Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Ενότητες: Ιστορικά και Ορθοδοξία

 

Εκκλησιαστική Ιστορία

E΄ Μέρος

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ (70-100 μ.Χ.)

Γενικά συμπεράσματα

 

Πηγή: Εκκλησιαστική Ιστορία Βλασίου Ι. Φειδά, Α΄ Αθήνα 1992, κεφ. Β΄.

 

 

5. Γενικά συμπεράσματα

Από όλα τα ανωτέρω συνάγονται γενικές διαπιστώσεις ως προς την εξέλιξη των μορφών του εκκλησιαστικού πολιτεύματος κατά την πρώιμη μεταποστολική εποχή (70-100), οι οποίες είναι θεμελιώδεις για την παρακολούθηση της συνδέσεως της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής αφ’ ενός μεν προς τον καινοδιαθηκικό τίτλο Επίσκοπος, αφ’ ετέρου δε προς το μόνιμο Ιερατείο κάθε τοπικής Εκκλησίας.

1. Είναι ορθό το συμπέρασμα, σύμφωνα με το οποίο υπό τον όρο "Επίσκοπος" της καινοδιαθηκικής γραμματείας δεν είναι δυνατόν να αναγνωρισθή ο κατ' αποστολική διαδοχή Επίσκοπος κάθε τοπικής Εκκλησίας των επιστολών του Ιγνατίου. Οπωσδήποτε όμως δεν είναι ορθές οι ακραίες παραδοχές της προτεσταντικής έρευνας, οι οποίες πηγάζουν από την κάθετη διάκριση του τοπικού Ιερατείου από την οικουμενική τάξη των χαρισματούχων κατά την αποστολική εποχή. Πράγματι, η διάκριση του τοπικού Ιερατείου (Επίσκοποι και Διάκονοι) από την τάξη των χαρισματούχων δεν έφθασε μέχρι τον οξύ διαχωρισμό των λειτουργιών τους, γι' αυτό και ούτε η Ιεροσύνη απέκλειε το χάρισμα, ούτε το χάρισμα απέκλειε την Ιερωσύνη. Αντιθέτως, η σύνδεση χαρίσματος και Ιερωσύνης αποτελούσε την ιδεώδη σύζευξη κατά την ύστερη αποστολική εποχή για τους συμμετέχοντες στην άσκηση της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής υπό την εποπτεία των Αποστόλων. Τούτο άλλωστε δηλώνεται σαφώς στις ποιμαντορικές επιστολές του Αποστόλου Παύλου και στο καθ' όλου αποστολικό έργο των μαθητών και συνεργατών των Αποστόλων. Η χαρακτηριστική σύζευξη Ιερωσύνης και χαρίσματος στους δοκιμότερους κυρίως από τους μαθητές των Αποστόλων αντιτίθεται σαφώς προς την προτεσταντική παραδοχή περί ενός αντιθετικού διαχωρισμού μεταξύ μιας τάξεως χαρισματούχων και του τοπικού Ιερατείου υπό το πνεύμα του ασυμβίβαστου μεταξύ χαρίσματος και Ιερωσύνης. Τέτοια παραδοχή δεν δύναται πλέον να τεθή ως αρχή κατά τη στοιχειοθέτηση και τη μελέτη του θέματος της οργανώσεως της Εκκλησίας κατά την αποστολική εποχή και την πρώιμη μεταποστολική εποχή.

2. Οι μαθητές και συνεργάτες των Αποστόλων, οι οποίοι συνδύαζαν το χάρισμα με την Ιεροσύνη, όπως λ.χ. ο Τιμόθεος, ο Τίτος κ.ά. συμμετείχαν στην άσκηση της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής υπό την εποπτεία των Αποστόλων και κατείχαν στην άσκηση της αποστολής αυτής οπωσδήποτε υπεροχώτερη εξουσία από εκείνη του τοπικού Ιερατείου (Επίσκοποι και Διάκονοι). Μπορούσαν να χειροτονούν κατά πόλεις Επισκόπους και Διακόνους, ενώ το τοπικό Ιερατείο δεν είχε την εξουσία μιας αυτοτελούς διασφαλίσεως της συνέχειας του. Οι μαθητές όμως και συνεργάτες των Αποστόλων, οι οποίοι με τη σύζευξη χαρίσματος και αποστολικής χειροτονίας είχαν αποκτήσει την υπεροχώτερη αυτή αυθεντία έναντι του τοπικού Ιερατείου, ποίον τίτλο έφεραν για τη δήλωση της εξέχουσας θέσεώς τους στην αποστολική Εκκλησία; Από την καινοδιαθηκική γραμματεία (Πράξεις Αποστόλων, επιστολές Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους, Εφεσίους και Τιμόθεον, Αποκάλυψις κ.ά.), όπως επίσης και από τη γραμματεία της μεταποστολικής εποχής (Διδαχή, Α' Κλήμεντος, Ποιμήν Ερμά κ.α.) δύναται να συναχθή το συμπέρασμα, ότι αυτοί κατά μεν την αποστολική εποχή χαρακτηρίζοντο με τον τίτλο "Προφήτης", κατά δε την πρώιμη μεταποστολική εποχή, ιδιαίτερα δε μετά τον θάνατο των Αποστόλων, μπορούσαν να εναλλάσσουν τον τίτλο "Προφήτης" και με τον τίτλο "Απόστολος" ή και να αναφέρονται με μόνη την απλή αναγραφή του ονόματός τους (Κλήμης, Ιγνάτιος, Πολύκαρπος κ.λπ.).

3. Ο τίτλος "Προφήτης", καίτοι ήταν καθιερωμένος με συγκεκριμένο περιεχόμενο στην Παλαιά Διαθήκη, απέκτησε ειδικότερο περιεχόμενο στην αποστολική Εκκλησία. Χρησιμοποιήθηκε δηλαδή για τον χαρακτηρισμό της εξοχώτερης τάξεως μετά τους Αποστόλους προς διάκριση από την υπερέχουσα οικουμενική αυθεντία τους. Πράγματι, ενώ ο τίτλος Απόστολος περιοριζόταν αυστηρώς στον κύκλο των Δώδεκα μαθητών, ήτοι στους επιλεγέντες προσωπικά από τον Ιησού Χριστό για τη μαρτυρία της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους από τον αναστάντα Χριστό, ο τίτλος "Προφήτης" χρησιμοποιήθηκε για να δηλώση τους επιλεγέντες από το άγιο Πνεύμα προς συνέχιση του αποστολικού έργου υπό την εποπτεία των

Αποστόλων, ήτοι τους εκλεκτούς και "δεδοκιμασμένους" ή "ελλογίμους" μαθητές και συνεργάτες των Αποστόλων. Εξ επόψεως αυθεντίας υπήρχε σαφής διαφοροποίηση, αφού οι μεν "Απόστολοι", λόγω του μοναδικού και ανεπανάληπτου προνομίου της επιλογής τους από τον ίδιο τον Κύριο, είχαν αυτοτελή οικουμενική αυθεντία στην άσκηση του αποστολικού έργου, οι δε "Προφήτες" ασκούσαν το έργο αυτό μόνο κατ' εντολή των Αποστόλων και σε συγκεκριμένη κάθε φορά περιφέρεια. Μετά όμως τον θάνατο των Αποστόλων άσκησαν αυτοτελώς το αποστολικό έργο στην ανατεθείσα σε αυτούς διοικητική ή γεωγραφική περιφέρεια, στην οποία δρούσαν ως περιοδευτές "Προφήτες" ή "Απόστολοι", σύμφωνα προς τη χαρακτηριστική περιγραφή του έργου τους από το πονημάτιο τής Διδαχής, όπως επίσης και σύμφωνα προς τις ενδείξεις πολλών εμμέσων μαρτυριών των πηγών της μεταποστολικής εποχής (Α' Κλήμεντος, Επιστολές Ιγνατίου, Ποιμήν Ερμά, Μαρτύριον Πολυκάρπου, Ειρηναίος κ.α.).

4. Οι "Προφήτες" υπήρξαν οι άμεσοι διάδοχοι των Αποστόλων στην αποστολική λειτουργία της Επισκοπής, γι' αυτό και μπορούσαν να χαρακτηρίζονται επίσης με τον τίτλο "Απόστολοι" (Διδαχή), αλλά ασκούσαν το αποστολικό έργο ως περιοδευτές σε συγκεκριμένη ευρεία διοικητική ή γεωγραφική περιφέρεια και όχι βεβαίως σε μία μόνο συγκεκριμένη τοπική Εκκλησία. Ως εκλεκτοί των Αποστόλων και «δεδοκιμασμένοι εν Πνεύματι αγίω» είχαν εφοδιασθή δι’ αποστολικής χειροτονίας με την αποστολική εξουσία για τη διαδοχή τους στην αποστολική λειτουργία της Επισκοπής. Με την αποστολική αυτή εξουσία συνέχισαν μετά τον θάνατο των Αποστόλων το όλο αποστολικό έργο, κηρύσσοντες ως περιοδευτές το Ευαγγέλιο, εποπτεύοντες τη ζωή και την οργάνωση των τοπικών Εκκλησιών της συγκεκριμένης περιφέρειας, διασφαλίζοντες τη συνέχεια του μονίμου Ιερατείου κάθε τοπικής Εκκλησίας (Επίσκοποι και Διάκονοι) και γενικότερα φροντίζοντες για τον εκκλησιαστικό βίο της ευρύτερης περιοχής ευθύνης τους. Πράγματι, οι "Προφήτες", αφού διαδέχθηκαν τους Αποστόλους στην αποστολική λειτουργία της Επισκοπής, υπήρξαν και οι άμεσοι κατ' αποστολική διαδοχή φορείς της επισκοπικής εξουσίας, την οποία άσκησαν μεν υπερτοπικά, αλλά σε όλες τις τοπικές Εκκλησίες μιας ευρείας περιφέρειας. Στις τοπικές Εκκλησίες το τοπικό Ιερατείο (Επίσκοποι και Διάκονοι) δεν ήταν αυτοδύναμος φορέας της αποστολικής διαδοχής, τουλάχιστον μέχρι τον χρόνο συγγραφής της Α΄ Κλήμεντος (96 μ.Χ.), αφού στην επιστολή αυτή αγνοείται η οποιαδήποτε ειδικότερη σύνδεση της αποστολικής διαδοχής και προς αυτό ακόμη το Ιερατείο των τοπικών Εκκλησιών Ρώμης η Κορίνθου.

5. Η "Επισκοπή" αποτελούσε ουσιώδες και οργανικό στοιχείο της αποστολικής λειτουργίας. Η συνέχεια της διασφαλιζόταν από τους αμέσους διαδόχους των Αποστόλων και δεν είχε ακόμη συνδεθή, μέχρι τον χρόνο συγγραφής της Α' Κλήμεντος, προς το τοπικό Ιερατείο (Επίσκοποι και Διάκονοι) η προς τη θεία ευχαριστία της τοπικής Εκκλησίας της Κορίνθου ή και της Ρώμης, όπως εσφαλμένως κατά κανόνα υποστηρίζεται με βάση την εσφαλμένη συντακτική ανάλυση η ερμηνεία του σχετικού κειμένου (κεφ. 44) της Α' Κλήμεντος. Φορείς της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής ήσαν κατ' εξοχήν οι άμεσοι διάδοχοι των Αποστόλων, οι οποίοι στην Α' Κλήμεντος χαρακτηρίζονται "ελλόγιμοι" ή "δεδοκιμασμένοι". Αυτοί δεν ανήκαν στο τοπικό Ιερατείο, αλλ' ήσαν κύριοι υπεύθυνοι για την "κατάσταση" και τη χειροτονία της συνέχειας του, θα μπορούσαν δε να ταυτισθούν προς τους "Προφήτες" της Διδαχής. Το τοπικό Ιερατείο, καίτοι μετείχε μερικώς της αποστολικής λειτουργίας της "Επισκοπής", δεν μπορούσε κατά τρόπο αυτοδύναμο να διασφάλιση και τη συνέχεια του στην τοπική Εκκλησία, αφού δεν είχε εφοδιασθή με το πλήρωμα της αποστολικής αυθεντίας, την οποία έφεραν μόνο οι κατ' ευθείαν διάδοχοι των Αποστόλων (ελλόγιμοι και δεδοκιμασμένοι) στην αποστολική λειτουργία της Επισκοπής.

6. Οι κατ’ ευθείαν διάδοχοι των Αποστόλων, χαρακτηριζόμενοι με διάφορους καθιερωμένους (Προφήτες, Απόστολοι) ή περιγραφικούς (ελλόγιμοι, δεδοκιμασμένοι) τίτλους ή και με μόνο το κύριο όνομα τους (Κλήμης, Ιγνάτιος, Πολύκαρπος), ασκούσαν την αποστολική λειτουργία της Επισκοπής στην ανατεθείσα από τους Αποστόλους περιφέρεια. Εν τούτοις, αναγκάσθηκαν κατά το τέλος περίπου της πρώτης μετά τον θάνατο των Αποστόλων γενεάς να εγκατασταθούν, κυρίως λόγω γήρατος ή ασθενείας, στο κέντρο του αποστολικού τους έργου. Η εγκατάσταση αυτή υπήρξε βεβαίως προοδευτική, σύμφωνα δε προς τις μαρτυρίες της Διδαχής, προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στους κόλπους των τοπικών Εκκλησιών, αφού διαμορφώθηκαν σε αυτές ποικίλες αντιθετικές τάσεις. Η Διδαχή αναφέρει αφ’ ενός μεν την τάση της μη αποδοχής των "Προφητών" ως "αρχιερέων" της τοπικής Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε την αντίθετη τάση περιφρονήσεως του τοπικού Ιερατείου (Επισκόπων και Διακόνων) μετά την εγκατάσταση σε αυτήν του περιοδευτή "Προφήτη" ως "αρχιερέως" της, γι' αυτό και αποδοκιμάζει και τις δύο αυτές τάσεις. Οι τάσεις όμως αυτές υπήρξαν γενικότερες κατά τη μεταβατική περίοδο (Α' Ιωάννου, Α΄ Κλήμεντος), αλλά με την εγκατάσταση του περιοδευτή "Προφήτη" ως "αρχιερέως" σε κάποια τοπική Εκκλησία ολοκληρώθηκε ο κύκλος της αποστολικής αυθεντίας του τοπικού Ιερατείου της, ενώ στις άλλες τοπικές Εκκλησίες της περιοχής ευθύνης του περιοδευτή "Προφήτη" εχειροτονούντο συνήθως τοπικοί διάδοχοι της αυθεντίας του, ήτοι οι Επίσκοποι.

7. Και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις η εξηρτημένη από τους Προφήτες τοπική αυθεντία της Επισκοπής, ως βασικού τοπικού στοιχείου της αποστολικής λειτουργίας, αφαιρέθηκε από τους "Επισκόπους" του μονίμου Ιερατείου και απορροφήθηκε από τους "Προφήτες" ή και από τους κατά τόπους χειροτονηθέντες διαδόχους της αυθεντίας τους Επισκόπους. Πράγματι, στην αποστολική διαδοχή παρατηρείται μία κίνηση από τους "Αποστόλους" ως οικουμενικούς Επισκόπους, δια των "Προφητών" ως υπερτοπικών περιφερειακών Επισκόπων, προς τους "Επισκόπους" ως τοπικούς διαδόχους της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής, ήτοι σχηματικότερα: ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ - ΠΡΟΦΗΤΑΙ - ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ.

Η κίνηση αυτή της αποστολικής διαδοχής επιβεβαιώνεται, από την αξιοποίηση και πολλών έμμεσων η περιφερειακών μαρτυριών των πηγών της μεταποστολικής εποχής (Διδαχή, Α' Κλήμεντος, Επιστολή προς Ρωμαίους του Ιγνατίου, επιστολή προς Φιλιππησίους του Πολυκάρπου, Ποιμήν Ερμά, Μαρτύριον Πολυκάρπου, Ειρηναίος κ.λπ.). Με αυτές είναι δυνατόν να αποδειχθή ότι και αυτοί ακόμη οι μαθητές των Αποστόλων Κλήμης, Ιγνάτιος και Πολύκαρπος, οι οποίοι θεωρούνται και είναι χαρακτηριστικοί τύποι Επισκόπων της πρώιμης μεταποστολικής εποχής, άσκησαν προηγουμένως ως περιοδευτές Προφήτες την αποστολική λειτουργία της Επισκοπής στην Ιταλία, τη Συρία και τη Μ. Ασία πριν εγκατασταθούν στα αντίστοιχα κέντρα της περιοχής ευθύνης τους (Ρώμη, Αντιόχεια, Σμύρνη), κατά το υπόδειγμα του ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος λόγω γήρατος είχε εγκατασταθή στην Έφεσο. Βεβαίως και μετά την εγκατάσταση τους στα συγκεκριμένα κέντρα του αποστολικού έργου τους συνέχισαν να ασκούν την εξαιρετική αυθεντία, όχι μόνο επί των τοπικών Εκκλησιών της περιοχής ευθύνης τους, αλλά και στην ανά την Οικουμένη Εκκλησία γενικότερα.

 

Βιβλιογραφία

-ΙΩ. ΦΕΙΔΑ, Το πολίτευμα της Εκκλησίας και η τάξις των Προφητών, Αθήναι 1984

-W. PLOEHL, Geschichte des Kirchenrechts, I, 1954.

-A. EHRHARDT, The Apostolic Succession in the First Two Centuries of the Church, 1953.

-A. von HARNACK, Entstechung und Entwicklung der Kirchenverfassung und des Kirchenrechts in den zwei ersten Jahrhunderten, 1910.

-W. MICHAELIS, Das aeltesten Amt der christlichen Gemeinde im Lichte der hl. Schrift, 1953.

-H. von CAMPENHAUSEN, Kirchliches Amt und geistliche Vollmacht in des ersten drei Jahrhunderten, 1964.

-H. GREEVEN, Propheten, Lehrer, Vorstecher bei Paulus, NZW 44 (1952) 1-43.

-R. BULTMANN, Theology of the New Testament, μετάφραση Κ. Grobel, τομ. 2ος, 1951.

-A. LEMAIRE, Les ministères aux origines de l'Eglise, 1971.

-ΙΩ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ, Η Εκκλησία των προφητών. Το προφητικόν χάρισμα εν τη Εκκλησία των δύο πρώτων αιώνων, 1979.

-J. BEHM, Die Handauflengung im Urchristentum, 1911.

-Μ. SIOTIS, Die klassische und die christliche Cheirotonie in ihrem Verhältnis, 1951.

-ΙΈΡ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Η φερομένη διαφορά μορφών του εκκλησιαστικού πολιτεύματος... (34-156 μ-Χ.), Πρακτ. Ακαδ. Αθηνών 32 (1957) 17-51.

-ΙΈΡ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί του τοπικού και χρονικού περιορισμού εν τη χρήσει του όρου "'Επίσκοποι και Διάκονοι"... Πρακτ. Ακαδ. Αθηνών 36 (1961) 215-230.

-Του αυτού, Διαδοχή Αποστόλων, Θ.Η.Ε., Δ' (1964) 1109-1121.

-Toυ αυτού, Η "επισκοπή". Το Αποστολικόν Λειτούργημα. Διακονία της Εκκλησίας και η εν αυτώ διαδοχή..., Θεολογία ΝΔ' (1983) 209-228 και 451-453.

Δημιουργία αρχείου: 4-10-2007.

Τελευταία ενημέρωση: 4-10-2007.

ΕΠΑΝΩ