Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Ενότητες: Ιστορικά και Ορθοδοξία

 

Εκκλησιαστική Ιστορία

Γ΄ Μέρος

 Η διαδοχή της "λειτουργίας" των Αποστόλων κατά την Α' Κλήμεντος

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ (70-100 μ.Χ.)

 

Πηγή: Εκκλησιαστική Ιστορία Βλασίου Ι. Φειδά, Α΄ Αθήνα 1992, κεφ. Β΄.

 

 

3. Η διαδοχή της "λειτουργίας" των Αποστόλων κατά την Α' Κλήμεντος

 

α'. Ο Κλήμης και η αυθεντία του

Τα ανωτέρω συμπεράσματα έχουν αναμφίβολα ανάγκη πρόσθετης αποδεικτικής κατοχυρώσεως, αποφασιστική δε αξία έχει η προς Κορινθίους επιστολή του Κλήμη, η οποία συντάχθηκε περί το 96 μ.Χ. Ο Κλήμης κατατάσσεται μεταξύ των μαθητών του Αποστόλου Παύλου και χαρακτηρίζεται ως "συνεργός" του, γι' αυτό και δεν ήταν ξένος προς το μεγάλο κύρος των συνεργατών των Αποστόλων κατά τη μεταποστολική εποχή. Ο Κλήμης, ως "εωρακώς τους μακάριους Αποστόλους και συμβεβληκώς αυτοίς και έτι έναυλον το κήρυγμα των Αποστόλων και την παράδοσιν έχων" (Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων, 111,3,3.), ήταν φορέας εξαιρετικής αυθεντίας στην Εκκλησία, όπως αυτό φαίνεται όχι μόνο από την αποστολή της επιστολής, αλλά και από την απήχηση της στην τοπική Εκκλησία της Κορίνθου. Στον Ποιμένα του Ερμά, στον οποίο το τοπικό Ιερατείο αποδίδεται με τους τίτλους "Επίσκοπος" (Παραβολή 10,2,7,2) ή "Πρεσβύτεροι" ή "Πρεσβύτεροι, προϊστάμενοι της Εκκλησίας" (Όρασις 2,4,2-3) ή "προηγούμενοι της Εκκλησίας και πρωτοκαθεδρίται" (Όρασις 3,9,7 και 2,2,6), τονίζεται με ιδιαίτερη έμφαση η αυθεντία των επιβιούντων ακόμη Αποστόλων ή μαθητών τους: "οι μεν ουν λίθοι οι τετράγωνοι και λευκοί και συμφωνούντες ταις αρμογαίς αυτών, ούτοί είσιν οι Απόστολοι και Επίσκοποι και διδάσκαλοι και Διάκονοι, οι πορευθέντες κατά την σεμνότητα του Θεού, επισκοπήσαντες και διδάξαντες και διακονήσαντες αγνώς και σεμνώς τοις εκλεκτοίς του Θεού, οι μεν ουν κεκοιμημένοι, οι δε έτι όντες" (Όρασις 3,5,1. Πρβλ. και Παραβολή 9, 15, 4. 16,5. 25,2.). Η μαρτυρία αυτή, αν ληφθή υπ’ όψη ο χρόνος συγγραφής του Ποιμένα, αναφέρεται αναμφίβολα στα πρόσωπα των Αποστόλων ή των μαθητών τους. Στο χωρίο αυτό είναι, κατά τη γνώμη μας, χαρακτηριστικό ότι η παύλειος κατάταξη (Απόστολοι - Προφήται - διδάσκαλοι) επαναλαμβάνεται, αλλά στη θέση των Προφητών τίθενται πλέον οι Επίσκοποι. Εάν η ιεραρχημένη αυτή απαρίθμηση αποτελεί προσαρμογή του Ερμά στη νέα διαμορφωμένη πραγματικότητα, τότε η υποκατάσταση των Προφητών από τους Επισκόπους είναι σημαντική για την αξιολόγηση της διαδοχικής σχέσεως τους (Προφήτες - Επίσκοποι). Εάν η ιεραρχημένη απαρίθμηση του χωρίου, εισαγόμενη με ενιαίο άρθρο, είναι απαρίθμηση λειτουργιών και όχι τάξεων, τότε είναι επίσης σημαντική η απόδοση του έργου των Προφητών με το έργο των Επισκόπων. Η μαρτυρία αυτή, καίτοι αγνοήθηκε στην έρευνα, αισθητοποιεί με χαρακτηριστικό τρόπο την κίνηση από τον Προφήτη προς τον Επίσκοπο.

Η αναγραφή λοιπόν στο χωρίο του Ποιμένα των τεσσάρων τίτλων αναφέρεται προφανώς ή σε αντίστοιχες, παράλληλες η διαδοχικές, τάξεις του Ιερατείου ή των χαρισματούχων, ή στις τέσσαρες πτυχές του αποστολικού έργου, το οποίο επιτελέσθηκε από τους Αποστόλους και τους μαθητές τους. Η σπουδαιότητα της μαρτυρίας αυτής, με οποιονδήποτε τρόπο και αν κατανοηθή, είναι πράγματι τεράστια, διότι και το έργο της Επισκοπής συνδέεται άρρηκτα προς τους Αποστόλους και τους μαθητές τους Προφήτες, από τους οποίους οι μεν ήσαν ήδη "κεκοιμημένοι, οι δε έτι όντες". Οι "έτι όντες" μαθητές τών Αποστόλων κατείχαν εξαιρετική αυθεντία στην Εκκλησία ως ασκούντες έργο αποστολικό, γι' αυτό μπορούσαν να φέρουν και αυτόν ακόμη τον τίτλο του Αποστόλου, όπως μαρτυρείται και στη Διδαχή. Ο Κλήμης ήταν μαθητής και συνεργάτης του Αποστόλου Παύλου, ασκούσε δε υπερτοπική αποστολική αυθεντία. Αυτό δηλώνεται και στον Ποιμένα του Ερμά, ο οποίος κατά την Όραση έλαβε εντολή να αποστείλη ένα βιβλίο στον Κλήμεντα και ένα στη Γραπτή με συγκεκριμένο σκοπό: "Πέμψει ουν Κλήμης εις τας έξω πόλεις, εκείνω γαρ επιτέτραπται. Γραπτή δε νουθετήσει τας χήρας και τους ορφανούς. Συ δε αναγνώση εις ταύτην την πόλιν μετά των Πρεσβυτέρων, των προϊσταμένων της Εκκλησίας".

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο συγγραφέας του έργου δεν προσδιορίζει την Ιδιότητα του Κλήμη, λόγω της οποίας "επιτέτραπται" σε αυτόν να στείλη το βιβλίο και "εις τας έξω πόλεις". Είναι όμως σαφές ότι ο Κλήμης δεν ορίσθηκε να το ανάγνωση "εις ταύτην την πόλιν μετά των Πρεσβυτέρων των προϊσταμένων της Εκκλησίας", εφ' όσον αυτό ανατέθηκε στον Ερμά. Η καθ' όλου δομή της μαρτυρίας δεν συνδέει τον Κλήμη με κάποια τοπική Εκκλησία, αλλά προβάλλει κυρίως την υπερτοπική αυθεντία του, λόγω της οποίας "επιτέτραπται" σε αυτόν να στείλη το βιβλίο "εις τας έξω πόλεις". Αν ο Κλήμης είχε ήδη εγκατασταθή μόνιμα στη Ρώμη, τότε αυτός και όχι ο Ερμάς θα έπρεπε να αναγνώση με τους πρεσβυτέρους το βιβλίο "εις ταύτην την πόλιν". Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από το γεγονός ότι οι Πρεσβύτεροι εθεωρούντο ως οι "προϊστάμενοι της Εκκλησίας" της Ρώμης, στους οποίους δεν συμπεριλαμβανόταν κατά τη μαρτυρία και ο Κλήμης. Οι έξω πόλεις, νοούνται βεβαίως σε σχέση προς την πόλη, στην οποία θα έπρεπε να αναγνώση το βιβλίο ο Ερμάς με τους πρεσβυτέρους. Οι "προϊστάμενοι της Εκκλησίας" Πρεσβύτεροι δεν θα προΐσταντο βεβαίως, εάν ο Κλήμης ήταν οργανικά εντεταγμένος στο τοπικό Ιερατείο της πόλεως. Εάν λοιπόν το δικαίωμα αυτό προερχόταν από την ιδιότητά του ως Επισκόπου Ρώμης, θα αναγραφόταν τούτο τουλάχιστον ως πηγή θεμελιώσεως του εξαιρετικού αυτού προνομίου. Πρέπει να θεωρηθή βέβαιο ότι ο Κλήμης, ως ένας από τους "έτι όντες" μαθητές των Αποστόλων, αντλούσε την εξαιρετική αυθεντία από την Ιδιότητα του αυτή, με την οποία ασκούσε την αποστολική λειτουργία της Επισκοπής επί των τοπικών Εκκλησιών ευρύτερης περιφέρειας, όπως και όλοι οι μαθητές ή συνεργάτες των Αποστόλων. Ο ίδιος ο Κλήμης είχε τη συνείδηση συνεργού των Αποστόλων και όχι ενός απλού Επισκόπου της Ρώμης, έστω και αν, κατά την παραγγελία της Διδαχής, είχε ήδη εγκατασταθή μόνιμα στο κέντρο του αποστολικού έργου του, τη Ρώμη. Η αξιολόγηση αυτή του προσώπου του Κλήμη θεμελιώνεται όχι μόνο στην ανωτέρω μαρτυρία του Ποιμένα του Ερμά ή στην αποστολή της επιστολής προς την τοπική Εκκλησία της Κορίνθου, αλλά και στο γεγονός ότι οι παρεχόμενες στην επιστολή μαρτυρίες περί διαδοχής των Αποστόλων δεν γνωρίζουν, όπως θα δούμε, την τελική της έκβαση στον επισκοπικό θεσμό. Η έκβαση αυτή δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθή στη Ρώμη ή στην Κόρινθο και ήταν ακόμη άγνωστη στον Κλήμη.

 

β'. Η αποστολική λειτουργία της "Επισκοπής" και τα "δώρα" της τοπικής Εκκλησίας

Οι περί της διαδοχής των Αποστόλων ειδήσεις της προς Κορινθίους επιστολής του Κλήμη είναι χαρακτηριστικές τού μεταβατικού πνεύματος, το οποίο επικρατούσε κατά την εποχή της συγγραφής της επιστολής, ήτοι κατά την τελευταία δεκαετία του Α΄ αιώνα. Παραθέτουμε τα κύρια σχετικά κείμενα της επιστολής, για να προχωρήσουμε στην κριτική αξιολόγηση του περιεχομένου τους: "Οι Απόστολοι ημίν ευηγγελίσθησαν από του Κυρίου Ιησού Χριστού, Ιησούς Χριστός από του Θεού εξεπέμφθη. Ο Χριστός ουν από του Θεού και οι Απόστολοι από του Χριστού. Εγένετο ουν αμφότερα ευτάκτως εκ θελήματος Θεού. Παραγγελίας ουν λαβόντες και πληροφορηθέντες δια της αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και πιστωθέντες εν τω λόγω του Θεού μετά πληροφορίας Πνεύματος αγίου, εξήλθον ευαγγελιζόμενοι την βασιλείαν του Θεού μέλλειν έρχεσθαι. Κατά χώρας ουν και πόλεις κηρύσσοντες και τους υπακούοντος τη βουλήσει του Θεού βαπτίζοντες, καθίστανον τας απαρχάς αυτών, δοκιμάσαντες τω Πνεύματι εις Επισκόπους και Διακόνους των μελλόντων πιστεύει... (Α' Κλήμεντος, 42,1-4). Και οι Απόστολοι ημών έγνωσαν δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ότι έρις έσται επί του ονόματος της Επισκοπής. Δια ταύτην ουν την αιτίαν, πρόγνωσιν ειληφότες τελείαν, κατέστησαν τους προειρημένους. Και μεταξύ επινομήν έδωκαν, όπως εάν κοιμηθώσι, διαδέξωνται έτεροι δεδοκιμασμένοι άνδρες την λειτουργίαν αυτών. Τους ουν κατασταθέντας υπ’ εκείνων, ή μεταξύ υφ’ ετέρων ελλογίμων ανδρών, συνευδοκησάσης της Εκκλησίας πάσης, και λειτουργήσαντας αμέμπτως τω ποιμνίω του Χριστού μετά ταπεινοφροσύνης, ησύχως και αβαναύσως, μεμαρτυρημένους τε πολλοίς χρόνοις υπό πάντων, τούτους ου δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι της λειτουργίας. Αμαρτία γαρ ου μικρά ημίν έσται, εάν τους αμέμπτως και οσίως προσενεγκότας τα δώρα της Επισκοπής αποβάλωμεν. Μακάριοι οι προοδοιπορήσαντες Πρεσβύτεροι, οίτινες έγκαρπον και τελείαν έσχον την ανάλυσιν. Ου γαρ ευλαβούνται μη τις μετακίνηση από του ιδρυμένου αυτοίς τόπου. Ορώμεν γαρ ότι ενίους υμίν μετηγάγετε εκ της αμέμπτως αυτοίς τετιμημένης λειτουργίας" (Α΄ Κλήμεντος, 44,1-6).

Η κριτική αξιολόγηση των μοναδικών αυτών μαρτυριών ως προς την εξέλιξη της διαδοχής των Αποστόλων και του πολιτεύματος της Εκκλησίας γενικότερα κατά την πρώτη μετά τον θάνατο των Αποστόλων γενεά είναι πράγματι δυσχερέστατη. Η ανεκτίμητη όμως αξία τους για το όλο θέμα προκάλεσε εύλογα τη συγκέντρωση του ενδιαφέροντος των ερευνητών σε αυτές. Η περικοπή της επιστολής του Κλήμεντα αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόβλημα, το οποίο απασχολούσε την τοπική Εκκλησία της Κορίνθου και συνδεόταν προς το τοπικό Ιερατείο της, γι' αυτό και το όλο κείμενο πρέπει να κατανοηθή υπό την ειδική αυτή αναφορά και ως προς τις γενικές αρχές περί της διαδοχής των Αποστόλων και περί των δομών του τοπικού Ιερατείου. Η περικοπή δηλαδή δεν αποτελεί μία συστηματική καταγραφή της διαδοχής από τους Αποστόλους μέχρι τους Επισκόπους ή της δομής και των τίτλων του τοπικού Ιερατείου, εφ' όσον αυτά ήσαν αυτονόητα και στον αποστολέα και στους παραλήπτες της επιστολής. Το περιεχόμενο του κειμένου κινείται περί δύο θέματα, ήτοι α) περί την ανάπτυξη του τοπικού Ιερατείου, και β) περί τη θεμελίωση της μονιμότητάς του με την αναγωγή στην αποστολική αυθεντία και στη θεία βούληση. Ο Ιησούς Χριστός απεστάλη στον κόσμο από τον Θεό και οι Απόστολοι από τον Ιησού Χριστό, "πιστωθέντες εν τω λόγω του Θεού μετά πληροφορίας Πνεύματος αγίου". Για την εκπλήρωση της αποστολής τους, οι Απόστολοι κήρυτταν σε πόλεις και χωριά, βάπτιζαν τους πιστεύοντες και χειροτονούσαν το τοπικό Ιερατείο κάθε πόλεως ή χωριού. Το τοπικό Ιερατείο εγκαθιδρύθηκε στις κατά τόπους Εκκλησίες κατά θεία βούληση από τους Αποστόλους, οι οποίοι "καθίστανον τας απαρχάς αυτών, δοκιμάσαντες τω Πνεύματι, εις Επισκόπους και Διακόνους των μελλόντων πιστεύειν". Η αναφορά στο τοπικό Ιερατείο με το σχήμα "Επίσκοποι και Διάκονοι", καίτοι θα μπορούσε να συνδεθή αναδρομικά προς το έργο των Αποστόλων κατά την πρώιμη αποστολική εποχή και όχι προς την ισχύουσα κατά την εποχή του Κλήμη κατάσταση στην τοπική Εκκλησία, εν τούτοις αποδίδει προφανώς τη δομή του τοπικού Ιερατείου των Εκκλησιών της Κορίνθου και της Ρώμης κατά την εν λόγω εποχή. Την ίδια δομή τοπικού Ιερατείου είχε προ οφθαλμών και ο συντάκτης της Διδαχής. Κατά την εποχή λοιπόν του Κλήμη το τοπικό Ιερατείο τουλάχιστον της Εκκλησίας της Ρώμης και των άλλων τοπικών Εκκλησιών της Ιταλίας διατηρούσε ακόμη το σχήμα της αποστολικής εποχής, πιθανότατα δε το ίδιο σχήμα επιβίωνε και στην Κόρινθο τουλάχιστον μέχρι την έκρηξη της έριδας.

Η έριδα αυτή, το περιεχόμενο της οποίας δεν είναι δυνατόν να αποσαφηνισθή με μόνες τις ασαφείς ειδήσεις της επιστολής, έπληξε αναμφίβολα το τοπικό Ιερατείο της Κορίνθου, ήτοι τους Επισκόπους και Διακόνους". Το παρουσιαζόμενο με το σχήμα αυτό τοπικό Ιερατείο, το οποίο είχε καταοταθή στην λειτουργία του από τους Αποστόλους η "υφ’ ετέρων ελλογίμων ανδρών", "συνευδοκησάσης της Εκκλησίας πάσης", δεν ήταν δυνατόν να απομακρυνθή αυθαίρετα από αυτήν, αφού "τους λειτουργήσαντες αμέμπτως τω ποιμνίω τού Χριστού μετά ταπεινοφροσύνης, ησύχως και αβαναύσως, μεμαρτυρημένους τε πολλοίς χρόνοις υπό πάντων, τούτους ου δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι τής λειτουργίας". Είναι σαφές ότι η έριδα αφορούσε στην άδικη "αποβολή" ορισμένων μελών του τοπικού Ιερατείου από τη λειτουργία τους. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έριδα "επί τού ονόματος της Επισκοπής", επειδή οι "αποβληθέντες" ανήκαν στην τάξη των "Επισκόπων ή Πρεσβυτέρων". Πράγματι, η έριδα της Κορίνθου συνδέεται ρητώς προς "το όνομα της Επισκοπής", αφού στην επιστολή δηλώνεται χαρακτηριστικά η πρόγνωση των Αποστόλων περί σχετικών ερίδων: "οι Απόστολοι ημών έγνωσαν δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ότι έρις έσται επί του ονόματος της Επισκοπής", γι' αυτό και κατά πρόληψη ενήργησαν τα δέοντα για την αποφυγή σχετικών προβλημάτων. Η φράση αυτή, η οποία εισάγει την ανάπτυξη του τοπικού Ιερατείου από τους Αποστόλους, δεν είναι άσχετη και προς το περιεχόμενο της έριδας στην Κόρινθο. Το κατ’ αποστολική παράδοση σχήμα του τοπικού Ιερατείου (Επίσκοποι ή Πρεσβύτεροι και Διάκονοι) ήταν συνδεδεμένο άρρηκτα προς την άσκηση της λειτουργίας της Επισκοπής στην Κόρινθο. Αυτό καθίσταται σαφέστερο και από άλλη αποδοκιμασία στην οποία προβαίνει ο Κλήμης για την άδικη και αυθαίρετη αποβολή μερικών μελών του τοπικού Ιερατείου από την τιμημένη λειτουργία τους ως αμαρτίας μεγίστης: "αμαρτία γαρ ου μικρά ημίν έσται, εάν τους αμέμπτως και οσίως προσενεγκότας τα δώρα της Επισκοπής αποβάλωμεν".

Ο χαρακτηρισμός της λειτουργίας του μονίμου τοπικού Ιερατείου με τις δύο αυτές χρήσεις του όρου "Επισκοπή" παρανοήθηκε ευρύτερα από τους ερευνητές, οι οποίοι διείδαν εσφαλμένα στις δύο αυτές μνείες της λειτουργίας της Επισκοπής τη δυνατότητα συσχετίσεως του τοπικού Ιερατείου προς την αποστολική διαδοχή σε κάθε τοπική Εκκλησία, και μάλιστα σε άριστη σύνδεση με τον Επίσκοπο και τη θεία ευχαριστία. Η ερμηνεία αυτή οφείλεται σε παρανόηση της ανωτέρω φράσεως, η δε παρανόηση απορρέει από την εσφαλμένη ερμηνεία της, λόγω χαρακτηριστικού συντακτικού σφάλματος. Πράγματι, η γενική "της Επισκοπής" κατανοήθηκε εσφαλμένα ως γενική κτητική, η οποία προσδιορίζει το ουσιαστικό «δώρα», ήτοι τη θεία ευχαριστία ("τα δώρα της Επισκοπής"), γι' αυτό και προβλήθηκε αφ’ ενός μεν η κατ' αποστολική διαδοχή σχέση του ασκούντος την Επισκοπήν τοπικής Εκκλησίας προς τη λειτουργία των Αποστόλων, αφ’ ετέρου δε η εξάντληση του περιεχομένου της Επισκοπής στη θεία ευχαριστία. Εν τούτοις, η ορθή συντακτική αναφορά της γενικής ("της Επισκοπής") την συνδέει όχι προς το ουσιαστικό («τα δώρα»), αλλά προς το ρήμα "αποβάλωμεν", αφού το ρήμα "αποβάλλεσθαι" συντάσσεται με δύο αντικείμενα, το ένα σε αιτιατική και το άλλο σε γενική πτώση (αποβάλλεσθαι τινά τινός). Ο Κλήμης ακολουθεί αυτή τη σύνταξη του ρήματος και στην αμέσως προηγούμενη χρήση του, όπου επίσης αναφέρεται ότι "τούτους ου δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι της λειτουργίας". Όπως λοιπόν στη χρήση αυτή η αντωνυμία (τούτους) είναι άμεσο και η γενική (της λειτουργίας) είναι έμμεσο αντικείμενο του ρήματος, έτσι και στην παρερμηνευόμενη φράση η γενική της "Επισκοπής" είναι απλώς έμμεσο αντικείμενο του ρήματος "αποβάλλεσθαι" (αποβάλωμεν της Επισκοπής). Η ορθή λοιπόν ερμηνεία της παρανοούμενης φράσεως καθίσταται σαφής με την ορθή κατάταξη των όρων ως ακολούθως: «αμαρτία γαρ ου μικρά έσται, εάν αποβάλωμεν της Επισκοπής τους αμέμπτως και οσίως προσενεγκόντας τα δώρα».

Εδώσαμε έκταση στη συντακτική ανάλυση του παρερμηνευόμενου κειμένου, διότι η διαφορετική κατανόησή του οδηγεί σε αποφασιστικής σημασίας εσφαλμένα συμπεράσματα όχι μόνο ως προς την ιδέα της αποστολικής διαδοχής κατά την επιστολή του Κλήμη, αλλά και ως προς τη σχέση της αποστολικής διαδοχής αφ’ ενός μεν προς το σχήμα του τοπικού Ιερατείου (Επίσκοποι ή Πρεσβύτεροι και Διάκονοι), αφ’ ετέρου δε προς τη θεία ευχαριστία. Πράγματι, εσφαλμένα συμπεράσματα οδήγησαν κατά κανόνα όχι μόνο στην παρανόηση της ιδέας της αποστολικής διαδοχής, αλλά και στον περιοριστικό καθορισμό του περιεχομένου της με την ταύτισή της προς μόνη την τέλεση της θείας ευχαριστίας. Βεβαίως, η ιδέα της αποστολικής διαδοχής συμπεριλαμβάνει στην αποστολική λειτουργία των Αποστόλων και την εξουσία για την τέλεση της θείας ευχαριστίας, αλλά δεν εξαντλείται σε αυτήν, ή τουλάχιστον τέτοια ταύτιση είναι άγνωστη στο κείμενο της επιστολής του Κλήμη. Στην επιστολή αυτή η αποστολική διαδοχή είναι διαδοχή στην ευρύτερη έννοια της αποστολικής λειτουργίας και δεν αναφέρεται μόνο στην τοπική θεία ευχαριστία. Η θεμελίωση εσφαλμένων υποθέσεων σε σαφώς παρερμηνευόμενο κείμενο, οι οποίες απολυτοποιούν μεταγενέστερες αρχές της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας και για την πρώιμη μεταποστολική εποχή, μεταθέτει μεταγενέστερες έννοιες σε προγενέστερη εκκλησιαστική πραγματικότητα. Η Ιδέα λοιπόν της αποστολικής διαδοχής στην επιστολή του Κλήμη δεν είναι δυνατόν να συνδεθή ειδικότερα είτε προς μόνη την τέλεση της θείας ευχαριστίας ή και προς το τοπικό Ιερατείο (Επίσκοποι ή Πρεσβύτεροι και Διάκονοι), αφού η "Επισκοπή" δεν είναι προσδιοριστικό στοιχείο της θείας ευχαριστίας (τα δώρα της Επισκοπής) και δεν εξαντλείται σε μόνη την λειτουργία του τοπικού Ιερατείου. Με την έννοια αυτή και η κατανόηση της χρήσεως του ρήματος "καθιστάνειν" η "καθιστάν" με αποκλειστική αναφορά στη θεία ευχαριστία είναι περιοριστική, αφού η "κατάστασις" αναφερόταν στην ευρύτερη λειτουργία των Αποστόλων. Ο απόστολος Παύλος τονίζει ιδιαιτέρως την αποστολή αυτή των Πρεσβυτέρων στην τοπική Εκκλησία, έγραφε δε προς τον Τιμόθεο ότι «οι καλώς προεστώτες Πρεσβύτεροι διπλής τιμής αξιούσθωσαν, μάλιστα οι κοπιώντες εν λόγω και διδασκαλία» (Α' Τιμ. 5, 17. Πρβλ. και Α Τιμ. 3, 2. Β΄ Τιμ. 2, 24-26. Τίτ. 1, 9). Υπό το πνεύμα αυτό το μόνιμο τοπικό Ιερατείο συνδέεται προς την ευρύτερη κατανόηση της λειτουργίας των Αποστόλων, αλλά και στην άσκηση του αποστολικού έργου ειδικότερα σε κάθε κατά τόπο Εκκλησία. Η απαγγίστρωση όμως του όρου "Επισκοπή" του κειμένου από την οποιαδήποτε μονομερή αναφορά στην τοπική θεία ευχαριστία δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τον περιορισμό της σχέσεως αυτής προς το τοπικό Ιερατείο, αφού ο όρος "Επισκοπή" είναι ευρύτερος από τη λειτουργία του τοπικού Ιερατείου.

Ο όρος "Επισκοπή" άπαντα στην Κ.Δ. σε συσχέτιση όχι μόνο προς την λειτουργία του τοπικού Ιερατείου (Α' Τιμ. 3,1), αλλά και προς την αποστολική λειτουργία (Α' Κλήμεντος 50, 8), διατηρεί δε στην επιστολή του Κλήμη την καινοδιαθηκική της ευρύτητα, ήτοι δεν παρουσιάζεται ως εξιδιασμένος όρος για την απόδοση μόνης της λειτουργίας του τοπικού Ιερατείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο κείμενο ο όρος "Επισκοπή" είναι παράλληλος προς τον όρο «λειτουργία», γι' αυτό και όπως ο όρος «λειτουργία» καλύπτει τόσο την "υπερτοπική αποστολή των Αποστόλων, όσο και την τοπική αποστολή του μονίμου Ιερατείου, έτσι και ο όρος "Επισκοπή" έχει αναφορά τόσο στη λειτουργία των Αποστόλων όσο και στη λειτουργία του τοπικού Ιερατείου.

Είναι ευνόητο ότι ο όρος "Επισκοπή" δεν εξαντλείται μόνο στη λειτουργία του τοπικού Ιερατείου, αφού το περιεχόμενό του καθορίζεται κάθε φορά από τη συγκεκριμένη χρήση του. Με αυτή την ευρύτητα περιεχομένου χρησιμοποιεί ο Κλήμης τον όρο και σε άλλη συνάφεια, τονίζοντας ότι "οι εν αγάπη τελειωθέντες κατά την του Θεού χάριν έχουσι χώρον ευσεβών, οι φανερωθήσονται εν τη Επισκοπή της βασιλείας του Χριστού" (Α' Κλήμεντος 50, 8). Η σύνδεση του όρου "Επισκοπή" προς τη βασιλεία του Χριστού στα έσχατα καθιστά σαφές ότι ο όρος δεν είχε ακόμη απολέσει την καινοδιαθηκική χρηστική του ευρύτητα. Άλλωστε και από τις δύο χρήσεις του στο κείμενο η μεν πρώτη ("έρις έσται επί τού ονόματος της Επισκοπής") εισάγει προφανώς την ευρύτερη κατανόηση του όρου, ενώ η δεύτερη ("της Επισκοπής αποβάλωμεν") την ειδικότερη αναφορά της στο μόνιμο τοπικό Ιερατείο. Η διαφοροποίηση αυτή των δύο χρήσεων στο ίδιο κείμενο δεν είναι βεβαίως αυτονόητη, αλλά πηγάζει από τον τρόπο κατανοήσεως και ερμηνείας του εισαγόμενου με την πρώτη χρήση κειμένου, το οποίο, αναφέρεται όχι μόνο στη συνέχεια του τοπικού Ιερατείου, αλλά και στη διαδοχή στην λειτουργία των Αποστόλων με αποστολική "επινομή".

Η χρήση στο κείμενο του καινοδιαθηκικού όρου "Επίσκοποι" για τον προσδιορισμό του τοπικού Ιερατείου είναι παράλληλη προς τον επίσης καινοδιαθηκικό όρο "Πρεσβύτεροι", οι οποίοι αναμφίβολα ταυτίζονται κατά το περιεχόμενο και εναλλάσσονται κατά τη χρήση τους στην επιστολή του Κλήμη. Έτσι ο Κλήμης, μακαρίζοντας τους αποθανόντες προκατόχους των αποβαλλομένων μελών του τοπικού Ιερατείου της Κορίνθου, τους αποκαλεί πρεσβυτέρους: "μακάριοι οι προοδοιπορήσαντες Πρεσβύτεροι... ου γαρ ευλαβούνται μη τις αυτούς μετακίνηση από του ιδρυμένου αυτοίς τόπου".

Η χρήση του όρου αυτού για το τοπικό Ιερατείο καθίσταται σαφέστερη σε άλλη αναφορά του Κλήμη προς τους πιστούς της Εκκλησίας της Κορίνθου: "αισχρά, αγαπητοί, λίαν αισχρά και ανάξια της εν Χριστώ αγωγής ακούεσθαι την βεβαιοτάτην και αρχαίαν Κορινθίων Εκκλησίαν δι' εν ή δύο πρόσωπα στασιάζειν προς τους πρεσβυτέρους" (Α' Κλήμεντος, 47, 5-6). Ανάλογη είναι και μία άλλη μαρτυρία, στην οποία ο Κλήμης προτρέπει για ειρήνευση του ποιμνίου "μετά των καθεσταμένων Πρεσβυτέρων". Κατά συνέπειαν, το τοπικό Ιερατείο, το οποίο μετείχε "της τετιμημένης λειτουργίας της Επισκοπής" της Εκκλησίας της Κορίνθου, ήταν δυνατόν να χρησιμοποιή, παράλληλα προς τον τίτλο Επίσκοποι, και τον τίτλο Πρεσβύτεροι. Έτσι η έριδα παρουσιάζεται ως στάση κατά των Πρεσβυτέρων, αφού ορισμένοι από αυτούς αποβλήθηκαν της Επισκοπής.

Από τον συνδυασμό των περί Επισκόπων και διακόνων ή περί Πρεσβυτέρων μαρτυριών της επιστολής οδηγείται κανείς σε ορισμένες αξιόλογες διαπιστώσεις:

Πρώτον, η αυθεντία της τετιμημένης λειτουργίας της Επισκοπής ασκείτο κυρίως μεν από τους Αποστόλους και τους διαδόχους τους, αλλά στην τοπική Εκκλησία της Κορίνθου εκφραζόταν και από το τοπικό Ιερατείο (Επίσκοποι και Διάκονοι ή Πρεσβύτεροι), μέχρι την έκρηξη τουλάχιστον της έριδας.

Δεύτερον, η έριδα συνδεόταν άρρηκτα προς αντιθέσεις ή και διαμάχες, οι οποίες εμφανίσθηκαν για άγνωστο ή ασαφή λόγο με επίκεντρο τις διεκδικήσεις "επί του ονόματος" της Επισκοπής, στην Εκκλησία της Κορίνθου.

Τρίτον, η Επισκοπή, η οποία εσφαλμένα συνδέθηκε με την παρερμηνεία του κειμένου προς μόνη τη θεία ευχαριστία και συνεπώς προς μόνο το τοπικό Ιερατείο (Επίσκοποι - Διάκονοι ή Πρεσβύτεροι), δεν μπορεί να θεμελιώση με την εσφαλμένη αυτή κατανόηση τη σχέση της αποστολικής διαδοχής προς το τοπικό Ιερατείο δια της θείας ευχαριστίας. Τέτοια σύνδεση όχι μόνο δεν ευοδώνεται από το χρησιμοποιούμενο κείμενο, αλλά και γενικότερα αγνοείται στην επιστολή του Κλήμη.

Τέταρτον, στην άσκηση της τοπικής αυθεντίας της Επισκοπής μετείχαν στην Κόρινθο συλλογικά περισσότερα από ένα πρόσωπα του τοπικού Ιερατείου και όχι ένα μόνο πρόσωπο, καθ' όσον ο Κλήμης αφ’ ενός μεν χρησιμοποιεί γι' αυτούς πάντοτε πληθυντικό αριθμό, αφ’ ετέρου δε γνωρίζει ότι μόνο "ένια τούτων" αποβλήθηκαν άδικα από τη λειτουργία της Επισκοπής.

Πέμπτον, η άσκηση της τοπικής αυθεντίας της Επισκοπής δεν θεωρείται στην επιστολή αποκλειστική ευθύνη ενός μόνου προσώπου στην τοπική Εκκλησία, γι' αυτό και ο όρος δεν είναι ακόμη δυνατόν να οδηγήση στην αναζήτηση του κατ' αποστολική διαδοχή φορέα της πληρότητας της επισκοπικής εξουσίας στην τοπική Εκκλησία και στη θεία ευχαριστία. Στην επιστολή του Κλήμη τουλάχιστον δεν υπάρχει ακόμη η εξέλιξη της αποστολικής διαδοχής από τους Αποστόλους ή τους μαθητές τους μέχρι τον τοπικό Επίσκοπο, καίτοι το έδαφος είχε προετοιμασθή με την εγκατάσταση των Προφητών στην κύρια τοπική Εκκλησία της αποστολικής τους ευθύνης.

 

γ'. Ο χαρακτήρας της έριδας στην Κόρινθο και οι οργανωτικές δομές της τοπικής Εκκλησίας

Τα ανωτέρω συμπεράσματα είναι αναγκαία για την περαιτέρω ανάπτυξη του θέματος, διότι ο Κλήμης συνδέει την έριδα στην Κόρινθο προς ένα ή δύο πρόσωπα. Πράγματι, Οι πιστοί της Εκκλησίας της Κορίνθου αποδοκιμάζονται, επειδή «δι' εν ή δύο πρόσωπα» στασίασαν "προς τους πρεσβυτέρους" και απομάκρυναν άδικα "ενίους" εξ αυτών από την τετιμημένη λειτουργία τους. Ο Κλήμης δεν είχε σαφή εικόνα των ηγετών της στάσεως, γι' αυτό και δεν ήταν βέβαιος, εάν ήσαν ένα η δύο τα πρόσωπα αυτά. Οπωσδήποτε όμως γνώριζε τις διεκδικήσεις τους, όπως και τις μεθόδους οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς. Οι συνεχείς αποστροφές αποδοκιμασίας της αλαζονείας τους, συνοδευόμενες και από εκκλήσεις για επίδειξη πνεύματος ταπεινοφροσύνης και υπακοής, υποδηλώνουν ότι τα πρόσωπα αυτά, αφού προσεταιρίσθηκαν ένα ευρύ κύκλο πιστών, διεκδίκησαν ειδικότερη σύνδεση προς την τοπική αυθεντία της Επισκοπής και απέβαλαν από το τοπικό Ιερατείο όλους τους αντιδράσαντες πρεσβυτέρους.

Οι κρίσεις, αποδοκιμασίες και μομφές του Κλήμη περί των προσώπων, τα οποία προκάλεσαν την αποβολή μελών του τοπικού Ιερατείου, δεν ευνοούν τη συνήθη άποψη, κατά την οποία τα πρόσωπα αυτά προήρχοντο από την τάξη των χαρισματούχων, καθ' όσον στην περίπτωση αυτή η έριδα α) δεν θα εθεωρείτο αμφισβήτηση της αναγκαιότητας και της μονιμότητας του τοπικού Ιερατείου, και β) δεν θα εχρησιμοποιούντο βαρύτατες εκφράσεις εναντίον τους ή και του επιτελούμενου από αυτούς έργου. Ο Κλήμης υπεραμύνεται στην επιστολή της μονιμότητας και του θείω δικαίω αμετακίνητου των λειτουργημάτων του τοπικού Ιερατείου, μέμφεται δε αφ’ ενός μεν την αλαζονεία και τη φιλοδοξία των ηγετών της διχοστασίας, αφ’ ετέρου δε τους πιστούς, οι οποίοι συντάχθηκαν με αυτούς: "Δίκαιον ουν και όσιον, άνδρες αδελφοί, υπηκόους ημάς μάλλον γενέσθαι τω Θεώ ή τοις εν αλαζονεία και ακαταστασία μυσερού ζήλους αρχηγοίς εξακολουθείν" (Α' Κλήμεντος, 14,1). Με την προοπτική αυτή οι πιστοί της Κορίνθου καλούνται να ακολουθήσουν "τους λειτουργήσαντας αμέμπτως τω ποιμνίω του Χριστού μετά ταπεινοφροσύνης", "ταπεινοφρονούντων γαρ έστιν ο Χριστός, ουκ επαιρομένων επί το ποίμνιον αυτού" (Α΄ Κλήμεντος, 16,1). Μόνον έτσι είναι δυνατή η αποκατάσταση της τάξεως και της ειρήνης στην τοπική Εκκλησία της Κορίνθου, ήτοι με την αδιάσπαστη ενότητα του ποιμνίου "μετά των καθεσταμένων Πρεσβυτέρων". Η ειρήνευση δηλαδή μπορούσε να θεμελιωθή μόνο στην υπεύθυνη άσκηση των καθηκόντων κάθε τάξεως στην τοπική Εκκλησία και στην ταπεινόφρονα υποταγή στους ασκούντες αμεμπτα την λειτουργία της "Επισκοπής". Ο Κλήμης υποστηρίζει ότι είναι προτιμότερη η αντίθεση των Κορινθίων «ανθρώποις άφροσι και ανοήτοις και επαιρομένοις και εγκαυχωμένοις εν αλαζονεία» παρά η πρόσκρουση "τω θεώ", ήτοι προς τους ασκούντες την τετιμημένη λειτουργία της Επισκοπής, "οίς η χάρις από του Θεού δέδοται" (Α' Κλήμεντος, 30,3). Για την παραστατική έκφραση του τρόπου, με τον οποίο θα έπρεπε να κατανοηθή η ομόνοια, η αγάπη και η ομοψυχία των Κορινθίων, ο Κλήμης καταφεύγει σε χαρακτηριστικές εικόνες. Έτσι παραβάλλει, κατά την παύλειο εικόνα, την τοπική Εκκλησία προς τον οργανισμό του ανθρωπίνου σώματος. Σε αυτό "η κεφαλή δίχα των ποδών ουδέν έστιν, ουδέ οι πόδες δίχα της κεφαλής. Τα δε ελάχιστα μέλη του σώματος ημών αναγκαία και εύχρηστα εισιν όλω τω σώματι. Αλλά πάντα συμπνεί και υποταγή μια χρήται εις το σώζεσθαι όλον το σώμα (Α Κλήμεντος, 37,5).

Η οργανική αυτή σχέση των διαφόρων τάξεων και μελών κάθε τοπικής Εκκλησίας είναι αναγκαία για την εύρυθμη και υγιή λειτουργία του σώματος, εκφράζεται δε ειδικότερα με τη μη σύγχυση ή μη υπέρβαση των αρμοδιοτήτων κάθε τάξεως. Η Ιεραρχία των αξιωματούχων του στρατού προβλήθηκε από τον Κλήμη ως πρότυπο της ασκήσεως της εξουσίας κάθε τάξεως σύμφωνα με τις αρμοδιότητες της, ήτοι "ευτάκτως", "εύείκτως" και "ύποτεταγμένως", αφού "οι μεγάλοι δίχα των μικρών ου δύνανται είναι, ούτε οι μικροί δίχα των μεγάλων. Σύγκρασίς τις έοτιν εν πάσιν, και εν τούτοις χρήσις" (Α' Κλήμεντος, 37, 3-4). Ειδικότερα όμως για το πρόβλημα της τοπικής Εκκλησίας της Κορίνθου η ανάγκη αυτή διακρίσεως του τοπικοί Ιερατείου κατά τάξη στην άσκηση της τετιμημένης λειτουργίας καθίστατο επιτακτικότερη. Ο Κλήμης θεμελιώνει τη διάκριση αυτή στη θεία βούληση, γι’ αυτό και οι εκπληρώνοντες άμεμπτα την λειτουργία "τοις νομίμοις του δεσπότου ακολουθούντες, ου διαμαρτάνουσι. Τω γαρ αρχιερεί ίδιαι λειτουργίαι δεδομέναι εισίν, και τοις ιερεύσιν ίδιος ο τόπος προστέτακται, και λευίταις διακονίαι επίκεινται, ο λαϊκός άνθρωπος τοις λαϊκοίς προστάγμασι δέδεται" (Α' Κλήμεντος, 40, 4-5).

Η χρησιμοποίηση των παραδειγμάτων αυτών από τον Κλήμη δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθή μεμονωμένα, αφού η κατανόηση θα ήταν δυσχερής χωρίς την ένταξη τους στο οργανικό σύνολο της έριδας, η οποία κατά το κύριο περιεχόμενό της ήταν διαμάχη "επί του ονόματος της Επισκοπής". Υπό το πνεύμα αυτό η τυπολογική προβολή της σχέσεως "κεφαλής" και "ποδών" ή της διακρίσεως των λειτουργημάτων "αρχιερέως" και "λευιτών" δεν είναι δυνατόν να διεκδίκηση απόλυτη αντιτυπία στην οργάνωση του μονίμου Ιερατείου της τοπικής Εκκλησίας της Κορίνθου. Τα παραδείγματα αυτά μπορούν να κατανοηθούν μόνο με την έννοια της διακρίσεως αφ’ ενός μεν μεταξύ των διαφόρων λειτουργημάτων των υφισταμένων τάξεων του Ιερατείου στην Κόρινθο, αφ’ ετέρου δε μεταξύ των τάξεων του μονίμου Ιερατείου και των λαϊκών. Στα πλαίσια αυτά η "επί του ονόματος της Επισκοπής" έριδα της Κορίνθου δεν ευνοεί την αναζήτηση υπαινιγμού στην "κεφαλήν" ή στον «Αρχιερέα» για τον φορέα του επισκοπικού αξιώματος στην τοπική Εκκλησία κατά αποστολική διαδοχή, καίτοι στη Διδαχή οι εγκαθιστάμενοι στις κατά τόπους Εκκλησίες "Προφήτες" χαρακτηρίζονται και ως "Αρχιερείς" αυτών (Διδαχή, 13). Εάν πράγματι υπήρχε στην Κόρινθο κάποια αναλογία προς τα αναγραφόμενα στη Διδαχή για την εγκατάσταση του Προφήτη σε μια τοπική Εκκλησία, τότε θα καθίστατο δυσχερής η κατανόηση της οξείας κατακρίσεως από τον Κλήμη των προκαλεσάντων την έριδα προσώπων ή τουλάχιστον της υποστηρίξεως από αυτόν των αποβληθέντων μελών του τοπικού Ιερατείου. Πιθανότερη είναι η αναλογία της προβληματικής της Κορίνθου προς την περίπτωση του "φιλοπρωτεύοντος" Διοτρεφούς, κατά την οποία ένα από τα μέλη του τοπικού Ιερατείου, αφού απέκτησε ορισμένα δημαγωγικά ερείσματα στους πιστούς, διεκδίκησε αυθαίρετα για το πρόσωπό του την αποκλειστική αυθεντία επί της Επισκοπής και πέτυχε με την εξέγερση του λαού την αποβολή από το τοπικό ιερατείο όλων των αντιδρώντων Πρεσβυτέρων (Η. ν. Campenhausen, Kirchliches Ami., 93 κ. εξ.).

Η αιφνίδια έκρηξη της έριδας στην Κόρινθο δεν πρέπει βεβαίως να απομονωθή από τις γενικότερες τάσεις της εποχής, όπως αυτές διαφαίνονται και στη Διδαχή, αφού η εμφάνιση από το τοπικό Ιερατείο κάποιου "φιλοπρωτεύοντος" δεν ήταν δυνατόν να εκδηλωθή ως κεραυνός εν αιθρία. Πιθανότατα η έκρηξη της έριδας δεν θα έπρεπε να θεωρηθή άσχετη προς τον θάνατο του Αποστόλου ή Προφήτη, ο οποίος κατ' εντολή των Αποστόλων είχε αναλάβει την ευθύνη του αποστολικού έργου στην Αχαΐα και είτε εγκαταστάθηκε ή δεν πρόλαβε να εγκατασταθη στην Κόρινθο. Διαφορετικά θα πρέπει να δεχθούμε ότι στην Αχαΐα δεν υπήρχε μετά τον θάνατο των Αποστόλων διάδοχος της αυθεντίας τους "απόστολος" η "προφήτης". Ο συλλογισμός αυτός ενισχύεται και από το γεγονός ότι, εάν στην Αχαΐα υπήρχε κατά την εν λόγω εποχή "δεδοκιμασμένος" και "ελλόγιμος" απόστολος ή προφήτης, τότε η παρέμβαση για την ειρήνευση της Εκκλησίας της Κορίνθου θα εντασσόταν στις αρμοδιότητές του και δεν θα χρειαζόταν η πρωτοβουλία του Κλήμη. Η απουσία προφανώς της κατά διαδοχή συνέχεια της αποστολικής αυθεντίας στην Αχαΐα και ειδικότερα στην Κόρινθο παρέσχε πρόσφορο έδαφος για τη φιλοδοξία ενός ή και δύο μελών του τοπικού Ιερατείου. Αυτά επιδίωξαν, με τη συμπαράσταση μιας μερίδας πιστών, να εξαρθούν αυθαίρετα πάνω από το τοπικό Ιερατείο και να συγκεντρώσουν την απόλυτη και αποκλειστική αυθεντία της "Επισκοπής" σε ένα πρόσωπο, κατά τα ανάλογα παραδείγματα και σε άλλες τοπικές Εκκλησίες. Ανάλογα άλλωστε προβλήματα ανέκυψαν πολλά κατά την κρίσιμη και μεταβατική εκείνη περίοδο. Το γεγονός ότι ο "φιλοπρωτεύων" Διοτρεφής κάποιας τοπικής Εκκλησίας της Μ. Ασίας όχι μόνο προέβαλλε τέτοιες διεκδικήσεις, αλλά και προέβαινε σε αυθαίρετες εκκλησιαστικές πράξεις, αγνοώντας ή και περιφρονώντας την αποστολική αυθεντία του ευαγγελιστή Ιωάννη, υποδηλώνει ανάλογες ευρύτερες τάσεις, οι οποίες διαμορφώθηκαν κατά την εν λόγω εποχή στο Ιερατείο πολλών τοπικών Εκκλησιών, αφού η ισχύς του τοπικού Ιερατείου δεν ήταν μικρή. Ο συγγραφέας της Διδαχής προσπαθεί να πείση τις τοπικές Εκκλησίες ως προς την υποχρέωσή τους να δεχθούν και να μεριμνήσουν για τη συντήρηση των Προφητών, οι οποίοι θα επιθυμούσαν να εγκατασταθούν σε αυτές, με το επιχείρημα μάλιστα ότι σε αντίθετη περίπτωση "αυτή η αμαρτία ουκ αφεθήσεται".

Αν όμως ο Απόστολος Ιωάννης ή και οποιοσδήποτε άλλος φορέας της αποστολικής αυθεντίας "Απόστολος" η "Προφήτης" συναντούσε τις αντιδράσεις του τοπικού Ιερατείου, τότε πολύ περισσότερο δυσχερής θα ήταν η θέση των χειροτονουμένων από τους Προφήτες ως διαδόχων της εξουσίας τους στις τοπικές Εκκλησίες. Η περίπτωση του "φιλοπρωτεύοντος" της επιστολής του Ιωάννου παρέχει τη δυνατότητα προεκτάσεως της έρευνας ως προς την ταυτότητά του. Εάν ο "φιλοπρωτεύων" Διοτρέφης ήταν πράγματι "πρώτος", ήτοι Επίσκοπος, τότε δεν θα διεκδικούσε ένα προνόμιο, το οποίο ήδη κατείχε στην τοπική του Εκκλησία. Εάν όμως δεν ήταν "πρώτος", ήτοι Επίσκοπος, και ανήκε απλώς στην τάξη των "Επισκόπων" η "Πρεσβυτέρων" της τοπικής Εκκλησίας, τότε δεν θα υπήρχε αυτοδικαίως ένας πρώτος, γι' αυτό και ήταν δυνατή η εκδήλωση φιλοδόξων ή και φιλάρχων διεκδικήσεων από τον Διοτρεφή. Προφανώς, ο Απόστολος Ιωάννης δεν είχε προχωρήσει ακόμη στη χειροτονία Επισκόπων στις κατά τόπους Εκκλησίες, καίτοι τελικώς την αυθεντία του διαδέχθηκαν οι μαθητές και συνεργάτες του, οι οποίοι συνέχισαν το αποστολικό έργο στη Μ. Ασία, τουλάχιστον κατά την πρώτη δεκαετία μετά τον θάνατο του Ιωάννη. Τέτοια αυθεντία λ.χ. είχε στην Μ. Ασία ο μαθητής του ευαγγελιστή Ιωάννη Πολύκαρπος. Αυτός προφανώς προέβη στην κατάσταση πολλών τοπικών Επισκόπων στην Ασία, αφού ήδη κατά τη διέλευση του Ιγνατίου από τη Σμύρνη υπήρχαν στην Ασία Επίσκοποι τοπικών Εκκλησιών. Τούτο σαφώς μαρτυρείται και από τις επιστολές του Ιγνατίου. Οι συστάσεις, οι οποίες επαναλαμβάνονται με επιμονή από τον Ιγνάτιο προς τις τοπικές Εκκλησίες να σέβονται, να τιμούν και να αναγνωρίζουν ως ορατή κεφαλή του σώματος κάθε τοπικής Εκκλησίας τον οικείο Επίσκοπο δεν είναι άσχετες και προς τις ήδη διαπιστωμένες αντιδράσεις του προϋφιστάμενου τοπικού Ιερατείου.

Άλλωστε, η μόνιμη εγκατάσταση του Προφήτη ή του διαδόχου του σε κάποια τοπική Εκκλησία δεν ήταν ασήμαντη πρόκληση για προβληματισμό και ως προς την αναγκαιότητα του προϋφιστάμενου τοπικού Ιερατείου. Στη Διδαχή τονίζεται όχι μόνο η αναγκαιότητα της υπάρξεως, αλλά και η υποχρέωση περιφρουρήσεως της αξίας τους ("μη ουν υπερίδητε αυτούς"), καθ' όσον τα μέλη του μονίμου τοπικού Ιερατείου επιτελούν και αυτά "την λειτουργίαν των Προφητών...". Η ορθή έννοια της φράσεως αυτής δεν είναι δυνατόν να κατανοηθή με την απομόνωσή της από το οργανικό σύνολο του κειμένου, ούτε να οδηγήση στο συμπέρασμα ότι το τοπικό Ιερατείο (Επίσκοποι και Διάκονοι) κατείχε την ίδια αυθεντία και εξουσία προς τους "δεδοκιμασμένους" Προφήτες. Η συνήθης παρανόηση παραθεωρεί το γεγονός ότι η ταυτότητα της επιτελούμενης και από τους δύο "λειτουργίας" δεν συνεπάγεται και την ταυτότητα της βαθμίδας της αυθεντίας κατά την επιτέλεσή της. Στο κείμενο μόνον ο πρώτος παραλληλισμός χρησιμοποιείται, για να μη λειτουργήση η υπεροχώτερη αυθεντία των Προφητών καταλυτικά για το μόνιμο Ιερατείο κάθε τοπικής Εκκλησίας. Πράγματι, η έριδα της Εκκλησίας της Κορίνθου δεν ήταν προφανώς άσχετη προς τη γενικότερη αυτή προβληματική της εποχής, η οποία προέκυψε από τις τάσεις συνδέσεως της υπερτοπικής ακόμη αποστολικής αυθεντίας προς το τοπικό Ιερατείο. Στην Κόρινθο η έριδα προηγήθηκε της συνδέσεως αυτής, η δε "επί του ονόματος της Επισκοπής" διαμάχη είχε έντονο τοπικό χαρακτήρα, καθ' όσον ο Κλήμης αγνοεί την αυθεντία ενός μόνου προσώπου του Ιερατείου ή τουλάχιστον του προσώπου, το οποίο προκάλεσε την έριδα. Ο παραλληλισμός από τον Κλήμη της πρόσφατης διαμάχης της Κορίνθου προς την προγενέστερη έριδα της αποστολικής εποχής προσφέρει αξιόλογους υπαινιγμούς. Ο Απόστολος Παύλος "επ’ αληθεία πνευματικούς επέστειλεν υμίν περί εαυτού τε και Κηφά και Απολλώ, δια το και τότε προσκλίσεις υμάς πεποιήσθαι. Αλλ' η πρόσκλισις εκείνη ήττονα αμαρτίαν υμίν επήνεγκεν. Προσεκλίθητε γαρ αποστόλοις μεμαρτυρημένοις και ανδρί δεδοκιμασμένω παρ' αυτοίς. Νυνί δε κατανοήσατε τίνες υμάς διέστρεψαν και το σεμνόν της περιβόητου φιλαδελφίας υμών εμείωσαν..." (Α' Κλήμεντος, 47, 1-5). Η αξιολόγηση της πρώτης έριδας ως "ήττονος αμαρτίας" συνδέεται άρρηκτα προς τη μεγάλη αυθεντία των προσώπων, τα οποία προβλήθηκαν κατά τη διάσπαση των πιστών, ενώ η πρόσφατη έριδα προκλήθηκε από πρόσωπα άξια περιφρονήσεως ("τίνες υμάς διέστρεψαν"), τα οποία δεν διέθεταν παραδεκτή αυθεντία ή τουλάχιστον υπεροχώτερη από εκείνη των αποβληθέντων Πρεσβυτέρων. Η αξιολόγηση της πράξεώς τους ως "αμαρτίας ου μικράς" αποκλείει οποιαδήποτε καθιερωμένη αυθεντία του προσώπου ή νομιμότητα της φίλαρχης διεκδικήσεως ή και συμπεριφοράς του.

 

δ'. Οι "δεδοκιμασμένοι" και οι "ελλόγιμοι" της Α' Κλήμεντος

Η ανωτέρω ανάλυση και αξιολόγηση των στοιχείων της επιστολής τού Κλήμη περί την έριδα της Κορίνθου αποσκοπούσε ειδικά στη διερεύνηση του ζητήματος της σχέσεως της αποστολικής διαδοχής και του τοπικού Ιερατείου. Κατά τον Κλήμη το κεντρικό θέμα ήταν η ιστορική συνέχεια της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής στην Εκκλησία με τη μεταβίβαση από τους Αποστόλους στους διαδόχους τους όλων των εξουσιών τους, οι οποίες πηγάζουν από τον Ιησού Χριστό και δι' αυτού από τον Πατέρα. Η ιστορική όμως αυτή συνέχεια ήταν συνδεδεμένη μέχρι την εποχή του Κλήμη με την εκκλησιαστική εμπειρία, γι' αυτό και μπορούν να περιγραφούν μόνο επί τη βάσει των σχετικών στοιχείων που παρέχονται από την επιστολή. Πράγματι, ο Κλήμης στην επιστολή ουδέποτε συνδέει κατ' αδιάκοπη διαδοχή το τοπικό Ιερατείο της Κορίνθου προς τους Αποστόλους, καίτοι υπεραμύνεται της κατά θεία βούληση χειροτονίας του (Επίσκοποι και Διάκονοι) από τους Αποστόλους. Κατά την εποχή του Κλήμη δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθή προφανώς η καθιέρωση του επισκοπικού αξιώματος σε κάθε τοπική Εκκλησία. Ο ίδιος ο Κλήμης είχε πλήρη συνείδηση συνεχιστή της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής όχι όμως δια της τοπικής Εκκλησίας της Ρώμης, αλλά δι' όλων των τοπικών Εκκλησιών της περιοχής ευθύνης του, γι' αυτό και δεν ήταν δυνατόν να συνδεθή με ένα μόνο τοπικό Ιερατείο μέχρι την τελική εγκατάστασή του στη Ρώμη. Η άγνοια από τον Κλήμη της εξελίξεως της αποστολικής διαδοχής από τους Αποστόλους μέχρι τον εκάστοτε Επίσκοπο κάθε τοπικής Εκκλησίας, όπως λ.χ. αυτή προβάλλεται αργότερα στις επιστολές του Ιγνατίου, πηγάζει όχι μόνο από το γεγονός ότι ο ίδιος είχε χειροτονηθή από τους Αποστόλους στη λειτουργία τους, αλλά και από το γεγονός ότι την εξουσία του δεν την είχε μεταβιβάσει ακόμη δια χειροτονίας στους διαδόχους του. Τη διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνει αφ’ ενός μεν η επιστολή γενικότερα, αφ’ ετέρου δε το περίφημο χωρίο της περί της διαδοχής των Αποστόλων, στο οποίο δεν υπάρχει η ανάπτυξη της αποστολικής διαδοχής μέχρι του τοπικού Επισκόπου, αν τούτο ερμηνευθή ορθά. Στο χωρίο αυτό τονίζονται αφ’ ενός μεν η κατά θεία βούληση εγκαθίδρυση του μονίμου Ιερατείου κάθε τοπικής Εκκλησίας (Επίσκοποι και Διάκονοι ή Πρεσβύτεροι) από τους Αποστόλους, αφ’ ετέρου δε οι κατά "πρόγνωσιν" των Αποστόλων ρυθμίσεις για την αποφυγή στο μέλλον πιθανών ερίδων "επί του ονόματος της Επισκοπής".

Παραθέτουμε το σημαντικό αυτό χωρίο, για την ευχερέστερη παρακολούθηση του όλου συλλογισμού του Κλήμη:

"Και οι Απόστολοι ημών έγνωσαν δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ότι έρις έσται επί του ονόματος της Επισκοπής. Δια ταύτην ουν την αιτίαν, πρόγνωσιν ειληφότες τελείαν, κατέστησαν τους προειρημένους (δηλαδή τους Επισκόπους και Διακόνους). Και μεταξύ επινομήν έδωκαν, όπως, εάν κοιμηθώσι, διαδέξωνται έτεροι δεδοκιμασμένοι άνδρες την λειτουργίαν αυτών. Τους ουν κατασταθέντας υπ’ εκείνων, η μεταξύ υφ' ετέρων ελλογίμων ανδρών, συνευδοκησάσης της Εκκλησίας πάσης,... τούτους ου δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι της λειτουργίας. Αμαρτία γαρ ου μικρά ημίν έσται, εάν τους αμέμπτως και οσίως προσενεγκόντας τα δώρα της Επισκοπής αποβάλωμεν". (Α' Κλήμεντος, 44,1-5).

Το κείμενο αυτό θεωρήθηκε, πάντοτε και πράγματι είναι θεμελιώδες για την ορθή κατανόηση όχι μόνο του όλου σχετικού περιεχομένου της επιστολής του Κλήμη, αλλά και της έννοιας της αποστολικής διαδοχής κατά τη μεταποστολική εποχή. Άλλωστε, είναι το μόνο σχετικό κείμενο, το οποίο διασώθηκε από την πρώτη μετά τον θάνατο των Αποστόλων γενεά και εισάγει στη δεύτερη από το θάνατο των Αποστόλων γενεά. Η σπουδαιότητα του κειμένου έγκειται αφ’ ενός μεν στην επιχειρούμενη σύνδεση του τοπικού Ιερατείου προς την αποστολική λειτουργία της Επισκοπής, αφ’ ετέρου δε στην προβαλλόμενη από αυτό Ιστορική συνέχεια της αποστολικής αυθεντίας στην Εκκλησία με τους διαδεχθέντες τους Αποστόλους στην αποστολική τους λειτουργία.

Η ορθή όμως αξιολόγηση του περιεχομένου προϋποθέτει και την ορθή κατανόησή του. Σύμφωνα με το πνεύμα του κειμένου η κατάσταση από τους Αποστόλους σε κάθε τοπική Εκκλησία ενός μονίμου Ιερατείου "εις Επισκόπους και Διακόνους των μελλόντων πιστεύειν" δεν κρινόταν ως άμεση και πρωταρχική υποχρέωση των Αποστόλων. Άλλωστε, δεν είχαν ακόμη διαμορφωθή επιτακτικές τοπικές ανάγκες, ενώ αρκούσε η χορεία των Αποστόλων και των μαθητών τους για την άσκηση του αποστολικού έργου. Εν τούτοις, οι Απόστολοι, "πρόγνωσιν ειληφότες τελείαν" δια του Κυρίου Ιησού Χριστού, "ότι έρις έσται επί του ονόματος της Επισκοπής", επέσπευσαν την εγκαθίδρυση τοπικού Ιερατείου σε κάθε ιδρυόμενη τοπική Εκκλησία. Η κατάσταση αυτή τού μονίμου τοπικού Ιερατείου δεν υποκαθιστούσε βεβαίως σε τοπική βάση την αποστολική αυθεντία, από την αδιάκοπη συνέχεια της οποίας και μόνο διασφαλιζόταν και η συνέχεια του τοπικού Ιερατείου. Η αδιάκοπη συνέχεια της οικουμενικής αποστολικής τους εξουσίας, όπως και της τοπικής λειτουργίας του μονίμου Ιερατείου, δεν διασφαλιζόταν με μόνη τη χειροτονία των "απαρχών" κάθε τοπικής Εκκλησίας "εις Επισκόπους και Διακόνους των μελλόντων πιστεύειν", γι' αυτό και οι Απόστολοι αντιμετώπισαν παράλληλα και το ζήτημα της μετά τον θάνατό τους διαδοχής στην αποστολική αυθεντία, ανεξάρτητα ή και άσχετα προς τη δομή του τοπικού Ιερατείου. Υπό το πνεύμα αυτό οι Απόστολοι, πέρα από την εγκαθίδρυση του τοπικού Ιερατείου, μερίμνησαν και για τη διαδοχή τους από πρόσωπα δυνάμενα να συνεχίσουν με την ίδια εξουσία το επιτελούμενο από αυτούς αποστολικό έργο. Τη ρύθμιση αυτή εισάγει το ακόλουθο ασαφές κείμενο της επιστολής, το οποίο παρερμηνεύεται συνήθως με τη σύγχυση ως προς την αναφορά του στους Αποστόλους ή στο τοπικό Ιερατείο, γι' αυτό και εντός παρενθέσεων αναφέρουμε την κατά τη γνώμη μας ορθή ερμηνευτική του: "Και μεταξύ επινομήν έδωκαν (ήτοι οι Απόστολοι) όπως, εάν κοιμηθώσιν (ήτοι οι Απόστολοι και όχι οι Επίσκοποι και Διάκονοι του Ιερατείου), διαδέξωνται (ήτοι τους Αποστόλους και όχι το τοπικό Ιερατείο) έτεροι δεδοκιμασμένοι άνδρες την λειτουργίαν αυτών (ήτοι των Αποστόλων και όχι του τοπικού Ιερατείου)".

Ο εισαγόμενος με τη δευτερεύουσα υποθετική πρόταση λόγος καλύπτει το περιεχόμενο της "επινομής" των Αποστόλων σε τρίτο πρόσωπο και τίθεται σε πλάγιο λόγο, ο οποίος, μετατρεπόμενος σε ευθύ, θεμελιώνει την προτεινόμενη ερμηνεία. Έτσι, το υποκείμενο του ρήματος "κοιμηθώσι" και το αντικείμενο του ρήματος "διαδέξωνται" είναι οι "Απόστολοι" και όχι οι "προειρημένοι" Επίσκοποι και Διάκονοι. Η συνήθης εσφαλμένη κατανόηση του κειμένου συνοψίζεται στη θέση του R. Bultmann (Theology of N.T., 2,107). Η ορθή λοιπόν κατανόηση του κειμένου, ήτοι υπό το πνεύμα της συνεχούς διασφαλίσεως από τους Αποστόλους της αποστολικής διαδοχής χωρίς όμως και τη σύνδεσή της με το μόνιμο Ιερατείο κάθε τοπικής Εκκλησίας, εκφράζει σαφώς το προβαλλόμενο από την επιστολή βούλημα των Αποστόλων να επιτύχουν διπλή διαδικασία (υπερτοπική και τοπική) συνεχίσεως του αποστολικού έργου. Η τοπική ασκούσε την τετιμημένη λειτουργία στα πλαίσια της τοπικής Εκκλησίας και δεν μπορούσε να έχη αυτοδύναμη διαδοχή, εφ' όσον οι "Επίσκοποι και Διάκονοι" ή οι "Πρεσβύτεροι" της τοπικής Εκκλησίας δεν μπορούσαν να χειροτονήσουν και τους διαδόχους τους. Η υπερτοπική δεν δεσμευόταν κατά την άσκηση της λειτουργίας των Αποστόλων στα πλαίσια μιας τοπικής Εκκλησίας και μπορούσε να διασφάλιση αυτοδύναμα την αδιάκοπη συνέχεια τόσο της αποστολικής αυθεντίας, όσο και του τοπικού Ιερατείου. Εάν ο συλλογισμός αυτός περί την κατανόηση του κειμένου αμφισβητηθή, τότε υποστηρίζεται αυτομάτως η συνήθης άποψη ότι τα ρήματα "κοιμηθώσι" και "διαδέξωνται" αναφέρονται στους "προειρημένους". Τυχόν τέτοια παραδοχή καθιστά το κείμενο αναπόδοτο σε πολύ σοβαρό ζήτημα, την ορθή μάλιστα αντιμετώπιση του οποίου σκόπευε να θεμελίωση ο συντάκτης της επιστολής. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή δεν ρυθμίζονται ο τρόπος ή ο υπεύθυνος για την "κατάσταση" των διαδόχων των "Επισκόπων και διακόνων", ή η αδιάκοπη συνέχεια του τοπικού Ιερατείου της Κορίνθου μετά τον θάνατο των Αποστόλων. Η τελική αναφορά του κειμένου στην "κατάσταση" αυτών "υφ’ ετέρων ελλογίμων ανδρών" θα ήταν αδιανόητη ασάφεια για τόσο αποφασιστικής σημασίας κείμενο για την έριδα στην Κόρινθο, η οποία δύναται να κατανοηθή πληρέστερα μόνο με την εισαγωγή στην προηγούμενη φράση του τρόπου διαδοχής της αυθεντίας των Αποστόλων μετά τον θάνατο τους, αφού οι άμεσοι διάδοχοι των Αποστόλων θα διασφάλιζαν δια "καταστάσεως" τη συνέχεια και του τοπικού Ιερατείου.

Υπό την έννοια αυτή η ερμηνεία του χωρίου θεμελιώνεται και επί της παραδοχής ότι οι αναφερόμενοι "δεδοκιμασμένοι άνδρες" υποδηλώνουν τους διαδόχους των Αποστόλων μαθητές και συνεργάτες τους. Πράγματι, ο όρος "δεδοκιμασμένοι" παρουσιάζει σαφή σχέση προς τη χειροτονία γενικότερα. Ο Κλήμης, αναφερόμενος στη χειροτονία του τοπικού Ιερατείου από τους Αποστόλους, τονίζει ότι αυτοί "καθίστανον τα απαρχάς αυτών, δοκιμάσαντες τω Πνεύματι, εις Επισκόπους και Διακόνους των μελλόντων πιστεύειν". Η σύνδεση αυτή της χειροτονίας με τη "δοκιμή" του αγίου Πνεύματος θα ευνοούσε βεβαίως τη σύνδεση του όρου "δεδοκιμασμένοι" και προς τους Επισκόπους και Διακόνους της τοπικής Εκκλησίας, αλλά η χρήση του όρου στην επιστολή υποδηλώνει μία εξιδιασμένη αναφορά μόνο στους μαθητές των Αποστόλων. Έτσι ο Κλήμης, αξιολογώντας την πρόσφατη έριδα της Κορίνθου προς την αντίστοιχη της αποστολικής εποχής, παρατηρεί χαρακτηριστικά ότι οι Κορίνθιοι τότε διασπάσθηκαν, συνταχθέντες "αποστόλοις μεμαρτυρημένοις (ήτοι με τον Παύλο και τον Κηφά) και ανδρί δεδοκιμασμένω παρ' αυτοίς (ήτοι με τον Απολλώ)" (Α' Κλήμεντος, 47,4). Η χρήση της μετοχής "δεδοκιμασμένος" για τον Απολλώ είναι εξιδιασμένη στην επιστολή του Κλήμη και υποδηλώνει τον λαβόντα καθ' υπόδειξη του αγίου Πνεύματος την εξαιρετική εξουσία να ασκή αποστολικό έργο. Η Διδαχή συνδέει τον όρο αυτό προς τον αληθινό Προφήτη, η αυθεντία του οποίου υπερέχει οποιασδήποτε τοπικής αυθεντίας: "Πας δε Προφήτης δεδοκιμασμένος αληθινός, ποιών εις μυστήριον κοσμικόν Εκκλησίας, μη διδάσκων δε ποιείν όσα αυτός ποιεί, ου κριθήσεται υφ’ υμών" (Διδαχή, 11,11). 

Ο "δεδοκιμασμένος" αληθινός Προφήτης και οι "δεδοκιμασμένοι" της επιστολής του Κλήμη δεν είναι άσχετα μεταξύ τους πρόσωπα. Με την έννοια αυτή οι διάδοχοι των Αποστόλων "δεδοκιμασμένοι άνδρες" μπορούν να ταυτισθούν προς τους μαθητές και συνεργάτες τους. Άλλωστε, η κατανόηση αυτή του όρου "δεδοκιμασμένοι" ενισχύεται και με τις δύο χρήσεις στο κείμενο του χρονικού επιρρήματος "μεταξύ". Έτσι, κατά την πρώτη χρήση το επίρρημα λειτουργεί στη συνάφεια του κειμένου για να διαφοροποιήση τα προηγούμενα, ήτοι τη χειροτονία των Επισκόπων και Διακόνων, από τα εισαγόμενα ως προς τη διαδοχή των Αποστόλων μετά τον θάνατό τους στην αποστολική λειτουργία της Επισκοπής από τους "δεδοκιμασμένους" άνδρες, με τους οποίους θα εξασφαλιζόταν βεβαίως και η συνέχεια του τοπικού Ιερατείου. Η δεύτερη χρήση του επιρρήματος "μεταξύ" ενισχύει τη θέση μας, αφού με αυτή εισάγεται η μετά τον θάνατο των Αποστόλων χρονική περίοδος, κατά την οποία τονίζεται η παράλληλη και αδιάκοπη συνέχεια τόσο του τοπικού Ιερατείου, όσο και της διαδοχής των Αποστόλων: "Τους ουν κατασταθέντας (ήτοι Επισκόπους και Διακόνους) υπ’ εκείνων (ήτοι από τους Αποστόλους) η μεταξύ (ήτοι μετά τον θάνατο των Αποστόλων και μέχρι την εποχή της έριδας) υφ’ ετέρων ελλογίμων ανδρών ... τούτους ου δικαίως, νομίζομεν αποβάλλεσθαι της λειτουργίας". Με τη φράση αυτή ο Κλήμης συνοψίζει αφ’ ενός μεν τη συνέχεια του τοπικού Ιερατείου, αφ’ ετέρου δε την υπερτοπική συνέχεια της αποστολικής διαδοχής, ήτοι με την ανεξάρτητη από το τοπικό Ιερατείο μεταβίβαση των εξουσιών των Αποστόλων στους διαδόχους τους "ελλογίμους" άνδρες. Μόνο με την υπερτοπική αυτή διαδοχή κατοχυρώνεται η αυθεντικότητα της συνέχειας και αυτού του ίδιου του τοπικού Ιερατείου. Η εισαγόμενη με τις δύο χρήσεις του χρονικού επιρρήματος ("μεταξύ") φράση αναφέρεται αναμφιβόλως στη μετά τον θάνατο των Αποστόλων και μέχρι την εποχή του Κλήμη χρονική περίοδο, κατά την οποία την αυθεντία των Αποστόλων για την κατάσταση του τοπικού Ιερατείου άσκησαν οι διαδεχθέντες αυτούς "ελλόγιμοι άνδρες".

Από τη διατύπωση λοιπόν του κειμένου προκύπτει ότι ο Κλήμης δεν γνώριζε άλλη εξέλιξη του μονίμου τοπικού Ιερατείου κατά τίτλο, βαθμό και περιεχόμενο εξουσίας σε σχέση προς τα κρατούντα κατά την αποστολική εποχή. Υπό την έννοια αυτή, ενώ η εξουσία των "ελλογίμων" παρέμεινε κατά την πρώτη μετά τον θάνατο των Αποστόλων γενεά υπερτοπική, η λειτουργία του τοπικού Ιερατείου συνδεόταν πάντοτε προς τον πυρήνα του καθ' όλου πνευματικού βίου της τοπικής Εκκλησίας, ήτοι τη θεία ευχαριστία και την οικοδομή του τοπικού σώματος Χριστού. Το κείμενο επισημαίνει την εξέλιξη αυτή στη διαχείριση της αποστολικής αυθεντίας μετά τον θάνατο των Αποστόλων. Πράγματι, από την παρατεθείσα φράση, το μεν πρώτο τμήμα ("τους ουν κατασταθέντας υπ’ εκείνων") αναφέρεται στα δύο προηγούμενα κεφάλαια και στο εισαγωγικό μέρος του εν λόγω κεφαλαίου ("συν"), τα οποία καλύπτουν σαφώς τη χειροτονία του τοπικού Ιερατείου από τους Αποστόλους, το δε δεύτερο τμήμα ("η μεταξύ υφ’ ετέρων ελλογίμων ανδρών") ανατρέχει στην αμέσως προηγούμενη περίοδο λόγου περί της διαδοχής των Αποστόλων μετά τον θάνατο τους ("και μεταξύ επινομήν έδωκαν, όπως, εάν κοιμηθώσι, διαδέξωνται έτεροι δεδοκιμασμένοι άνδρες την λειτουργίαν αυτών"). Η διαδοχή παραμένει φυσική διαδοχή των Αποστόλων στο έργο του ευαγγελισμού της οικουμένης, κατ' επέκταση δε και κυρίως στο γεγονός της θείας ευχαριστίας όλων των τοπικών Εκκλησιών, γι' αυτό και ο Κλήμης δεν θεμελιώνει τη διαδοχή των Αποστόλων μόνο επί της θείας ευχαριστίας, όπως συνήθως υποστηρίζεται. Κατ' ακολουθίαν, οι όροι "δεδοκιμασμένοι άνδρες" και "ελλόγιμοι άνδρες" διεκδικούν στο κείμενο ταυτότητα αποστολικής λειτουργίας, εφ' όσον χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν τη διαδοχή των Αποστόλων κατά την ίδια χρονική περίοδο της πρώιμης μεταποστολικής εποχής. Εάν όμως οι "δεδοκιμασμένοι" συνδέονται προς τους διαδόχους των Αποστόλων, η διαδοχή αυτή αφορούσε στην αποστολική λειτουργία της "Επισκοπής", με την οποία διασφαλιζόταν όχι μόνο η αδιάκοπη συνέχεια της αποστολικής αυθεντίας, αλλά και αυτή ακόμη η συνέχεια του μονίμου Ιερατείου με την κατάσταση κατά τόπους "Πρεσβυτέρων" ή "Επισκόπων και Διακόνων". Αλλωστε, το όλο περί της διαδοχής των Αποστόλων τμήμα του κειμένου τίθεται εδώ όχι αυτοτελώς και εξαντλητικώς, αλλά κατά την ειδική αναφορά του στη διασφάλιση δια της διαδοχής των Αποστόλων της συνέχειας του τοπικού Ιερατείου της Κορίνθου μέχρι την εποχή του Κλήμη, αφού αυτό ενδιέφερε τον Κλήμη στη συγκεκριμένη επιστολή.

Η έννοια λοιπόν της διαδοχής των Αποστόλων στην λειτουργία της Επισκοπής από τους "δεδοκιμασμένους άνδρας" εμπεριέχει και την έννοια της παραδόσεως από τους Αποστόλους σε αυτούς της εξουσίας, η οποία είχε δοθή από τον Χριστό στους Αποστόλους. Έχουμε δηλαδή εδώ μία σαφή μαρτυρία για την άμεση μεταβίβαση των εξουσιών των Αποστόλων στους "δεδοκιμασμένους" μαθητές και συνεργάτες τους. Η χρήση του όρου "δεδοκιμασμένοι" συνδέεται στη σκέψη του Κλήμη προς τη "δοκιμή" τους όχι βεβαίως μόνο από τους Αποστόλους, αλλά και από το άγιο Πνεύμα. Υπεισέρχεται δηλαδή η ανάμνηση της χειροτονίας του Τιμοθέου από τον απόστολο Παύλο μαζί με το πρεσβυτέριο "δια προφητείας", ήτοι με επιλογή, υπόδειξη και ενέργεια του αγίου Πνεύματος, αφού τέτοια χειροτονία είχε λάβει και ο Απολλώς, ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον Κλήμη ως "δεδοκιμασμένος". Συμφώνως προς αυτά οι διαδεχθέντες τους Αποστόλους στην λειτουργία της Επισκοπής πρέπει να ταυτισθούν προς τους μαθητές και συνεργάτες τους, την ταύτιση δε αυτή εννοεί και η καθ' όλου εκκλησιαστική συνείδηση της μεταποστολικής εποχής. Οι "δεδοκιμασμένοι άνδρες", ως έχοντες την κατ' αποστολική διαδοχή αυθεντία κατά την πρώτη από τον θάνατο των Αποστόλων γενεά, μπορούσαν να καθιστούν, όπως και εκείνοι, το μόνιμο Ιερατείο στις κατά τόπους Εκκλησίες. Την εξουσία αυτή ο Κλήμης συνδέει σαφέστερα προς την αυθεντία των "ελλογίμων ανδρών", οι οποίοι διαδέχθηκαν ρητώς τους Αποστόλους και στην αποστολική ευθύνη για την αυθεντική διατήρηση της συνέχειας του κατά τόπους μονίμου Ιερατείου, ήτοι των "Πρεσβυτέρων" ή "Επισκόπων και Διακόνων".

Στην επιστολή δεν υποδηλώνεται βεβαίως καμία υπεροχή των κατασταθέντων από τους Αποστόλους έναντι των "μεταξύ υφ’ ετέρων ελλογίμων ανδρών" κατασταθέντων μελών του τοπικού Ιερατείου, αλλά με το κείμενο της επιστολής καθίσταται σαφές ότι ο όρος "ελλόγιμος" αποτελεί απλή παραλλαγή ή εξέλιξη του όρου "δεδοκιμασμένος", για να δηλώση αφ’ ενός μεν τους διαδόχους των Αποστόλων, αφ’ ετέρου δε τους μετά τον θάνατο των Αποστόλων συνεχιστές της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής. Ο όρος "ελλόγιμος" όμως απαντά στην επιστολή του Κλήμη και με διαφορετικό περιεχόμενο. Σε δύο χρήσεις του αναφέρεται προφανώς στους πιστούς, οι οποίοι υποτάσσονται με ταπεινοφροσύνη "τοις πρεσβυτέροις" και ζουν σε κατάσταση μετανοίας: "άμεινον γαρ εστίν υμίν εν τω ποιμνίω του Χριστού μικρούς και ελλογίμους υμάς ευρεθήναι, ή καθ’ υπεροχήν δοκούντας εκριφθήναι της ελπίδος αυτού" (Α' Κλήμεντος, 57,2). Η χρήση του όρου στο χωρίο αυτό πρέπει να νοηθή με την έννοια ότι όσοι ζουν εν μετανοία συμπεριλαμβάνονται στον "αριθμόν τον κατηριθμημένον των εκλεκτών" (Α΄ Κλήμεντος, 59,2) του Θεού σε όλο τον κόσμο. Η νοηματική αυτή φόρτιση του όρου ενισχύεται με την άλλη χρήση του στην επιστολή: "Ζη γαρ ο Θεός και ζη ο Κύριος Ιησούς Χριστός και το Πνεύμα το άγιον, η τε πίστις και η ελπίς των εκλεκτών ότι ο ποιήσας εν ταπεινοφροσύνη μετ' εκτενούς επιεικείας αμετακλήτως τα υπό τού Θεού δεδομένα δικαιώματα και προστάγματα, ούτος εντεταγμένος και ελλόγιμος έσται εις τον αριθμόν των σωζόμενων δια Ιησού Χριστού" (Α' Κλήμεντος, 48, 2). Είναι ευνόητο ότι η χρήση του ίδιου όρου στο κείμενο πρέπει να κατανοηθή σε άρρηκτη συσχέτιση προς την ειδική αναφορά του στους διαδεχθέντες τους Αποστόλους, εφ' όσον το επίθετο "ελλόγιμος" δεν είχε προφανώς συνδεθή ως τίτλος προς συγκεκριμένη τάξη στην Εκκλησία. Το ειδικό περιεχόμενό του σε όλες τις χρήσεις του στην επιστολή υποδηλώνει τον επιλεγμένο, τον εκλεκτό, τον εξέχοντα στον κύκλο κάθε τάξεως της Εκκλησίας. Με την έννοια αυτή οι "ελλόγιμοι" ταυτίζονται προς τους "δεδοκιμασμένους" μαθητές και διαδόχους των Αποστόλων, όπως και οι "δεδοκιμασμένοι" ήσαν φορείς της εξουσίας των "ελλογίμων" στην κατάσταση του τοπικού Ιερατείου, αφού και οι "δεδοκιμασμένοι" με τη δοκιμασία τους από τους Αποστόλους εντάσσονται στον κύκλο των "ελλογίμων" και εκλεκτών των Αποστόλων για την συνέχιση του αποστολικού έργου.

Οι "δεδοκιμασμένοι" λοιπόν η "ελλόγιμοι" άνδρες, εφαρμόζοντες την "επινομήν" των Αποστόλων, ενεργούσαν ως αυθεντικοί διάδοχοί τους σε μείζονα η ελλάσσονα περιφέρεια της οικουμένης, στην οποία κήρυτταν ως περιοδευτές Προφήτες ή Απόστολοι το ευαγγέλιο, χειροτονούσαν "τας απαρχάς" των ιδρυομένων από αυτούς ή και των ήδη υφισταμένων κατά τόπους Εκκλησιών "εις Επισκόπους και Διακόνους των μελλόντων πιστεύει" και μεριμνούσαν για την εμπέδωση ή την ανάπτυξη του εκκλησιαστικού βίου σε αυτές. Εν τούτοις, δεν ενετάσσοντο οργανικά στο Ιερατείο και στις δομές μιας συγκεκριμένης τοπικής Εκκλησίας της περιοχής ευθύνης τους, ή τουλάχιστον ο Κλήμης δεν γνώριζε ακόμη μία τέτοια ένταξη. Οι "ελλόγιμοι" άνδρες, οι οποίοι είχαν επωμισθεί μετά τον θάνατο των Αποστόλων την ευθύνη για το όλο αποστολικό έργο, εξασφάλιζαν με χειροτονίες την αδιάκοπη συνέχεια και του μονίμου Ιερατείου κάθε τοπικής Εκκλησίας. Αποτελούσαν έτσι τους αυθεντικούς μάρτυρες της αναγκαιότητας και της θείας προελεύσεως των λειτουργημάτων αυτού, αλλά στην επιστολή ουδέποτε νοούνται και ως μία διακεκριμένη τάξη του τοπικού Ιερατείου. Αν οι "ελλόγιμοι" ανήκαν στο τοπικό Ιερατείο της Κορίνθου, τότε ο Κλήμης δεν θα απέφευγε οποιονδήποτε υπαινιγμό, αφού το κύριο θέμα της έριδας ήταν η διαμάχη "επί του ονόματος της Επισκοπής". Τα ανωτέρω οδηγούν σε σημαντικά για το θέμα συμπεράσματα:

Πρώτον, υπάρχει σαφής διάκριση της λειτουργίας των Αποστόλων και των αμέσων διαδόχων τους από την λειτουργία των "Επισκόπων και Διακόνων" ή "Πρεσβυτέρων", οι οποίοι καταστάθηκαν από αυτούς για τη στελέχωση του μονίμου Ιερατείου κάθε τοπικής Εκκλησίας, τουλάχιστον κατά την πρώτη μετά τον θάνατο των Αποστόλων γενεά. Η μεν πρώτη ήταν υπερτοπική, η δε δεύτερη αυστηρά τοπική. Οι Απόστολοι με παράλληλες αλλά μη συγχεόμενες πρωτοβουλίες καθόρισαν όχι μόνο τον "τύπο" του μονίμου Ιερατείου κάθε τοπικής Εκκλησίας, αλλά και τον "τρόπο" διαδοχής της προσωπικής τους αυθεντίας στο έργο του ευαγγελισμού της οικουμένης με τη μεταβίβαση της εξουσίας τους στους μαθητές τους.

Δεύτερον, το μόνιμο τοπικό Ιερατείο, ασκώντας κατά την αποστολική εποχή και την πρώτη μετά τον θάνατο των Αποστόλων την "τετιμημένη" λειτουργία της "Επισκοπής" σε κάθε τοπική Εκκλησία, δεν μπορούσε να ανανεώνεται μόνο του, γι' αυτό και εχειροτονείτο από τους Αποστόλους ή και από τους διαδόχους τους, οι οποίοι ασκούσαν την αποστολική λειτουργία της Επισκοπής σε οικουμενική ή απλώς σε υπερτοπική βάση.

Τρίτον, κατά την αποστολική και την πρώιμη μεταποστολική εποχή μέχρι τον Κλήμη το τοπικό Ιερατείο (Επίσκοποι και Διάκονοι ή Πρεσβύτεροι) δεν είχε υποστή ουσιώδεις διαφοροποιήσεις τίτλων, δομής και περιεχομένου της λειτουργίας, την οποία ασκούσε στην τοπική Εκκλησία, είχε δε ως επίκεντρο την τέλεση της θείας ευχαριστίας και τη διδαχή. Η κατά την πρώιμη τουλάχιστον μεταποστολική περίοδο εναλλαγή των σχημάτων "Επίσκοποι - Διάκονοι" ή "Πρεσβύτεροι" (Διδαχή, Α' Κλήμεντος) δεν μετατοπίζει την ήδη γνωστή βάση της εναλλασσόμενης χρήσεώς τους και κατά την αποστολική εποχή, η δε εξ απόψεως περιεχομένου διαφοροποίηση των όρων "Επίσκοπος" και "Πρεσβύτερος" είναι μεταγενέστερη της επιστολής του Κλήμη και οπωσδήποτε, παρά τις αντίθετες υποθέσεις, δεν είναι δυνατόν να χρονολογηθή στην προ του Ιγνατίου περίοδο.

Τέταρτον, η αποστολική διαδοχή, ως άμεση και φυσική μεταβίβαση της εντολής και της εξουσίας των Αποστόλων για τη συνέχιση του αποστολικού έργου, ήταν ευρύτερη έννοια σε σχέση προς την "τετιμημένην" λειτουργία του τοπικού Ιερατείου, γι' αυτό και μέχρι την εποχή του Κλήμη είναι σαφής η διάκριση των αμέσων διαδόχων των Αποστόλων από το τοπικό Ιερατείο. Ο Κλήμης αγνοεί οποιαδήποτε τάση ειδικότερης συνδέσεως της υπερτοπικής αυθεντίας των διαδόχων των Αποστόλων προς μόνη τη λειτουργία του μονίμου Ιερατείου στην τοπική Εκκλησία και προς την τελούμενη από αυτό θεία ευχαριστία, οι δε αντίθετες υποθέσεις παρανοούν ή και παρερμηνεύουν τις σχετικές μαρτυρίες της επιστολής.

Πέμπτον, φορείς της αποστολικής διαδοχής κατά την πρώτη μετά τον θάνατο των Αποστόλων γενεά ήσαν αναμφιβόλως οι μαθητές και οι συνεργάτες τους, όπως αυτό υποδηλώνεται στην επιστολή του Κλήμη και στην καθ' όλου εκκλησιαστική συνείδηση της μεταποστολικής εποχής. Οι διάδοχοι των Αποστόλων, καίτοι δεν εντάχθηκαν στο μόνιμο Ιερατείο κάθε τοπικής Εκκλησίας κατά την πρώτη μετά τον θάνατο των Αποστόλων γενεά, εν τούτοις δεν άσκησαν και την οικουμενική αυθεντία των Αποστόλων, αφού κατ' αποστολικήν "επινομήν" ανέλαβαν την ευθύνη μιας υπερτοπικής ασκήσεως του αποστολικού έργου σε μείζονα ή ελάσσονα διοικητική και γεωγραφική περιφέρεια.

Έκτον, οι άμεσοι διάδοχοι των Αποστόλων και φορείς της αποστολικής αυθεντίας εχειροτονούντο από τους Αποστόλους μετά από επιλογή ή υπόδειξη του αγίου Πνεύματος ("δια προφητείας") κατά το πρότυπο της χειροτονίας του Τιμοθέου, έφεραν δε κατά τη διάρκεια της ζωής των Αποστόλων τον τίτλο "Προφήτες", ενώ μετά τον θάνατο των Αποστόλων δεν ήταν ασυνήθης και η εναλλακτική χρήση του τίτλου "Απόστολος", λόγω της διαδοχής των Αποστόλων στην ευθύνη της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής και της ασκήσεως του όλου αποστολικού έργου.

Έβδομον, ο όρος "Επισκοπή", παράλληλος προς τον όρο «λειτουργία», δεν περιορίζεται στον απλό καθορισμό της εξουσίας του τοπικού Ιερατείου για την τέλεση της θείας ευχαριστίας, όπως συνήθως υποστηρίζεται, αφού η συσχέτιση των όρων (ευχαριστία - επισκοπή) οφείλεται σε εσφαλμένη συντακτική ανάλυση και ερμηνεία του σχετικού κειμένου. Στον όρο "Επισκοπή" περιλαμβάνεται κυρίως η «λειτουργία» των Αποστόλων και των μαθητών τους, το δε περιεχόμενό της δεν είναι δυνατόν να περιορισθή μόνο στο τοπικό Ιερατείο ή στην τέλεση της θείας ευχαριστίας.

Όγδοον, ο Κλήμης ουδέποτε συνδέει τις περί διαδοχής των Αποστόλων ιδέες προς μόνη τη θεία ευχαριστία ή το τοπικό Ιερατείο, αφού τέτοια σύνδεση δεν είχε πραγματοποιηθή ακόμη στην Εκκλησία ή τουλάχιστον δεν ήταν γνωστή στον Κλήμη, ο οποίος γνώριζε μόνο τη μεταβίβαση των εξουσιών των Αποστόλων στους αμέσους διαδόχους τους.

Ένατον, οι χρησιμοποιούμενοι στην επιστολή του Κλήμη για τους διαδόχους των Αποστόλων όροι "δεδοκιμασμένοι" και "ελλόγιμοι" έχουν απλή επιθετική έννοια και δεν μπορούν να κατανοηθούν ως καθιερωμένοι εκκλησιαστικοί τίτλοι των διαδόχων των Αποστόλων. Άλλωστε, οι δύο αυτοί όροι ταυτίζονται με την αναφορά τους στα ίδια πρόσωπα και στην ίδια εξουσία κατά την ίδια χρονική περίοδο, μέσα βέβαια στα πλαίσια της χρηστικής φορτίσεως των γλωσσικών αυτών στοιχείων με ειδικότερο θρησκευτικό περιεχόμενο. "Ελλόγιμοι" λοιπόν είναι οι "δεδοκιμασμένοι" μαθητές ή συνεργάτες των Αποστόλων, οι οποίοι καταριθμήθηκαν στους εκλεκτούς του αγίου Πνεύματος για την αυθεντική συνέχιση του αποστολικού έργου αφ’ ενός μεν μαζί με τους Αποστόλους, αφ’ ετέρου δε αυτοτελώς μετά τον θάνατο των Αποστόλων.

Δέκατον, η έριδα στην Κόρινθο "επί του ονόματος της Επισκοπής", η οποία οδήγησε σε κρίση όχι μόνο το τοπικό Ιερατείο, αλλά και την τοπική Εκκλησία, δεν πρέπει να θεωρηθή άσχετη προς τη γενικότερη προβληματική της μεταβατικής περιόδου του τέλους της πρώτης μετά τον θάνατο των Αποστόλων γενεάς, όπως αυτή εμφανίζεται και σε άλλες πηγές της εποχής. Κατ' αυτήν οι διαδεχθέντες τους Αποστόλους, όταν αδυνατούσαν πλέον να ασκούν έργο περιοδευτή Αποστόλου η "Προφήτη", εγκαθίσταντο σε κάποια τοπική Εκκλησία της περιοχής της αποστολικής τους ευθύνης. Η παρουσία ή η απουσία του διαδόχου των Αποστόλων διαμόρφωσε στις τοπικές Εκκλησίες ποικίλες τάσεις, οι οποίες προκαλούσαν αφ’ ενός μεν κινήσεις μειώσεως του μονίμου τοπικού Ιερατείου (Διδαχή), αφ’ ετέρου δε διεκδικήσεις του μονίμου τοπικού Ιερατείου για υποκατάσταση με κάποιον εκπρόσωπό του της υπερτοπικής αποστολικής αυθεντίας (Γ΄ Ιωάννου). Η λύση προήλθε κατά τη δεύτερη μετά τον θάνατο των Αποστόλων γενεά, με την επιτυχή τάση συνδέσεως των κατά διαδοχή φορέων της υπερτοπικής αποστολικής εξουσίας με το τοπικό Ιερατείο. Η Διδαχή προσφέρει υπόδειγμα της λύσεως αυτής με την προτροπή για την εγκατάσταση του Προφήτη σε κάποια τοπική Εκκλησία, ο δε Ιγνάτιος μαρτυρεί την ταχύτητα, με την οποία προωθήθηκε ευρύτερα στην Εκκλησία η λύση αυτή.

 

Συνέχεια στο 4ο μέρος: Μαρτυρίες της μεταποστολικής εποχής για τη μετάβαση από τον Προφήτη στον Επίσκοπο

Δημιουργία αρχείου: 19-9-2007.

Τελευταία ενημέρωση: 4-10-2007.

ΕΠΑΝΩ