Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Ενότητες: Ιστορικά και Ορθοδοξία

 

Εκκλησιαστική Ιστορία

Δ΄ Μέρος

 Οι περί της μεταβάσεως από τον "Προφήτη" στον "Επίσκοπο" μαρτυρίες της γραμματείας της μεταποστολικής εποχής

ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ (70-100 μ.Χ.)

 

Πηγή: Εκκλησιαστική Ιστορία Βλασίου Ι. Φειδά, Α΄ Αθήνα 1992, κεφ. Β΄.

 

 

4. Οι περί της μεταβάσεως από τον "Προφήτη" στον "Επίσκοπο" μαρτυρίες της γραμματείας της μεταποστολικής εποχής 

Τα ανωτέρω συμπεράσματα από τη μελέτη της Διδαχής και της επιστολής Α' Κλήμεντος, με σαφή συσχέτιση προς τις μαρτυρίες της γραμματείας της αποστολικής και της πρώιμης μεταποστολικής εποχής, οδήγησαν την έρευνά μας και σε χώρους άσχετους προς το μόνιμο τοπικό Ιερατείο της εν λόγω εποχής (Επίσκοποι και Διάκονοι ή Πρεσβύτεροι). Εν τούτοις, από τις αρχές του Β' αιώνα ο μεν όρος "Επίσκοπος" ταυτίσθηκε προς τον φορέα της αποστολικής διαδοχής σε κάθε τοπική Εκκλησία, ο δε όρος "Πρεσβύτερος" χρησιμοποιήθηκε ορισμένες φορές από τους φορείς της Ιωάννειας παραδόσεως στην Ασία για να δηλώση σαφώς τον αποθανόντα ήδη φορέα της επισκοπικής αυθεντίας. Η εξέλιξη όμως αυτών των όρων δεν είναι δυνατόν να παρακολουθηθή στην έρευνα των πηγών της αποστολικής και της πρώτης μετά τον θάνατο των Αποστόλων γενεάς. Πράγματι, κατά το τέλος του Α' και τις αρχές του Β΄ αιώνα μεταβλήθηκαν οι πραγματικές προϋποθέσεις χρήσεως των όρων, τις οποίες υπαινίσσεται μεν ήδη η Διδαχή, αλλά περιγράφει σαφώς ο Ιγνάτιος στις επιστολές του. Οι μέχρι την εποχή του Ιγνατίου διασωθείσες πηγές δεν προσφέρονται για την ερμηνεία των σχετικών πληροφοριών επί τη βάσει της μεταγενέστερης εξελίξεως ή της de facto μεταγενέστερης φορτίσεως του περιεχομένου των όρων "Επίσκοπος" και "Πρεσβύτερος". Οι "Επίσκοποι" λ.χ. της Διδαχής και της επιστολής Α' Κλήμεντος δεν είναι δυνατόν να παραλληλισθούν κατά το περιεχόμενο της εξουσίας τους προς τον "Επίσκοπο" των επιστολών του Ιγνατίου, όπως επίσης και οι "Πρεσβύτεροι" της επιστολής του Κλήμη δεν είναι δυνατό να παραλληλισθούν προς τους "Πρεσβυτέρους" ορισμένων χρήσεων της μεταγενέστερης ασιατικής γραμματείας του Β' αιώνα, η οποία τελεί υπό την επίδραση της Ιωάννειας παραδόσεως, αφού στο μεταξύ μεταβλήθηκαν οι σταθερές μέχρι το τέλος του Α' αιώνα συντεταγμένες του θέματος (Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων Έλεγχος, V,3,3.). Βασικά στοιχεία της διαφοροποιήσεως αυτής είναι: α) η εξέλιξη της Ιδέας της αποστολικής διαδοχής σε συγκλίνουσα μέχρι ταυτίσεως κατεύθυνση για τη σύνδεση των φορέων της αποστολικής αυθεντίας προς το μόνιμο Ιερατείο κάθε τοπικής Εκκλησίας με ενδιάμεσο σταθμό την υπερτοπική μεν, αλλ’ όχι και οικουμενική, ευθύνη των άμεσων διαδόχων των Αποστόλων στην επιτέλεση του αποστολικού έργου, και β) η πραγματοποιηθείσα με αυτή τη σύνδεση αναδόμηση του τοπικού Ιερατείου υπό το πνεύμα, ότι ο φορέας της αποστολικής εξουσίας και της διαδοχής συνδέθηκε άρρηκτα αφ’ ενός προς το όνομα και την λειτουργία της "Επισκοπής" στα πλαίσια της τοπικής Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε και προς την οργανική εσωτερική ανάπτυξη του τοπικού Ιερατείου.

Η προβληματική της Διδαχής υποδηλώνει και τη διαδικασία των εξελίξεων αυτών. Η εγκατάσταση του περιοδευτή Προφήτη ή Αποστόλου σε κάποια τοπική Εκκλησία της περιοχής ευθύνης του προκαλούσε αυτομάτως πρόβλημα σχέσεως προς το μόνιμο τοπικό Ιερατείο (Επίσκοποι και Διάκονοι). Η υπέρβαση των αρχικών ακραίων θέσεων ως προς την αναγκαιότητα του τοπικού Ιερατείου, τις οποίες δεν αγνοούσε η Διδαχή, κατέστησε αναγκαία την τελική εναρμόνιση της λειτουργίας του Προφήτη ή Αποστόλου και του τοπικού Ιερατείου στα πλαίσια της τοπικής Εκκλησίας. Μέχρι τη μόνιμη λοιπόν εγκατάσταση του Προφήτη ή Αποστόλου σε μία τοπική Εκκλησία, οι "Επίσκοποι" ή "Πρεσβύτεροι" ασκούσαν την λειτουργία της "Επισκοπής" στην τοπική αυτή Εκκλησία. Στη συνέχεια όμως την "Επισκοπή" έπρεπε να ασκεί ο Προφήτης η Απόστολος, αφού την εξέχουσα θέση των "προεστώτων" κατά την τέλεση της θείας ευχαριστίας "Επισκόπων" ή "Πρεσβυτέρων" κατέλαβε πλέον ο μόνιμα εγκατεστημένος σε αυτήν Προφήτης ή Απόστολος, ο οποίος καταλάμβανε τη θέση αυτή ως περιοδευτής Προφήτης σε όλες τις τοπικές Εκκλησίες της περιοχής ευθύνης του, όταν τις επισκεπτόταν και τελούσε τη θεία ευχαριστία. Η οργανική αυτή σύνδεση του Προφήτη η Αποστόλου προς το τοπικό Ιερατείο κατά το τέλος τού Α΄ αιώνα, συνεπαγόταν και τη μόνιμη σύνδεσή του με την λειτουργία της Επισκοπής στη συγκεκριμένη τοπική Εκκλησία, γι' αυτό ο Προφήτης ή Απόστολος κατέστη πλέον ο κατ’ εξοχήν Επίσκοπος της τοπικής Εκκλησίας. Ανεξάρτητα λοιπόν από τη διατήρηση ή μη του κατεχομένου από τον Προφήτη η Απόστολο τίτλου, αφού αρκούσε και μόνο το όνομά του, αυτός ήταν πλέον ο μόνος δυνάμενος να φέρη τον ανάλογο προς την λειτουργία του τίτλο "Επίσκοπος", από τον οποίο προοδευτικά αποξενώθηκαν οι "Πρεσβύτεροι" της τοπικής Εκκλησίας. Τόσο ο Ιγνάτιος, όσο και ο Πολύκαρπος δηλώνονται στις επιστολές τους απλώς με το όνομά τους, καίτοι ο Ιγνάτιος στην προς Ρωμαίους επιστολή χαρακτηρίζει τον εαυτό του "Επίσκοπο Συρίας", ενώ συγχρόνως εξυπονοεί την ιδιότητά του ως Επισκόπου της τοπικής Εκκλησίας της Αντιοχείας (Ρωμ. 2,2.9). Ο Ερμάς (Ποιμήν, Όρασις, 2,4,3) αρκείται επίσης στην απλή αναγραφή του ονόματος του Κλήμη, χωρίς προσδιορισμό της ιδιότητας ή του τίτλου του. Προφανώς η ενική χρήση του όρου "Επίσκοπος", αποδιδόμενη στον Θεό, προβλημάτιζε ακόμη για την επίσημη εκκλησιαστική καθιέρωσή του. Πράγματι, ο Ιγνάτιος, προσφωνώντας τον Πολύκαρπο ως "Επίσκοπον Εκκλησίας Σμυρναίων", αισθάνεται την ανάγκη να πρόσθεση τη φράση "μάλλον επεσκοπημένω υπό Θεού Πατρός και Ιησού Χριστού". Με το ίδιο πνεύμα χαρακτηρίζει και τον Επίσκοπο Εφέσου Ονήσιμο "εν σαρκί Επίσκοπον" (Εφ. 1,3).

Ο Πολύκαρπος Σμύρνης στην προς Φιλιππησίους επιστολή προσφωνεί την Εκκλησία Φιλίππων υπό τον τύπο "Πολύκαρπος και οι συν αυτώ Πρεσβύτεροι", γνωρίζει δε σε αυτήν μόνο "Πρεσβυτέρους" (6,1.11,1), ενώ ο Απόστολος Παύλος είχε προσφώνησει τους πιστούς της Εκκλησίας αυτής υπό τον τύπο "συν Επισκόποις και Διακόνοις" (Φιλιπ. 1,1). Η εξέλιξη παρουσιάζεται ήδη ολοκληρωμένη στις επιστολές του Ιγνατίου και αποδίδει οπωσδήποτε την πραγματικότητα των αποδεκτών των επιστολών τοπικών Εκκλησιών. Η χειροτονία λοιπόν από τον Προφήτη ή απόστολο των διαδόχων της εξουσίας του σε κάθε τοπική Εκκλησία της περιοχής της αποστολικής του ευθύνης ευνόησε την αμεσότερη και ευρύτερη σύνδεση του νέου θεσμικού στοιχείου του Ιερατείου της τοπικής Εκκλησίας με το όνομα και την λειτουργία της "Επισκοπής", γι' αυτό οι Προφήτες ή Απόστολοι κλήθηκαν και ήσαν πράγματι "Επίσκοποι", αφαίρεσαν δε τον τίτλο αυτό από τους "Πρεσβυτέρους" της τοπικής Εκκλησίας. Θα μπορούσαμε λοιπόν να ταυτίσουμε τους κατά διαδοχή φορείς της αποστολικής εξουσίας κατά την αποστολική και τη μεταποστολική εποχή στο σχήμα: ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ - ΠΡΟΦΗΤΑΙ - ΕΠΙΣΚΟΠΟΙ.

Ο τίτλος Επίσκοπος μετά το 100 μ.Χ. περίπου ταυτίσθηκε για πρώτη φορά προς το όλο περιεχόμενο του όρου "Επισκοπή" και κατά συνέπειαν απορρόφησε το πλήρες περιεχόμενο της εξουσίας της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής, την οποία πριν από το 100 μ.Χ. κατείχαν μόνο οι περιοδευτές Προφήτες. Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο η σύνθεση ενός πλήρως ανεπτυγμένου τοπικού Ιερατείου θα μπορούσε να παρουσιάζει τα ακόλουθα σχήματα:

(Μέχρι το 100 μ.Χ.)

α) Απόστολος ή Προφήτης ή το όνομα αυτού (Κλήμης) - Επίσκοποι ή Πρεσβύτεροι – Διάκονοι.

(Μετά το 100 μ.Χ.)

β) Επίσκοπος ή το όνομα αυτού (Ιγνάτιος) - Πρεσβύτεροι - Διάκονοι.

Η εξελικτική αυτή πορεία από τον απόστολο μέχρι τον Επίσκοπο υποδηλώνεται όχι μόνο στις ήδη αξιολογηθείσες, αλλά και σε άλλες έμμεσες μαρτυρίες των πηγών του Β' αιώνα. Πράγματι, ήδη ο Κλήμης δεν αναφέρεται σε καμία από τις πηγές της μεταποστολικής εποχής ως Επίσκοπος της τοπικής Εκκλησίας της Ρώμης, ενώ τονίζεται τόσο η διαδοχή των Αποστόλων από αυτόν στην λειτουργία της "Επισκοπής", όσο και η ευρύτερη προσωπική αυθεντία του σε περισσότερες από μία τοπικές Εκκλησίες. Ο Ειρηναίος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι "θεμελιώσαντες ουν και οικοδομήσαντες οι μακάριοι Απόστολοι την Εκκλησίαν (=Ρώμης), Λίνω την της Επισκοπής λειτουργίαν ενεχείρισαν... Διαδέχεται δε αυτόν Ανέγκλητος, μετά τούτον δε τρίτω τόπω από των Αποστόλων την Επισκοπήν κληρούται Κλήμης, ο και εωρακώς τους μακάριους Αποστόλους και συμβεβληκώς αυτοίς και έτι έναυλον το κήρυγμα των Αποστόλων και την παράδοσιν προ οφθαλμών έχων, ου μόνος. Έτι γαρ πολλοί υπελείποντο τότε υπό των Αποστόλων δεδιδαγμένοι... τη αυτή τάξει και τη αυτή διδαχή ή τε από των Αποστόλων εν τη Εκκλησία παράδοσις και το της αληθείας κήρυγμα κατήντηκεν εις ημάς" (Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων, III, 3,3.). Ο Κλήμης, όπως και οι πριν από αυτόν συνδεθέντες με "την λειτουργίαν της Επισκοπής" άσκησαν, ως μαθητές και διάδοχοι των Αποστόλων, την εξουσία τους στη μείζονα περιφέρεια της Ιταλίας και όχι μόνο στη Ρώμη, οπωσδήποτε δε δεν συνδέθηκαν οργανικά μόνο προς το μόνιμο Ιερατείο μιας συγκεκριμένης τοπικής Εκκλησίας μέχρι την αποστολή της επιστολής προς την Εκκλησία της Κορίνθου.

Την εξέλιξη αυτή της αποστολικής διαδοχής, ήτοι από τους Αποστόλους δια των Προφητών προς τους Επισκόπους κατά τη μεταποστολική εποχή, υποδηλώνει χαρακτηριστικά και η προαναφερθείσα μαρτυρία του Ποιμένος του Ερμά: "οι μεν ουν λίθοι οι τετράγωνοι και λεπτοί συμφωνούντες ταις αρμογαίς αυτών, ούτοί είσιν οι Απόστολοι και διδάσκαλοι και Διάκονοι, οι πορευθέντες κατά την σεμνότητα του Θεού και επισκοπήσαντες και διδάξαντες και διακονήσαντες αγνώς και σεμνώς τοις εκλεκτοίς του Θεού, οι μεν ουν κεκοιμημένοι, οι δε έτι όντες" (Ορασις, 3,5,1).

Η σαφής εξάρτηση της απαριθμήσεως των αξιωμάτων από την αντίστοιχη παύλεια αναγραφή στην Α' προς Κορινθίους επιστολή, κατά την οποία "εθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον Αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους..." (Α' Κορ. 12,28 κ. εξ.), καθίστα πρόδηλο ότι κατά τη μεταποστολική εποχή οι "Προφήτες" της παύλειας αναγραφής υποκαταστάθηκαν από τους "Επισκόπους". Αυτοί ασκούσαν πλέον κατά φυσική διαδοχή την εξουσία των Προφητών μέσα στα πλαίσια της τοπικής Εκκλησίας με κέντρο πάντοτε τη θεία ευχαριστία. Τη συνείδηση αυτή είχε και ο Ιγνάτιος, ο οποίος, ως μαθητής και διάδοχος των Αποστόλων, ασκούσε επί μακρόν την αποστολική λειτουργία της "Επισκοπής" σε όλες τις τοπικές Εκκλησίες της Συρίας. Οι συνεχείς εκκλήσεις του προς τους αποδέκτες των επιστολών του να προσεύχονται "υπέρ της Εκκλησίας της εν Συρία  είναι χαρακτηριστικές: "προσεύχεσθε υπέρ της Εκκλησίας της εν Συρία (Εφ. 21,2). "μνημονεύετε μου εν ταις προσευχαίς υμών … και της εν Συρία Εκκλησίας ... εις το αξιωθήναι την εν Συρία Εκκλησίαν δια της Εκκλησίας υμών δροσισθήναι" (Μαγν. 14). "μνημονεύετε εν ταις προσευχαίς υμών της εν Συρία Εκκλησίας" (Τραλλ., 13,1). "ότι τον επίσκοπον Συρίας ο Θεός κατηξίωσεν ευρεθήναι εις Δύσιν" (Ρωμ. 2,2.) κ.α. Οι μαρτυρίες αυτές υποδηλώνουν ότι άσκησε για μακρά χρονική περίοδο το έργο του περιοδευτή Προφήτη ή Αποστόλου στη Συρία και δεν έπαυσε να μεριμνά για την ευστάθεια όλων των τοπικών Εκκλησιών της Συρίας, παρά την τελική εγκατάστασή του στην Αντιόχεια. Υπό το πνεύμα αυτό μόνο δύναται να κατανοηθή το διαφορετικά δυσερμήνευτο ή περίεργο χωρίο της προς Ρωμαίους επιστολής του. Σε αυτό ο Ιγνάτιος παρακαλεί τους πιστούς της Εκκλησίας της Ρώμης: "Μνημονεύετε εν τη προσευχή υμών της εν Συρία Εκκλησίας, ήτις αντί εμού ποιμένι τω Θεώ χρήται. Μόνος αυτήν Ιησούς Χριστός επισκοπήσει, και η υμών αγάπη" (Ρωμ.2,2) Η αυτοαπόκλησή του ως "Επισκόπου Συρίας" υπαινίσσεται σαφώς τη μέχρι την εγκατάστασή του στην Αντιόχεια άσκηση του έργου περιοδευτή Αποστόλου ή Προφήτη σε ολόκληρη τη Συρία, στις τοπικές Εκκλησίες της οποίας εγκαθίδρυσε, μετά την εγκατάστασή του στην Αντιόχεια, κατά τόπους διαδόχους της εξουσίας του Επισκόπους, γι’ αυτό και επιδεικνύει γι' αυτούς μέριμνα και φροντίδα αποστολική.

Το περιεχόμενο των επιστολών του Ιγνατίου μαρτυρεί ότι στη Συρία είχε ολοκληρωθή κατά την εποχή αυτή η σύνδεση των φορέων της υπερτοπικής αποστολικής διαδοχής με το τοπικό Ιερατείο. Η θεολογία περί του Επισκόπου στις επιστολές του Ιγνατίου αποδεικνύει σαφώς ότι τόσο στην Μ. Ασία, όσο και στη Συρία είχε ήδη πραγματοποιηθή η νέα οργανωτική δομή της τοπικής Εκκλησίας, αλλά υποδηλώνει συγχρόνως και τις εσωτερικές δυσχέρειες, οι οποίες ανέκυψαν σε κάθε τοπική Εκκλησία. Ο Ιγνάτιος συνεχώς προτρέπει τους πιστούς σε υποταγή προς τον Επίσκοπο και επισημαίνει τις συνέπειες της αντίθετης περιπτώσεως, αφού γνώριζε καλώς τις αντιδράσεις του παλαιότερου μονίμου Ιερατείου της τοπικής Εκκλησίας. Νομίζουμε δηλαδή ότι η έμμονη ιδέα τού Ιγνατίου για την ανάγκη πληρέστερης θεολογικής θεμελιώσεως της θέσεως του Επισκόπου στην τοπική Εκκλησία πήγαζε ακριβώς από τη γνωστή αμφισβήτηση της νέας πραγματικότητας. Εν τούτοις, ο Ιγνάτιος στην προς Ρωμαίους επιστολή υποδηλώνει περιορισμένη προσωπική εμπιστοσύνη στη νέα δομή του τοπικού Ιερατείου, όχι μόνο με την αυτοαπόκλησή του ως "Επισκόπου Συρίας", αλλά και με την εκδηλούμενη στις επιστολές του γενικότερη ανησυχία για την πορεία των τοπικών Εκκλησιών της Συρίας. Οι ενδοιασμοί του Ιγνατίου ως προς τις δυνατότητες των νέων δομών του τοπικού Ιερατείου εκφράζονται σαφέστερα στην προς Ρωμαίους επιστολή, στην οποία τονίζει: "Μνημονεύετε εν τη προσευχή υμών της εν Συρία Εκκλησίας, ήτις αντί εμού ποιμένι τω Θεώ χρήται. Μόνος αυτήν Ιησούς Χριστός επισκοπήσει, και η υμών αγάπη" (Ρωμ. 9,1)

Η διατύπωση της ανησυχίας του Ιγνατίου για τις τοπικές Εκκλησίες της Συρίας θα ήταν κατανοητή, μόνο αν ο επισκοπικός θεσμός δεν είχε ακόμη αναπτυχθή υπό το νέο πνεύμα στη Συρία, όμως η θεολογία περί του επισκοπικού θεσμού στις επιστολές του δεν επιτρέπει τέτοια υπόθεση. Είτε όμως χωρίς την ανάπτυξη του θεσμού ή και με ανεπτυγμένο τον θεσμό του Επισκόπου, ο Ιγνάτιος έχει πλήρη συνείδηση της εξαιρετικής ευθύνης και αυθεντίας του για όλες τις τοπικές Εκκλησίες της Συρίας, υποστηρίζει δε ότι αυτές μετά την αιχμαλωσία του θα έχουν πλέον ποιμένα τον Θεό ("αντί εμού ποιμένι τω Θεώ χρήται") και ότι την λειτουργία της "Επισκοπής" σε αυτές θα ασκή μόνο ο Ιησούς Χριστός ("μόνος αυτήν Ιησούς Χριστός επισκοπήσει"), παρά τη βέβαιη ύπαρξη Επισκόπων στις κατά τόπους Εκκλησίες της Συρίας. Υπό οποιαδήποτε λοιπόν εκτίμηση των μαρτυριών αυτών ο Ιγνάτιος αναδεικνύεται στον κατασταθέντα από τους Αποστόλους διάδοχο της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής σε ολόκληρη τη Συρία, γι' αυτό και, παρά την ύπαρξη Επισκόπων στις κατά τόπους Εκκλησίες, δεν θεωρούσε τον εαυτό του αποξενωμένο από την υπερτοπική αποστολική του ευθύνη. Η προσπάθεια αξιοποιήσεως του αυτοχαρακτηρισμού του Ιγνατίου ως "Επισκόπου Συρίας" με την προβολή της υποθέσεως ότι τότε εμφανίζονται και οι πρώτες τάσεις διαμορφώσεως του μητροπολιτικού συστήματος, βρίσκεται έξω από το κλίμα και την προβληματική της εποχής. Με τον χαρακτηρισμό του ως "Επισκόπου Συρίας" (Ρωμ.2,2) προέβαλε πράγματι την ανατεθείσα από τους Αποστόλους υπερτοπική αποστολική εντολή για τη συνέχιση του έργου του ευαγγελισμού σε ολόκληρη τη Συρία. Η εντολή αυτή ήταν ισόβια και δεν ήρθη με τη χειροτονία Επισκόπων στις τοπικές Εκκλησίες της Συρίας μετά την τελική εγκατάσταση του Ιγνατίου στην Αντιόχεια. Με την έννοια αυτή ο Ιγνάτιος όχι μόνο προέβαλε την αποστολική ευθύνη του στη Συρία, αλλά και εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι κατά την απουσία του "μόνος αυτήν Ιησούς Χριστός επισκοπήσει".

Ανάλογη είναι η περίπτωση και του Πολυκάρπου, συμφώνως προς τη μαρτυρία του μαθητή του Ειρηναίου: "Πολύκαρπος δε, ου μόνον υπό Αποστόλων μαθητευθείς και συναναστραφείς πολλοίς τοις τον Χριστόν εωρακόσιν, αλλά και υπό Αποστόλων κατασταθείς εις την Ασίαν, εν τη εν Σμύρνη Εκκλησία, Επίσκοπος, ον και ημείς εωράκαμεν εν τη πρώτη ημών ηλικία. Ταύτα διδάξας αεί, α και παρά των Αποστόλων έμαθεν, α και η Εκκλησία παραδίδωσιν, α και μόνα εστίν αληθή. Μαρτυρούσι τούτοις αι κατά την Ασίαν εκκλησίαι πάσαι και οι μέχρι του νυν διαδεδεγμένοι Πολύκαρπον..." (Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων, III, 3,4). Η μαρτυρία αυτή είναι σπουδαιότατη, εφ' όσον αναφέρει ρητώς ότι ο Πολύκαρπος καταστάθηκε από τους Αποστόλους στη Μ. Ασία ("υπό Αποστόλων κατασταθείς εις Ασίαν") για να συνέχιση σε αυτήν το αποστολικό έργο και να στηρίζη τις εκεί τοπικές Εκκλησίες. Το κήρυγμά του υπήρξε αυθεντική προσφορά των όσων "παρά των Αποστόλων έμαθε" προς όλες τις τοπικές Εκκλησίες της Μ. Ασίας, γι' αυτό και περί τούτου "μαρτυρούν αι κατά την Ασίαν εκκλησίαι πάσαι".

Η δράση του Πολυκάρπου ως περιοδευτή Αποστόλου ή Προφήτη σε ολόκληρη τη Μ. Ασία είχε ως κέντρο την Εκκλησία Σμύρνης. Εκεί κατέληξε με τη μόνιμη εγκατάστασή του στο κέντρο του αποστολικού του έργου, χωρίς όμως και να παραιτηθή από την αποστολική εντολή για τη μέριμνα υπέρ όλων των τοπικών Εκκλησιών της Μ. Ασίας. Υπό την έννοια αυτή καταγράφεται η εξέλιξη της πορείας ενός αποστολικού μαθητή όπως ο Πολύκαρπος στη μαρτυρία, η οποία διασώθηκε στο Μαρτύριό του. Κατ' αυτήν ο Πολύκαρπος αναφέρεται "εν τοις καθ' υμάς χρόνοις διδάσκαλος αποστολικός και προφητικός γενόμενος, Επίσκοπος της εν Σμύρνη Εκκλησίας..." (16,2). Ο Πολύκαρπος, καίτοι ανέλαβε την εντολή για την άσκηση του αποστολικού έργου σε ολόκληρη τη Μ. Ασία, εγκαταστάθηκε στην τοπική Εκκλησία της Σμύρνης, κατά το πρότυπο του διδασκάλου του ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος, διαμένοντας στην Έφεσο, ασκούσε το αποστολικό έργο σε ολόκληρη τη Μ. Ασία με συνεχείς περιοδείες, αποστολές και επιστολές. Η αποστολική αυθεντία του Πολυκάρπου στη Μ. Ασία κάλυψε το κενό μετά το θάνατο του ευαγγελιστή Ιωάννη. Ο Ειρηναίος, κρίνοντας τον γνωστικό συμμαθητή του Φλωρίνο, παρέχει χαρακτηριστικά στοιχεία της δημόσιας διδασκαλίας του κοινού διδασκάλου τους Πολυκάρπου κατά "τας διαλέξεις, ας εποιείτο προς το πλήθος, και την μετά Ιωάννου συναναστροφήν, ως απήγγελλε, και την μετά των λοιπών εωρακότων τον Κύριον, και ως απεμνημόνευε τους λόγους αυτών, και περί του Κυρίου τίνα ην, α παρ' εκείνων ακηκόει, και περί των δυνάμεων αυτού και περί της διδασκαλίας, ως παρά των αυτοπτών της ζωής του Λόγου παρειληφώς ο Πολύκαρπος, απήγγελλε πάντα σύμφωνα ταις Γραφαίς" (Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία, V,20,6). Προφανώς ο Πολύκαρπος είχε ορισθή από τον απόστολο Ιωάννη υπεύθυνος για τη συνέχιση του όλου αποστολικού έργου στη Μ. Ασία, γι’ αυτό και κατά "τας προόδους αυτού και εισόδους" άσκησε την αποστολική αυθεντία επί όλων των τοπικών Εκκλησιών της Μ. Ασίας. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι κατά το μαρτύριο του Πολυκάρπου οι Εβραίοι ζητούσαν τη θανάτωσή του, κραυγάζοντες "ούτος εστιν ο της Ασίας διδάσκαλος, ο πατήρ των χριστιανών, ο των ημετέρων θεών καθαιρέτης, ο πολλούς διδάσκων μη θύειν μηδέ προσκυνείν" (16,2).

Εάν όμως ο Πολύκαρπος ήταν απλός Επίσκοπος της Εκκλησίας της Σμύρνης και όχι διάδοχος του Αποστόλου Ιωάννη στη συνέχιση της αποστολικής λειτουργίας της Επισκοπής στη Μ. Ασία, δεν θα ήταν δυνατόν να χαρακτηρίζεται ως "ο της Ασίας διδάσκαλος", ούτε να θεωρούνται "αι κατά την Ασίαν εκκλησίαι πάσαι" μάρτυρες της αυθεντικότητας της κηρυσσόμενης από τον Πολύκαρπο αποστολικής παραδόσεως. Ο Ειρηναίος άλλωστε τονίζει προς τον Φλωρίνο ότι αυτό δύναται σαφέστερα να αποδειχθή "και εκ των επιστολών αυτού, ων επέστειλεν ή τοι ταις γειτνιώσαις Εκκλησίαις, επιστηρίζων αυτάς, ή των αδελφών τισι νουθετών αυτούς και προτρεπόμενος" (Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία, V,20,6). Η άσκηση από τον Πολύκαρπο της ανατεθείσης αποστολικής εντολής στη Μ. Ασία συνεπαγόταν όχι μόνο "τας προόδους αυτού και εισόδους", αλλά και τη στήριξη των κατά τόπους Εκκλησιών της Μ. Ασίας με επιστολές προς αυτές η προς τους Επισκόπους τους. Με τις επιστολές αυτές στήριζε πράγματι τις τοπικές Εκκλησίες και συμβούλευε τους κατά τόπους Επισκόπους της Μ. Ασίας για την αυθεντική τήρηση της αποστολικής παρακαταθήκης. Στα πλαίσια της αποστολικής αυθεντίας του Πολυκάρπου, τέτοιες πρωτοβουλίες ήσαν αυτονόητες, γι' αυτό και, επωφελούμενος από τη διέλευση του Ιγνατίου από τη Σμύρνη, κάλεσε ορισμένους πλησιόχωρους Επισκόπους για τη διδαχή τους από τον θεοφόρο αποστολικό άνδρα. Το γεγονός ότι στη Μ. Ασία ήταν ήδη πλήρως ανεπτυγμένο το τοπικό Ιερατείο με την εγκαθίδρυση Επισκόπων στις κατά τόπους Εκκλησίες, όπως φαίνεται και από τις επιστολές του Ιγνατίου, ευνοεί την υπόθεση ότι τουλάχιστον οι προσκληθέντες είχαν κατασταθή από τον Πολύκαρπο. Με την έννοια αυτή θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε και τη διαβεβαίωση του Ειρηναίου, ότι μάρτυρες της αυθεντικής αποστολικότητας της διδασκαλίας του Πολυκάρπου ήσαν όχι μόνον "αι κατά την Ασίαν Εκκλησίαι πάσαι", αλλά "και οι μέχρι νυν διαδεγμένοι Πολύκαρπον", πιθανότατα όχι μόνο στη Σμύρνη, αλλά και στις άλλες τοπικές Εκκλησίες της Μ. Ασίας.

Τα χαρακτηριστικά αυτά παραδείγματα οδηγούν σαφέστερα στα ακόλουθα συμπεράσματα:

Πρώτον, οι διάδοχοι των Αποστόλων στην αποστολική λειτουργία της Επισκοπής υπήρξαν, υπό οποιονδήποτε τίτλο (Απόστολοι, Προφήτες, Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι κ.λπ.), οι μαθητές τους, οι οποίοι δεν συνδέθηκαν μόνο με μία συγκεκριμένη τοπική Εκκλησία, αλλ’ άσκησαν το αποστολικό έργο ως περιοδευτές σε μία ευρύτερη διοικητική ή γεωγραφική περιφέρεια (Συρία, Ιταλία, Μ. Ασία κ.λπ.).

Δεύτερον, οι διαδεχθέντες τους Αποστόλους συνδέθηκαν με το τοπικό Ιερατείο μιας συγκεκριμένης τοπικής Εκκλησίας μετά την εγκατάλειψή τους υπό των περιοδευτών Αποστόλων ή Προφητών, όταν δηλαδή αυτοί χειροτόνησαν στις άλλες τοπικές Εκκλησίες της περιοχής ευθύνης τους Επισκόπους ως διαδόχους της αποστολικής εξουσίας τους, οι οποίοι έτσι εντάχθηκαν οργανικά στο τοπικό Ιερατείο και άσκησαν αποκλειστικά την αποστολική λειτουργία της Επισκοπής.

Τρίτον, οι διαδεχθέντες τους Αποστόλους Προφήτες και μετά την τελική εγκατάστασή τους σε μία τοπική Εκκλησία διατήρησαν την εποπτεία επί των Επισκόπων και των τοπικών Εκκλησιών της ευρύτερης περιοχής ευθύνης τους.

Τέταρτον, η ανάπτυξη και η καθιέρωση του τοπικού επισκοπικού θεσμού δεν μπόρεσε να απόκτηση αμέσως ούτε την αναγνώριση, ούτε και το κύρος των μαθητών των Αποστόλων.

 

Συνέχεια στο 5ο μέρος:  Γενικά συμπεράσματα

Δημιουργία αρχείου: 3-10-2007.

Τελευταία ενημέρωση: 4-10-2007.

ΕΠΑΝΩ