Υπάρχουν άνθρωποι
σκεπτικιστές, δυσανασχετούντες, αποκαρδιωμένοι, που αρνούνται να
δεχτούν τον «Προφητισμό».
Αυτό είναι
αναμφίβολα
οικτρά πλάνη του τρόπου σκέψης τους, μια πλάνη
της οποίας το βάθος αδυνατούν να φανταστούν! Γιατί όταν
βρισκόμαστε μπροστά σε μια «αλήθεια» που επιβάλλεται από τη
βροντή των πραγμάτων, των «γεγονότων», οφείλουμε να την
αποδεχτούμε· είμαστε υποχρεωμένοι να την ομολογήσουμε, όσο
παράδοξη και αν φαίνεται, όσο και αν αντιτίθεται στον τρόπο που,
για οποιονδήποτε λόγο, συνηθίσαμε να αντιλαμβανόμαστε τα
πράγματα.
Οι δικές μας
αντιλήψεις, για να είναι αληθινές, πρέπει να συμφωνούν με τα
πράγματα, που εξελίσσονται με βάση τον δικό τους νόμο· η
απαίτηση να αναπτύσσονται τα πράγματα, να εξελίσσονται τα
γεγονότα σύμφωνα με τις δικές μας αντιλήψεις, πηγάζει μόνο από
παραφροσύνη ή προκατάληψη.
Έτσι, στο μεγάλο
πρόβλημα του «προφητισμού», έχουμε δύο ασφαλείς μεθόδους για να
φτάσουμε στην ακριβέστερη λύση του:
μία από τα «μετέπειτα» και μία από τα «προγενέστερα».
Η εκ
τών μετέπειτα μέθοδος φιλοσοφικής σκέψης
Παρατηρήστε
Ο στεφανωμένος
προφήτης της Ιουδαίας, ο θείος νομοθέτης Δαβίδ, χίλια ολόκληρα
χρόνια πριν από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, γράφει ξεκάθαρα και
χωρίς περιστροφές τα εξής:
«ότι εκύκλωσάν με
κύνες πολλοί συναγωγή πονηρευομένων περιέσχον με ώρυξαν χείράς
μου και πόδας μου εξηρίθμησαν πάντα τα οστά μου αυτοί δε
κατενόησαν και επείδόν με διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και
επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον».
Αυτά εκπληρώθηκαν
κατά γράμμα με ακρίβεια, μετά από χίλια χρόνια, στον Κύριό μας
Ιησού Χριστό, τον Γιο της Παρθένου, που ήταν απόγονος του Δαβίδ.
Ο Σταυρός, στον
οποίο γίνεται η διάτρηση των χεριών και των ποδιών, ήταν μέσο
θανατικής εκτέλεσης για τους Ρωμαίους· αλλά στις μέρες του
Δαβίδ, ούτε καν η Ρώμη είχε ιδρυθεί ακόμα.
Οι Ιουδαίοι
χρησιμοποιούσαν τη λιθοβολία ως μέθοδο εκτέλεσης· αλλά ο
γίγαντας, ο αήττητος Δαβίδ, που κατέλαβε την περίφημη πρωτεύουσα
του Ιουδαϊσμού, την Ιερουσαλήμ, από τους Ιεβουσαίους, πέθανε με
δόξα και τάφηκε με τιμές.
Δεν υπάρχει πλέον
καμία αμφιβολία ότι προείδε τελείως και προδιέγραψε με απόλυτη
ακρίβεια ό,τι επρόκειτο να εκπληρωθεί μετά από χίλια χρόνια,
στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, Γιό της Παρθένου.
Πώς;
Αυτό το «πώς» είναι
άλλο πρόβλημα. Δηλαδή, πώς μια ανθρώπινη διάνοια μπορεί να
προβλέψει με ακραία ακρίβεια τι πρόκειται να συμβεί μετά από
χίλια ή δύο χιλιάδες χρόνια.
Ιδού ένα άλλο
παράδειγμα:
Ο Ησαΐας, ο
σπουδαιότερος από τους μυστικιστές πολιτειολόγους του Ισραήλ,
αυτός που ανέβηκε ως τους Ουρανούς και βυθίστηκε ως τις
αβύσσους, γράφει εφτά ολόκληρους αιώνες πριν για τον Ιησού
Χριστό, βλέποντάς τον στον Σταυρό:
«Και τον είδαμε, και
δεν είχε ούτε όψη ούτε κάλλος. Η μορφή του ήταν άτιμη και
καταφρονημένη από τα παιδιά των ανθρώπων... Αυτός υποφέρει για
εμάς, και από τις πληγές του εμείς θεραπευόμαστε.»
Και πράγματι, η όψη,
η θεσπέσια μορφή του Ιησού, που σύμφωνα με τη διδασκαλία έλαμπε
και ακτινοβολούσε, φωτίζοντας την υπερκόσμια ζωή και ρίχνοντας
κεραυνούς, έγινε άτιμη και καταφρονημένη πάνω από όλους τους
ανθρώπους.
Όλα αυτά για τον
απόλυτο εξευτελισμό, για τις ακραίες ταπεινώσεις στις οποίες οι
Ρωμαίοι στρατιώτες και οι μαινόμενοι Ιουδαίοι υπέβαλλαν και
υποβάθμισαν τον Κύριό μας, που υπέφερε στο Σταυρό για όλη την
Ανθρωπότητα – στις πληγές του όποιου όσοι πιστεύουν
θεραπεύονται!
Αρκούμενοι στα δύο
αυτά παραδείγματα ως προς την εκ των υστέρων μέθοδο, της εκ των
εξελισσομένων γεγονότων επαλήθευσης, τα οποία θα μπορούσαν να
πολλαπλασιαστούν αμέτρητα, ας προχωρήσουμε στην εκ των
προτέρων μέθοδο της φιλοσοφικής σκέψης.
Η εκ
τών προτέρων μέθοδος φιλοσοφικής σκέψης
Ο ρεαλιστικός
λεγόμενος ορισμός του Απείρου, που τόσο σοβαρά αναφέρεται στην
επιστήμη και τη φιλοσοφία – εκείνος δηλαδή που ορίζει το άπειρο
ως αυτό το πεπερασμένο του οποίου τα δύο άκρα χάνονται στο
Άγνωστο – δεν είναι μόνο απλώς ψευδής, αλλά και εξαιρετικά
ανόητος, αντιεπιστημονικός και αντιφιλοσοφικός.
Διότι, αν η ύπαρξη
του πεπερασμένου είναι βέβαιη (κάτι που βρίσκεται πέρα από κάθε
αμφιβολία και ανώτερο από κάθε σκεπτικισμό), τότε η ύπαρξη του
Απείρου είναι ασύγκριτα βεβαιότερη, απολύτως βέβαιη. Το Άπειρο
δεν είναι για εμάς άγνωστο, όπως πιστεύουν οι επιστήμονες και
φιλόσοφοι που στηρίζονται στον παραπάνω ορισμό, αλλά επιβάλλεται
απόλυτα από την ίδια την ύπαρξη του πεπερασμένου!
Παρατηρήστε:
Πρώτον:
Είναι απόλυτα βέβαιο ότι δύο Άπειρα δεν μπορούν να
συνυπάρχουν. Αυτό αποκλείεται κατηγορηματικά, γιατί το ένα
θα αναιρούσε το άλλο και θα καταλήγαμε αναγκαστικά στο
μηδέν. Το Άπειρο, ως σύνολο, περιέχει το όλον του <<είναι>>
στον εαυτό του, και γι’ αυτό ακριβώς είναι Άπειρο. Κάθε άλλη
ύπαρξη εκτός αυτού είναι αδύνατον να νοηθεί.
Δεύτερον:
Το «πεπερασμένο» είναι αναγκαστικά αιτιατό, έχοντας τον λόγο
της ύπαρξής του εκτός του εαυτού του. Γιατί στην επιστήμη
και τη φιλοσοφία έχουμε το υπέρτατο καθήκον να αποκλείσουμε
κάθε αντίφαση, κάθε έννοια που ανατρέπει την επιστημονικά
και φιλοσοφικά απαιτούμενη ενότητα.
Το πεπερασμένο,
λοιπόν, δεν μπορεί να είναι άναρχο, γιατί αυτή η ιδιότητα –
αυτό το κατηγόρημα – ανήκει αποκλειστικά στο Άπειρο. Ό,τι
είναι άναρχο δεν μπορεί να είναι πεπερασμένο, αφού το
πεπερασμένο έχει αναγκαστικά αρχή και τέλος.
Το άναρχο, το
εκτός και πέρα από κάθε αρχή,
αποκλείεται να υφίσταται σε χρόνο και χώρο, ενώ το
πεπερασμένο αναγκαστικά υπάρχει σε χώρο και έχει προκύψει
από το μη-ον.
Αφού λοιπόν
αποκλείεται η αντίφαση, δεν μπορεί κάτι που έχει
«πέρας» να μην έχει
«αρχή», αφού αν ήταν χωρίς αρχή (δηλαδή πέρα
από κάθε χρόνο), και ταυτόχρονα δεν ήταν ποτέ μη-ον (αφού θα
είχε αιώνια ύπαρξη), πώς θα μπορούσε να έχει
«πέρας»; Αυτό το πέρας, άλλωστε, ορίζεται
αναγκαστικά από μια άλλη αρχή, που σημαίνει ότι πρέπει να
εννοείται
και στον χρόνο και στον χώρο.
Τρίτον:
Επειδή το
μηδέν (0) όχι μόνο δεν δίνει αριθμό όταν
επαναλαμβάνεται (αφού είναι άρνηση της ύπαρξης), αλλά και,
όταν πολλαπλασιάζεται με σημαντικούς αριθμούς, μηδενίζει το
γινόμενο, η
δημιουργία από το μηδέν αποκλείεται απόλυτα.
Δεν είναι δυνατόν το μηδέν να φέρει στην ύπαρξη οντότητες,
αφού είναι η ίδια η άρνηση της ύπαρξης.
Τέταρτον:
Επειδή λοιπόν το
πεπερασμένο
αναγκαστικά έχει αρχή, και αυτή η αρχή
δεν μπορεί να είναι το μηδέν,
ακολουθεί ότι η ύπαρξη μιας άλλης οντότητας,
εκτός του πεπερασμένου, πέρα από χρόνο και χώρο, είναι
απολύτως βέβαιη. Χωρίς αυτήν, η ύπαρξη του
συνόλου των πεπερασμένων δεν μπορεί να εξηγηθεί, αφού ούτε
από το μηδέν μπορεί να προκύψει, και ταυτόχρονα
πρέπει να έχει αιτία έξω από τον εαυτό της.
Συνεπώς, το Άπειρο
είναι το πιο γνωστό από όλα.
«Και έχουμε τον
βεβαιότερο προφητικό λόγο, στον οποίο κάνετε καλά να προσέχετε,
σαν λύχνο που λάμπει σε σκοτεινό τόπο, μέχρι να ξημερώσει και ο
φωσφόρος να ανατείλει στις καρδιές μας. Αυτό πρώτα γνωρίζοντας:
ότι καμία προφητεία της Γραφής δεν είναι ιδιωτικής ερμηνείας.
Διότι ποτέ δεν ήρθε προφητεία από θέλημα ανθρώπου, αλλά από το
Άγιο Πνεύμα φερόμενοι, μίλησαν οι Άγιοι του Θεού άνθρωποι.»
(Β’ Πέτρου 1:19-21)
Αποδείξαμε παραπάνω
ότι ο <<ρεαλιστικός>>
ορισμός του Απείρου είναι
απολύτως ψευδής, εξαιρετικά ανόητος,
αντιεπιστημονικός και αντιφιλοσοφικός. Ας τον
επαναλάβουμε για λόγους σαφήνειας:
«Άπειρο είναι το
πεπερασμένο του οποίου τα δύο πέρατα χάνονται στο Άγνωστο!»
Ωστόσο, μέσω
αυστηρής λογικής, αποδείξαμε ότι
το Άπειρο είναι εντελώς διαφορετικό από το πεπερασμένο
– η ύπαρξή του είναι
απόλυτα βέβαιη, πέραν κάθε αμφιβολίας.
Η επιστήμη και η
φιλοσοφία δεν είναι πλάσματα της φαντασίας
Η επιστήμη και η
φιλοσοφία
δεν μπορούν να βασίζονται σε απλές φαντασιώσεις,
όσο μεγαλειώδης κι αν είναι η δύναμη της φαντασίας να πετάει
πέρα από κάθε όριο. Το να πάρεις το πεπερασμένο και να
«επεκτείνεις» τα όριά του με τη φαντασία, χωρίς
να υπάρχει πραγματικότητα που να το υποστηρίζει,
δεν δημιουργεί ποτέ το Άπειρο.
Αντίθετα,
το Άπειρο υπάρχει από μόνο του, με
απόλυτη βεβαιότητα, και όπως αποδείξαμε,
ακόμα και το πεπερασμένο μάς οδηγεί σε αυτό,
αφού δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς μια
αυθύπαρκτη αιτία πέραν του εαυτού του.
Ας προχωρήσουμε τώρα
σε μια άλλη σειρά ιδεών.
Ένα σκεπτικό
παράδειγμα: Η απόδειξη της ύπαρξής μας μέσα από την ίδια την
αμφιβολία
Φανταστείτε έναν
άνθρωπο εύγλωττο και ικανό, ο οποίος, με πνευματώδεις και
σοφιστικές εκφράσεις, προσπαθεί να σας πείσει ότι
δεν υπάρχετε. Παρά τη ρητορική του δεξιοτεχνία,
δεν θα τον χαρακτηρίζατε βαθιά μέσα σας ως
παράφρονα;
Βεβαίως,
ναι. Και γιατί;
Η αυθύπαρκτη
μαρτυρία της συνείδησης
Επειδή, πέρα από
κάθε λογικό επιχείρημα, η
συνείδησή σας μαρτυρά αμετάθετα την ύπαρξή σας.
Αυτή η βεβαιότητα είναι σαν
βράχος που συντρίβει κάθε αντίθετη σκέψη.
Η αντίφαση της
αμφιβολίας χωρίς ύπαρξη
Ακόμα κι αν κάποιος
προσπαθεί να αμφισβητήσει την ύπαρξή του,
αυτή η ίδια η αμφιβολία αποδεικνύει
ότι υπάρχει. Γιατί
το μη-ον δεν μπορεί να αμφιβάλλει, να σκέφτεται ή να ενεργεί
– η ίδια η δράση της σκέψης προϋποθέτει ύπαρξη.
Συμπέρασμα:
Η ύπαρξή μας δεν
είναι απλώς μια ιδέα, αλλά
απολύτως βέβαιη, ακόμα και όταν κάποιος
προσπαθεί να την αρνηθεί. Η λογική αυτή δεν αφορά μόνο εμάς,
αλλά και βαθύτερες φιλοσοφικές αλήθειες, όπως την
αναγκαιότητα του Απείρου ως αιτίας όλων των
πεπερασμένων.
Αλλά
ίση βεβαιότητα με την προηγούμενη έχει κι άλλη
μαρτυρία της συνείδησής μας:
«Ότι υπήρχε χρόνος
που δεν ήμασταν».
Όσο βέβαιο είναι ότι
υπάρχουμε, τόσο βέβαιο είναι και ότι η ύπαρξή
μας
έχει χρονικό όριο.
Αυτές οι δύο
αλήθειες:
είναι
το ίδιο βέβαιες και καθορίζουν
όλη την ανθρώπινη υπόσταση, χωρίς εξαιρέσεις –
ούτε καν για τον
πρώτο άνθρωπο που εμφανίστηκε στη γη.
Η μαρτυρία της
παλαιοντολογίας
Η
επιστήμη των απολιθωμάτων επιβεβαιώνει αυτή την
αλήθεια:
Βρίσκει ανθρώπινα
λείψανα
σε συγκεκριμένα γεωλογικά στρώματα
σε βάθος όπου
δεν υπάρχουν παλαιότερες ανθρώπινες υπάρξεις.
Αυτό εγείρει το
ερώτημα:
**Αν όλοι οι
άνθρωποι έχουν συνείδηση της χρονικής τους ύπαρξης, τότε τα ζώα
– που είναι οι αμέσως υπό των άνθρωπο οργανισμοί – μπορούν να
έχουν συνείδηση
«άχρονης ύπαρξης»;
Τα ζώα
στερούνται πλήρους λογικής συνείδησης – δηλαδή
της ικανότητας,
Να
ανάγουν τα αποτελέσματα σε αίτια
Να κάνουν
αφαιρέσεις (αποδημητική σκέψη)
Να ερευνούν
πέρα από τα φαινόμενα για να βρουν τον
υποκείμενο λόγο των πραγμάτων
Καθώς
δεν έχουν λογική συνείδηση, είναι
αδύνατο να τους αποδοθούν έννοιες όπως:
-
Άπειρη ύπαρξη
-
Μεταφυσική
κατανόηση
Ακόμα και αν κάποιος
θεωρεί τον άνθρωπο
απλώς ως το «ανώτατο χημικό προϊόν» της γης, η
λογική συνείδησή του τον διαχωρίζει ριζικά από
τα ζώα.
Η ιεραρχία της
συνείδησης στη φύση
Αφού
τα ζώα στερούνται συνείδησης άχρονης ύπαρξης,
τότε με μεγαλύτερη λογική
τα φυτά (που είναι ακόμα πιο απλοί οργανισμοί)
δεν μπορούν να την έχουν. Και από αυτό προκύπτει
αναπόφευκτα ότι:
Η άψυχη ύλη (π.χ. πέτρες, νερό, αέρια) είναι εντελώς χωρίς
τέτοια συνείδηση.
Η λογική της
«ανιούσας» και «κατιούσας» μεθόδου
Αν
ανεβούμε την οντολογική κλίμακα (από την ύλη
προς τον άνθρωπο) αντί να κατεβαίνουμε (από τον άνθρωπο προς τα
ζώα και τη ύλη), φτάνουμε
στο ίδιο ακριβές συμπέρασμα:
Αν η ύλη είχε
συνείδηση άχρονης ύπαρξης,
τότε αυτή η ιδιότητα
θα έπρεπε να υπάρχει και σε όλες τις άλλες μορφές ζωής.
Αλλά σαφώς δεν
υπάρχει
– ούτε στα ζώα, ούτε στα φυτά, ούτε στην άψυχη ύλη.
Οδηγώντας στο
συμπέρασμα: Το Άπειρο ως βέβαιη αιτία
Αυτές οι δύο
εξίσου βέβαιες αλήθειες:
μας οδηγούν
αναγκαστικά στην αναγνώριση του
Απείρου ως απόλυτης βεβαιότητας. Γιατί:
-
Η δημιουργία από
το μηδέν (0) είναι αδύνατη
– αφού το μηδέν είναι
η ίδια η άρνηση της ύπαρξης
-
Κάθε πεπερασμένη
ύπαρξη (συμπεριλαμβανομένης της δικής μας) προϋποθέτει μια
αιτία πέραν του χρόνου και του χώρου.
Συνεπώς, το Άπειρο
δεν είναι απλώς μια φιλοσοφική ιδέα, αλλά μια λογική και
υπαρξιακή αναγκαιότητα.
«Οι ουρανοί και η γη
θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν ποτέ.»
— Ιησούς Χριστός
Η Διαφώτιση της
Επιστήμης και της Φιλοσοφίας
Η επιστήμη και η
φιλοσοφία, παρά τις μεγαλειώδεις υποσχέσεις τους και τον
υπερβολικό αυτοεπαινό τους, κάλεσαν την Ανθρωπότητα να
εγκαταλείψει τα «σκοτεινά και ανεξοικείωτα» δόγματα της
θρησκείας και να εισέλθει στα «φωτεινά αποτελέσματα της
ελεύθερης έρευνας». Ωστόσο,
απέτυχαν να πλησιάσουν τα αιώνια προβλήματα των
«αρχών», περιπλανώμενες μακριά από το
Αιώνιο Δέντρο της Ζωής – που φυλάσσεται από τη
φλογερή και περιστρεφόμενη ρομφαία από την εποχή
της εκδίωξης του Αδάμ από τον Παράδεισο, ώστε κανείς βέβηλος να
μην τολμήσει να την αγγίξει.
Η Απόλυτη Ανάγκη
Κατανόησης του Απείρου
Οι επιστήμες έχουν
απόλυτη ανάγκη διαφώτισης σχετικά με την
θεμελιωδώς
σημαντική έννοια του Απείρου, γιατί
χωρίς την πλήρη γνώση αυτής της έννοιας, όλα
παραμένουν
σκοτεινά, ζοφερά, σκεπασμένα με ένα μαύρο πέπλο απαισιοδοξίας.
Όπως σωστά ανέφερε
ο Αριστοτέλης, ο μεγάλος δάσκαλος του Μεγάλου
Αλεξάνδρου, στα
«Φυσικά» του:
«Πιστεύουμε ότι
γνωρίζουμε κάτι, όταν γνωρίζουμε τις πρώτες αρχές του, τις
πρωταρχικές αιτίες και τα θεμελιώδη στοιχεία του.»
Η Γνώση του Απείρου
ως Θεμελιώδης Αρχή
Και πράγματι,
χωρίς την Πλήρη και Ολοκληρωτική Γνώση, χωρίς
την
απεριόριστη σημασία της έννοιας του Απείρου –
που είναι η
Αγία Αρχή, η
Αιτία των Αιτιών, η
Απόλυτη Βεβαιότητα – η ανθρώπινη γνώση παραμένει
ελλιπής και σκοτεινή.
Μόνο όταν η επιστήμη
και η φιλοσοφία
αγκαλιάσουν την υπέρτατη αλήθεια
της Επιγνώσεως του Απείρου, μπορούν να φτάσουν
στην
πραγματική σοφία, πέρα από τις φιλοδοξίες και
τους περιορισμούς της πεπερασμένης ανθρώπινης λογικής.
Το Άπειρο και τα
Μεγαλύτερα Προβλήματα της Φύσης
Κανένα από τα
μεγαλύτερα προβλήματα της φύσης – αυτά που υπάρχουν πριν ακόμη
από την ανθρώπινη συνείδηση – δεν μπορεί να λυθεί, όσο όλα
καλύπτονται από ένα αδιαπέραστο μαύρο πέπλο. Γιατί ό,τι είναι
έξω από το Άπειρο είναι απαραίτητα πεπερασμένο, και επομένως
εξαρτάται από το Άπειρο με όλους τους δυνατούς τρόπους. Όλες οι
μεταβολές και οι μετασχηματισμοί του πεπερασμένου διέπονται από
τη Βούληση του Απείρου, που τα κατευθύνει προς ένα απόλυτα
προκαθορισμένο τέλος.
Η Ύλη και οι
Θεμελιώδεις Αρχές της
Η ύλη είναι
ουσιαστικά πεπερασμένη. Βρίσκεται σε συνεχή αλλαγή:
μεταβάλλεται, μετουσιώνεται, συνθέτεται και διασπάται.
Αποτελείται από μόρια, καθώς είναι αναγκαστικά διαιρετή. Χωρίς
τις θεμελιώδεις έννοιες της κίνησης και της έκτασης, η ύλη δεν
μπορεί να νοηθεί.
Η Χημεία και οι
Απλές Ουσίες
Οι απλές ουσίες,
όπως ο χρυσός, το οξυγόνο, ο άργυρος και ο σίδηρος, δεν
διασπώνται σε άλλα στοιχεία. Οι σύνθετες ουσίες προκύπτουν από
τον συνδυασμό των απλών με συγκεκριμένες αναλογίες και
παρουσιάζουν νέες ιδιότητες. Το ζήτημα της ύλης περιορίζεται
τελικά στο πρόβλημα των απλών ουσιών, που παραμένουν αμετάβλητες
σε οποιαδήποτε ανάλυση.
Η Ύλη, μη νοούμενη
χωρίς των θεμελιωδών δια ταύτην εννοιών, της κινήσεως και της
εκτάσεως, αποτελείται φύσει εκ «μορίων», δια του αναγκαίως είναι
ταύτην «τμητή». Εξ ου και το πορώδες της ύλης.
Η Αναγκαιότητα του
Απείρου
Όλα τα πεπερασμένα
συστήματα, ακόμα και οι θεμελιώδεις ουσίες της ύλης, εξαρτώνται
από το Άπειρο. Χωρίς την κατανόηση αυτής της εξάρτησης, η
επιστήμη και η φιλοσοφία παραμένουν μισοφωτισμένες, αδυνατώντας
να φτάσουν στην οριστική γνώση.
Η Δομή της Ύλης και
η Αρχή του Πεπερασμένου
Κάθε υλικό μόριο,
ανεξάρτητα από την απλότητα της ουσίας από την οποία προέρχεται,
αποτελείται από έναν
συγκεκριμένο και πεπερασμένο αριθμό ατόμων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αριθμός των ατόμων που συνθέτουν ένα
μόριο
διαφέρει ανάλογα με την ουσία.
Για παράδειγμα, ο αριθμός των ατόμων που σχηματίζουν ένα μόριο
σιδήρου διαφέρει από αυτόν που σχηματίζει ένα μόριο οξυγόνου ή
άνθρακα.
Η
Ιεραρχική Δομή της Ύλης
Τα Μόρια και τα
Άτομα
Κάθε μόριο μιας
απλής ουσίας αποτελείται από έναν πεπερασμένο και καλά ορισμένο
αριθμό ατόμων. Αυτός ο αριθμός ποικίλλει ανάλογα με την ουσία,
αλλά παραμένει πάντα σταθερός και περιορισμένος.
Τα Άτομα και τα
Ιόντα
Με τον ίδιο τρόπο
που ένα μόριο σχηματίζεται από έναν συγκεκριμένο αριθμό ατόμων,
και το κάθε άτομο αποτελείται από έναν
καθορισμένο αριθμό ιόντων (ή υποατομικών
σωματιδίων). Αυτό επιβεβαιώνει ακόμα βαθύτερα την αρχή του
πεπερασμένου και ορισμένου στη φύση. Στο βάθος
της ύλης δεν απομένουν παρά σωματίδιά ηλεκτρικά φορτισμένα.
Συμπεράσματα για τις Απλές και Σύνθετες Ουσίες
Οι απλές ουσίες
είναι πεπερασμένες σε αριθμό
Δεδομένου ότι κάθε
απλή ουσία αποτελείται από μόρια με σταθερό αριθμό ατόμων, και
κάθε άτομο από σταθερό αριθμό ιόντων,
ο αριθμός των απλών ουσιών είναι αναγκαστικά πεπερασμένος.
Οι σύνθετες ουσίες
προκύπτουν από σταθερούς συνδυασμούς
Οι σύνθετες ουσίες
(π.χ. το νερό, που σχηματίζεται από 2 άτομα υδρογόνου και 1
άτομο οξυγόνου) δεν απαιτούν νέα θεμελιώδη στοιχεία, αφού
βασίζονται στις
ήδη υπάρχουσες απλές ουσίες με συγκεκριμένες
αναλογίες.
Η Φιλοσοφική Σημασία
του Πεπερασμένου
Αυτή η δομή δείχνει
ότι
όλη η ύλη, από τα μόρια έως τα υποατομικά σωματίδια, υπακούει σε
μια τάξη πεπερασμένων και προκαθορισμένων σχέσεων.
Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι
το ίδιο το πεπερασμένο εξαρτάται από μια υπέρτατη αρχή – το
Άπειρο – που καθορίζει τις δομές και τις
αλληλεπιδράσεις του σύμπαντος.
Στη βάση της ύλης
παρατηρούμε μια θεμελιώδη αρχή:
το ορισμένο και πεπερασμένο. Κάθε στοιχείο της
ύλης υπακούει σε αυτόν τον περιορισμό:
Ιεραρχική δομή της
ύλης:
-
Ένα
συγκεκριμένος και πεπερασμένος αριθμός ιόντων
σχηματίζει ένα άτομο
-
Ένας
συγκεκριμένος και πεπερασμένος αριθμός ατόμων
σχηματίζει ένα μόριο
-
Κάθε είδος απλής
ουσίας έχει
τη δική του χαρακτηριστική σύνθεση (π.χ.
διαφορετικό αριθμό ατόμων ανά μόριο)
Η αδυναμία παραγωγής
του Απείρου από το πεπερασμένο:
Απολύτως αδύνατο να
προκύψει το Άπειρο από την πρόσθεση πεπερασμένων ποσοτήτων
Η ιδέα ότι "το 1000
είναι πιο κοντά στο Άπειρο από το 100" είναι
εσφαλμένη:
Αν ίσχυε αυτό, τότε
θα μπορούσαμε να "προσεγγίσουμε" το Άπειρο
Αυτό θα οδηγούσε
στην
καταστροφή της έννοιας του Απείρου,
που εξ ορισμού δεν μπορεί να "προσεγγιστεί"
Μαθηματική απόδειξη:
Πεπερασμένο +
πεπερασμένο = πάντα πεπερασμένο
Ούτε απειροστικές
προσθέσεις πεπερασμένων ποσοτήτων μπορούν να δώσουν το Άπειρο
Το συμπέρασμα: Η ύλη
μαρτυρά το Άπειρο
Εφόσον:
Όλη η ύλη είναι
πεπερασμένη (όπως αποδεικνύεται από την ατομική
της δομή)
Κάθε πεπερασμένο
σύστημα
απαιτεί αιτία (δεν
μπορεί να προκύψει από το μηδέν)
Τότε αναγκαστικά
οδηγούμαστε στην ύπαρξη του Απείρου
ως της μόνης δυνατής πρωταρχικής αιτίας που μπορεί να εξηγήσει
την ύπαρξη και την τάξη του πεπερασμένου κόσμου.
Η ύλη, με την
αυστηρά ορισμένη και πεπερασμένη δομή της,
είναι η ίδια μαρτυρία για την ύπαρξη μιας
υπέρτατης, απεριόριστης και αιώνιας Αρχής - του Απείρου.
Η απόδειξη της
ύπαρξης του Απείρου
Έχουμε επανειλημμένα
αποδείξει ότι η ύπαρξη του Απείρου δεν αποτελεί απλή θεωρητική
υπόθεση, αλλά βεβαιότατη πραγματικότητα. Το πεπερασμένο, με όλες
τις εκδηλώσεις του, οδηγεί αναπόφευκτα σε αυτό το συμπέρασμα.
Κάθε στοιχείο της δημιουργίας, από τα μικροσκοπικά άτομα έως
τους γαλαξίες, φέρει την σφραγίδα της εξάρτησής του από μια
υπέρτατη Αρχή.
Η διττή φύση της
αλήθειας
Η μελέτη του Απείρου
εμφανίζει δύο διακριτά επίπεδα κατανόησης. Από τη μια πλευρά,
έχουμε την αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα της ύπαρξής του, που
απορρέει από τη λογική ανάλυση της δημιουργίας. Από την άλλη,
παραμένει το ενδιαφέρον ζήτημα των ιδιοτήτων του, που απαιτεί
βαθύτερη και εκτενέστερη διερεύνηση. Αυτή η διαφοροποίηση είναι
καίρια για τη σωστή προσέγγιση του θέματος.
Η γλώσσα της
δημιουργίας
Οι σελίδες της φύσης
μιλούν μια καθαρή γλώσσα, που μαρτυρά την υπέρτατη Πηγή τους.
Όπως επισημαίνει ο Απόστολος Παύλος,
<<διότι το γνωστόν
του Θεού φανερόν εστιν εν αυτοίς ο γαρ Θεός αυτοίς εφανέρωσε,
τα γαρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοις ποιήμασιν
νοούμενα καθοράται η τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης εις το
είναι αυτούς αναπολογήτους
>>
(Προς Ρωμαίους 1:19-20).
Διακρίνετε την ουσία
του μηνύματος του Αποστόλου; Μέσα από τα «δημιουργήματα», δηλαδή
μέσα από όλα τα πεπερασμένα όντα, η αόρατη ουσία και φύση του
Απείρου γίνεται νοητή, η αιώνια του Δύναμη και Θειότητα
αποκαλύπτεται. Το πεπερασμένο, που βρίσκεται σε συνεχή μεταβολή
και εξέλιξη, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αρχή, ούτε να προκύψει
από το μηδέν. Έτσι, με τη δική του φύση, διακηρύττει την ύπαρξη
του Απείρου - μιας ουσίας εντελώς διαφορετικής, αόρατης,
αμετάβλητης και αιώνιας.
Αυτή η αναμφίβολη
μαρτυρία της δημιουργίας αφήνει τους ανθρώπους χωρίς καμία
δικαιολογία για την πνευματική τους τυφλότητα, που τους
εμποδίζει να αναγνωρίσουν το Άπειρο στη ζωή τους. Η άρνησή τους
να δουν αυτή την προφανή αλήθεια δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια
ντροπιαστική πνευματική τυφλότητα, μια άρνηση να δεχτούν αυτό
που η ίδια η φύση διακηρύττει με τόση σαφήνεια.
Τα ορατά
δημιουργήματα αποτελούν καθρέπτες των αοράτων πραγματικοτήτων. Η
πεπερασμένη ύλη, με την τάξη και την πολυπλοκότητά της, δεν
μπορεί παρά να υποδεικνύει μια Υπέρτατη Νοημοσύνη που την
υπερβαίνει και την συντηρεί.
Η αυταπάτη της
αυτάρκειας
Παρά τις μεγάλες της
διακηρύξεις, η σύγχρονη επιστήμη αποδεικνύεται ανίσχυρη να
στηρίξει τα δικά της θεμέλια. Ενώ κατηγόρησε τη θρησκευτική
σκέψη για δογματισμό, η ίδια κινδυνεύει να πέσει σε παρόμοια
παγίδα. Η αδυναμία της να ενοποιήσει βασικές έννοιες όπως η ύλη
και η συνείδηση, ή το ον και το νοούν, αποκαλύπτει τα όρια της
ανθρώπινης γνώσης χωρίς τη θεία αποκάλυψη.
Η αναγκαιότητα της
ταπεινότητας
Αυτή η ανάλυση δεν
αποσκοπεί στον δογματισμό, αλλά στην επιστημονική ειλικρίνεια. Η
αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης λογικής δεν αποτελεί ήττα,
αλλά πύλη προς βαθύτερη σοφία. Το Άπειρο δεν είναι απλώς μια
φιλοσοφική αφαίρεση, αλλά η μόνη λογική εξήγηση για την τάξη και
την ύπαρξη του κόσμου μας. Η ταπεινή αποδοχή αυτής της αλήθειας
ανοίγει το δρόμο για γνησιότερη γνώση και βαθύτερη κατανόηση.
Η Ουράνια Μηχανική
και τα δόγματά της
Η Ουράνια Μηχανική
δογματίζει δύο θεμελιώδεις αρχές:
Αλλά εδώ προκύπτουν
κρίσιμα ερωτήματα που η επιστήμη αδυνατεί να απαντήσει:
-
Γιατί η ύλη δεν
μπορεί να νοηθεί χωρίς κίνηση;
-
Γιατί κάθε μόριο
έχει την αιτία της κίνησής του έξω από τον εαυτό του;
-
Και κυρίως,
γιατί η ύλη έχει την ιδιότητα της έκτασης;
Για αυτά τα
θεμελιώδη ερωτήματα, η επιστήμη που τόσο υπερηφανεύεται ότι θα
βγάλει την ανθρωπότητα από τα «σκοτεινά δόγματα» της θρησκείας,
δεν μπορεί να προσφέρει ούτε μια λέξη εξήγησης.
Η σιωπή της
Επιστήμης για τις πρώτες αρχές
Ο Αριστοτέλης έλεγε
σωστά ότι «γνωρίζουμε πραγματικά κάτι όταν γνωρίζουμε τις πρώτες
του αρχές, τις πρωταρχικές του αιτίες και τα θεμελιώδη στοιχεία
του». Όμως η Ουράνια Μηχανική, που αναγκάζεται να θέσει ως πρώτη
της αρχή την «κίνηση», δεν μπορεί να δώσει κανένα λόγο για
αυτήν. Επιπλέον, η ίδια η κίνηση δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την
«έκταση», αφού ορίζεται ως αλλαγή θέσης.
Σύμφωνα με το
κριτήριο του Αριστοτέλη, η επιστήμη λοιπόν
τελεί σε βαθύτατο σκοτάδι, αφού δεν μπορεί να
εξηγήσει τις δικές της αρχές.
Η θεία αποκάλυψη
μέσω της δημιουργίας
Ο ουρανοβάμων Παύλος
διατυπώνει μια υπέρτατη αλήθεια: «Το γνωστό του Θεού είναι
φανερό μέσα τους... Τα αόρατά του, από την κτίση του κόσμου,
μέσα από τα δημιουργήματά του νοούνται και γίνονται ορατά - η
αιώνια του δύναμη και θεϊκότητα - ώστε να είναι αναπολόγητοι»
(Ρωμαίους 1:19-20).
Τι σημαίνει αυτό;
Μέσα από τα
«δημιουργήματα» (τα πεπερασμένα και εκτατά όντα)
Νοείται το αντίθετο:
το Άπειρο και Ανέκτατο της Αιώνιας Ουσίας
Γιατί το
πεπερασμένο:
Δεν προκύπτει από το
μηδέν.
Δεν είναι αιτία του
εαυτού του.
Με την ίδια του την
ύπαρξη,
βροντοφωνεί και διασαλπίζει την ύπαρξη μιας
Ουσίας που είναι ολότελα διαφορετική.
Η φύση του
Δημιουργού
Αυτή η Ουσία:
-
Δεν είναι έκταση
(όπως τα δημιουργήματά της) αλλά
Πνεύμα
-
Δεν είναι
βαρύτητα αλλά
Συνείδηση
-
Δεν είναι
πεπερασμένη αλλά
Απέραντη
Αυτή η βεβαιότητα
δεν εκφράζεται απλώς, αλλά στηρίζεται σε άρρηκτη λογική:
Αν ο Δημιουργός είχε
την ίδια ουσία με τα δημιουργήματά Του, θα ήταν σαν να λέμε ότι
το μηδέν (0) είναι η υπέρτατη Αρχή όλων
Γιατί τότε θα είχε
τις ιδιότητες του πεπερασμένου
Και άρα θα
χρειαζόταν να εξηγηθεί από μια άλλη Ουσία
Μια Ουσία που
δεν είναι έκταση (αφού δεν είναι η ουσία του
πεπερασμένου)
Αλλά
Ανέκτατο Πνεύμα
Όχι βαρύτητα αλλά
Ακτινοβολούσα Συνείδηση.
Γι' αυτό ο Θεός
δημιουργεί εκ του αντιθέτου
Η επιστήμη, παρόλο
που καυχήθηκε ότι θα ελευθερώσει τον άνθρωπο από τα θρησκευτικά
δόγματα,
αδυνατεί να εξηγήσει τις δικές της βασικές αρχές.
Ενώ η θεία αποκάλυψη, μέσω της δημιουργίας, μάς οδηγεί με
βεβαιότητα στην ύπαρξη ενός Υπέρτατου Πνεύματος - αιτίου και
σκοπού όλων των πραγμάτων.
Το βάρος του
ζητήματος
Θα επιμείνουμε στην
ανάλυση αυτού του ζητήματος, τόσο δύσκολου και επίπονου, επειδή
η σημασία του είναι ανυπολόγιστη. Η υπέρτατη σπουδαιότητά του
είναι τόσο μεγάλη, ώστε μπορεί να χαρακτηριστεί ως το κλειδί
όλων των μυστηρίων, των κρυφών και αθέατων πραγμάτων. Σ' αυτό το
ζήτημα βρίσκεται η ουσία κάθε βαθύτερης αναζήτησης.
Οι περιορισμοί της
επιστήμης και φιλοσοφίας
Η επιστήμη και η
φιλοσοφία, σαν να καταδιώκονται από τη φλογερή σπαθισμένη
ρομφαία που φυλά τις κλειστές πύλες του Παραδείσου, δεν
κατάφεραν να πλησιάσουν ούτε στο ελάχιστο αυτή την υπέρτατη
έννοια. Γι' αυτό παραμένουν ακόμα περιβαλλόμενες από πυκνό
σκοτάδι όσον αφορά τα μεγαλύτερα προβλήματα της ύπαρξης και της
γνώσης, της ζωής και του απείρως καθορισμένου σκοπού προς τον
οποίο κινούνται όλα τα πράγματα.
Η ανάγκη φωτισμού
Για τον λόγο αυτό, η
επιστήμη και η φιλοσοφία καλούνται να φωτιστούν:
-
Η επιστήμη όσον
αφορά τα «δόγματά» της, που διατηρεί εντελώς αναπόδεικτα
παρά τις διακηρύξεις της για αποδεικτικό σύστημα
-
Η φιλοσοφία όσον
αφορά την «αρχή» της, η οποία, επειδή δεν ταυτίζεται με την
Υπέρτατη Αρχή, δεν μπορεί να εξηγήσει τίποτα.
Το παράδοξο της
νόησης
Το θαυμαστό
φαινόμενο της νόησης - είναι «άχρονο» η «έγχρονο»; Αναγκαστικά
πρέπει να είναι το ένα ή το άλλο, αφού αποκλείεται να είναι και
τα δύο ταυτόχρονα. Αν όμως πούμε ότι είναι «έγχρονο», αυτό
σημαίνει ότι έχει ένα «όριο», πριν από το οποίο δεν υπήρχε. Αυτή
η θέση όμως αποκλείεται απόλυτα, γιατί αν πριν από αυτό το όριο
δεν υπήρχε νόηση, τότε πώς προέκυψε από την ανοησία;
Η αδυναμία της
γέννησης της γνώσης από την άγνοια
Αυτή η θέση
ισοδυναμεί με το να ισχυριζόμαστε ότι:
·
Η
γνώση προέκυψε από την άγνοια
·
Ο
αριθμός προέκυψε από το μηδέν
Όσο αδύνατο είναι ο
αριθμός να προκύψει από το μηδέν (που είναι η άρνησή του), άλλο
τόσο αδύνατο είναι η νόηση να προέλθει από την ανοησία ή η γνώση
να ανατείλει από την έρημο της συνείδησης.
Το συμπέρασμα: Η
αιωνιότητα της νόησης
Επειδή αποκλείεται
τρίτη ενδεχόμενη θέση, αναγκαστικά η νόηση πρέπει να είναι
«άχρονη» και η γνώση «άναρχη». Το << νοείν>> αναγκαίως είναι
<<άχρονο>>, το << ειδέναι>> αδυσωπήτως είναι << αναρχο>>. Αυτό
σημαίνει ότι η νόηση και η γνώση υπάρχουν εκτός χρόνου, ως
αιώνιες και θεμελιώδεις πραγματικότητες που δεν προέκυψαν από
κάποια προηγούμενη κατάσταση, αλλά υπάρχουν ως απόλυτες
αλήθειες.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ Η ΥΛΗ
ΔΕΝ ΝΟΕΙ
Η πτώση των
υλιστικών θεωριών
Οι υλιστές, που τόσο
θρασέως ισχυρίζονταν ότι η συνείδηση και η νόηση είναι απλά
προϊόντα υλικών διεργασιών, βρίσκονται τώρα αντιμέτωποι με
αδιαπέραστα λογικά εμπόδια. Αδυνατούν να απαντήσουν στο βασικό
ερώτημα: πως το πεπερασμένο και προσωρινό μπορεί να γεννήσει το
άχρονο και το άναρχο;
Το αξίωμα της νόησης
Η νόηση, ως
φαινόμενο, παρουσιάζει δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά:
-
Είναι άχρονη,
δεν υπόκειται στη ροή του χρόνου.
-
Είναι άναρχη,
δεν έχει αρχή στον χρόνο.
Αυτά τα
χαρακτηριστικά την τοποθετούν σε μια εντελώς διαφορετική
κατηγορία από τα υλικά φαινόμενα. Ενώ οι εγκεφαλικές διεργασίες
είναι χρονικά προσδιορισμένες και μεταβαλλόμενες, η ίδια η
δυνατότητα της νόησης διατηρεί μια αιώνια και αμετάβλητη φύση.
Η ανεπάρκεια της
υλιστικής εξήγησης
Οι προσπάθειες να
εξηγηθεί η νόηση μέσω:
·
Νευρικών συνδέσεων
·
Ηλεκτροχημικών διεργασιών
·
Βιολογικής εξέλιξης
αποτυγχάνουν να
ανταποκριθούν σε τρία κρίσιμα σημεία:
1.
Δεν εξηγούν την ποιότητα της υποκειμενικής εμπειρίας
2.
Δεν αιτιολογούν την αδιάσπαστη ενότητα της συνείδησης, όταν στο
σώμα γίνονται τόσες πολλές χημικές αντιδράσεις και μεταβολές και
στον εγκέφαλο χιλιάδες ρεύματα διασταυρώνονται και εκατομμύρια
νευρώνες πολώνονται και εκπολώνονται συνεχώς
3.
Αδυνατούν να ερμηνεύσουν την άχρονη φύση της γνώσης.
Η αναγκαιότητα μιας
υπέρτατης αρχής
Το γεγονός ότι η
νόηση δεν μπορεί να προέλθει από το μηδέν, ούτε να εξηγηθεί μέσα
από τα όρια της ύλης, οδηγεί αναγκαστικά στην υπόθεση μιας
Υπέρτατης Ουσίας που:
·
Υπερβαίνει τον χρόνο και τον χώρο
·
Διαθέτει νοητική φύση
·
Είναι
αιτία τόσο της ύλης όσο και της νόησης.
Η μαρτυρία της
λογικής
Οι ίδιοι οι νόμοι
της λογικής, που χρησιμοποιούν οι υλιστές για να υποστηρίξουν
τις θέσεις τους, μαρτυρούν μια πραγματικότητα πέραν της ύλης:
·
Η
αμεταβλητότητα των λογικών αρχών
·
Η
καθολική τους ισχύς
·
Η
ανεξαρτησία τους από χρονικούς και χωρικούς περιορισμούς
Όλα αυτά
υποδεικνύουν μια πηγή που υπερβαίνει τους φυσικούς νόμους.
Το συμπέρασμα
Η υλιστική θεωρία,
παρόλο που φιλοδοξεί να εξηγήσει όλα τα φαινόμενα μέσα από
υλικές αιτίες, αποδεικνύεται εντελώς ανεπαρκής όταν
αντιμετωπίζει το φαινόμενο της νόησης. Μόνο η αποδοχή μιας
Υπέρτατης, Νοούσας Ουσίας μπορεί να προσφέρει μια συνεκτική
εξήγηση για την ύπαρξη της γνώσης και της συνείδησης. Η ύλη, με
όλη της την πολυπλοκότητα, παραμένει ένα πεπερασμένο και
εξαρτημένο ον που μαρτυρεί την ύπαρξη κάτι άπειρου και απόλυτου.
Η Απώλεια της Θείας
Βουλήσεως
Οι θρησκείες
εγκαταλείποντας τη ζωντανή σύνδεση με τη Βουλή της Απείρου
Ουσίας, έχασαν την ουσία της αποστολής τους. Αντί να φωτίζουν
τον κόσμο με τη θεία Σοφία, διασπάστηκαν σε ατέρμονες διαμάχες,
απομακρυνόμενες από το μεγαλείο του αρχικού τους σκοπού. Η πτώση
τους σε μωρές και εμφύλιες διαφωνίες αποτελεί τραγική απόδειξη
αυτής της αποστασίας.
Η Διαφορά Ουσίας:
Θέληση και Ύλη
Ο Σωκράτης, με την
εξαιρετική ευφυΐα του, έθετε το θεμελιώδες ερώτημα:
·
Κάθομαι επειδή έχω νεύρα και οστά που κάμπτονται;
·
Η
επειδή
ΘΕΛΩ να καθίσω;
Αυτή η απλή διάκριση
αποκαλύπτει την ουσιώδη διαφορά:
-
Η Ύλη:
Χαρακτηρίζεται από απόλυτη έλλειψη βουλήσεως, κινούμενη μόνο
από εξωτερικές δυνάμεις (Νόμος της Αδρανείας)
-
Το Νοούν:
Φέρει τη σφραγίδα της Βουλήσεως, που πηγάζει από την Άπειρη
και Αιώνια Ουσία του Ειδέναι
Η Τραγική Κατάσταση
του Κόσμου
Όπως το αλάτι που
χάνει την αλμυρότητά του γίνεται άχρηστο, έτσι και ο κόσμος,
έχοντας χάσει τη σύνδεση με τη Θεία Βουλή, σαπίζει στην αμαρτία
και τη διαφθορά. Παρά τις γιγαντιαίες φλόγες του πυρός που άναψε
ο Αιώνιος στον Κόσμο, η κάθαρση παραμένει ημιτελής.
Η Προφητική
Προειδοποίηση
Σε εποχές κρίσεως,
οι Υιοί τών ανθρώπων θα βρεθούν σε απελπιστική κατάσταση:
·
Θα
ταλαντεύονται σαν καλάμι στον άνεμο
·
Θα
τρέχουν από κίνδυνο σε κίνδυνο (από λιοντάρια σε αρκούδες)
·
Και
όταν νομίζουν ότι βρήκαν καταφύγιο, θα περιτριγυρίζονται από
φίδια.
Αυτή η εικόνα δεν
είναι απλή μεταφορά, αλλά
προφητική αποκάλυψη της ανθρώπινης κατάστασης
χωρίς τη Θεία Βουλή.
Η Ουσιαστική Διαφορά
Η κρίσιμη διάκριση
βρίσκεται στην ύπαρξη ή μη της Βουλήσεως:
·
Στην
Ύλη:
Απουσία πάσης βουλήσεως - κίνηση μόνο μέσω εξωτερικών αιτίων
·
Στο Νοούν:
Πηγαία Βούληση που εκπορεύεται από την Αΐδια Ουσία
Αυτή η διαφορά είναι
τόσο θεμελιώδης, όσο η διαφορά μεταξύ ζωντανής πηγής και νεκρού
λίθου.
Το Καταστατικό
Μήνυμα
Ο κόσμος χρειάζεται
επειγόντως:
·
Να
αναγνωρίσει την απώλεια της σύνδεσης με τη Θεία Βουλή
·
Να
επιστρέψει στην Απείρου Ουσία του Ειδέναι
·
Να
ξυπνήσει από τον πνευματικό ύπνο πριν έρθει ο σεισμός της
κρίσεως
Μόνο μέσω της
επανασύνδεσης με την Αΐδια Πηγή της Βουλήσεως μπορεί να
θεραπευτεί η τρέχουσα πνευματική παρακμή.
Η
Συνέχεια τής Αντιπαραθέσεως: Προς Μίαν Οικουμενικήν Σύνεσιν
Η Ηττημένη Γνώσις
και η Ανάγκη τής Μετανοίας
Οι επιστήμες, όσον
αξιόπιστες και ακριβείς και αν είναι, αποτυγχάνουν να εξηγήσουν
το
τέλος και το
νόημα τής υπάρξεως.
·
Η
Φυσική Επιστήμη
μετράει τα
πώς, αλλά σωπαίνει περί τού
γιατί.
·
Η
Ψυχολογία
αναλύει τα αισθήματα, αλλά αδυνατεί να ορίσει την
αθάνατη ψυχή.
·
Η Ηθική
θέτει κανόνες, αλλά δεν δίνει
τη δύναμη να τους τηρήσουμε.
Γιατί λοιπόν αυτά;
Επειδή χωρίς τον
Θεό, η γνώση είναι ατελής. Ο άνθρωπος, όταν ψάχνει
απαντήσεις χωρίς να ρωτά Εκείνον που μόνος μπορεί να του
απαντήσει, μοιάζει με τυφλό που παλεύει με τα κύματα, ενώ η
σωτηρία βρίσκεται στην ακτή της θείας αποκάλυψης.
Η Ενότητα των
Αληθειών
Καμία αλήθεια δεν
έρχεται σε αντίθεση με τη θεία σοφία.
·
Η
Φιλοσοφία
βρίσκει πληρότητα μόνο όταν προσκυνήσει τον Λόγο.
·
Η
Επιστήμη
αποκαλύπτει τάξη, επειδή ο κόσμος γεννήθηκε από τον Λόγο του
Θεού.
·
Η
Θεολογία ζει μόνο όταν πιστέψει αυτό που διδάσκει.
Η μεγάλη αμαρτία της
νεότερης εποχής είναι ο διχασμός: να νομίζουμε ότι η
λογική αντιτίθεται στην πίστη ή ότι η πίστη καταστρέφει την
επιστήμη. Όμως ο Θεός είναι και αλήθεια και ζωή, και κάθε
γνώση, αν κατευθύνεται σωστά, πρέπει να οδηγεί σε Αυτόν.
Η Καλή Αναμέτρηση
Ο κόσμος δεν
χρειάζεται μόνο σοφούς αλλά και συνετούς
ανθρώπους, που:
·
γνωρίζουν τα όρια της ανθρώπινης γνώσης,
·
πιστεύουν ότι η αλήθεια είναι μία και προέρχεται από τον έναν
Θεό,
·
ζουν τη γνώση ως προσκύνηση
και όχι ως υπερηφάνεια.
Μόνο έτσι θα
δημιουργηθεί μια αληθινά οικουμενική σύνεση, όπου φιλοσοφία,
επιστήμη και θεολογία θα συναντιούνται μέσα στην αγάπη του
ενός αληθινού Θεού.
Η Ελπίδα:
Η πλήρης αρμονία θα επικρατήσει όταν οι άνθρωποι επιστρέψουν
στην Πηγή. Τότε θα φανεί ότι κάθε γνώση είναι δώρο Θεού
και κάθε σοφία είναι προσκύνηση.
Η
Σοφία του Σταυρού και η Τελική Αποκάλυψη της Γνώσης
Ο
Σταυρός ως Κριτής κάθε Επιστήμης
Οι σοφοί αυτού του
κόσμου ζητούν σοφία, αλλά ο Θεός διάλεξε «το μωρό» του κόσμου
για να ντροπιάσει τους σοφούς (Α΄ Κορ. 1:27). Η αληθινή γνώση
δεν έρχεται από συλλογισμούς, αλλά από την «μωρία» του
κηρύγματος:
·
Η
Φιλοσοφία του Σταυρού
καταργεί κάθε ανθρώπινη μεγαλοσύνη.
·
Οι
Επιστήμες
προσκυνούν μπροστά στο μυστήριο του Θεανθρώπου.
·
Η
Θεολογία
σιωπά, όταν στέκεται μπροστά στον Άγιο Τάφο.
Οι Τελευταίες
Αποκαλύψεις
Όταν αποκαλυφθεί ο
Χριστός, κάθε γνώση θα φανεί ως:
·
Σκιά
– οι μεγάλες θεωρίες θα φανούν ελλιπείς.
·
Στάχτη
– τα ένδοξα λόγια θα διαλυθούν.
·
Αλήθεια
– μόνο το «Γνώθι σαυτόν» εν Χριστώ θα μείνει.
Σύγκριση Παλιάς και Νέας Γνώσης
Παλιά Γνώση (ανθρώπινη) |
Νέα Γνώση (εν Χριστώ) |
Υπερηφανεύεται σαν τον πύργο της Βαβέλ |
Ταπεινώνεται σαν τον Τελώνη |
Ψάχνει αποδείξεις |
Πιστεύει χωρίς να βλέπει |
Διαιρεί την αλήθεια |
Ενότητα μέσα στην Αγάπη |
Φτάνει στο «πώς» |
Κατανοεί το «γιατί» |
|
Η
Έσχατη Σύνθεση
«Κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Πατέρα παρά μόνο ο Υιός
και εκείνος στον οποίο ο Υιός θα αποκαλύψει» (Ματθ. 11:27).
Η τελική γνώση έρχεται:
·
όχι
μέσα από βιβλία, αλλά με το Πνεύμα,
·
όχι
μέσα από συζητήσεις, αλλά με την Προσευχή,
·
όχι
μέσα από αναλύσεις, αλλά με το Μυστήριο.
Η τελειότητα της
γνώσης
είναι η αγάπη, και η αγάπη είναι ο Θεός. Ό,τι άλλο, όσο κι αν
μοιάζει σοφία, είναι απλώς κενός ήχος.
Η
Υπέρτατη Ανάγκη: Ο Θεός ως Αιτία του Κόσμου
Το αδιέξοδο της
αυτονομίας της ύλης
Αν η ύλη ήταν το
μόνο άπειρο, τότε:
·
Γιατί δεν
βρίσκουμε ακαταστασία αλλά μαθηματικά ακριβείς νόμους;
·
Πώς
έγινε η πρώτη κίνηση της ύλης χωρίς αιτία;
·
Από
πού
προήλθε η τεράστια ποικιλία των όντων (από τα άστρα έως τα
κύτταρα) με κοινή βάση;
Τρία
βασικά
παραδείγματα τάξης
·
Οι
σπειροειδείς γαλαξίες:
καθένας στρέφεται με ακρίβεια, κανένας δεν μπερδεύει τους
νόμους.
·
Η
φωτοσύνθεση:
το φυτό μετατρέπει το φως σε τροφή, διαδικασία που μένει
αναλλοίωτη για εκατομμύρια χρόνια.
·
Η κωδικοποίηση του
DNA:
η ίδια «γλώσσα ζωής» σε όλα τα όντα. Υπάρχει λογική πίσω από τον
κώδικα.
Οι πέντε μεγάλες ερωτήσεις που η ύλη μόνη δεν απαντά
·
Από
πού προήλθε η πρώτη ενέργεια;
·
Γιατί
οι νόμοι είναι τόσο τέλειοι ώστε να επιτρέπουν ζωή;
·
Πώς
εμφανίστηκε η συνείδηση από την άψυχη ύλη;
·
Τι
εξηγεί την ηθική και πνευματική αξία του ανθρώπου;
·
Από
πού έρχεται η έφεση της ψυχής για αιώνια ζωή, αλήθεια και
κάλλος;
Ο μόνος
λογικός
συλλογισμός
·
Κάθε
πεπερασμένο έχει ανάγκη αιτίας.
·
Ο
κόσμος είναι πεπερασμένος (έχει νόμους και όρια).
·
Άρα
χρειάζεται Αιτία πέρα από τον κόσμο.
Αυτή η Αιτία πρέπει
να είναι:
·
άπειρη
(αφού δημιούργησε χρόνο και χώρο),
·
νοήμων
(επειδή ο κόσμος φανερώνει σοφία),
·
ελεύθερη
(για να δώσει την πρώτη κίνηση),
·
έχοντας την αιτία της ύπαρξής της μέσα της.
Η
Τελική Αποκάλυψη
Όχι η ύλη, αλλά ο
Λόγος του Θεού διέπει τα πάντα:
«Στην αρχή ήταν ο Λόγος…
όλα έγιναν δι’ Αυτού,
και χωρίς Αυτόν δεν έγινε τίποτα» (Ιωάν. 1:1-3).
Συμπέρασμα:
Ο κόσμος δεν μαρτυρεί τυφλή ύλη, αλλά ζωντανό Θεό. Η
τάξη, η ζωή, η συνείδηση – όλα δείχνουν ότι πίσω από τα
φαινόμενα υπάρχει Υπέρτατος Νους, τον οποίο γνωρίζουμε
μόνο με την πίστη, ως Πατέρα, Υιό και Άγιο Πνεύμα. |