Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Θεολογικά και Δογματικά

Νεοπατερική, μεταπατερική και συναφειακή «θεολογία» * Θεοπτία - θεολογία των θεουμένων

Τα θεολογικά ρεύματα στην Ελλάδα σήμερα

Πώς αυτά τα ρεύματα συμβάλλουν στη χώρα μας

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

 

Πηγή: Ομιλία στο 10o πανελλήνιο θεολογικό συνέδριο τής Ένωσης Θεολόγων την Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018 στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών. Το θέμα τού συνεδρίου ήταν: Η Εκκοσμίκευση τού Χριστιανισμού και η Επίδρασή της στην Ορθόδοξη Χριστιανική Παιδεία. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Παρέμβασις" Τεύχος 271, Φεβρουαρίου 2019.

Αναδημοσίευση από: http://www.parembasis.gr

 

Συγχαίρω την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων για το σημαντικό αυτό Συνέδριο που διοργανώνει, παρά τις ποικίλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει, και ευχαριστώ για την πρόσκληση να παραστώ και να εισηγηθώ το θέμα που αναγράφεται στο Πρόγραμμα, ήτοι «τα θεολογικά ρεύματα στην Ελλάδα σήμερα».

Είναι ένα θέμα πολύ σοβαρό και δεν μπορεί να εξαντληθή με αυτήν τής μικρής διάρκειας Εισήγηση. Νομίζω, ότι το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα στον θεολογικό κόσμο (Κληρικούς και λαϊκούς, Σύνοδο και Θεολογικές Σχολές) οφείλεται σε αυτά τα ρεύματα που έχουν εισχωρήσει στην Ελλάδα και δημιουργούν ανταγωνισμούς. Δεν πρόκειται απλώς για επί μέρους ιδιοσυγκρασίες τών ανθρώπων, αλλά για τα διάφορα θεολογικά ρεύματα, που εκπροσωπούνται από συγκεκριμένους θεολόγους.

Η Εισήγηση αυτή δεν είναι η αρχή μιας νέας εργασίας, αλλά είναι το αποτέλεσμα μιας πολυετούς έρευνας, που εδώ θα παρουσιασθούν μερικά συμπεράσματά της.

 

 

1. Το αντικείμενο τής έρευνας

Με συναρπάζει η έρευνα σε πατερικά κείμενα, αλλά και σε διεργασίες που γίνονται στον πανεπιστημιακό θεολογικό χώρο, και στα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Έτσι, από καιρό ασχολούμαι με την διαφορά μεταξύ τής πατερικής θεολογίας και τής σχολαστικής θεολογίας. Γνώριζα από πολλά χρόνια τις βασικές αρχές τής πατερικής θεολογίας, αλλά ερεθίσθηκα στο να ερευνήσω τον χώρο τής δυτικής σχολαστικής θεολογίας και τις επιδράσεις της στον δυτικό χώρο, όπως και τις αντιδράσεις σε αυτά τα ρεύματα, που δείχνουν τις διαφοροποιήσεις από την ορθόδοξη πατερική παράδοση.

Απαραίτητος βοηθός μου ήταν ο μακαριστός καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης, και μάλιστα οι προφορικές του παραδόσεις, τις οποίες απομαγνητοφώνησα και αξιοποίησα καταλλήλως. Θεωρώ ότι ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης γνώρισε πολύ καλά τόσο την πατερική παράδοση και τις βασικές της αρχές, όσο και την δυτική θεολογία, την οποία σπούδασε στην Αμερική, η οποία αρχίζει από την σχολαστική θεολογία, πέρασε στην θεολογία τής διαμαρτυρήσεως και έφθασε δια τού γερμανικού ιδεαλισμού στην Ρωσία. Αυτό τον έκανε να καταλάβη πλήρως τις αλλοιώσεις ακόμη και τής σύγχρονης θεολογίας. Αυτό με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο π. Ιωάνννης Ρωμανίδης είναι ένας κορυφαίος δογματικός θεολόγος που ακούμπησε στον τύπο τών ήλων, γι’ αυτό και πολλοί τον κατασυκοφάντησαν, τον διέβαλαν, τον υπονόμευσαν με σκοπό την απαξίωση τής θεολογίας του.

Η πολύχρονη έρευνα που έκανα κατέληξε στην ετοιμασία ενός ογκώδους τόμου, που πρόκειται σύντομα να εκδοθή με τίτλο «πατερική και σχολαστική θεολογία και το περιβάλλον τους», στον οποίο αναλύονται θέματα, όπως μεταφυσική φιλοσοφία, πατερική θεολογία, σχολαστική θεολογία, δυτική βιβλική θεολογία, ρωσική θεολογία, νεοελληνική θεολογία, καθώς επίσης και το ιστορικό πλαίσιο μέσα από το οποίο εκφράσθηκαν, ήτοι «η Ρωμηοσύνη» και η «Φραγκοσύνη».

Νομίζω ότι το πρόβλημα που υφίσταται σήμερα είναι ότι πολλοί ασχολούνται με την πατερική θεολογία, άλλοι με την σύγχρονη δυτική θεολογία, αλλά σπανίζουν έργα που προσπαθούν να δουν την διαφορά μεταξύ αυτών. Αυτήν την έλλειψη προσπαθεί να καλύψη αυτή η έρευνά μου και η έκδοση τού βιβλίου που προανέφερα.

 

2. Βασικά συμπεράσματα τής έρευνας

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει ενότητα μεταξύ Προφητών, Αποστόλων και Αγίων. Αυτή η βασική σκέψη διαρθρώνεται σε τρία σημεία.

Πρώτον. Στην Ορθόδοξη Παράδοση υπάρχει στενή σχέση μεταξύ lex credendi (νόμος πίστεως) και lex orandi (νόμος προσευχής), δηλαδή η ορθόδοξη διδασκαλία, η πίστη τής Εκκλησίας, όπως διατυπώθηκε από τους μεγάλους Πατέρες τής Εκκλησίας και από τις Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους, συνδέεται στενά με την προσευχή τής Εκκλησίας,

Πράγματι, η θεολογία τής Εκκλησίας έχει σχέση με την προσευχή και οι προϋποθέσεις τών δογμάτων είναι ο ιερός ησυχασμός. Το δόγμα εκφράζεται και βιώνεται στην προσευχή και η προσευχή, μάλιστα η καρδιακή-νοερά προσευχή, οδηγεί στην βίωση τού δόγματος.

Αυτός ο συνδυασμός θεολογίας και προσευχής διατυπώθηκε στην λατρεία και τις ευχές τών Μυστηρίων. Αυτό σημαίνει ότι, όταν θέλουμε να μάθουμε ποια είναι η διδασκαλία τής Εκκλησίας για την Τριαδολογία ή την Χριστολογία, την ανευρίσκουμε στα τροπάρια που ψάλλονται στην Εκκλησία. Όταν θέλουμε ακόμη να πληροφορηθούμε ποια είναι η θεολογία τών Μυστηρίων τού Βαπτίσματος, τού Χρίσματος, τής θείας Ευχαριστίας, την ανευρίσκουμε στις ευχές τών Μυστηρίων αυτών.

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είναι ένας σημαντικός Πατέρας τής Εκκλησίας, στον οποίο φαίνεται καθαρά η ενότητα μεταξύ τού lex credendi και τού lex orandi. Με το χάρισμα το οποίο τού δόθηκε πέρασε όλη την δογματική διδασκαλία τής Εκκλησίας στα τροπάρια που ψάλλονται στις ιερές Ακολουθίες, ώστε υμνούμε και δοξολογούμε τον Θεό θεολογικά και θεολογούμε λατρευτικά, ποιητικά.

Επίσης, όλη η διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά και τών φιλοκαλικών, ησυχαστών Πατέρων είναι καταγεγραμμένη στα τροπάρια τής Εκκλησίας, στα οποία σαφέστατα γίνεται λόγος για κάθαρση, φωτισμό και θέωση, για πράξη και θεωρία, που είναι η βάση τής ορθοδόξου θεολογίας.

Όμως, στην διάρκεια τών αιώνων υπήρξε διχοτόμηση μεταξύ lex credendi και lex orandi, αφού πολλές φορές η θεωρητική διδασκαλία τής Εκκλησίας είχε επηρεασθή από αιρετικές αποκλίσεις, από επιδράσεις τής δυτικής θεολογίας, ενώ η προσευχή κατά την λατρεία παρέμενε ορθόδοξη. Αυτή η διάσπαση χαρακτηρίζεται εκκοσμίκευση.

Τελικά, Ορθόδοξος Χριστιανός είναι εκείνος τού οποίου το φρόνημα και το ήθος συντονίζονται απόλυτα με το lex credendi και το lex orandi τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, συντονίζονται στην ορθόδοξη διδασκαλία τών Οικουμενικών Συνόδων και την ησυχαστική παράδοση τής Φιλοκαλίας. Και τα δύο αυτά, βεβαίως, συνδέονται απόλυτα με τα Μυστήρια τής Εκκλησίας. Αντίθετα συμμετοχή στα Μυστήρια χωρίς την Ορθοδοξία και την ορθοζωία είναι τυπική και ενδεχομένως μηχανική. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ήταν ένας ορθόδοξος θεολόγος, ορθόδοξος ησυχαστής και συνιστούσε την συχνή θεία Κοινωνία. Αυτό υποδεικνύει το ορθόδοξο φρόνημα και το ορθόδοξο ήθος. Έτσι, μια θεολογία που έχει διαφορετική ορολογία από τα κείμενα τής λατρείας, δεν είναι ορθόδοξη.

Δεύτερον. Μελετώντας κανείς όλη την πορεία τού Χριστιανισμού, δια μέσου τών αιώνων, παρατηρεί ότι δημιουργήθηκαν δύο ρεύματα θεολογικής σκέψεως και ζωής.

Το πρώτο ρεύμα ξεκίνησε από την Πεντηκοστή, στην οποία ενώθηκαν οι Προφήτες με τους Αποστόλους και υπάρχει κοινή αναφορά και εμπειρία. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι οι Προφήτες μετείχαν τού ασάρκου Λόγου και ήταν κάτω από το κράτος τού θανάτου, ενώ οι Απόστολοι μετείχαν τού σεσαρκωμένου Λόγου και υπερέβησαν τον θάνατο. Έτσι, παρατηρείται ίδια εμπειρία και πολλές φορές ίδια ομολογία, με μερικές εξαιρέσεις.

Οι Πατέρες, όμως, τού 2ου έως 4ου αιώνος υπό την πίεση τών αιρετικών και προκειμένου να τους αντιμετωπίσουν χρησιμοποίησαν την ορολογία τής εποχής εκείνης, χωρίς να αλλοιώσουν την εμπειρική γνώση. Οι Πατέρες είχαν την ίδια εμπειρία με τους Προφήτες και Αποστόλους, την οποία εξέφρασαν σε νέα ορολογία για τις ανάγκες τής εποχής. Αυτό το έργο κατοχυρώθηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους, που συγκλήθηκαν στην περιοχή τού Ανατολικού Τμήματος τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τού Οικουμενικού Πατριαρχείου και διατύπωσαν αυθεντικώς την ορθόδοξη πίστη. Αυτό κάλυπτε όλα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία, την λεγομένη Πενταρχία –Παλαιά Ρώμη, Νέα Ρώμη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα– και διακηρυσσόταν η ορθόδοξη πίστη, τουλάχιστον μέχρι την Η΄ Οικουμενική Σύνοδο, από όλες τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Έτσι, οι Πατέρες τών Οικουμενικών Συνόδων εκχριστιάνισαν τον ελληνισμό, ενώ οι αιρετικοί (Αρειανοί, μονοφυσίτες, μονοθελήτες), που απεβλήθησαν από την Εκκλησία, εξελλήνισαν τον Χριστιανισμό.

Το δεύτερο ρεύμα ξεκίνησε από την Δύση, κυρίως τον 9ο αιώνα, με τον προσχολαστικισμό και τον κυρίως σχολαστικισμό, αξιοποιώντας στην ουσία την παράδοση τών αρχαίων αιρετικών και χρησιμοποιώντας κατά βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ιδίως τον νεοπλατωνισμό τού ιερού Αυγουστίνου, και τον στοχασμό, που ήταν η βάση τών αρχαίων αιρετικών. Έτσι, από την σχολαστική θεολογία, η Δύση πέρασε στην Μεταρρύθμιση, στην Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό και τα νέα φιλοσοφικά, ψυχολογικά, υπαρξιακά και κοινωνικά ρεύματα που κυριαρχούν στην Δύση.

Αν αυτά τα δύο ρεύματα τα επικεντρώσουμε σε πρόσωπα, μπορούμε να πούμε ότι το ένα –ορθόδοξο ρεύμα– ξεκίνησε από τους Προφήτες, Αποστόλους και πέρασε στους Αποστολικούς Πατέρες, τους Πατέρες τού 3ου-4ου αιώνος, τον Μ. Αθανάσιο, τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, τους Καππαδόκες Πατέρες, τους Ρωμαίους Πατέρας τής Δύσεως, τον άγιο Μάξιμο Ομολογητή, τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, τον Μ. Φώτιο, τον άγιο Συμεών Νέο Θεολόγο, τον άγιο Γρηγόριο Σιναΐτη, τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, τον άγιο Μάρκο Ευγενικό και τους φιλοκαλικούς Πατέρες, τον άγιο Νικόδημο Αγιορείτη μέχρι σήμερα. Το άλλο ρεύμα ξεκίνησε από τον ιερό Αυγουστίνο, πέρασε στον Άνσελμο Καντερβουρίας μέχρι τον Θωμά τον Ακινάτη, τον Σκότος και τον Όκκαμ, τον Βαρλαάμ μέχρι την σύγχρονη Ευρωπαϊκή φιλοσοφία.

Κατά έναν φυσικό τρόπο και τα δύο αυτά θεολογικά και φιλοσοφικά ρεύματα εξέβαλαν στην Ρωσία τον 18ο αιώνα. Η Ρωσία δέχθηκε επιρροές πρώτα από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία-Βυζάντιο, με την ορθόδοξη πίστη, τον ησυχασμό, τις τέχνες, και στην συνέχεια δέχθηκε ισχυρές επιδράσεις από την σχολαστική θεολογία, τις προτεσταντικές ιδέες, τον διαφωτισμό και τον γερμανικό ιδεαλισμό. Αυτή η ρωσική θεολογία με τις αντιδράσεις της, μετακενώθηκε στο Παρίσι, στο Θεολογικό Ινστιτούτο τού Αγίου Σεργίου, όπου καλλιεργήθηκε περαιτέρω.

Στην συνέχεια η δυτική και ρωσική θεολογία μεταφέρθηκαν στον ελληνικό χώρο μετά την απελευθέρωση και την συγκρότηση τού Νεοελληνικού Κράτους. Έτσι, στην νεοελληνική κοινωνία έχουν καταλήξει όλες οι ζυμώσεις που έγιναν στην Δύση και την Ρωσία. Σήμερα στην Ελλάδα βλέπουμε έντονα όλα αυτά τα ρεύματα, ήτοι την πατερική θεολογία στην αυθεντική της έκφραση και την δυτική και ρωσική θεολογία με τις διάφορες αποχρώσεις τους.

Η συνάντηση μεταξύ τής δυτικής και τής ρωσικής θεολογίας αποτέλεσαν αυτό που χαρακτηρίζεται μεταπατερική θεολογία. Ο όρος μεταπατερική μπορεί να εκληφθή με δύο τρόπους, ο ένας είναι χρονικός και ο άλλος είναι τροπικός.

Σύμφωνα με τον χρονικό τρόπο ερμηνείας η πατερική θεολογία τελείωσε τον 8ο αιώνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και κατά άλλους με τον Μ. Φώτιο, οπότε αναπτύσσεται η σχολαστική θεολογία που είναι ανώτερη από την πατερική, και στην συνέχεια είναι η ρωσική που είναι ανώτερη και από την πατερική και από την σχολαστική. Αυτή η άποψη είναι εσφαλμένη, γιατί ποτέ δεν τελείωσε η πατερική Παράδοση, πάντοτε υπάρχει ενότητα Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων, η δε οποιαδήποτε άλλη θεώρηση ευνοεί αιρετικές και εθνικιστικές απόψεις.

Σύμφωνα με την τροπική ερμηνεία, η μεταπατερική θεολογία είναι μια προσπάθεια να δοθή μια νέα ερμηνεία τών πατερικών κειμένων, τα οποία πρέπει να αποδεσμευθούν από την ατμόσφαιρα και την ορολογία τής εποχής, στην οποία εγράφησαν και να γίνη η μεταγραφή τους στην δική μας εποχή, ουσιαστικά διαφοροποιείται από την θεολογική ορολογία τών Οικουμενικών Συνόδων.

Η άποψη αυτή θεωρεί ότι η νηπτική παράδοση από τον Ευάγριο, ο οποίος επηρεάσθηκε από τον Ωριγένη και τον νεοπλατωνισμό, και έκανε λόγο για κάθαρση, φωτισμό και θέωση, πέρασε στον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη, τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους ησυχαστές Πατέρες και έτσι όλη η ησυχαστική θεολογία είναι νεοπλατωνική, η οποία αλλοίωσε την αρχέγονη θεολογία τής πρώτης Εκκλησίας.

Έτσι, κατ' αυτούς, πρέπει να επανέλθουμε στην ευχαριστιολογία τής πρώτης Εκκλησίας και να απορριφθή η νεοπλατωνική ορολογία –και ενδεχομένως και η ίδια η πρακτική– που ούτως ή άλλως δεν ισχύει στην εποχή μας. Πρόκειται για μεταγραφή τής θεολογίας σε νέους όρους και νέες εκφράσεις.

Και αυτή η θεώρηση είναι εσφαλμένη, γιατί παραθεωρεί την διδασκαλία τών Καππαδοκών Πατέρων, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθή νεοπλατωνική, και στην ουσία παραθεωρεί την ησυχαστική παράδοση, που έχει απόλυτα κατοχυρωθή και την οποία ουσιαστικά θέλει να πλήξη και να εξοβελίση, επειδή την ενοχλεί, δεν τους αφήνει να στοχάζωνται κατά το δοκούν και να φθάνουν σε οικουμενιστικούς σκοπούς.

Όμως, εμείς πιστεύουμε ότι υπάρχει ταυτότητα εμπειριών στους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Πατέρες τής Εκκλησίας, και ότι η μόνη διαφορά που υπάρχει είναι μεταξύ πατερικής θεολογίας, τής οποίας η βάση είναι η θεία χαρισματική εμπειρία, και τής σχολαστικής και στοχαστικής θεολογίας, τής οποίας βάση είναι η φαντασία και ο στοχασμός, δηλαδή η φιλοσοφία.

Τρίτον. Υπάρχει στενή σχέση μεταξύ θεολογίας και ιστορίας. Η θεολογία δεν είναι μια φαντασία και ένας στοχασμός, αλλά εκφράζεται στην ιστορία. Ο Χριστός γεννήθηκε επί τής εποχής τού Καίσαρος Αυγούστου, έζησε σε ένα συγκεκριμένο χώρο, έπαθε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε επί Ποντίου Πιλάτου, και την Πεντηκοστή, με την έλευση τού Αγίου Πνεύματος, η Εκκλησία έγινε Σώμα Χριστού. Στην συνέχεια στις Οικουμενικές Συνόδους, που είναι ιστορικά γεγονότα, καταγράφηκε η Αποκάλυψη τού Θεού σε όρους και κανόνες για να διασωθή.

Έπειτα, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ιστορική Εκκλησία, η ορθόδοξη θεολογία είναι ιστορική θεολογία, οι Άγιοι αποτελούν την ιερά ιστορία, η ζωή μας στην Εκκλησία είναι μέθεξη τής Χάριτος τού Θεού στον χώρο και τον χρόνο, μετοχή στην θεία Ευχαριστία και σε όλα τα Μυστήρια που γίνονται με όλες τις ορθόδοξες προϋποθέσεις.

Κατ' επέκταση οι αιρέσεις, η σχολαστική και ρωσική θεολογία ερμηνεύουν πάντοτε την ιστορία ως απόκλιση από την ιερά ιστορία. Γι' αυτό και χρησιμοποιούν πολύ την φιλοσοφία, η οποία εν πολλοίς συνδέεται με την φαντασία και τον στοχασμό. Η απομάκρυνση τής Δύσεως από την ορθόδοξη θεολογία ερμηνεύεται μέσα από ιστορικά γεγονότα, από την ιδιαίτερη πολιτική τών Φράγκων να αποδεσμευθούν από την Ορθόδοξη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης συνέλαβε πλήρως αυτήν την άποψη, με την τριπλή της υποδιαίρεση, και την διατύπωνε στα κείμενά του. Δυστυχώς, μερικοί επικριτές του απομονώνουν μερικές πτυχές αυτής τής κεντρικής ιδέας, με αποτέλεσμα να διασπούν όλη την ενότητα. Τελικά, ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν ένας ακαταπόνητος ερευνητής και χαρισματούχος δάσκαλος. Τα όσα βλέπουμε σήμερα τον δικαιώνουν και τον ερμηνεύουν.

Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι η θεολογία και η φιλοσοφία που αναπτύσσεται στον Δυτικό χώρο στην εποχή μας αναβιώνει την συζήτηση που έγινε την πρώτη χιλιετία τού Χριστιανισμού στην Ανατολή, από τους αιρετικούς, οι οποίοι καταδικάστηκαν από τους Πατέρας τών Οικουμενικών Συνόδων.

Έτσι, ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία έκλεισε η συζήτηση για την Τριαδολογία και την Χριστολογία, εν τούτοις στην Δύση, κυρίως από Προτεσταντικούς κύκλους και διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα, επαναφέρονται τα επιχειρήματα τών αρχαίων αιρετικών, ήτοι τού Αρείου, τού Ευνομίου, τού Σαβελλίου, τών Νεστοριανών, τών Μονοφυσιτών, τών Μονοθελητών.

Αυτό δηλώνουν οι φράσεις που σήμερα κυριαρχούν: –Κάθε τι που προέρχεται από την φύση είναι εξαναγκαστικό. –Η ελευθερία-θέληση τού προσώπου. –Το πρόσωπο είναι τρόπος υπάρξεως τής φύσης. –Το ελεύθερο θέλημα τού Πατρός. –Υπάρχει μία ελεύθερη βούληση, αιώνια, αΐδια τού Πατρός, με την οποία γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιον Πνεύμα –Το πρόσωπο υποστασιάζει την ουσία (Νεστοριανισμός). –Η βούληση τών προσώπων. –Οι σχέσεις τών προσώπων. κλπ.

Όλες αυτές οι φράσεις δεν είναι αθώες, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά κρύβουν βασικές θέσεις τών αρχαίων αιρετικών, που καταδικάστηκαν από την Εκκλησία, γιατί αναιρούν τα όσα αποκάλυψε ο Θεός στους Προφήτες, Αποστόλους και Πατέρες.

 

3. Γενική διαπίστωση

Από τα προαναφερθέντα φαίνεται ότι η σύγχυση μεταξύ πατερικής ορθοδόξου παραδόσεως και τής δυτικής και ρωσικής παραδόσεως περνά μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, τα κηρύγματα, τις ομιλίες με ανάμεικτη ορολογία, κυρίως με την χρήση δυτικής ορολογίας, η οποία αποδεσμεύεται από την ορθόδοξη πατερική παράδοση, όπως εκφράσθηκε στις Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους τής Εκκλησίας.

Το βλέπω αυτό καθημερινά στον εκκλησιαστικό χώρο, αφού και οι σύγχρονοι θεολόγοι Κληρικοί, όλων τών βαθμίδων, έχουν επηρεασθή από μερικούς καθηγητές τους που μετέφεραν αυτήν την δυτική θεολογία στην Ελλάδα.

Το βλέπω, όμως, και στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών.

Μελέτησα επισταμένως τους φακέλους και διαπίστωσα ότι η μεθοδολογία τού Προγράμματος Σπουδών διαπνέεται από την σχετικοκρατία ή ρελατιβισμό, αλλά και το περιεχόμενό τους διακρίνεται από απόψεις τής δυτικής θεολογίας. Συνέλεξα διάφορα κείμενα στα οποία φαίνονται οι επιδράσεις τού νεοσχολαστικισμού, τής βιβλικής κριτικής επιστήμης, τού γερμανικού ιδεαλισμού, τής ρωσικής θεολογίας, καθώς επίσης και πρακτικές μορφές Χριστιανισμού, όπως παρατηρούνται στην Δύση.

Αυτό μπορεί να το καταλάβη κανείς όταν εντοπίση τα αποσπάσματα στους φακέλους που χρησιμοποιούνται, από ποιούς θεολόγους αντλούνται. Οι θεολόγοι που εμφανίζονται συνεχώς στους φακέλους είναι αυτοί που εκφράζουν αυτά τα δυτικά θεολογικά ρεύματα.

Πρόκειται για μια θεολογική δυτική καταιγίδα που πέρασε στην Ελλάδα, μια βαρλααμική ρεβάνς εναντίον τής θεολογίας τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά και τών Φιλοκαλικών Πατέρων. Έτσι, ο βαρλααμισμός νικήθηκε τον 14ο αιώνα και έφυγε στην Δύση, αλλά επανήλθε με τα νέα αυτά θεολογικά ρεύματα. Αυτό φαίνεται από το ότι υπονομεύονται ή ειρωνεύονται θεολογικές θέσεις που εκφράσθηκαν από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, καθώς επίσης προβάλλονται ως σύγχρονες θέσεις οι στοχαστικο-ψυχολογικές απόψεις που υπονομεύουν την ορθόδοξη θεολογία.

Ελπίζω ότι το παρόν Συνέδριο θα βοηθήση στην διάλυση αυτών τών συγχύσεων.

Ακούστε την ομιλία από το κανάλι τής Ε.Π

Δημιουργία αρχείου: 9-3-2019.

Τελευταία μορφοποίηση: 9-3-2019.

ΕΠΑΝΩ