Η ύπαρξη τού Θεού * Φανέρωση του Θεού εν Χριστώ * Τι δεν είναι ο Θεός * Περί πολυπλοκότητας τού... Θεού
|
Μήπως ο Θεός δεν "υπ-άρχει"; Λεξικογραφική ανάλυση τής λέξης: "υπάρχω"
Ν. Μ.
|

|
Πριν από λίγες ημέρες, καθώς διάβαζα ένα άρθρο κάποιου ορθοδόξου από το εξωτερικό, μεταφρασμένο στα ελληνικά, συνάντησα μία πρότασή του που έλεγε: «Ο Θεός δεν υπ-άρχει, άρχει». Ανάμεσα στο «υπ» και το «άρχει» υπήρχε μία παύλα που τόνιζε τη σύνθετη λέξη «υπάρχει» και τη στιγμή εκείνη αιφνιδιάστηκα. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ τη λέξη, από ποιες άλλες λέξεις αποτελείται και ποια θα μπορούσε να είναι η πρωταρχική της σημασία. Ως Έλληνας, από μικρό παιδί έχω μάθει να χρησιμοποιώ τις λέξεις με το σύνηθες νόημά τους, χωρίς να πολυσκέφτομαι συχνά τι ακριβώς σημαίνουν, και πολύ συχνά αιφνιδιάζομαι όταν εντοπίζω κάποιο νόημα που δεν είχα σκεφτεί σε μία λέξη. Στην προκειμένη περίπτωση, έχω πει αμέτρητες φορές ότι ο Θεός υπάρχει. Εδώ όμως, αν το νόημα ήταν αυτό το οποίο υπονοούσε αυτός ο ορθόδοξος του εξωτερικού, άλλαζαν πολλά πράγματα. Γιατί το νόημα που υπονοούσε ήταν ότι η λέξη «υπάρχω» βγαίνει από το «υπό» και από το «άρχω», δηλαδή από κάποια αρχή. Άρα «υπάρχω» σημαίνει ότι υπόκειμαι στην εξουσία κάποιας αρχής και, υπ' αυτή την έννοια, δεν θα μπορούσε ο Θεός να «υπάρχει», δηλαδή να υπόκειται σε κάποια άλλη ανώτερη αρχή, να είναι υπό κάποιαν αρχή, αφού ο ίδιος είναι η υπέρτατη αρχή. Προσπάθησα να σκεφτώ έστω και μία περίπτωση στην Αγία Γραφή που να αναφέρεται η λέξη «υπάρχει» στον Θεό, αλλά δεν μπόρεσα να θυμηθώ. Σκέφτηκα τη λέξη την οποία χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Θεός, προσδιορίζοντας τον εαυτό Του με το όνομα «Γιαχβέ», που σημαίνει «ο Ων», «ο Είναι». Δεν είπε «ο Υπάρχων» και αυτό με έκανε να σκέφτομαι ότι πιθανόν να πρέπει να αναθεωρήσω τις λέξεις που χρησιμοποιώ όταν μιλάω για την «ύπαρξη» του Θεού, γιατί υπ' αυτή την έννοια πράγματι ο Θεός «άρχει» δεν υπάρχει. Θέλησα όμως να δω αν χρησιμοποιείται αυτή η λέξη στην Αγία Γραφή και έψαξα σε όλα της τα βιβλία και τη βρήκα ελάχιστες φορές, κυρίως στην Παλαιά Διαθήκη των Εβδομήκοντα και λιγότερο στο Μασοριτικό κείμενο, και για τον Θεό η λέξη αυτή χρησιμοποιείται πολύ ελάχιστες φορές, μετρημένες κυριολεκτικά στα δάχτυλα. Αλλά αφού αναφέρεται, σκέφτηκα, δεν θα μπορούσε να έχει αυτή την έννοια. Αναζήτησα λοιπόν την ετυμολογία της λέξης. Άραγε ο Θεός υπάρχει ή δεν υπάρχει; Θα μοιραστώ λοιπόν μαζί σας αυτά τα οποία βρήκα. Η πρόθεση «υπό», «κάτω από» στην απλή γλώσσα, είναι η πρώτη λέξη του «υπάρχω» και ακολουθείται από το ρήμα «άρχω», δηλαδή αρχίζω, ηγούμαι, είμαι πρώτος, εξουσιάζω. Έχει όλες αυτές τις έννοιες. Άρα αρχικά το «υπάρχω» κυριολεκτικά σήμαινε «κάνω αρχή από κάτω» ή «βρίσκομαι ως θεμέλιο» ή «υπόκειμαι ως βάση» ή «είμαι ήδη παρών, διαθέσιμος». Στην αρχαία ελληνική γλώσσα το ρήμα είχε αρκετές σημασίες, όπως «βρίσκομαι», «είμαι διαθέσιμος», «ανήκω», «υφίσταμαι», τυγχάνω, ακόμα και «ξεκινώ», «κάνω αρχή». Σιγά σιγά, ιδιαίτερα στην ελληνιστική και μεταγενέστερη χρήση, η σημασία μετατοπίστηκε προς το απλό «υφίσταμαι», «υπάρχω», «είμαι», όπως το λέμε σήμερα στα νέα ελληνικά. Το ενδιαφέρον είναι ότι στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ιδιαίτερα στους Στωικούς και αργότερα στους χριστιανούς Πατέρες, οι οποίοι χρησιμοποίησαν την ορολογία της φιλοσοφίας, το «υπάρχειν» συχνά δεν δηλώνει απλώς το «είμαι», αλλά το «έχω πραγματική υπόσταση», «είμαι παρών ως πραγματικότητα», «υφίσταμαι αληθινά». Και θέλω να σταθείτε λίγο στη λέξη «υφίσταμαι». «Υφίσταμαι» είναι πάλι σύνθετη λέξη. Πάλι σημαίνει «βρίσκομαι από κάτω», όπως και το «υπ-άρχω», δηλαδή «κάνω αρχή από κάτω». Είναι ουσιαστικά ταυτόσημη η λέξη «υφίσταμαι» με τη λέξη «υπάρχω». Κατά συνέπεια, η βασική έννοια της λέξης «υπάρχω», όταν λέμε «ο Θεός υπάρχει», δεν είναι ότι ο Θεός βρίσκεται κάτω από κάποια αρχή, αλλά αντιθέτως ότι ο Ίδιος είναι το θεμέλιο, γιατί το θεμέλιο είναι πάντα κάτω. Και το «υπάρχω», δηλαδή «κάνω αρχή από κάτω», για τον Θεό σημαίνει ότι θέτει το θεμέλιο, είναι το θεμέλιο, προηγείται, είναι η αρχή. Έτσι, στο σύνθετο «υπάρχω», το «υπό» δεν λειτουργεί τόσο ως υποταγή σε εξουσία, (γιατί σπανιότατα έχει χρησιμοποιηθεί και με αυτές τις έννοιες), αλλά περισσότερο χρησιμοποιείται ως υποκείμενη βάση, ως θεμελιώδης παρουσία. Σημαίνει: «βρίσκομαι ήδη από κάτω ως στήριγμα ή δεδομένο», ως δεδομένη ύπαρξη. Και μοιάζει πολύ και με τη γνωστή λέξη «υπόσταση», η οποία λέξη, μέχρι τον καιρό των Καππαδοκών Πατέρων που της έδωσαν την έννοια «πρόσωπο», που την ταύτισαν με την έννοια «πρόσωπο», σήμαινε το ίδιο πράγμα ακριβώς με το «υφίσταμαι» ή «υπάρχω». Μάλιστα, με αυτήν ακριβώς την έννοια χρησιμοποιείται και στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, αλλά και σε εδάφιο της Αγίας Γραφής, πριν από τους Καππαδόκες Πατέρες. Γι’ αυτό οι αρχαιότερες σημασίες του «υπάρχω» είναι με ακρίβεια: «είμαι ήδη εκεί», «βρίσκομαι διαθέσιμος», «ανήκω ως υπάρχον δεδομένο», «υφίσταμαι». Μάλιστα, σε πολλά αρχαία χωρία το «υπάρχω» σημαίνει σχεδόν «τυγχάνω όντας», «βρίσκομαι στην κατάσταση τού». Για παράδειγμα: «φίλος υπάρχει», που σημαίνει «τυγχάνει φίλος», «είναι φίλος». Μπορεί κάποιος να σκεφτεί το «υπό αρχήν», αλλά ετυμολογικά και ιστορικά η λέξη δεν εξελίχθηκε με αυτή τη σημασία. Αντίθετα, συνδέθηκε περισσότερο με την έννοια της υποκείμενης πραγματικότητας, της θεμελιώδους παρουσίας, αυτού που είναι ήδη εκεί. Ναι, βεβαίως υπάρχουν περιπτώσεις στην αρχαία ελληνική όπου το «υπάρχω» μπορεί, μέσα στα συμφραζόμενα, να πλησιάζει την έννοια του «ανήκω σε κάποια εξουσία», όμως αυτή δεν είναι η βασική και η κυριολεκτική σημασία του ρήματος. Για παράδειγμα, στην κλασική ελληνική βρίσκουμε χρήσεις όπως «τοις Αθηναίοις υπάρχειν», «βασιλεί υπάρχειν», όπου η σημασία μπορεί να είναι «ανήκω στους Αθηναίους», «υπάγομαι στον βασιλιά» ή «είμαι στην υπηρεσία ή εξάρτηση του βασιλιά». Εκεί το «υπάρχω» πραγματικά αποκτά χροιά σχέσεως, εξαρτήσεως ή υπαγωγής. Όμως αυτό συμβαίνει επειδή το ρήμα έχει ήδη πάρει τη σημασία «ανήκω ως διαθέσιμος», «βρίσκομαι στο πλευρό κάποιου» ή «είμαι στην κατοχή ή δικαιοδοσία κάποιου». Μια τέτοια έννοια δεν προκύπτει ετυμολογικά. Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρουσα ιστορική εξέλιξη. Το ρήμα «άρχω» ήδη από πολύ νωρίς απέκτησε δύο στενά συνδεδεμένες σημασίες. Πρώτον, «αρχίζω» και, δεύτερον, «άρχω», δηλαδή «κυβερνώ», επειδή ο άρχοντας είναι αυτός που προηγείται, που βρίσκεται πρώτος, που ξεκινάει την κίνηση. Άρα δεν είναι παράλογο που αργότερα κάποιοι θα μπορούσαν να αισθανθούν μέσα στο «υπάρχω» και μια απόχρωση «τελώ υπό άρχοντα» ή «βρίσκομαι υπό κυριαρχία». Αλλά αυτό είναι περισσότερο δευτερογενής νοηματική ανάγνωση και όχι η κύρια ιστορική ετυμολογία και χρήση του ρήματος. Το κλειδί εδώ, στην έννοια της λέξης, είναι ότι το ρήμα «άρχω» στην αρχαιότερη χρήση του δεν είχε πρωτίστως τη σημασία «κυβερνώ», αλλά «ξεκινώ», «είμαι πρώτος», «προηγούμαι», «θέτω αρχή». Από αυτή τη σημασία προήλθαν αργότερα οι έννοιες «αρχή ως ξεκίνημα» και «αρχή ως εξουσία», επειδή ο άρχων είναι εκείνος που βρίσκεται πρώτος και ηγείται. Όταν λοιπόν σχηματίστηκε το «υπάρχω» ως έννοια, η αίσθηση της σύνθετης αυτής λέξης δεν ήταν «είμαι κάτω από εξουσία», αλλά «βρίσκομαι από κάτω ως υποκείμενη αρχή, ως βάση, ως δεδομένο, υφίσταμαι ως δεδομένη πραγματικότητα». Η πολιτικοποίηση που αναφέρεται σε άρχοντα είναι μία έννοια που ακολούθησε αργότερα. Κατά συνέπεια, μπορούμε να λέμε χωρίς τύψεις και χωρίς κανένα νοηματικό κόλλημα ότι ο Θεός πράγματι υπάρχει. Όχι ότι βρίσκεται κάτω από κάποιον άρχοντα, αλλά ότι ο Ίδιος είναι η αρχή η οποία βρίσκεται κάτω από οτιδήποτε άλλο υπάρχει, το θεμέλιο για τα πάντα.
|
Δημιουργία αρχείου: 27-5-2026.
Τελευταία μορφοποίηση: 27-5-2026.