Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Πατερικά

Η Πνευματική οδύνη τής αναγέννησης // Πορεία απελευθέρωσης // Η λογική τής απελευθέρωσης // Το αυτεξούσιο τού ανθρώπου και η Χάρη τού Θεού στο πλαίσιο τής σωτηρίας // Ελευθερία από την ειμαρμένη

Υπαρξιακές αναζητήσεις τού ανθρώπου

Από τη Βιβλική εποχή ως σήμερα

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ)

 

Πηγή: "Περί Προσευχής" Αρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ). Μετάφρασις εκ του Ρωσικού Ιερομονάχου Ζαχαρίου. Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου. Έσσεξ Αγγλίας 1993.

 

Απεκαλύπτετο ο Θεός και ως Προνοητής, Λυτρωτής, Σωτήρ και πολλά άλλα, εν τούτοις όμως επικάλυμμα τι εκρέματο επάνω του νοός των ανθρώπων.

Ο Ιακώβ κατά την τραγικήν στιγμήν της ζωής αυτού, επιστρέφων εκ του οίκου του Λάβαν εις τα πάτρια εδάφη – όπου εισέτι έζη ο αδελφός αυτού Ησαύ, την συνάντησιν μετά του οποίου εφοβείτο – και παραμείνας κατά την νύκτα μόνος μακράν της παρεμβολής, επάλαιε (βλ. Γέν. 32,25). Δεν ήσαν εύκολοι οι χρόνοι τους οποίους διήλθεν εν τω οίκω του Λάβαν. Η αντιμετώπισις του Ησαύ ήτο δι’ αυτόν φοβερά. Εζήτει ούτος ευλογίαν και υπεράσπισιν, αλλ’ εν εντατική πάλη ηγωνίζετο προς Αυτόν ενοχοποιών Αυτόν (Γέν. 32,24).

Η αυτή πάλη παρατηρείται και εν τη ζωή των προφητών Ηλιού και Ιωνά. Ο πρώτος εδέετο: «Ικανούσθω νυν, λάβε δη την ψυχήν μου απ’ εμού, Κύριε, ότι ου κρείσσων εγώ ειμι υπέρ τους πατέρας μου … Ζηλών εζήλωσα τω Κυρίω παντοκράτορι, ότι εγκατέλιπόν Σε οι υιοί Ισραήλ· τα θυσιαστήρια Σου κατέσκαψαν και τους προφήτας Σου απέκτειναν εν ρομφαία, και υπολέλειμμαι εγώ μονώτατος, και ζητούσι την ψυχήν μου λαβείν αυτήν» (Γ’ Βασ. 19,4 και 10). Ο δε Ιωνάς έλεγε: Κύριε, Συ με απέστειλας μετά τοιαύτης βίας να προφητεύσω εις τους Νινευΐτας περί της επερχομένης επ’ αυτούς απωλείας ένεκα της ασεβείας αυτών, γνωρίζων ότι Συ δεν θα ποιήσης τούτο εις αυτούς, διότι «Συ εί ελεήμων και οικτίρμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και μετανοών επί ταις κακίαις. Και νυν, Δέσποτα Κύριε, (ότε η προφητεία μου δεν εξεπληρώθη και μένω κατησχυμμένος), λάβε την ψυχήν μου απ’ εμού, ότι καλόν το αποθανείν με μάλλον ή ζην με» (Ιωνάς 4,2 και 3).

Μεγαλυτέραν εντύπωσιν προκαλεί η περίπτωσις του Ιώβ: «Απόλοιτο η ημέρα, εν ή εγεννήθην, και η νυξ εκείνη, ή είπαν, ιδού άρσεν … εκλάβοι δε αυτήν σκότος και σκιά θανάτου … καταραθείη η ημέρα και η νυξ εκείνη, απενέγκαιτο αυτήν σκότος … η νυξ εκείνη είη οδύνη, και μη έλθοι επ’ αυτήν ευφροσύνη μηδέ χαρμονή· αλλά καταράσαιτο αυτήν ο καταρώμενος την ημέραν εκείνην … εις φωτισμόν μη έλθοι και μη ίδοι εωσφόρον ανατέλλοντα, ότι ου συνέκλεισε πύλας γαστρός μητρός μου· απήλλαξε γαρ αν πόνον από οφθαλμών μου. Διατί γαρ εν κοιλία ουκ ετελεύτησα, εκ γαστρός δε εξήλθον και ουκ απωλόμην ευθύς; … νυν αν κοιμηθείς ησύχασα (εν τη μεγάλη αναπαύσει της ανυπαρξίας), … εκεί ασεβείς … ανεπαύσαντο κατάκοποι … μικρός και μέγας εκεί εστι (εν τη μηδαμινότητι αυτών) … και θεράπων δεδοικώς τον Κύριον αυτού· ινατί γαρ δέδοται τοις εν πικρία φως, ζωή δε ταις εν οδύναις ψυχαίς; Οί ιμείρονται του θανάτου και ου τυγχάνουσιν … περιχαρείς δε εγένοντο ανορύσσοντες ώσπερ θησαυρούς, εάν κατατύχωσι. Ινατί δέδοται ανθρώπω το φως, ού η οδός (προς γνώσιν του Θεού) εστι κεκρυμμένη, και όν ο Θεός περιέφραξεν» (Ιώβ κεφ. 3).

Εν τοις πεπρωμένοις ημών υπάρχει πάντοτε κοινόν τι μεθ’ εκάστου εκ των Προφητών αυτών. Επάλαιεν ο Ισραήλ μετά του Θεού·  και τις εξ ημών δεν παλαίει; Όλος ο κόσμος μέχρι και του νυν είναι βεβυθισμένος εις την απόγνωσιν, ουδαμού ευρίσκων διέξοδον. Εν μαρτυρικώ αγώνι πάσα η γη μέμφεται Αυτόν δια τα παθήματα αυτής. Η ζωή δεν αποτελεί απλήν υπόθεσιν, ούτε δυνάμεθα ευκόλως να εισδύσωμεν εις το βαθύ νόημα του Είναι.

Δώρον ανώφελον, δώρον τυχαίον

Ζωή, ινατί μοι εδόθης;

Ή δια ποίας μυστικής μοίρας

εις θάνατον κατεδικάσθην;

Τις εκ του μηδενός δι’ εχθρικής εξουσίας

εκάλεσεν εμέ,

την ψυχήν μου πάθους ενεπλήρωσε

τον νουν μου δι’ αμφιβολίας εσάλευσεν;

Ούτως έγραφεν εν βαθεία πικρία ο ποιητής (Πούσκιν), εκφράζων κατ’ ουσίαν το αυτό ως και ο πολυπαθής Ιώβ.

Να παραμένωμεν πάντοτε καταβεβλημένοι υπό του σκότους της αγνοίας είναι και εξουθενωτικόν και αποκρουστικώς ανιαρόν. Το πνεύμα ημών αναζητεί άμεσον διάλογον μετ’ Αυτού· μετ’ Εκείνου, Όστις εκάλεσεν εμέ «εκ του μηδενός». Ποίος παρεβίασε την ησυχίαν μου ως μη-όντος και έρριψεν εμέ εις την παράλογον και εισέτι αποτρόπαιον τραγωδιοκωμωδίαν; Θέλομεν να γνωρίζωμεν εις ποίον ευρίσκεται η αδικία: εις ημάς ή εις Εκείνον, τον Δημιουργόν; Φαίνεται εις ημάς ότι ήλθομεν εις τον κόσμον τούτον παρά την θέλησιν ημών, ενδεχομένως άνευ συγκαταθέσεως ημών. Ενθυμείται άρα γε τις εξ ημών στιγμήν κατά την οποίαν ηρώτησέ τις αυτόν, «θέλεις να έλθης εις την ζωήν ταύτην;», αποκαλύπτων βεβαίως εκ των προτέρων εις αυτόν οποία είναι αύτη; Είχομεν την δυνατότητα να αρνηθώμεν το δώρον τούτο; Είναι άρα γε δίκαιον να αποδώσωμεν «αφροσύνην τω Θεώ»; (Ιώβ 1,22).

Ιδού, ακούω άλλην φωνήν: «Εγώ ειμι το φως του κόσμου· ο ακολουθών Εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής» (Ιωάν. 8,12). Εάν τις διψά ερχέσθω προς Με και πινέτω. Ο πιστεύων εις Εμέ … ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος» (Ιωάν. 7,37-38). Να μη αποδεχθώ μετά πίστεως την κλήσιν ταύτην του Χριστού, όπως αγωνισθώ όντως δια την απόκτησιν της αμεταθέτου Βασιλείας της αγάπης του Πατρός, και να πορευθώ δια της οδού την οποίαν ο Χριστός έδειξεν εις ημάς; Εάν δεν εδόθη εις ημάς να ποιήσωμέν τι εκ του «μηδενός», έπεται ότι ούτε η ιδέα της αιωνιότητος δύναται να προέρχηται εξ ημών, και η παρουσία αυτής εν ημίν θα ήτο οντολογικώς αδύνατος. Εξετάζοντες μετά προσοχής την ροήν της περιβαλλούσης ημάς πραγματικότητος, παρατηρούμεν ότι πάσα πραγματική ανάγκη έχει εν τω κοσμικώ είναι την δυνατότητα της ικανοποιήσεως χρειάζεται μόνον να ευρεθή η οδός προς αυτήν. Εν τη ιστορία της επιστημονικής προόδου πολλαί ιδέαι αίτινες εφάνησαν υπερμέτρως τολμηραί, επραγματοποιήθησαν νυν προ των οφθαλμών ημών. Διατί θα έπρεπε να αμφιβάλλω ότι και η ιδική μου δίψα της μακαρίας αθανασίας και της αιωνίου ενώσεως μετά του Δημιουργού δύναται ωσαύτως να πραγματοποιηθή;

Δημιουργία αρχείου: 14-1-2017.

Τελευταία μορφοποίηση: 14-1-2017.

ΕΠΑΝΩ