνουν οι συνδαιτυμόνες εις ένα δείπνον δια προσφιλή νεκρόν.

32 Οι ιερείς αφαιρούν από τον ιματισμόν των θεών και ενδύουν τας γυναίκας και τα παιδιά των.

33 ψυχοι καθώς είναι οι θεοί αυτοί ούτε αν πάθουν κακόν από κάποιον, ούτε εάν τιμηθούν από άλλον ημπορούν να ανταποδώσουν. Δεν έχουν την δύναμιν ούτε να εγκαταστήσουν βασιλέα, ούτε και να τον εκθρονίσουν.

34 Επίσης δεν ημπορούν ούτε πλούτον να δώσουν, ούτε καν ολίγον χαλκόν. Εάν κανείς κάμη προς αυτούς κάποιο τάμα και δεν το εκπληρώση, δεν θα το ζητήσουν αυτοί.

35 Δεν ημπορούν να διασώσουν άνθρωπον από τον θάνατον, ούτε να γλυτώσουν τον αδύνατον από τα χέρια του ισχυρού.

36 Δεν ημπορούν να αποκαταστήσουν την δράσιν εις άνθρωπον τυφλόν. Δεν ημπορούν να γλυτώσουν άνθρωπον ευρισκόμενον εις ανάγκην.

37 Την χήραν δεν είναι εις θέσιν να την ελεήσουν, ούτε στο ορφανόν να κάμουν κάτι καλόν.

38 Όμοια με τους αποσπασθέντας από του όρους λίθους είναι τα ξύλινα αγάλματα, τα σκεπασμένα από χρυσόν και άργυρον. Και αυτοί, που τα υπηρετούν και προσφέρουν θυσίας, εντρέπονται δια λογαριασμόν των.

39 Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να σκεφθή κανείς, πολύ δε περισσότερον και να είπη, ότι αυτοί είναι θεοί;

40 Και αυτοί ακόμη οι Χαλδαίοι καταφρονούν τα ειδωλικά αυτά αγάλματα, όταν άλαλον, που δεν ημπορεί να ομιλήση, τον οδηγούν στον Βήλον παρακαλούντες και αξιούντες από αυτόν να δώση φωνήν στον άλαλον, διότι, τάχα, είναι ικανός να αισθανθή και να ακούση την δέησίν των!

41 Και παρ' όλον τούτο, αυτοί δεν είναι εις θέσιν να λογικευθούν, ώστε να εγκαταλείψουν τα είδωλα. Τόσον πολύ τους λείπει η ορθοφροσύνη και η σύνεσις!

42 Αι ιερόδουλοι γυναίκες τυλίγονται με σχοινία, κάθονται στους δρόμους και καίουν στους θεούς των αντί θυμιάματος πίτουρα.

43 Όταν δε κάποια γυναίκα από αυτάς ελκυσθή από κανένα διαβάτην και κοιμηθή μαζί του, ειρωνεύεται και περιπαίζει την πλησίον αυτής, διότι δεν ηξιώθη της τιμής, που η ιδία ηξιώθη, και έτσι το σχοινίον της δεν έσπασε!

44 Όλα όσα γίνονται εις τα είδωλα και στους ειδωλικούς ναούς είναι ψεύδος και απάτη. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να σκεφθή κανείς, πολύ δε περισσότερον πώς είναι δυνατόν να αποκαλέση τα άψυχα αυτά είδωλα, ως θεούς πραγματικούς και υπαρκτούς;

45 Κατασκευάζονται από γλύπτας και χρυσοχόους και τίποτε άλλο αυτά δεν ημπορούν να γίνουν, ειμή μόνον εκείνο το οποίον θέλουν οι τεχνίται.

46 Και αυτοί οι τεχνίται, που τα κατασκευάζουν, δεν θα μείνουν βέβαια πολυχρόνιοι.

47 Και λοιπόν, πώς είναι δυνατόν τα κατασκευασθέντα από αυτούς να είναι θεοί; Οι τεχνίται αυτοί δεν αφήκαν στους επιγενεστέρους των παρά ψεύτικα πράγματα και καταισχύνην.

48 Όταν εκραγή πόλεμος και επέλθη εναντίον των και έλθουν συμφοραί, οι ιερείς συσκέπτονται μεταξύ των, πού θα κρυβούν μαζί με αυτούς τους θεούς των.

49 Πώς λοιπόν είναι δυνατόν, να μη αντιληφθή κανείς, ότι δεν είναι θεοί αυτοί, οι οποίοι ούτε τον εαυτόν τους είναι δυνατόν να σώσουν από τον πόλεμον και τας συμφοράς;

50 Εκ των υστέρων, βέβαια, θα κατανοηθή, ότι τα ξύλινα αυτά κατασκευάσματα, τα περιβεβλημένα χρυσόν και άργυρον, είναι ψεύτικα. Εις όλα τα έθνη και στους βασιλείς είναι φανερόν, ότι αυτά δεν είναι θεοί, αλλά έργα χειρών ανθρώπων. Και κανένα έργον θεού δεν γίνεται από αυτά.

51 Υπάρχει, τάχα, κανείς, που έχει ανάγκην να μάθη, ότι αυτά δεν είναι θεοί;

52 Βασιλέα κάποιας χώρας δεν ημπορούν να ενθρονίσουν, ούτε βροχήν είναι, εις θέσιν να δώσουν στους ανθρώπους.

53 Δεν ημπορούν να δικάσουν ούτε τας ιδικάς των υποθέσεις. Αδύνατοι, καθώς είναι, δεν ημπορούν να γλυτώσουν ένα αδικούμενον άνθρωπον. Είναι όμοιοι με τας κουρούνας, αι οποίαι πετούν μεταξύ ουρανού και γης.

54 Όταν δε πέση πυρ και ανάψη πυρκαϊά στον ναόν των ξυλίνων αυτών ή επιχρυσωμένων ή επαργυρωμένων ειδωλικών θεών, οι μεν ιερείς θα τραπούν εις φυγήν και θα διασωθούν, οι θεοί των όμως θα καούν, όπως και οι ξύλινοι δοκοί, που υπάρχουν μέσα στον ναόν.

55 Ούτε εις βασιλείς, ούτε και εις εχθρούς ανθίστανται.

56 Πώς, λοιπόν, είναι δυνατόν να δεχθή κανείς ή να νομίση ότι αυτοί είναι θεοί; Ούτε από κλέπτας ούτε από ληστάς είναι δυνατόν να διασωθούν αυτοί οι ξύλινοι θεοί, οι περιάργυροι και οι περίχρυσοι.

57 Οι ισχυροί άνθρωποι ημπορούν να αφαιρέσουν τον χρυσόν και τον άργυρον και τα ιμάτια, που περιβάλλουν τους θεούς αυτούς, να τα παραλάβουν και να απέλθουν. Και οι θεοί δεν είναι εις θέσιν να βοηθήσουν τον εαυτόν των.

58 Ώστε είναι προτιμότερος και αξιώτερος ένας βασιλεύς, που επιδεικνύει την δύναμίν του, ή ένα σκεύος οικιακής χρήσεως, το οποίον ο ιδιοκτήτης χρησιμοποιεί όπου πρέπει, παρά οι ψευδείς θεοί. Καλύτερα είναι μία θύρα εις την οικίαν, η οποία, όταν κλεισθή, περιφρουρεί όσα υπάρχουν εις την οικίαν, παρά οι ψευδείς θεοί. Και ένας ξύλινος στύλος εις τα βασιλικά ανάκτορα είναι προτιμότερος από τους ψευδείς αυτούς θεούς.

59 Ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα, που λάμπουν στον ουρανόν και αποστέλλονται δια την εξυπηρέτησιν των ανθρώπων, υπακούουν στον θεόν, τον δημιουργόν των.

60 Επίσης και η αστραπή, όταν εμφανισθή στον ουρανόν, είναι ωραία να την βλέπη κανείς. Το ίδιο και ο αήρ, ο οποίος πνέει εις όλας τας χώρας.

61 Και τα νέφη, όταν κατά διαταγήν του θεού πορεύωνται επάνω εις όλην την οικουμένην, εκτελούν την ανατεθείσαν εις αυτά εντολήν και υπηρεσίαν. Και το πυρ, όταν αποστέλλεται άνωθεν από τον θεόν, δια να καταστρέψη όρη και δάση, εκτελεί την διαταγήν, που έλαβε.

62 Τα είδωλα όμως κατ' ουδένα τρόπον είναι όμοια προς αυτά, ούτε από απόψεως εμφανίσεως, ούτε και ως προς την δύναμιν.

63 Επομένως δεν πρέπει ποτέ κανείς ούτε να πιστεύση, ούτε να καλέση αυτά θεούς αληθινούς και υπαρκτούς, εφ' όσον δεν είναι εις θέσιν ούτε να δικάσουν κάποιον ούτε να ευεργετήσουν τους ανθρώπους.

64 Αφού λοιπόν γνωρίσετε καλά και κατανοήσετε, ότι δεν είναι αυτά θεοί, μη τα φοβηθήτε.

65 Διότι ούτε τους βασιλείς ημπορούν να καταρασθούν ούτε και να τους ευλογήσουν.

66 Υπερφυσικά σημεία και θαύματα δεν ημπορούν να δείξουν, ούτε εις τα έθνη, ούτε στον ουρανόν. Δεν ημπορούν να λάμψουν ούτε ως ο ήλιος, ούτε και να φωτίσουν όπως η σελήνη.

67 Τα θηρία είναι καλύτερα από αυτά, διότι όταν ευρεθούν εις κίνδυνον ημπορούν να καταφύγουν εις κάποιο καταφύγιον και επομένως να ωφελήσουν τον εαυτόν των.

68 Κατ' ουδένα, λοιπόν, τρόπον είναι εις ημάς φανερόν και πειστικόν, ότι αυτά τα είδωλα είναι θεοί. Δια τούτο μη τα φοβηθήτε.

69 Όπως δε ένα σκιάχτρον κατά των πτηνών εις αγρόν αγγουριών τίποτε δεν προφυλάσσει, έτσι είναι και οι θεοί αυτοί οι ξύλινοι, οι περιχρυσωμένοι και περιαργυρωμένοι.

70 Οι ξύλινοι αυτοί θεοί είναι επίσης όμοιοι προς ακανθώδη θάμνον κήπου τινός, επάνω στον οποίον κάθε πτηνόν ημπορεί να καθίση. Αυτοί οι ξύλινοι, οι επίχρυσοι και επάργυροι θεοί είναι επίσης όμοιοι με ένα πτώμα, που έχει ριφθή στο σκότος του τάφου.

71 Είναι δυνατόν να γνωρίση και κατανοήση κανείς, ότι αυτά τα είδωλα δεν είναι αληθινοί θεοί, από την περιβολήν των, από την πορφύραν και από το λευκόν ως μάρμαρον ένδυμά των, τα οποία σήπονται και φθείρονται. Και τα ίδια αυτά τα είδωλα βραδύτερον θα φθαρούν και θα είναι εντροπή και εξευτελισμός εις την χώραν, όπου λατρεύονται.

72 Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι, ότι αξιώτερος και καλύτερος είναι ο άνθρωπος, που είναι δίκαιος και δεν έχει είδωλα. Αυτός θα αποφύγη κάθε εξευτελισμόν.

 

Δημιουργία αρχείου: 3-1-2022.

Τελευταία μορφοποίηση: 3-1-2022.

ΕΠΑΝΩ