Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Επιστροφή στην Κεντρική σελίδα

Προτεσταντισμός

Η εξουσία τής Εκκλησίας // Οι διάδοχοι τών αποστόλων // Αποστάτησε ποτέ η Εκκλησία; // Η Εκκλησία ΠΟΤΕ δεν αποστάτησε // Οι θεωρίες των κλάδων και της ιδανικής εκκλησίας // Η ενότητα της Εκκλησίας "εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω" κατά τους τρεις πρώτους αιώνες // Η άντληση της Εξουσίας της τάξης των Προφητών στην πρώτη Εκκλησία // Η Διδαχή και η περί την τάξη των Προφητών παράδοση της πρώιμης μεταποστολικής εποχής

Απάντηση σε ανιστόρητες προκαταλήψεις τού Ρέιμοντ Φρανς, πρώην μέλους τού Κυβερνώντος Σώματος τών Μαρτύρων τού Ιεχωβά

Αναίρεση Προτεσταντικών προκαταλήψεων, για τη δήθεν "αποστασία" τής πρώτης Εκκλησίας

Τού Νικολάου Μαυρομάγουλου

Νιώθω υπόχρεος στον Ρέιμοντ Φρανς. Με μια υποχρέωση που δεν νομίζω ότι μπορεί ούτε να ξεχασθεί, ούτε να ανταποδοθεί ποτέ. Γιατί ο άνθρωπος αυτός, αν και δεν έγινε ποτέ Ορθόδοξος, υπήρξε για εμένα δάσκαλος και μπροστάρης, στην έξοδό μου από την αίρεση τής Σκοπιάς, μια και στον πρώτο εκείνο καιρό, οι δικές του έρευνες και κόποι υπήρξαν για εμένα σημαντικό εφόδιο για την πρόοδό μου στη Χριστιανική πίστη. Όμως, όση υποχρέωση νιώθω να τον συστήσω ως τον πλέον αρμόδιο για να γνωρίσει κάποιος απ' αυτόν την αλήθεια για την οργάνωση τής Σκοπιάς, άλλη τόση υποχρέωση νιώθω προς όσους διαβάζουν το βιβλίο του: "Αναζητώντας την Χριστιανική Ελευθερία", να τους ενημερώσω, για την αν-αρμοδιότητά του, να ανατρέξει στην ιστορία τής Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας τού Κυρίου, (την οποία αγνοεί σε μεγάλο βαθμό), και να την παραλληλίσει (αν είναι δυνατόν!), με τη σέκτα τής Σκοπιάς!

 

1. Η αναγκαιότητα αυτού τού άρθρου

Κάθε άνθρωπος, έχει κάποιες εμπειρίες και κάποιες γνώσεις. Και κάποιος που έχει εντρυφήσει σε έναν τομέα, και έχει βιώσει κάποιες καταστάσεις, είναι αρμόδιος να μιλήσει γι' αυτές και για τις εμπειρίες του. Όταν όμως ο ίδιος αυτός άνθρωπος, επιχειρεί να μιλήσει για πράγματα που δεν γνωρίζει σωστά, και που δεν έχει τη βιωματική εμπειρία τους, συχνά λανθάνει. Και όταν αυτά τα πράγματα, είναι ζητήματα σωτηρίας, από τα οποία εξαρτώνται ψυχές ανθρώπων, οφείλουμε να είμαστε σοβαροί και υπεύθυνοι στην παρουσίασή τους. Και οφείλουμε επίσης να εφιστούμε την προσοχή τών άλλων, στα σημεία εκείνα τα οποία μπορούν να γίνουν παγίδα θανάτου για όσους δεν τα γνωρίζουν, και εμπιστεύονται σε ανθρώπους που κι εκείνοι δεν τα γνωρίζουν όσο νομίζουν ότι τα γνωρίζουν!

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το βιβλίο τού Ρέιμοντ Φρανς "Αναζητώντας την Χριστιανική Ελευθερία". Για το βιβλίο αυτό κάναμε παρουσίαση στο σχετικό μας άρθρο, και είπαμε κάποια περιληπτικά πράγματα για το λάθος τού Ρέιμοντ, να παραλληλίζει την ιστορία τής σέκτας τής Σκοπιάς, με την ιστορία τής πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας.

Το βασικό πρόβλημα, είναι ότι ενώ ο Ρέιμοντ γνωρίζει καλύτερα απ' τον καθένα μας, την ιστορία τής εταιρίας Σκοπιά, τής οποίας ήταν μέλος τού Κυβερνώντος Σώματος, και από την οποία διώχθηκε, χάριν δικαιοσύνης και αληθείας, δυστυχώς οι Προτεσταντικές του καταβολές, τον καθιστούν ακατάλληλο, στο να επιχειρήσει να κατατοπίσει τους αναγνώστες του, για την ιστορία τής πρώτης Χριστιανικής Εκκλησίας, τής Ορθόδοξης. Όχι μόνο επειδή δεν γνωρίζει καθόλου την Ορθόδοξη πίστη, αλλά και επειδή δεν έχει την εμπειρία τής Ορθόδοξης ζωής και πίστης. Και για τους λόγους αυτούς, συχνότατα στο βιβλίο του δείχνει να αγνοεί βασικά ζητήματα, παρανοώντας φραστικές ομοιότητες και διατυπώσεις, παρεξηγώντας τις, και συσχετίζοντάς τις, με παρόμοιες αλλά κίβδηλες καταστάσεις που βίωσε στη Σκοπιά.

Προβαίνω λοιπόν σε αυτό το πόνημα, με θλίψη αλλά και με αίσθηση ευθύνης, προς τους πρώην Μάρτυρες που διαβάζουν το βιβλίο αυτό τού Ρέιμοντ. Θλίψη επειδή αναλαμβάνω το θλιβερό καθήκον να ασχοληθώ με κάποιες βασικές παρανοήσεις σχετικά με την πρώτη Ορθόδοξη Εκκλησία, αυτού τού υπέροχου ανθρώπου, τού παλιού μου δασκάλου, στον οποίο οφείλω τόσα πολλά. Παρανοήσεις για την Εκκλησία την οποία ο Ρέιμοντ γνώρισε μόνο μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς τού Προτεσταντισμού και τού Παπισμού. Και ευθύνη, επειδή γνωρίζω ότι πολλοί άνθρωποι τον εμπιστεύονται, λόγω τού αδαμάντινου χαρακτήρα του, και τής ολόψυχης αφιέρωσής του στον Θεό, και λόγω τής βαθύτατης γνώσης του για την εταιρία Σκοπιά, τής οποίας υπήρξε ηγέτης. Γι' αυτό δεν μπορώ να μην τους επιστήσω την προσοχή στα σημεία εκείνα που λάθεψε, και που θα μπορούσαν να γίνουν πρόσκομμα σε άλλους εκζητητές τής αληθείας. Έτσι ώστε ο δρόμος τους να είναι ευθύς και να μην χαθούν σε λαθεμένες Προτεσταντικές οδούς, που ποτέ δεν γνώρισαν την αγνή, πρωτοχριστιανική Ορθόδοξη πίστη, την οποία διατήρησε ανόθευτη για 2000 χρόνια μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία τού Κυρίου, η μοναδική και αληθινή Νύμφη τού Αρνίου, τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Το θλιβερό μου προνόμιο να έχω περάσει από τον ίδιο με αυτούς δρόμο, με πείθει ότι αυτοί που θα θελήσουν να υποδείξουν αυτά τα σφάλματα τού Ρέιμοντ, σε όσους πείσθηκαν από όσα γράφει για το θέμα αυτό, πρέπει να γνωρίζουν τον τρόπο σκέψης τους, ως πρώην Μάρτυρες τού Ιεχωβά που είναι. Πρέπει επίσης να γνωρίζουν και τον τρόπο σκέψης τών "ορθοδοξότερων Προτεσταντών", προς τους οποίους μετά προσχωρούν συχνά οι πρώην Μάρτυρες τού Ιεχωβά. Έτσι ώστε να μπορούν να επικεντρώσουν τις απαντήσεις τους, ακριβώς στα σημεία εκείνα που θα βοηθήσουν να γίνει πιο κατανοητό το θέμα, αντλώντας θεματολογία από τις πραγματικές ανάγκες τού συγκεκριμένου θρησκευτικού χώρου με τις ιδιαιτερότητές του.

 

2. Παρανοήσεις τού Ρέιμοντ ως προς την Εξουσία τής Εκκλησίας

Ξεκινώντας από το 3ο κεφάλαιο τού βιβλίου του: "Αναζητώντας την Χριστιανική Ελευθερία", ο Ρέιμοντ αρχίζει τη σύγκριση μεταξύ εταιρίας Σκοπιά και αρχαίας Χριστιανικής Εκκλησίας. Με το ξεκίνημα, δίνει έμφαση στο θέμα τής εξουσίας. Πολύ σωστά παρατηρεί ότι τόσο στην Ιουδαϊκή εποχή, όσο και στη μετέπειτα Χριστιανική εποχή, υπήρξαν άνθρωποι που μέθυσαν από την ισχύ τής εξουσίας και διαφθάρηκαν, και επέβαλαν αυτή την εξουσία στους αδελφούς τους, έστω και αν κάποτε οι ίδιοι αγωνίσθηκαν για την ελευθερία. "Όταν κάτι τέτοιο λαμβάνει χώρα, η αλήθεια αντικαθίσταται από απατηλά επιχειρήματα και αληθοφάνεια. Η συνείδηση παραχωρεί τη θέση της στη συμφεροντολογία. Η ακεραιότητα αντικαθίσταται από μία πραγματιστική θεώρηση, κατά την οποία ο σκοπός αγιάζει τα μέσα" παρατηρεί ο Ρέιμοντ. Και προχωράει για να δώσει μια περιληπτική εικόνα τής εξουσίας τής εταιρίας Σκοπιά, όπως διαμορφώθηκε μετά το 1975:

"Μεταξύ των ετών 1975 και 1976 η οργάνωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά πέρασε μία ταραχώδη περίοδο, η οποία οδήγησε στην πλήρη αναδιοργάνωση του κορυφαίου επιπέδου της κεντρικής διοίκησης της οργάνωσης. Ο μοναρχικός τύπος έλεγχου της οργάνωσης από έναν πρόεδρο αντικαταστάθηκε από ένα συλλογικό σώμα, το Κυβερνόν Σώμα των Μαρτύρων του Ιεχωβά. (Βλέπε Κρίση Συνείδησης, σελ. 50-94.) Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναλογίστηκα το ζήτημα περί εξουσίας περισσότερο από ποτέ. Η ύπαρξη της εξουσίας μέσα στη Χριστιανική Εκκλησία ήταν κάτι που δεν αμφισβητούσα, εφόσον οι Γραφές χωρίς αμφιβολία χρησιμοποιούσαν τον όρο. Ποια έπρεπε όμως να είναι η μορφή της εξουσίας, με ποιο σκοπό, και με τι όρια;".

Είναι σαφές λοιπόν, ότι ο Ρέιμοντ, προσπαθεί να διεισδύσει στην πρωτοχριστιανική ιστορία, λαμβάνοντας αφορμή από τις ΔΙΚΕΣ ΤΟΥ εμπειρίες, στην οργάνωση τής Σκοπιάς. Οι ερωτήσεις που έθεσε στον εαυτό του, ήταν σωστές. Το ερώτημα όμως που προφανώς ΔΕΝ έθεσε, είναι: "αρκεί η εμπειρία σε μια ακραία Προτεσταντική σέκτα σαν της Σκοπιάς, για να δοθεί μια σωστή απάντηση στα ερωτήματα αυτά;" Μια ερώτηση στην οποία η απάντηση είναι αρνητική, όπως θα φανεί στη συνέχεια.

Αναλογιζόμενος χωρία τής Αγίας Γραφής, που έλεγαν ότι Διδάσκαλος και Καθηγητής είναι για τους Χριστιανούς μόνο ο Χριστός, και ότι στην ουσία ο μεγαλύτερος μεταξύ τών Χριστιανών, θα είναι ο υπηρέτης όλων, και όχι κάποιος που θα υπηρετείται απ' αυτούς, επισημαίνει μια φαινομενική αντίφαση, με άλλα χωρία τής Αγίας  Γραφής, που μιλούν για Διδασκάλους και ηγέτες μέσα στη Χριστιανική Εκκλησία. Τι γίνεται λοιπόν; Πρέπει ή δεν πρέπει να υπάρχουν θέσεις εξουσίας μεταξύ τών Χριστιανών; Και ο Ρέιμοντ απαντά στο ερώτημα αυτό ως εξής:

"Και τι ισχύει σχετικά με τους χαρακτηρισμούς που απαντούν στη Γραφή όπως Ποιμένας, Διδάσκαλος, Προφήτης, Πρεσβύτερος κ.τ.λ.; Έμοιαζε προφανές ότι όλοι αυτοί οι τίτλοι περιγράφουν όχι επίσημα αξιώματα ή θέσεις σε μία ιεραρχική δομή, αλλά υπηρεσίες προς την αδελφότητα, ή ικανότητες και ιδιότητες ορισμένων ανθρώπων προς όφελος των υπολοίπων. Η εξουσιοδότηση που είχαν αυτοί οι άνθρωποι να θέτουν την ιδιότητά τους στην υπηρεσία των άλλων, δεν τους έκανε πνευματικές κεφαλές επάνω στους αδελφούς τους. Διότι η κεφαλή παντός ανδρός είναι ο Χριστός. Κανείς άλλος (Α΄ Κορινθίους 11:3, 12:4-11, 27-31)".

Από το σημείο αυτό και μετά, ο Ρέιμοντ αρχίζει να παρεκκλίνει εν μέρει στις ερμηνείες του. Ενώ έχει εντοπίσει και συνειδητοποιήσει σωστά, ότι οι Ποιμένες, οι Διδάσκαλοι, οι Προφήτες και οι Πρεσβύτεροι, είναι "υπηρεσίες" προς την αδελφότητα, είναι ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΑΤΑ τού Σώματος τού Χριστού, και ότι στην ουσία ΜΟΝΟ ο Χριστός είναι η Κεφαλή τού Σώματος τής Εκκλησίας, ο Ρέιμοντ φαίνεται τυφλωμένος από το Προτεσταντικό εκείνο στερεότυπο, που κάνει διάκριση μεταξύ Εξουσίας και Χαρισμάτων. Στον Δυτικό κόσμο, (Προτεσταντικό και Παπικό ακόμα), υπάρχει αυτή η αυθαίρετη διάκριση, που θέλει να είναι διαφορετικά τα Χαρίσματα από τις Διοικητικές διακονίες τής Εκκλησίας, κάτι που είναι σαφέστατα λάθος, όπως έχουμε δείξει σε σχετική μελέτη. Στη Χριστιανική Εκκλησία, και οι Διοικητικές διακονίες είναι Χαρίσματα! Γι' αυτό και δεν υπάρχει "πυραμυδοειδής" ιεράρχηση στην Εκκλησία, εξ αιτίας τών διακονιών αυτών. ΚΑΘΕ μέλος τής Εκκλησίας, είναι άμεσα συνδεδεμένο με την Κεφαλή τού Σώματος τής Εκκλησίας, τον Χριστό. Γι' αυτό και η τάση τού Ρέιμοντ εδώ, να αρνείται μια ιεραρχική δομή, οφείλεται σε παρανόησή του. Εγκλωβίζεται στο ψευδοδίλημμα: "Υπηρέτες - Χαρισματούχοι ή Ιεραρχική δομή"; Δεν φαίνεται να υποψιάζεται καν, ότι στην Εκκλησία, οι Ιεραρχικές δομές, είναι Χαρισματικές Υπηρεσίες προς το όλο Σώμα τού Χριστού, με κεφαλή ΟΛΩΝ τον Χριστό. Στη Χριστιανική Εκκλησία, η ηγεσία είναι ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ, είναι ΥΠΗΡΕΤΙΚΗ τού Σώματος τού Χριστού, και όχι απλώς εξουσιαστική. Αυτό όμως ο Ρέιμοντ δεν το γνωρίζει. Το να έχουν όλοι τους μαζί ως Κεφαλή τον Χριστό, και το να είναι κάποιος υπηρέτης τής αδελφότητας, σε καμία περίπτωση δεν αντιφάσκει, με το να έχει ηγετικό χάρισμα στην Εκκλησία και επίσημο αξίωμα!

 

3. Ο Ρέιμοντ συγκρίνει την κατάσταση τής Σκοπιάς με  την πρώτη Χριστιανική Εκκλησία

Έχοντας θέσει ο Ρέιμοντ αυτές τις σαθρές βάσεις στη σκέψη του, περί τής Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας, τις οποίες χαρακτηρίζει "προφανείς", (και δυστυχώς τις αποδέχεται αξιωματικά και αναπόδεικτα), προχωράει στη σελίδα 56*, για να δείξει πόσο προβληματική ήταν η κατάσταση τής εξουσίας, σχετικά με το Κυβερνόν Σώμα τών Μαρτύρων τού Ιεχωβά:

"Είχα την εντύπωση ότι το μοναρχικό μοτίβο στη διοίκηση των Μαρτύρων του Ιεχωβά μέχρι το 1976 ήταν το κύριο αίτιο που ευθυνόταν για την απολυταρχική ατμόσφαιρα που επικρατούσε. Όμως, μετά την μεγάλη αναδιοργάνωση του 1975-76 έγινε προφανές ότι είχα κάνει λάθος. Ήλπιζα πραγματικά ότι η νέα διευθέτηση θα σηματοδοτούσε, ή έστω θα προετοίμαζε την οδό για μία βασική αλλαγή στη στάση και στο πνεύμα, με έμφαση στην υπηρεσία των άλλων και όχι στον έλεγχο και την εξουσία αυτών σαν να ήταν υποτελείς. Με τον καιρό αποδείχθηκε ότι το αποτέλεσμα ήταν η κατανομή της εξουσίας, με μία ομάδα ανθρώπων να δρουν με τον ίδιο τρόπο που δρούσε ο ένας άνθρωπος πριν από αυτούς. Με άλλα λόγια, το σπίτι ανακαινίστηκε ήταν όμως το ίδιο σπίτι με τα βασικά του γνωρίσματα να μένουν κατά κύριο λόγο απαράλλαχτα. Η απολυταρχική δομή, στάση και προσέγγιση του παρελθόντος ήταν ακόμη εκεί, και στην πραγματικότητα, ακόμη κυριαρχούσαν.

Αρχικά, το πέρασμα από την έμφαση που δινόταν σε έναν άνθρωπο, τον πρόεδρο, στην έμφαση που είχε ως αντικείμενο ένα σώμα ανθρώπων ήταν μία αναζωογονητική αλλαγή. Καθώς ο καιρός περνούσε, όμως, παρατηρούσα τον εαυτό μου να αισθάνεται ένα είδος Αποστροφής προς τον όρο Μέλος του Κυβερνόντος Σώματος. Εμείς οι λίγοι που κατείχαμε αυτό τον τίτλο γίναμε τα αντικείμενα ακόμη περισσότερου σεβασμού και ακόμη μεγαλύτερης προσοχής. Δεν μπορούσα να μην παρατηρώ ότι ακόμη και στις προσευχές των συναθροίσεων, υπήρχαν αδελφοί που εξέφραζαν τις ευχαριστίες τους στον Θεό και στο Κυβερνόν Σώμα για πράγματα που είχαν λάβει. Αποδείχθηκε ότι ο ρόλος του Χριστού, του Κυρίου, αντί να τονιστεί όπως ελπίζαμε- παρέμενε εκτοπισμένος στο παρασκήνιο, δίνοντας την εντύπωση -πλην περιστασιακών αναφορών και επαίνων- ότι επρόκειτο για κάτι που ελάχιστα άξιζε το σεβασμό και τη δοξολογία μας. Το Άγιο Πνεύμα του Θεού, ως το μέσο που έθεσε ο Θεός για την διδασκαλία, την οδηγία και τη διατήρηση μας, αντί να λάβει μεγαλύτερη αναγνώριση, φαινόταν κι αυτό να βρίσκεται κατά πολύ έξω από το προσκήνιο, χωρίς ουσιαστικά να αναφέρεται σχεδόν ποτέ στις προσευχές. Αν και ο ρόλος που είχα διαδραματίσει σε αυτή τη διοικητική αναδιοργάνωση ήταν το αποτέλεσμα της εντολής που έλαβα από το Κυβερνών Σώμα, εν τούτοις ένιωσα ενοχλημένος από την οποία ευθύνη έφερα για τα όσα είδα".

Και μετά απ' αυτό, δύο σελίδες αργότερα, στη σελίδα 58, ο Ρέιμοντ αρχίζει μια μεγάλη σειρά από συγκρίσεις, αλλά δυστυχώς και ατυχέστατες ταυτίσεις τής απαράδεκτης κατάστασης τού Κυβερνόντος Σώματος τών Μαρτύρων τού Ιεχωβά, με την κατάσταση τής Εκκλησίας τών πρώτων αιώνων τού Χριστιανισμού:

"Η ανησυχία που ένιωθα εξαιτίας ενός αριθμού αποφάσεων που είχε λάβει το Κυβερνών Σώμα με ώθησε στο να ερευνήσω το Χριστιανισμό κατά τους πρώτους αιώνες. Γνώριζα ότι μέχρι τη Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. ένα συμβούλιο Επισκόπων, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα της Ρώμης Κωνσταντίνο, κατέληγε σε αποφάσεις, στις οποίες όλοι οι Χριστιανοί καλούνταν να υπακούσουν. Ποιοι ήταν όμως οι καθοριστικοί παράγοντες που οδήγησαν στη μεταμόρφωση της φύσης της πρώτης Χριστιανικής κοινότητας, στη μετάβασή της, μέσα σε λίγους αιώνες, από μία απλή αδελφότητα σε ένα εξουσιαζόμενο απολυταρχικό εκκλησιαστικό σύστημα; Ο ίδιος ο Χριστός ήταν αυτός που είχε στηρίξει τη Χριστιανική Εκκλησία στον εαυτό Του, στους Αποστόλους και τους προφήτες (Εφεσ. 2/β: 20-22). Για ποιο λόγο λοιπόν είχε παρεκκλίνει -τόσο πολύ και τόσο γρήγορα- από τη διδασκαλία και το πνεύμα που οι εμπνευσμένοι Απόστολοι και Προφήτες είχαν παραδώσει; Κατά την έρευνα μου σε συγκεκριμένα ζητήματα καθώς δούλευα επάνω στο βιβλικό λεξικό της οργάνωσης -το Βοήθημα στην κατανόηση της Βίβλου- κάποια πράγματα ήρθαν πράγματι στο φως αλλά γενικά η εικόνα ήταν ασαφής".

Στο σημείο αυτό, ο Ορθόδοξος Χριστιανός που γνωρίζει την πίστη του και την Εκκλησιαστική ιστορία, έχει αντιληφθεί πόση Προτεσταντική προκατάληψη, κρύβουν τα λόγια αυτά τού Ρέιμοντ. Όσο καλές και αν ήταν οι προθέσεις τού Ρέιμοντ, δεν μπορούσε να εντοπίσει σε πόσο λάθος βάσεις στήριζε τους συλλογισμούς του, ούτε πόσο ψευδή ήταν τα στοιχεία που "γνώριζε" (ως Μάρτυς τού ιεχωβά), από τις Προτεσταντικές πηγές του, για όλα αυτά τα ζητήματα. Για όσους όμως, δεν γνωρίζουν αυτά τα θέματα, θα αναλύσουμε προσεκτικά τα όσα έγραψε εδώ ο Ρέιμοντ, και θα δείξουμε όλα τα ατοπήματα τών σκέψεών του, πάνω στα οποία στήριξε και τις μετέπειτα συγκρίσεις του.

 

3.1. Η διαφορά τιμής στη Σκοπιά και στη Χριστιανική Εκκλησία

Στο παραπάνω απόσπασμα τού Ρέιμοντ, από τη σελίδα 56 τού βιβλίου του, είδαμε να τονίζει ορισμένες ελλείψεις στην τιμή που έδιναν οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά στον Χριστό και στο Άγιο Πνεύμα, σε αντίθεση με το Κυβερνόν Σώμα. Είδαμε να λέει: "ακόμη και στις προσευχές των συναθροίσεων, υπήρχαν αδελφοί που εξέφραζαν τις ευχαριστίες τους στον Θεό και στο Κυβερνόν Σώμα για πράγματα που είχαν λάβει. Αποδείχθηκε ότι ο ρόλος του Χριστού, του Κυρίου, αντί να τονιστεί όπως ελπίζαμε- παρέμενε εκτοπισμένος στο παρασκήνιο, δίνοντας την εντύπωση -πλην περιστασιακών αναφορών και επαίνων- ότι επρόκειτο για κάτι που ελάχιστα άξιζε το σεβασμό και τη δοξολογία μας. Το Άγιο Πνεύμα του Θεού, ως το μέσο που έθεσε ο Θεός για την διδασκαλία, την οδηγία και τη διατήρησή μας, αντί να λάβει μεγαλύτερη αναγνώριση, φαινόταν κι αυτό να βρίσκεται κατά πολύ έξω από το προσκήνιο, χωρίς ουσιαστικά να αναφέρεται σχεδόν ποτέ στις προσευχές".

Μοιάζει άραγε κάτι τέτοιο με την κατάσταση που επικρατεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία τού Κυρίου;

Όποιος έχει παρακολουθήσει Ορθόδοξες ακολουθίες και τη Θεία Λειτουργία, μπορεί με κάθε πεποίθηση να διαβεβαιώσει, ότι ΔΙΑΡΚΩΣ στη διάρκεια τής δοξολογίας, οι πιστοί δοξολογούν "τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας τών αιώνων". Οι άγιοι τιμούνται βεβαίως, αλλά πάντοτε ως υπηρέτες τού Κυρίου, και ως άξιοι οικονόμοι Του, και ποτέ δεν παίρνουν την τιμή που ανήκει στον Θεό.

Ενώ λοιπόν, η τιμή τού Κυβερνόντος Σώματος τών Μαρτύρων τού Ιεχωβά ξεπερνάει την τιμή τού Υιού και τού Αγίου Πνεύματος, η τιμή τών Ορθοδόξων για τους αγίους μας, (και όχι απλώς τους ηγέτες μας), παραμένει πάντοτε σε σαφώς διακεκριμένα όρια, και ποτέ δεν επισκιάζει τη λατρεία τής αγίας Τριάδος. Και αυτό συμβαίνει σε όλη την ιστορία τής Εκκλησίας. Εδώ λοιπόν, υπάρχει αγεφύρωτη διαφορά τών καταχρήσεων τής Σκοπιάς προς τους αξιωματούχους της, από την ακριβέστατη ορθή λατρεία τής Ορθόδοξης Εκκλησίας τού Κυρίου.

 

3.2. Ποιος ήταν ο ρόλος τού Μεγάλου Κωνσταντίνου στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο;

Το επόμενο που γράφει ο Ρέιμοντ, παρασυρμένος από την παροδηγητική Προτεσταντική βιβλιογραφία, είναι το εξής: "Γνώριζα ότι μέχρι τη Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. ένα συμβούλιο Επισκόπων, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα της Ρώμης Κωνσταντίνο, κατέληγε σε αποφάσεις, στις οποίες όλοι οι Χριστιανοί καλούνταν να υπακούσουν".

Επειδή σε αυτή την πρόταση τού Ρέιμοντ, υπάρχουν πολλά σφάλματα, θα την εξετάσουμε τμηματικά, και πρώτα απ' όλα, τον ισχυρισμό του, ότι "επικεφαλής" ήταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος.

Βεβαίως τους Προτεστάντες τους βολεύει πολύ, να ισχυρίζονται ένα τέτοιο ψέμα, για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους, να αποδεχθούν τη Θεοπνευστία τών Οικουμενικών Συνόδων. Αλλά εμείς με τη σειρά μας, οφείλουμε να εκθέσουμε την αλήθεια, σε πείσμα τών Προτεσταντικών προκαταλήψεων και ιστορικών παραποιήσεων.

Η αλήθεια επ' αυτού λοιπόν, είναι ότι ο αυτοκράτορας, απλώς παρίστατο στη Σύνοδο, ως ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ηγέτης τών Χριστιανών τής αυτοκρατορίας, χωρίς όμως να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στις αποφάσεις τής Συνόδου. Επί τού θέματος αυτού, έχουμε ήδη δημοσιεύσει εκτενές σχετικό άρθρο, που εκθέτει τη σωστή διάσταση τών πραγμάτων, και μπορεί ο αναγνώστης να το μελετήσει στον ανωτέρω δεσμό. Γι' αυτό δεν θα επεκταθούμε περισσότερο σε αυτό το άρθρο. Εδώ απλώς θα τονίσουμε την αναξιοπιστία όσων ισχυρίζονται κάτι τέτοιο.

 

3.3. Ποιος ήταν ο ρόλος τών Επισκόπων στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο;

Επίσης ο Ρέιμοντ θέτει και θέμα Επισκόπων, όταν λέει: "Γνώριζα ότι μέχρι τη Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. ένα συμβούλιο Επισκόπων, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα της Ρώμης Κωνσταντίνο, κατέληγε σε αποφάσεις, στις οποίες όλοι οι Χριστιανοί καλούνταν να υπακούσουν".

Τα λόγια αυτά τού Ρέιμοντ, όταν διαβάζονται από έναν Μάρτυρα τού Ιεχωβά, ή από έναν Προτεστάντη, υποκρύπτουν πολύ διαφορετικά πράγματα, απ' αυτά που θα είχε στο μυαλό του ένας Ορθόδοξος Χριστιανός διαβάζοντάς τα. Ο Ρέιμοντ με τα λόγια αυτά, κάνει έναν συσχετισμό, (όπως θα δούμε και στη συνέχεια αναλυτικότερα), ανάμεσα στη Σύνοδο τών Επισκόπων και στις αποφάσεις τους, και στο Κυβερνόν Σώμα τών Μαρτύρων τού Ιεχωβά και στις αποφάσεις του! Μια τέτοια όμως συσχέτιση, είναι εντελώς άτοπη, και η όποια ομοιότητα, περιορίζονται μόνο στις λέξεις, αλλά όχι και στο περιεχόμενο τών λέξεων!

α. Διαφορετική η αιτία Σύγκλισης: Κατ' αρχήν, όταν οι Επίσκοποι τής Εκκλησίας συγκαλούσαν Οικουμενική Σύνοδο, αυτό ήταν κάτι πολύ διαφορετικό, απ' αυτό που κάνει το Κυβερνόν Σώμα τών Μαρτύρων τού Ιεχωβά, όταν συγκαλεί συμβούλια. Το Κυβερνόν Σώμα, το κάνει σε τακτά διαστήματα, ώστε να εγκρίνει νέα δόγματα προς δημοσίευσή τους για τους πιστούς τών Μαρτύρων τού Ιεχωβά. Ένα νέο δόγμα, μπορεί να ψηφισθεί μόνο και μόνο επειδή κάποιο μέλος τού Κυβερνόντος Σώματος εκπόνησε μια ερμηνευτική εργασία, και αυτή έγινε δεκτή από τους υπολοίπους, και δημοσιεύθηκε.

Όμως πολύ διαφορετικός είναι ο λόγος διατύπωσης δογμάτων από τους Επισκόπους τής πρώτης Εκκλησίας. Δεν ξυπνούσαν ένα ωραίο πρωί, λέγοντας: "Τι δόγμα θα θεσπίσουμε σήμερα;", ούτε οι Σύνοδοι αυτοί ήταν τακτές και προγραμματισμένες. Η Χριστιανική Εκκλησία, δεν έβλεπε τα δόγματα, ως "πακέτο ιδεών", όπως η πλειονότητα τών σημερινών Προτεσταντών, και φυσικά και οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά. Αντιθέτως, η Χριστιανική πίστη ήταν (και είναι) για τους Χριστιανούς, πρώτιστα εμπειρία και τρόπος ζωής, και προϋπήρχαν στη ζωή της Εκκλησίας, πριν διατυπωθούν επίσημα.

Η Εκκλησία συγκαλούσε Οικουμενική Σύνοδο, ΜΟΝΟ όταν υπήρχε σοβαρότατο πρόβλημα στην Εκκλησία από κάποια καινοφανή διδασκαλία, και μάλιστα Θεολογική διδασκαλία, που έβαζε σε κίνδυνο την ορθή κατανόηση τού Ευαγγελίου, και κατ' επέκτασιν την πρακτική του εφαρμογή και τη σωτηρία τών πιστών. Μόνο τότε, η Εκκλησία συγκαλούσε σύνοδο, όχι για να δημιουργήσει ή να αλλάξει δόγματα, (όπως κάνει το Κυβερνόν Σώμα τών Μαρτύρων τού Ιεχωβά, υπό τύπον ρουτίνας), αλλά για να διατυπώσει ακριβέστερα, και χωρίς την παραμικρή αλλαγή, τα ήδη υπάρχοντα δόγματα τής Εκκλησίας, προς προστασίαν τών Χριστιανών, από καινοφανείς διδασκαλίες αιρετικών. Γι' αυτό και σε όλη την 2.000 ετών ιστορία της, η Εκκλησία μόνο 9 Οικουμενικές Συνόδους συγκάλεσε.

β. Διαφορετική η έννοια τής πρόσκλησης υπακοής: Και όταν οι Επίσκοποι τής Συνόδου καλούσαν τους Χριστιανούς σε συμμόρφωση, πάλι δεν είχαν καμία ομοιότητα με την πρόσκληση τών ηγετών τής Σκοπιάς. Η Σκοπιά ΑΝΑΓΚΑΖΕΙ τους πιστούς να δεχθούν τις αποφάσεις της, με ποινή αποκοπής, με όλα τα προβλήματα που δημιουργεί αυτή στα μέλη της. Τους αναγκάζει να δεχθούν νέα δόγματα, αλλαγές σε παλαιότερα σαφώς διατυπωμένα και αποφασισμένα δόγματά της, και αυτό με απόλυτη αυστηρότητα και καταναγκασμό.

Αντιθέτως, οι Χριστιανοί Επίσκοποι τής Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (αλλά και τών άλλων Συνόδων), έθεταν την ίδια τη Σύνοδο υπό την κρίση και την αποδοχή τού Σώματος τής Εκκλησίας! Γι' αυτό στην ιστορία έχουμε και συνόδους που ενώ οι ίδιες θεώρησαν και αποκάλεσαν τον εαυτό τους "Οικουμενικές", ουδέποτε έγιναν αυτές και οι αποφάσεις τους δεκτές από τον Λαό τής Εκκλησίας, γι' αυτό και έμειναν στην ιστορία ως "Ληστρικές" και "Ψευδοσύνοδοι", επειδή τέτοιες σύνοδοι, επιχείρησαν να αλλοιώσουν την Ορθοδοξη πίστη τής Εκκλησίας, και γι' αυτό δεν έγιναν δεκτές οι επιχειρούμενες αλλαγές τού Αιωνίου Ευαγγελίου τής Εκκλησίας. Κάτι τέτοιο όμως, ουδέποτε θα μπορούσε να συμβεί με τις αποφάσεις τού Κυβερνόντος Σώματος τής Σκοπιάς. Κάθε τους απόφαση, θα έπρεπε να γίνει δεκτή με κάθε αυστηρότητα, όσο ακραίο ή ανόητο και αν ήταν αυτό που δογμάτιζαν. Και όποιος δεν το δεχόταν, θα γινόταν αυτομάτως άξιος αιωνίου θανάτου από τον Θεό, μέσω τής αποκοπής που θα υφίστατο από την οργάνωση.

γ. Διαφορετικός ο ρόλος τών Επισκόπων στην κατάρτιση τού δόγματος: α

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

*. Τής Ελληνικής Α΄ Έκδοσης τού βιβλίου, από την οποία έχουμε λάβει όλες τις παραπομπές τού παρόντος άρθρου.

Δημιουργία αρχείου: 24-12-2010.

Τελευταία ενημέρωση: 6-3-2011.