Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Ενότητα: Παπισμός και Ιεραποστολή

Ο Παπισμός είναι ΑΙΡΕΣΗ // Τα πραγματικά αίτια του σχίσματος

Τα δύο Μόνοπάτια: Παπική Μοναρχία και Παραδόσεις περί Επισκοπικής Ισοτιμίας

Το παρόν είναι απόσπασμα από το Κεφάλαιο 1 του βιβλίου Two Paths (Δύο Μονοπάτια).

Αναδημοσίευση από το : http://www.orthodoxinfo.com/inquirers/twopaths.aspx

Ο Michael Whelton γεννήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και τελείωσε εκεί την δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του.  Στη συνέχεια μετακόμισε στον Καναδά, όπου παρακολούθησε σπουδές στο Πανεπιστήμιο York του Τορόντο. Μετά από μια παροδική απασχόληση σαν αναλυτής εργασιών και μισθοδοσίας στην εταιρεία Canadian Broadcasting Corporation στο Τορόντο του Οντάριο, μετακόμισε με την νεαρή του οικογένεια στην Νότιο Καλιφόρνια. Τα επόμενα επτά χρόνια τα πέρασε συνεργαζόμενος ως χρηματιστής με δύο εταιρείες-μέλη του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης στην περιοχή του Λος Άντζελες, όπου διεξήγαγε διάφορα επενδυτικά σεμινάρια και είχε προσκληθεί και σε εμφανίσεις στην δημόσια τηλεόραση του Λος Άντζελες.

Επιστρέφοντας στον Καναδά, ο κ. Whelton έστησε την δική του συμβουλευτική εταιρεία, κοντά στο Vancouver, British Columbia. Τα τελευταία δέκα χρόνια, ζει σε ένα αγρόκτημα 75 στρεμμάτων, στην πλούσια σε καλλιέργειες γη της νοτιοδυτικής British Columbia, μαζί με την 37χρονη σύζυγό του Marguerite  και τρία από τα επτά παιδιά τους.

 

Την Κυριακή του Λαζάρου, του έτους 1995, ο Michael εισήλθε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μαζί με την Marguerite και μία από τις κόρες τους.  Η μεγαλύτερη κόρη τους, ο σύζυγός της, και τα τέσσερα παιδιά τους, τους ακολούθησαν λίγο καιρό μετά.

 

Ο κύριος και η κυρία Whelton έχουν ασχοληθεί πολύ εντατικά στο κίνημα Pro-Life (σ.τ.μ.: Υπέρ Ζωής, δηλαδή, κατά των αμβλώσεων) τα τελευταία 23 χρόνια. Η δέσμευση αυτή έχει υποχρεώσει τον Michael να υπηρετεί ως διοικητής Pro-Life σε δύο ξεχωριστά νοσοκομειακά διοικητικά συμβούλια επί έξι συνολικά έτη, στην ευρύτερη περιοχή του Vancouver. Η συγγραφή του Two Paths (=Δύο Μονοπάτια)  (πρόκειται για ήδη δημοσιευμένο βιβλίο, το δε άρθρο που ακολουθεί είναι το 1ο  κεφάλαιο του βιβλίου) ήταν το προϊόν ενός μεγάλου πνευματικού ταξιδιού προς την αληθινή Εκκλησία, υποβοηθούμενου από το δια βίου ενδιαφέρον του συγγραφέα για την Ιστορία.

 

Ένα Επίμονο Κάλεσμα

 

Τα χρόνια που ακολούθησαν την Β’ Βατικάνεια Σύνοδο (1963-1965) ήσαν για τους Ρωμαιοκαθολικούς χρόνια μεγάλης αναστάτωσης μέσα στην εκκλησία. Όταν έγιναν όλες οι αλλαγές στην λειτουργία το 1968, η σύζυγός μου και εγώ – όπως και πολλοί άλλοι Ρωμαιοκαθολικοί την εποχή εκείνη – αισθανθήκαμε αμηχανία με ορισμένους από τους νεωτερισμούς της.  Η θεία λειτουργία να τελείται στην καθομιλουμένη μας φάνηκε σαν καλή ιδέα, όμως, το να είναι στραμμένος ο λειτουργός προς τον λαό την ώρα που λειτουργεί, φάνταζε σαν τρομερά μεγάλη απόκλιση από την λειτουργική παράδοση, και μετέτρεπε τον ιερέα σε ένα είδος τελετάρχη-παρουσιαστή, ενώ οι νέες προσευχές αποδείχθηκαν πολύ ανιαρές και πεζές, και τους έλειπε εντελώς η ποιητική αίγλη των παλαιότερων.

 

Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970, είχε γίνει ολοφάνερο πως κάτι είχε πάει πάρα πολύ στραβά.  Ο αριθμός των αποστασιών των λαϊκών αλλά και των κληρικών αύξανε επικίνδυνα, για παράδειγμα,  κατά τα 30 χρόνια που ακολούθησαν την Σύνοδο (1965-1995) περίπου 25 εκατομμύρια Ρωμαιοκαθολικοί είχαν εγκαταλείψει την Εκκλησία της Βορείου Αμερικής μόνο, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι θρησκευτικοί λειτουργοί παγκοσμίως είχαν εγκαταλείψει τα έργα τους.  Η αιτία αυτής της πανωλεθρίας είναι, πιστεύω (όπως πιστεύουν και πολλοί άλλοι) η αλλαγμένη λειτουργία που επέβαλλε ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ στην εκκλησία το 1968.

 

Ο Χριστιανισμός είναι μια λειτουργική πίστη, δηλαδή, η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας είναι το απόλυτο επίκεντρο της πνευματικής μας ζωής.  Όπως γίνεται σε κάθε θρησκευτική λατρεία, η υπονοούμενη θεολογία της πάντα αντικατοπτρίζεται στις προσευχές, στο θυμίαμα, στις κινήσεις, στα μελωδήματα, στα άμφια και στην αρχιτεκτονική τεχνοτροπία. Αν τα αλλάξεις δραματικά όλα αυτά, αλλάζεις και την πίστη.  Αυτό είναι μια αλήθεια που αντικατοπτρίζεται μέσα στον αρχαίο νόμο της Εκκλησίας -  lex orandi, lex credendi – ο νόμος της προσευχής είναι ο νόμος της πίστης.  Μέσα στο βιβλίο του, Histoire des Variations des Eglises Protestants (Ιστορία των Παραλλαγών των Προτεσταντικών Εκκλησιών), ο Ρωμαιοκαθολικός ιστορικός, Επίσκοπος Βossuet περιγράφει πώς ο λειτουργικός πειραματισμός στέρησε την δογματική συνοχή στους Προτεστάντες˙ πώς τους θρυμμάτισε σε αναρίθμητες διαφορετικές αιρέσεις.  Ο Thomas Cranmer, Αρχιεπίσκοπος της Καντερβουρίας επί βασιλείας του Ερρίκου Η’, το είχε αντιληφθεί αυτό πάρα πολύ καλά, όταν κατέστρεψε την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στην Αγγλία, αλλάζοντας την θεία λειτουργία της.  Πολλές από τις αλλαγές αυτές που εισήγαγε είναι τρομακτικά όμοιες με την νέα λειτουργία (του Πάπα Παύλου), όπως αναλύεται έξοχα από τον Καθολικό συγγραφέα Michael Davies στο βιβλίο του, Cranmers Godly Order (Η Θεία Τάξη του Κράνμερ). [1]

 

Οι περισσότεροι Ρωμαιοκαθολικοί δεν διαβάζουν Παπικές Εγκυκλίους ή Παπικούς Λόγους˙ η Εκκλησία μιλά στους πιστούς της όπως το έκανε πάντοτε – μέσω της λειτουργίας.  Έτσι, ο εξέχων λειτουργικός μελετητής της Ρώμης, ο Monsignor Klaus Gamber, εξηγεί μέσα στο βιβλίο του, Reform of the Roman Liturgy (Η Μεταρρύθμιση της Ρωμαϊκής Λειτουργίας) [2] που υποστηρίχθηκε θερμότατα από τον Καρδινάλιο Ratzinger, Επικεφαλής της Σύναξης των Πιστών, (σημ. ΟΟΔΕ: και σημερινός Πάπας της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας), πως η λειτουργία και η πίστη είναι συνυφασμένα, και μαζί σχηματίζουν τον ιστό της πίστεως. Η παλαιά λειτουργία, που αντικατόπτριζε τις παραδοσιακές αλήθειες της πίστεως μέσα στα τυπικά της και στην ευσέβειά της, είχε πια κατασταλεί. Στην θέση της, σαν μια παραχώρηση στο οικουμενικό κίνημα, μας δόθηκε ένα νέο τυπικό, με Αγιογραφικά αναγνώσματα από τα οποία με πολλή ακρίβεια έχουν εξαιρέσει τα εδάφια που μας προειδοποιούν πως ενώ έχουμε ένα αγαπητικό Θεό, παρά ταύτα, είναι και Θεός που θα μας κρίνει. Κατά την ίδια τάση, οι παραδοσιακές προσευχές και ύμνοι που κάποτε μας υπενθύμιζαν, με αρχοντική πρόζα και στίχους, πως έχουμε μια ψυχή που μπορεί να απωλέσουμε, τώρα έχουν αντικατασταθεί με νέο υλικό, το οποίο, ελλείψει οποιασδήποτε αναφοράς στην αιώνιά μας κατάληξη, είναι εντελώς κενό και ανούσιο.

 

Ο Monsignor Gamber [3] επίσης ισχυρίζεται πως το νέο λειτουργικό τυπικό έχει εξασθενήσει και την θυσιαστική διάσταση της λειτουργίας, και έχει ελαττώσει το μυστηριακό και δραματικό στοιχείο της τελετής, στο ελάχιστο – ίσα-ίσα (και όχι πάρα πάνω) για να διασφαλίσει την εγκυρότητά της.  Ειδικά σκανδαλώδες κατ’ αυτόν, ήταν η αντικατάσταση από τον Παύλο ΣΤ’ των λέξεων Pro Multus (υπέρ πολλών) - λόγια που είχαν ειπωθεί από τον ίδιο τον Χριστό κατά τον Μυστικό Δείπνο -  με τις λέξεις «για τους πολλούς» κατά τον καθαγιασμό των Δώρων – μια χοντροκομμένη υποχώρηση στην μοντέρνα θεολογία. Για τις ευρύτερες συνέπειες του νέου τελετουργικού, ο Monsignor Gamber έχει να πει τα ακόλουθα:

 

Η λειτουργική μεταρρύθμιση που με τόσο ιδεαλισμό είχε γίνει αποδεκτή από πολλούς ιερείς και λαϊκούς ομοίως, εξελίχθηκε σε μια λειτουργική καταστροφή τρομακτικών διαστάσεων – μια συντριβή που χειροτέρευε χρόνο με τον χρόνο.  Αντί για την προσδοκώμενη ανανέωση της Εκκλησίας και του Καθολικού βίου, γινόμαστε τώρα μάρτυρες τις αποσυναρμολόγησης των παραδοσιακών αξιών και της ευσέβειας επί των οποίων στηρίζεται η πίστη μας.  Αντί μιας γόνιμης ανανέωσης της λειτουργίας, αυτό που αντικρύζουμε είναι η καταστροφή των τύπων της Λειτουργίας που είχαν εξελιχθεί οργανικά, μέσα στο πέρασμα πολλών αιώνων.

 

Επιπρόσθετα σε αυτή την κατάσταση των πραγμάτων, είναι και η αφομοίωση Προτεσταντικών ιδεών που εισήχθησαν μέσα στην Εκκλησία κάτω από τον μανδύα του παρερμηνευμένου όρου του Οικουμενισμού, κάτι που επέφερε ακόμα μεγαλύτερη αποξένωση από τις αρχαίες Εκκλησίες της Ανατολής, ήτοι, μια απομάκρυνση από την κοινή παράδοση που μοιραζόταν από την Ανατολή και από την Δύση, μέχρι το σημείο αυτό της Ιστορίας μας. [4]

 

Οι Προτεσταντικές ιδέες που τόσο σοκάρισαν τον Monsignor Gamber είχαν τις ρίζες τους στην ανώτατη εξουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας  -  τον τότε βασιλεύοντα ποντίφηκα, τον Πάπα Παύλο ΣΤ’, καθώς μας το υποδεικνύει ο Gamber:

Ούτε οι επίμονες εκκλήσεις των διακεκριμένων καρδιναλίων, ούτε τα σοβαρά δογματικά σημεία που επισημάνθηκαν σχετικά με την νέα λειτουργία, ούτε τα επείγοντα αιτήματα απ’ όλο τον κόσμο να μην γίνει υποχρεωτική η νέα Σύνοψη της Θείας Λειτουργίας, δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τον Πάπα Παύλο ΣΤ’ – καθαρή ένδειξη της δικής του, ισχυρής προσωπικής υποστήριξης. Ακόμα και η απειλή ενός νέου σχίσματος – η υπόθεση Lefevre – δεν στάθηκε ικανή να τον μεταπείσει, τουλάχιστον να συνυπάρχει το παραδοσιακό τελετουργικό (ritus Romanus) με το νέο τελετουργικό – μια απλή χειρονομία πλουραλισμού και όχι αποκλεισμού, που στην εποχή μας σίγουρα θα το θεωρούσαν μια «πολιτικά σωστή» κίνηση. [5]

 

Η άποψη αυτή είχε αποσαφηνιστεί, σε μια εθνικής εμβέλειας ραδιοφωνική εκπομπή, «Ici Lumiere (Εδώ το Φως) 101» στην Γαλλία στις 13 Δεκεμβρίου, 1993.  Οι προσκεκλημένοι ήταν ο Υves Chiron, συγγραφέας του βιβλίου Paul VI, le pape ecartele, και ο Jean Guitton, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, συγγραφέας και στενός φίλος του Παύλου ΣΤ’. Κατά την διάρκεια της ραδιοφωνικής συνέντευξης, εκτυλίχθηκε η ακόλουθη κουβέντα:

 

GUITTON: ...το μόνο που μπορώ να επαναλάβω, είναι πως ο Παύλος ο 6ος έκανε ό,τι μπορούσε για να μετακινήσει την Καθολική Θεία Λειτουργία μακριά από την παράδοση της Συνόδου του Τριδέντου, προς τον Προτεσταντικό Μυστικό Δείπνο.  Με άλλα λόγια, στον Παύλο βλέπουμε μια οικουμενική πρόθεση να εξαλείψει – ή τουλάχιστον να διορθώσει ή να αμβλύνει – όλα όσα είναι υπερβολικά Καθολικά στην Λειτουργία, και να φέρει την Καθολική Λειτουργία, ξαναλέω, όσο πιο κοντά γίνεται στην Καλβινιστική Λειτουργία.

 

CHIRON:  Προφανώς πρόκειται για μια επανάσταση μέσα στην Εκκλησία.

 

GUITTON:  Σαφώς και είναι. [6]

 

Προ ετών, όταν ζούσαμε στην Καλιφόρνια, είχαμε παρακολουθήσει μια ταινία με τίτλο Catholics (Καθολικοί) γραμμένη από τον Brian Moore, έναν αποστάτη Ιρλανδό Καθολικό.  Αυτή η προφητική ιστορία αφορούσε ένα μοναστήρι στην νότιο Ιρλανδία, το οποίο συνέχιζε να τελεί την Παλαιά Θεία Λειτουργία, του Τυπικού του Τριδέντου, σε πείσμα του Βατικανού και του Παγκοσμίου Οικουμενικού Συμβουλίου, και μιας και αυτό ήταν το τελευταίο μέρος στον κόσμο που ακόμα τελούσε την Παλαιά Λειτουργία, είχε γίνει πλέον ένα διεθνές προσκυνηματικό κέντρο.  Το Βατικανό έστειλε εκεί ένα νεαρό ιερέα ονόματι π. Κινσέλλα  (ηθοποιός Martin Sheen), για να το κλείσει…... Σαν ασκούμενος Ρωμαιοκαθολικός πιστός την εποχή εκείνη, αυτή η ταινία μου είχε προξενήσει μεγάλη κατάθλιψη, για τον απλούστατο λόγο ότι η υπόθεση της ταινίας περιείχε περισσότερο από έναν κόκκο αλήθειας. Καλλιτέχνες σαν τον Brian Moore κατανοούν πολύ καλά πόσο σημαντικό ρόλο παίζει ο συμβολισμός στις τελετές.  Στο βιβλίο της, The Desolate City (Η Ερημωμένη Πόλη), η Anne Roche Muggeridge σχολιάζει αυτόν τον Ιρλανδό συγγραφέα και την προφητική του νουβέλα Catholics (Οι Καθολικοί), το θέμα της οποίας είναι η καταστροφή της Παλαιάς Λειτουργίας:

 

Ο Brian Moore είναι ένας αποστάτης Ιρλανδός Καθολικός, όμως η διδακτική του φαντασία έχει συγκρατήσει την σημασία όλων εκείνων των σχετικών πραγμάτων, και κατέχει την αντίληψη ενός μεγάλου καλλιτέχνη του τι σημαίνει «σύμβολο». Ερωτώμενος γιατί έγραψε το «Καθολικοί», έδωσε την αμίμητη Ιρλανδέζικη εξήγηση πως, μετά από μακρά απουσία, πήγε στην Θεία Λειτουργία και διαπίστωσε πως εκείνο που είχε.... πάψει να πιστεύει δεν ήταν πια εκεί. [7]

 

Καθώς κυλούσαν τα χρόνια, οι λειτουργικοί νεωτερισμοί αύξαιναν – όπως είχε προβλεφθεί από τον Monsignor Gamber – καθιστώντας την παραδοσιακή εκκλησία μια ακόμα πιο μακρυνή εικόνα: ένας αντικατοπτρισμός της ερήμου που γινόταν όλο και πιο άπιαστος, και εμείς, σαν Ρωμαιοκαθολικοί, γινόμασταν όλο και περισσότερο σαν ορφανά μέσα στην εκκλησία μας.  Ένα από τα προβλήματα με την Λειτουργία είναι που την βλέπουν σαν καρπό μιας εξέλιξης, σε αντίθεση με τους Ορθοδόξους, οι οποίοι –σύμφωνα με τον Καρδινάλιο Ratzinger (και σημερινό πάπα [σημείωση ΟΟΔΕ])-  δεν βλέπουν την Λειτουργία σαν κάτι που αναπτύσσεται ή που μεγαλώνει μέσα στην Ιστορία, αλλά σαν αντικατοπτρισμό της αιώνιας Λειτουργίας, το Φως της οποίας – μέσω της ιεροτελεστίας – φωτίζει τους μεταβλητούς καιρούς μας με την αναλλοίωτη ομορφιά και μεγαλοπρέπειά της. [8] Η μόνη παρηγοριά που ακούγαμε από τους λίγους παραδοσιακούς ιερείς που γνωρίζαμε, ήταν: να παραμείνουμε κοντά στον Πάπα – η εκκλησία τα έχει ξαναπεράσει όλα αυτά. Όμως, οι αποστασίες και η απώλεια πίστης στην Ευρώπη και στην Βόρειο Αμερική δεν είχαν προηγούμενο, και οι ίδιοι εκείνοι οργανισμοί μετάδοσης της πίστης, ήτοι, τα σχολεία, τα κολλέγια, τα πανεπιστήμια και οι ιερατικές σχολές, συνεχώς κατέρρεαν.

 

Το πνευματικό μας ταξίδι προς την Ορθοδοξία ξεκίνησε το 1992,  από έναν έμπειρο Ρώσσο αγιογράφο στο Vancouver της British Columbia.  Το εικόνισμα δεν είναι απλώς ένα παράθυρο προς τον πνευματικό κόσμο – είναι και ένας καθρέφτης των παραδόσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είναι αξιοσημείωτο, το πώς η τέχνη των εικόνων πάντα μας φαινόταν σαν μια πιο ώριμη μορφή θρησκευτικής τέχνης – κάτι που εξηγεί γιατί πάντοτε είχαμε εικονίσματα μέσα στο σπίτι μας. Την ίδια εποχή παρακολουθούσαμε και μερικές ομιλίες για την αγιογραφία που τις είχε οργανώσει η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μας έκανε μεγάλη εντύπωση η ταπεινοφροσύνη, η καλοσύνη και το πνευματικό βάθος των εκεί παρισταμένων.

 

Το 1993 παρακολουθήσαμε την Λειτουργία του Πάσχα στην τοπική μας ενορία, στην οποία – όπως στις περισσότερες Καθολικές εκκλησίες σήμερα – η συνήθης Προτεσταντική επιρροή ήταν έντονα αισθητή. Τριγύρω από το ιερό κρέμονταν τα γνώριμα τσόχινα λάβαρα, και το συγκρότημα με τις κιθάρες γρατζούνιζε εκείνα τα απαίσια τραγούδια από το βιβλίο των ύμνων «Δοξολογία και Αίνος». Τα μουσικά όργανα ήσαν εντελώς απαγορευμένα από τους Πατέρες της Εκκλησίας, [9] έτσι, όποτε άκουγα τις χορδές των κιθάρων να αντιλαλούν τόσο κακόφωνα, από μέσα μου έκλινα το γόνυ στην σοφία των Πατέρων. Ναι, έτσι είχαν τα πράγματα. Όπως γινόταν σε πολλούς παραδοσιακούς Καθολικούς, παίρναμε και εμείς την εβδομαδιαία «δόση» μας από εκείνο που οι ψυχολόγοι ονομάζουν γνωστική παραφωνία, δηλαδή, την αίσθηση αποξένωσης από την λειτουργία της εκκλησίας.

 

Καθ’ οδόν για το σπίτι μας, σταματήσαμε για να επισκεφτούμε μια μικρή Ορθόδοξη εκκλησία, της οποίας το κτίσμα είχε πρόσφατα περιέλθει στην ιδιοκτησία της, από μια –ανενεργό πια– Προτεσταντική εκκλησία. Οι περισσότεροι από τους ενορίτες της ήσαν Αγγλόφωνοι μεταστραφέντες στην Ορθοδοξία. Μια μικρή ανεκπαίδευτη χορωδία έψαλλε την λειτουργία, και μόνο λιγοστά εικονίσματα ήταν κρεμασμένα πάνω σε ένα πρόχειρο τέμπλο… η διαφορά που διαπιστώσαμε ήταν συγκλονιστική…. μέσα στο μάλλον φτωχικό αυτό διάκοσμο, είχαν «πετύχει» μια αίσθηση υπέρβασης, δέους, μυστηρίου και παλμού, που εμείς είχαμε πλέον απωλέσει. Παρά τον θαυμασμό μας για την λειτουργία τους, είχαμε μέσα μας και την αντίδραση προς το μη οικείο – το αίσθημα αποξένωσης, που θα γινόταν ακόμα πιο έντονα αισθητό όταν επισκεφτήκαμε τις εθνικές Ορθόδοξες εκκλησίες.

 

Πάντα είχαμε υπ’ όψη μας την Ορθόδοξη Εκκλησία και την λαμπρή μαρτυρία της προς την Παράδοση, όμως σήμερα, μέσα σ’ αυτή την μικρή απέριττη εκκλησούλα, η διαφορά ήταν ιδιαίτερα αισθητή, και άρχισαν να μας «τρώνε» διάφορα ερωτήματα:  Γιατί ετούτοι κατάφεραν να διατηρήσουν εκείνο που εμείς απωλέσαμε; (Μερικά από τα πρώτα ερωτήματα είναι συνήθως εκείνα που τυπικά προέρχονται από Ρωμαιοκαθολικούς.) Πώς μπορούν και τα καταφέρνουν, με μια τόσο αποκεντρωμένη μορφή εκκλησιαστικής διοίκησης;  Πώς καταφέρνουν να διοικούν τον εκκλησιαστικό οργανισμό τους, χωρίς να υπάρχει ένα πρόσωπο κύρους όπως εκείνο του Πάπα; Ποιος είναι επικεφαλής;  Επικοινωνήσαμε με μερικούς Ορθοδόξους ιερείς, με τους οποίους κάναμε πολλές συζητήσεις, και οι οποίοι φάνηκαν πολύ χρήσιμοι στο να μας κατευθύνουν προς κάποιους Ορθοδόξους ιστορικούς.  Δεδομένου ότι ήμασταν ενθουσιώδεις μελετητές της Ιστορίας, είχαμε φυσικά διαβάσει και για την Αρχαία Εκκλησία, αλλά τις περισσότερες φορές ήταν από την Ρωμαιοκαθολική σκοπιά.  Εδώ, για πρώτη φορά, διαβάζαμε βιβλία όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία μιλούσε από μόνη της.  Όπως γνωρίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι, η Ρωμαιοκαθολική και η Ορθόδοξη Εκκλησία ήσαν μια ενιαία Εκκλησία, επί μία ολόκληρη χιλιετία.  Πρέπει να επισημανθεί πως η Ορθόδοξη Εκκλησία, τα πρώτα εκείνα χίλια χρόνια ενότητας, πάντοτε αναγνώριζε την Ρώμη ως έχουσα Πρωτείο Τιμής – δηλαδή, πρώτη μεταξύ ίσων (primus inter pares). Ήταν η αρχαία έδρα της Ρωμαϊκής κυβέρνησης και ο τόπος «ανάπαυσης» των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, οι οποίοι Άγιοι για πολλές εκατοντάδες χρόνια απεδείχθησαν οι ακλόνητοι μάρτυρες της αληθούς πίστεως.  Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει πως η Ρώμη έσφαλλε, όταν επιδίωξε να διαστρέψει αυτό το Πρωτείο Τιμής εντός της Εκκλησίας σε Κυριαρχία επί της Εκκλησίας.  Η ανάγνωση αυτών των Ορθοδόξων συγγραφέων έμοιαζε με την άφιξη ενός χαμένου συγγενή στο κατώφλι του σπιτιού μας, ο οποίος μας έφερνε πρόσθετες λεπτομέρειες για την οικογενειακή μας ιστορία, προσφέροντας έτσι μια ολόδροση, νέα προοπτική.

 

Αυτή η νέα προοπτική ήταν μια πρόκληση στις πιο βαθειά ριζωμένες πεποιθήσεις μας περί του πρωτείου του Πάπα και της εξέλιξης της πρώιμης Εκκλησίας.  Σαν τους περισσότερους Ρωμαιοκαθολικούς, πήραμε και εμείς τον θριαμβεύοντα, μοναρχικό Παπισμό των κορυφαίων μεσαιωνικών εποχών –όπως ήταν του Γρηγορίου Ζ’, του Ιννοκέντιου Γ’ και του Βονιφάτιου Η’– και επιδιώξαμε, οπισθοδρομώντας, να μεταφέρουμε  αυτή την άποψη περί Παπισμού, μέχρι και στα πρώτα χρόνια της πρώιμης Εκκλησίας.  Και, σαν τους περισσότερους Ρωμαιοκαθολικούς, η άποψη που είχαμε για την Εκκλησία ήταν μάλλον ρομαντική παρά ρεαλιστική.

 

Για τους μη-Ρωμαιοκαθολικούς, είναι σχεδόν αδύνατον να κατανοηθεί η προσκόλληση ενός Καθολικού στον Παπισμό, γι’ αυτό και η αντίδρασή μας στο σημείο αυτό ήταν καθαρά αμυντική. Στο παρελθόν, όταν συναντούσαμε σοβαρά ιστορικά δοκίμια που αντιτίθεντο στην Καθολική άποψη, γινόμασταν σκεπτικοί. Και αν ανακαλύπταμε πως ο συγγραφέας ήταν Προτεστάντης, ή πως το βιβλίο προερχόταν από Προτεσταντικό εκδοτικό οίκο, του δίναμε ελάχιστη προσοχή. Εάν πάλι ερχόταν σε αντίθεση με κάποια δογματική πίστη, το αποπέμπαμε αμέσως.  Μονάχα ο Ρωμαιοκαθολικοί ιστορικοί (υποτίθεται πως) έχουν καθαρή θέση στην αντικειμενικότητα, προπαντός όταν το ζήτημα αφορά σε άρθρα πίστεως.  Αυτά διδάσκονται οι Καθολικοί, και αυτή η πεποίθησή τους είναι που διατηρεί την πίστη τους αμετακίνητη.  Το πιο τρανό παράδειγμα της διδασκαλίας αυτής είναι η περίφημη επιστολή του Πάπα Λέοντα ΙΓ’ Letter to the Prelates and Clergy of France (Επιστολή προς τους Επισκόπους και τους Κληρικούς της Γαλλίας) (8 Σεπτεμβρίου 1899).  Παροτρύνοντάς τους μεν να μελετούν την Ιστορία, τους θυμίζει όμως πως:  όσοι την μελετούν, δεν πρέπει ποτέ να αγνοούν το γεγονός πως περιέχει πληθώρα δογματικών δεδομένων τα οποία επιβάλλονται στην πίστη μας, την οποία δεν επιτρέπεται σε κανένα να αμφισβητήσει.  Ο Καρδινάλιος Manning της Αγγλίας είναι ακόμα πιο απόλυτος: Η επίκληση της αρχαιότητας είναι και προδοσία και αίρεση.  Προδοσία, επειδή αρνείται την θεϊκή φωνή της Εκκλησίας την ώρα αυτή, και αίρεση, επειδή αρνείται πως εκείνη η φωνή είναι θεϊκή. [10]

 

Μια άλλη φορά, ο Καρδινάλιος Manning έγραψε: Μια οποιαδήποτε επίκληση της ζωντανής φωνής της Εκκλησίας σε οποιοδήποτε δικαστήριο – συμπεριλαμβανομένης και της ανθρώπινης Ιστορίας – αποτελεί πράξη ιδιωτικής κρίσεως και προδοσία, καθότι εκείνη η ζωντανή φωνή είναι υπέρτατη, και το να εφεσιβάλλει κανείς στην φωνή εκείνη είναι επίσης αίρεση, επειδή η φωνή εκείνη είναι – με θεϊκή βοήθεια – αλάθητη [11]

 

Έτσι, για τους Καθολικούς, το ότι οι Επίσκοποι της Ρώμης ανέκαθεν ασκούσαν άμεση και υπέρτατη δικαιοδοσία και αλάθητη κρίση εφ’ όλης της εκκλησίας, και το ότι αυτά τα προνόμια είχαν μεταδοθεί από τον Πέτρο, είναι μια δογματική πίστη πέραν πάσης διαφωνίας.

 

Εμείς όμως, κάναμε ένα γιγαντιαίο βήμα, και επιτρέψαμε να υποβληθούν οι θέσεις μας σε λεπτομερή εξέταση, έτσι, αναζητήσαμε καλούς, ικανούς, μη-Καθολικούς, μη-Ορθοδόξους μελετητές και περάσαμε τα επόμενα δύο χρόνια διαβάζοντας όλες τις πλευρές της ιστορίας της Εκκλησίας, επικοινωνώντας με απομακρυσμένες βιβλιοθήκες και Πανεπιστήμια, επαληθεύοντας κείμενα, μεταφράζοντας Λατινικά έγγραφα και κάνοντας συζητήσεις με αρκετούς Ρωμαιοκαθολικούς ιερείς.  Αυτό που βρήκαμε ήταν πως η σύγχρονες μελέτες και οι πρώιμες εκκλησιαστικές γραφές επιβεβαίωναν την Ορθόδοξη θέση. Πάντοτε προσπαθούσαμε να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες χωρίς προκατάληψη και τα προβλήματα χωρίς συναισθηματισμούς, όμως ο αξίες αυτές δοκιμάστηκαν στο έπακρο, όταν εξετάζαμε την Ορθόδοξη Εκκλησία. Υπήρξαν στιγμές που προσευχόμασταν να βρεθεί ένα καλό επιχείρημα  για να παραμείνουμε με την Ρώμη.

 

Μερικοί από τους Ρωμαιοκαθολικούς φίλους μας επιδίωξαν να μας πείσουν να μείνουμε με την Ρώμη, επικαλούμενοι την αριθμητική υπεροχή της Ρώμης  («μα πώς είναι δυνατόν, ένα δισεκατομμύριο Ρωμαιοκαθολικοί να είναι λάθος;») Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να αποδείξει κανείς την αλήθεια με την δύναμη των αριθμών – στο κάτω-κάτω, μέχρι το έτος 2000 οι Μουσουλμάνοι θα ξεπερνούν σε αριθμό τους Χριστιανούς – τι θα λέμε τότε;  Αυτό το σκεπτικό άλλωστε είχε –ορθώς- καταδικαστεί από τον Πάπα Πίο Θ’, στο Syllabus of Errors  (Περίληψη Λαθών) αριθμός 60, (1864) : «Εκείνος που θα πει ότι το κύρος δεν είναι τίποτε άλλο από αριθμούς και το αθροιστικό σύνολο της υλικής δύναμης, έστω αυτός ανάθεμα

 

Αρκετές φορές στο διάστημα των δύο ετών προσευχής, ανάγνωσης και έρευνας, πηγαίναμε σε Ρωσικές και Ελληνικές λειτουργίες αλλά αποχωρούσαμε πριν το τέλος, νοιώθοντας εντελώς ξένοι. Η συναισθηματική μας πλευρά επιζητούσε απεγνωσμένα να μείνει κοντά σε εκείνα που μας ήταν οικεία και μας «ανάπαυαν», αλλά, μετά από λίγο καιρό, λέγαμε: «όμως οι Ορθόδοξοι έχουν δίκιο».  Η λογική μας συνεχώς μας στερούσε την πολυτέλεια της υποχώρησης στα συναισθήματά μας.  Όταν κοιτάμε πίσω στην εποχή αυτή, καταλαβαίνουμε πως ήταν η Χάρις του Θεού που μας έσπρωχνε, σαν ένα επίμονο κάλεσμα, επειδή, όταν αρχίσαμε να ερευνούμε την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν είχαμε κανένα ένθερμο κύκλο Ορθοδόξων φίλων που να μας σκουντάει απαλά προς την σωστή κατεύθυνση.  Ήταν ένα επίπονο, μοναχικό ταξίδι, αλλά τουλάχιστον ο πόνος διατηρούσε αγνά τα κίνητρά μας.

 

Σε μια πανέμορφη, συγκινητική τελετή, εν μέσω κεριών με τρεμάμενες φλόγες, των ζεστών χρωμάτων των εικονισμάτων, και την αιωρούμενη ευωδιά του θυμιάματος, γίναμε δεκτοί μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία με το Χρίσμα που λάβαμε, την Κυριακή του Λαζάρου, 1995. Δεν ήμασταν πλέον ορφανά.  Η παραδοσιακή εκκλησία που αγαπούσαμε και λαχταρούσαμε ήταν εδώ.  Τα Μυστήρια, την εγκυρότητα των οποίων η Ρώμη ανέκαθεν αναγνώριζε και που είναι τόσο σημαντικά στις πνευματικές ζωές μας, ήσαν όλα παρόντα, και μεταφερμένα διαχρονικά με αναλλοίωτο τρόπο. Για παράδειγμα: τον ζυμωτό άρτο για την Ευχαριστία, που και η Ρώμη επίσης χρησιμοποιούσε τα πρώτα 800 χρόνια, [12] και την υπακοή στην εντολή του Χριστού: Αφήστε τα μικρά παιδιά να έρθουν προς Με, και μην τα εμποδίζετε, διότι από αυτά απαρτίζεται η Βασιλεία του Θεού (Μάρκ. 10:14), που επέτρεπε την Θεία Κοινωνία στα βρέφη, που και η Ρώμη τηρούσε μέχρι τον 12ο αιώνα.[13] Ήταν καταπληκτικό, να ανακαλύπτουμε όλες τις πλούσιες παραδόσεις και πρακτικές που η Ρώμη σταδιακά είχε αποβάλλει με το πέρασμα των αιώνων, να συνεχίζουν να παραμένουν ένα αναμφισβήτητα μεγάλο μέρος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

 

Στα δύο εκείνα χρόνια της προσευχής και μελέτης, παρακολουθούσαμε συχνά την Θεία Λειτουργία, την οποία εν καιρώ αγαπήσαμε, και σταδιακά χάσαμε εκείνη την αίσθηση αποξένωσης. Κάποια φορά, όταν είχε χοροστατήσει ο Επίσκοπος, έγινα μάρτυρας του Ορθόδοξου μυστηρίου της εξομολόγησης. Είχε λάβει χώρα μπροστά στο τέμπλο, και στο τέλος, ο Επίσκοπος αγκάλιασε τον μετανοούντα και θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε κάνει η αγάπη και η τρυφερότητα που του έδειξε.   Όπως κάθε εκκλησία, έτσι και η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υστερεί σε προβλήματα. Συγκρούσεις και προβλήματα έχουν υπάρξει μέσα στην Εκκλησία από την αρχή – δεν έχει παρά να διαβάσει κανείς τις Επιστολές του Παύλου για του λόγου το αληθές. Όμως, παρ’ όλα αυτά, η Εκκλησία έχει παραμείνει μια υπέροχη μαρτυρία της Χριστιανικής Παράδοσης, και διαφυλάττει ζηλότυπα όλες τις παραδόσεις Της και την Λειτουργία, από κάθε αλλαγή, προσφέροντας έτσι στους πιστούς Της μια πανίσχυρη αίσθηση μονιμότητας και γαλήνης στην πνευματική ζωή τους.

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει διατηρήσει τον ουσιαστικό χαρακτήρα της  καθολικότητας της πρώτης Εκκλησίας που απηχούσε ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας (μαρτύρησε γύρω στο 110 μ.Χ.): Όπου βρίσκεται ο Επίσκοπος ας συγκεντρώνονται εκεί όλοι οι άνθρωποι, καθώς όπου είναι ο Χριστός παρών, εκεί βρίσκεται και η καθολική Εκκλησία.

 

Ο Αγιος Ιερώνυμος το περιγράφει ως εξής:

 

Δεν πρόκειται για μία Εκκλησία στη Ρώμη και μια άλλη σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο. Η Γαλατία και η Βρετανία, η Αφρική και η Περσία, η Ινδία και η Ανατολή, λατρεύουν τον Ένα Χριστό και τηρούν τον ένα κανόνα αληθείας. Αν επιζητείς εξουσία, ο κόσμος υπερακοντίζει την πρωτεύουσά του. Όπου υπάρχει Επίσκοπος, είτε στην Ρώμη ή στο Engubium, είτε στην Κωνσταντινούπολη ή στο Ρήγιο, είτε στην Αλεξάνδρεια ή στο Zoan, το κύρος του είναι ένα, και η ιερωσύνη του είναι μία.  Ούτε η ισχύς του πλούτου, ούτε η ταπεινότητα της φτώχειας δεν τον καθιστούν περισσότερο Επίσκοπο ή λιγότερο Επίσκοπο. Όλοι τους είναι ομοίως  διάδοχοι των Αποστόλων. (Επιστολή CXLVI προς Ευάγγελον)

 

Η τοπική εκκλησία με τον Επίσκοπό της περιέχει την ολότητα της καθολικής-παγκοσμίου Εκκλησίας.  Το μοντέλο αυτό απέχει παρασάγγας από την Ρωμαιοκαθολική αντίληψη, όπου η τοπική εκκλησία είναι Ρωμαιοκαθολική, μόνο και μόνο επειδή αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου εταιρικού σώματος, και όπου η δόξα της παγκόσμιας εκκλησίας ακτινοβολεί εκτυφλωτικά μέσα από το αξίωμα ενός και μόνου επισκόπου, γι’ αυτό και ο Πάπας Πίος Θ’ μπόρεσε να αναφωνήσει:  Μαρτυρία της παράδοσης είναι μόνο μία – και αυτή είμαι εγώ. [14] Μάλιστα, η Εκκλησία των Επτά Οικουμενικών Συνόδων είχε επιζητήσει  μια ισορροπία, την οποία βρίσκουμε στον 34ο Κανόνα των Αποστολικών Κανόνων. Οι κανόνες αυτοί χρονολογούνται από το πρώτο ήμισυ του 4ου αιώνα και αντικατοπτρίζουν τις πρακτικές της Εκκλησίας της προ της Συνόδου της Νικαίας, όπου η Ρώμη απολάμβανε το πρωτείο τιμής – ήταν η πρώτη μεταξύ ίσων (primus inter pares). Οι κανόνες αυτοί είχαν μεταφραστεί στα Λατινικά από τον Διονύσιο Εξήγιο στα τέλη του 5ου αιώνα και είχαν γίνει ευρέως αποδεκτοί στην Δύση.  Ο Κανόνας 34 αναφέρει τα ακόλουθα:

 

Οι επίσκοποι κάθε χώρας οφείλουν να αναγνωρίζουν εκείνον που είναι ο πρώτος ανάμεσά τους και να τον λογαριάζουν ως κεφαλή τους, και να μην κάνουν τίποτε που να έχει συνέπειες, αν δεν έχουν την έγκρισή του. Μπορούν όμως να κάνουν εκείνα που αφορούν την ενορία του καθενός τους και τις επαρχίες της χώρας που υπάγονται σ’ αυτή. Αλλά ας μην επιτραπεί σε εκείνον που είναι πρώτος να κάνει οτιδήποτε χωρίς την έγκριση όλων. Διότι έτσι θα υπάρξει ομόνοια, και ο Θεός θα δοξαστεί, μέσω του Κυρίου, εν Πνεύματι Αγίω.

 

Από πολλές απόψεις, οι Δυτικοί Χριστιανοί ζούνε σ’ ένα κόσμο όπου τα μόνα σημεία αναφοράς είναι ή Ρωμαιοκαθολικά ή Προτεσταντικά.  Η Προτεσταντική επανάσταση που ανάφλεξε την Δυτική Ευρώπη, και η Ρωμαιοκαθολική αντι-Μεταρρύθμιση, οριοθετούν την θρησκευτική μας εμπειρία. Όταν κοιτάξουμε έξω από τα θρησκευτικά αυτά όρια, πολλοί από μας βρισκόμαστε περιορισμένοι από την κουλτούρα μας. Με τέτοιες πολιτισμικές παρωπίδες, η Ορθόδοξη Εκκλησία δύναται να φαντάζει πολύ εθνική ή πολύ διαφορετική -  μάλιστα, πολλές από αυτές τις αποκαλούμενες διαφορές ήταν κάποτε συνήθης πρακτική στις Δυτικές Εκκλησίες.

 

Αυτό που ακολούθησε ήταν το αποτέλεσμα δύο ετών μελέτης. Είναι δύσκολο να καταπιαστεί κανείς με ζητήματα επίμαχα, χωρίς να ξεσηκώσει διαφωνίες και μνησικακίες. Υπήρξαν φορές που με είχαν εκφοβίσει, να πιστεύω πως ίσως δεν θα έπρεπε να γράψω αυτό το άρθρο, μην τυχόν θεωρηθώ αντι-Καθολικός – που βεβαίως δεν είμαι.  Σαν Ορθόδοξος Χριστιανός, μοιράζομαι με τους Ρωμαιοκαθολικούς την πίστη πως οι τρεις ακρογωνιαίοι λίθοι της Προτεσταντικής Επανάστασης – δηλαδή το Sola Scriptura (μόνο η Γραφή), Sola Fide (μόνο η Πίστη) και Imputed Righteousness (Αποδιδόμενη Δικαιοσύνη) είναι εντελώς λάθος, όμως αυτό δεν μας κάνει αντι-Προτεσταντικούς. Όλοι οι Χριστιανοί πιστεύουν πως ο Εβραϊκός λαός έσφαλλε, με το να απορρίψει τον Χριστό ως Μεσσία, όμως αυτό δεν μας κάνει αντι-Σημίτες.

 

Οι Επίσκοποι της Ρώμης ενθαρρύνουν την εξονυχιστική έρευνα από Ορθοδόξους Χριστιανούς, επειδή αξιώνουν πως έχουν το προνόμιο της υπέρτατης παγκόσμιας δικαιοδοσίας επάνω στην Ορθόδοξη Εκκλησία.  Ο Πίος ΙΑ’ διευκρινίζει στην εγκύκλιό του, Lux Veritatis (Φως Αληθείας), πως, μαζί με την Ευλογημένη Παρθένο Μαρία, θρηνεί για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς που έχουν –ατυχώς– αποτραβηχτεί από την ενότητα της Εκκλησίας και συνεπώς από τον Υιό της, του Οποίου είμαστε Εμείς βικάριοι επί της γης. Είθε να επιστρέψουν στον κοινό Πατέρα, είθε να στραφούν όλοι σε Εμάς, που έχουμε μια όντως πατρική αγάπη για όλους τους, και που μετά χαράς θα τους κάναμε δικούς μας. Όταν η Ρώμη κάνει τέτοιες δηλώσεις, όσο ένθερμα και αν τις κάνει, είναι επόμενο πως θα διακινδυνεύσει να υποστεί την παροιμιακή «μερίδα του διεκδικητή», με το να αίρεται περιστασιακά η διεκδίκησή του, και ειδικώτερα αν η διεκδίκησή του εμφανίζεται ιδιαίτερα υπεροπτική.

 

Στο άρθρο αυτό στηρίχθηκα στις καλύτερες πηγές γνώσης που διατίθενται για την ιστορία της πρώιμης Εκκλησίας, προκειμένου να απεικονίσω τον ρόλο της Ρώμης στην πρώιμη Εκκλησία, και συγκεκριμένα στις Οικουμενικές Συνόδους, και πώς την αντιλαμβανόταν η Εκκλησία γενικά.  Επίσης στηρίχθηκα πάρα πολύ σε Ρωμαιοκαθολικούς ιστορικούς που σχολίαζαν τα πιο σοβαρά ζητήματα όπως το Παπικό Αλάθητο. Μπορεί να εκπλαγούν ορισμένοι Καθολικοί, μαθαίνοντας πως πριν ορισθεί ο ορισμός το 1870, πολλοί από τους πιο αξιοσέβαστους ιστορικούς της εκκλησίας τον είχαν αποκηρύξει ως μη υπερασπίσιμο.

 

Πρέπει να τονιστεί πως η λειτουργική επανάσταση εντός της Καθολικής Εκκλησίας ήταν μόνο ο καταλύτης, και φυσικά όχι ο λόγος μετακίνησης προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο λόγος ήταν μάλλον επειδή οι ισχυρισμοί του Παπισμού δεν άντεξαν την εξονυχιστική ιστορική ανάλυση – κάτι που τελικά έθετε υπό αμφισβήτηση και το δόγμα περί του Παπικού Αλάθητου. Ιδιαίτερα σημαντικό και αποκαλυπτικό για μένα ήταν ο ρόλος και η θέση της Ρώμης στις Επτά Οικουμενικές Συνόδους, και επίσης, το πώς εκείνες οι Σύνοδοι, μέσω των εγγράφων τους και των ενεργειών τους, αντιλαμβάνονταν την θέση της Ρώμης.

 

Παρ’ ότι λοξοδρόμησε, και στις δομές της και στις παραδόσεις της, από εκείνα της Πρώτης Εκκλησίας, η τεράστια προσφορά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην Δυτική Κοινωνία πρέπει να αναγνωριστεί και να εκτιμηθεί.  Εκείνη ίδρυσε τα πρώτα πανεπιστήμια – π.χ. της Οξφόρδης, του Κέϊμπριτζ, το Πανεπιστήμιο των Παρισίων, επίσης τις αμέτρητες χιλιάδες νοσοκομείων και ορφανοτροφείων, και ενέπνευσε την ανέγερση των σπουδαίων γοτθικών καθεδρικών ναών. Ειδική τιμή πρέπει να αποδοθεί και στους χιλιάδες των ιεραποστόλων που εργάστηκαν στον Νέο Κόσμο για την διάδοση του Ευαγγελίου, οι οποίοι άφησαν πίσω τους ονόματα όπως San Francisco , San Diego , Corpus Christi (Σώμα Χριστού), και Santa Barbara (Αγία Βαρβάρα), σαν διαρκή μαρτυρία της ευσέβειάς τους. Παραμένουμε ευγνώμονες στην Εκκλησία της Ρώμης για τις πολλές πνευματικές αλήθειες που μας διαβίβασε, και διατηρούμε μια στενή επαφή μαζί της, καθ’ όσον πολλά μέλη της οικογένειάς μας και πολλοί φίλοι μας, λαϊκοί και κληρικοί, είναι μέσα στο ποίμνιό της..

 

 

Σημειώσεις

1. Cranmers Godly Order(Θεϊκή Τάξη του Κράνμερ) - Michael Davies, Devon 1976.

2. The Reform of the Roman Liturgy (Η Μεταρρύθμιση της Ρωμαϊκής Λειτουργίας)- σελ. 100, Monsignor Klaus Gamber, Una Voce Press, San Juan Capistrano, CA, και Foundation for Catholic Reform (Ίδρυμα για την Καθολική Μεταρρύθμιση), Harrison, NY, 1993.

3. του ιδίου, - σελ. 12.

4. του ιδίου, - σελ. 9.

5. του ιδίου, - σελ. 45.

6. The Latin Mass (Η Λατινική Λειτουργία) - Τόμος. 4, Αρ.1, Χειμώνας 1995, Foundation for Catholic Reform (Ίδρυμα για την Καθολική Μεταρρύθμιση), Fort Collins, CO.

7. The Desolate City (Η Ερημωμένη Πόλη) – σελ. 134, Anne Roche Muggeridge, McClelland & Stuart Limited, Toronto, 1986.

8. The Latin Mass (Η Λατινική Λειτουργία), Τόμος 2, Αρ. 1, σελ 21, Ιαν/Φεβ. 1993.

9. Encyclopaedia Britannica, Τόμος. No. 15, σελ. 1065, 1972.

10. Temporal Mission of the Holy Ghost,(Εγκόσμια Αποστολή του Αγίου Πνεύματος)  4η έκδοση, σελ. 238.

11. Daily Telegraph, 8 Οκτωβρίου 1875, σελ. 5.

12. Jungman, Τόμος 1, σελ. 84.

13. του ιδίου, Τόμος. II,  σελ. 385.

14. The Vatican Council 1869 – 1870 (Η Σύνοδος του Βατικανού 1869-1870), σελ. 355, Dom Cuthbert Butler, Collins & Harvill Press, London. (Ο Αρχιεπίσκοπος Φήλιξ Dupanloup της Ορλεάνης καθώς και ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος Darboy των Παρισών, είχαν καταγράψει αυτό το διάσημο σχόλιο στα ημερολόγιά τους, λίγες ώρες αφ ότου το ξεστόμισε ο Πάπας την 18η Ιουνίου, 1870).

Δημιουργία αρχείου: 1-11-2006.

Τελευταία ενημέρωση: 1-11-2006.

ΕΠΑΝΩ