Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας

Κεντρική Σελίδα

Θεολογικά και Μελέτες

Ο Ιησούς είναι ο "Εγώ Ειμι" Γιαχβέ. Παραλληλισμός τού Ησαΐα και τού Ιωάννη * Ιησούς Χριστός: Το Α και το Ω * Ο Χριστός ήταν στη γη Θεάνθρωπος * "Υιός μου είσαι συ..." ανάλυση από το ΕβραϊκόΚτίσθηκε η Σοφία του Θεού;Είναι ο Ιησούς Χριστός "κτίσμα";Λεξικογραφική ανάλυση των λέξεων: "γεννητός" και "κτιστός"

Μέρος 2ο: Ιησούς Γιαχβέ επί τη βάσει εκφράσεων

Tο "Εγώ Ειμι" τού Ιησού,

είναι ελλειπτική πρόταση;

Μιχάλης Μαυροφοράκης και Αγάπιος Ματσαγκούρας

 

Απομαγνητοφώνηση από εκπομπή της Πειραϊκής Εκκλησίας, της σειράς εκπομπών: "Ορθοδοξία και Αίρεση", του Β΄ Βιβλικού και των συνεργατών του.

 

 

(ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ // ΕΠΟΜΕΝΗ).

(Εκφωνήθηκε για πρώτη φορά: 25-6-1993).

Ακούστε την και σε ηχητικό αρχείο ΜΡ3

1. Η απορία που άφησε το "Εγώ Ειμι"

Αγαπητοί ακροατές, χαίρετε.

Σήμερα θα ασχοληθούμε με έναν επιπρόσθετο προσδιορισμό, απόλυτο μάλιστα προσδιορισμό, που ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός χρησιμοποίησε για τον εαυτό Του, ονομάζοντάς Τον ως «Ο Ων».

Μέχρι τώρα, σε αρκετή έκταση και με αρκετή λεπτομέρεια, έχουμε διαπιστώσει ότι ο Κύριος στην ένσαρκο οικονομία χρησιμοποίησε για να προσδιορίσει τον εαυτό Του την έκφραση «Εγώ ειμι».

Είδαμε όμως παράλληλα ότι ακριβώς την ίδια έκφραση χρησιμοποιεί και ο Θεός στις εμφανίσεις Του στον λαό Ισραήλ κατά τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης και κατά συνέπεια ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης ταυτίζεται στην ουσία με τη Θεία Φύση του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Όπως και άλλοτε έχουμε αναφέρει στο παρελθόν, σήμερα υπάρχουν πάμπολλες ομολογίες οι οποίες επικαλούνται το όνομα του Ιησού Χριστού και επονομάζονται χριστιανικές, ενώ στην ουσία έχουν ασαφή, ή και εσφαλμένη γνώμη για το ποιος ακριβώς είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός και, κατά συνέπειαν, και το ποιος είναι ο Θεός στον οποίον καλούνται να πιστεύουν οι χριστιανοί.

Ο "ηγαπημένος μαθητής" Ιωάννης, στο Ευαγγέλιό του, αναφέρει σε πολλά σημεία τους προσδιορισμούς που χρησιμοποίησε ο Ιησούς Χριστός προκειμένου να φανερώσει την ταυτότητά Του στους Ιουδαίους.

Ένας από αυτούς τους προσδιορισμούς είναι και η έκφραση «Εγώ Ειμι».

Η πρώτη φορά που συναντάμε αυτόν τον προσδιορισμό είναι στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, 8ο κεφάλαιο και στίχο 24. Εκεί ο Ιησούς λέγει προς τους Ιουδαίους:

«Είπον ουν υμίν ότι αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών· εάν γαρ μη πιστεύσητε ότι εγώ ειμι, αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών» (Ιωάννης 8,24). (Σας είπα λοιπόν ότι θα πεθάνετε στις αμαρτίες σας, διότι, εάν δεν πιστέψετε ότι εγώ ειμι, θα πεθάνετε στις αμαρτίες σας). "Έλεγον ουν αυτώ· «Συ τις ει;»" (Τον ρώτησαν λοιπόν οι Ιουδαίοι: «Εσύ ποιος είσαι;»).

Στη συνέχεια του διαλόγου, επανέρχεται και αναφέρει για δεύτερη φορά ο Ιησούς τον ίδιο ακριβώς προσδιορισμό για τον εαυτό Του. Είναι στο χωρίο 28 του ιδίου κεφαλαίου:

«Όταν υψώσητε τον Υιόν τού ανθρώπου, τότε γνώσεσθε ότι εγώ ειμι» (Ιωάννης 8,28). (Όταν θα υψώσετε τον Υιόν του ανθρώπου, δηλαδή όταν θα τον υψώσετε από τη γη, θα τον σταυρώσετε, τότε θα γνωρίσετε ότι εγώ ειμι).

Στη συνέχεια, στο τέλος του 8ου κεφαλαίου, αναφέρει ακριβώς το ίδιο πράγμα, στη συνάφεια με τη συζήτηση που είχαν περί του Αβραάμ. Διαβάζουμε το χωρίο 58:

«Είπεν αυτοίς ο Ιησούς· αμήν αμήν λέγω υμίν, πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμι» (Ιωάννης 8,58).

Τρίτη φορά λοιπόν που αναφέρει για τον εαυτό Του τον ίδιο προσδιορισμό ο Ιησούς Χριστός.

Και ενώ σε αυτές τις περιπτώσεις η αναφορά αυτή έγινε ενώπιον των Ιουδαίων, δηλαδή όταν συζητούσε με τους Ιουδαίους, τον ίδιο προσδιορισμό τον ανέφερε και ενώπιον των μαθητών Του. Η περίπτωση αυτή αναφέρεται από τον ίδιο Ευαγγελιστή στο 13ο κεφάλαιο και στον στίχο 19:

«Απ’ άρτι λέγω υμίν προ τού γενέσθαι, ίνα πιστεύσητε όταν γένηται, ότι εγώ ειμι» (Ιω. 13,19). (Από τώρα λοιπόν σας λέγω πριν να γίνουν, για να πιστέψετε όταν γίνουν, ότι εγώ ειμι).

Τίθεται λοιπόν αμέσως το ερώτημα: ποιος είναι ο Ιησούς όταν λέγει «για να πιστέψετε ότι εγώ ειμι»; Τι εννοεί; Ότι είναι ποιος;

Αυτό το πράγμα γίνεται φανερό από την ερώτηση που του έκαναν αμέσως μετά την πρώτη φορά που το ανέφερε οι Ιουδαίοι:

«Έλεγον ουν αυτώ· συ τις ει;» (Ιωάννης 8,25). (Του έλεγαν λοιπόν: «Εσύ ποιος είσαι;»)

Στο «εγώ ειμι» λοιπόν του Ιησού — «εγώ είμαι» δηλαδή — αμέσως τον ρώτησαν: «Εσύ ποιος είσαι;»

 

2. Πότε έχουμε ελλειπτική πρόταση

Πολλοί ερμηνευτές και σχολιαστές αναφέρουν ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ότι «εγώ ειμι» = ο Μεσσίας ή «εγώ ειμι» = ο Χριστός και ότι τελικά αυτό ήθελε να τους πει λέγοντάς τους ο Ιησούς: «εγώ ειμι» σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.

Εννοούμε δηλαδή εδώ — να το πούμε και αλλιώς από πλευράς συντακτικής — ότι πρόκειται για πρόταση ελλειπτική, ότι της λείπει δηλαδή το κατηγορούμενο:

«εγώ ειμι»... τι "εγώ ειμί"; «εγώ ειμι» ο Μεσσίας; «εγώ ειμι» ο Χριστός; «εγώ ειμι» ο λέγων τούτο εκ τών προτέρων; Και άλλα τέτοια παρόμοια.

Εδώ περιλαμβάνονται και δικοί μας ερμηνευτές, Έλληνες ερμηνευτές, καθώς και ξένοι —  κυρίως Προτεστάντες.

Για να υποστηριχθεί αυτός ο ισχυρισμός, ότι το «εγώ ειμι» είναι έλλειψη, υποδεικνύονται μερικές άλλες περιπτώσεις που υπάρχουν και στο ίδιο το Ευαγγέλιο, το Κατά Ιωάννη, όπου πραγματικά η πρόταση είναι ελλειπτική.

Παραδείγματος χάριν, στο Κατά Ιωάννη, τέταρτο κεφάλαιο, δ’ 26, αφού προηγουμένως η Σαμαρείτιδα γυναίκα λέει:

«Οίδα ότι Μεσσίας έρχεται, ο λεγόμενος Χριστός· όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν άπαντα», (θα μας τα πει όλα), "λέει αυτή ο Ιησούς: «εγώ ειμι», ο λαλών σοι". Εδώ είναι πολύ σαφές ότι πρόκειται πραγματικά για μια ελλειπτική πρόταση. Είναι φανερή η έλλειψη και πολύ εύκολα συμπεραίνει κανείς ποιο είναι αυτό που λείπει, χωρίς καμιά δυσκολία. Πράγματι, εννοεί δηλαδή: «εγώ ειμι ο Μεσσίας», ο λαλών σοι", (που σου ομιλεί).

Ένα δεύτερο χωρίο, που υπάρχει επίσης ελλειπτική πρόταση, είναι στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, στο 6ο κεφάλαιο, στο στίχο 20, όπου είναι γραμμένο χαρακτηριστικά το εξής: Εκεί είδαν οι μαθητές να έρχεται μια φιγούρα πάνω στη θάλασσα, περπατώντας προς το πλοίο τους, και φοβήθηκαν. Και φωνάζει ο Ιησούς, "ο δε λέγει αυτοίς: — λέει το 20: «εγώ ειμι, μη φοβείσθε»".

Εδώ πραγματικά είναι ελλειπτική πρόταση. Εύκολα το καταλαβαίνει κανείς. Πράγματι: «εγώ είμαι, ο Ιησούς· μη φοβάσθε».

Λοιπόν, και στα χωρία αυτά, εκείνοι που μιλούν — εδώ ο Κύριος συγκεκριμένα — μιλάει όπως μιλούμε όλοι, όπως εκφραζόμαστε όλοι όταν θέλουμε να δηλώσουμε και να βεβαιώσουμε την ταυτότητά μας που δεν είναι σαφής. Όμως δεν συμβαίνει τίποτε από τα παραπάνω στα επίμαχα χωρία — στα χωρία δηλαδή με τα οποία καταπιανόμαστε ειδικά — όπου υπάρχει ο προσδιορισμός «εγώ ειμι» με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο, δηλαδή στο Ιωάννη 8: 24 και 28, καθώς επίσης και στο 13: 19. Θα μιλήσουμε βεβαίως αργότερα και για το Ιωάννης 8:58.

 

3. Γιατί δεν έχουμε εδώ ελλειπτική πρόταση

Λοιπόν, η εκδοχή ότι στην πρόταση τούτη το «εγώ ειμι» εξυπακούει το: «ο Μεσσίας» ή «ο Χριστός», είναι απίθανη για τρεις λόγους:

Πρώτα πρώτα, η εκδοχή αυτή δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στα συμφραζόμενα. Γιατί στα συμφραζόμενα πουθενά δεν υπάρχει ούτε το όνομα «Μεσσίας» ή «Χριστός», ούτε γίνεται κάποια κουβέντα για τη μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού, είτε συγκεκριμένα είτε ειδικά.

Δεύτερον, η εκδοχή αυτή οπωσδήποτε αποκλείεται στην περίπτωση του Ιωάννης 13: 19, γιατί σε αυτή την περίπτωση ο Ιησούς απευθυνόταν στους μαθητές Του, οι οποίοι πράγματι πίστευαν ότι Αυτός ήταν ο Μεσσίας, και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να τους πει ότι: «από τώρα σας τα λέω ώστε όταν γίνουν να πιστέψετε ότι εγώ είμαι ο Μεσσίας».

Πράγματι, ο απόστολος Πέτρος, πολύ φανερά και με την κατεύθυνση του Αγίου Πνεύματος, μιλώντας για την ταυτότητα του προσώπου του Κυρίου, λέει: «Συ ει ο Χριστός, ο Υιός τού Θεού τού ζώντος» (Ματθαίος. 16:16).

Εκείνο για το οποίο οι μαθητές, πριν από την Ανάσταση και την Πεντηκοστή, δεν είχαν σαφή και πλήρη ιδέα, και ακλόνητη πίστη, ήταν η ενδότερη, η κατ’ ουσίαν ενότητα τού Υιού με τον Θεό Πατέρα· δηλαδή, η θεότητα του Μεσσία.

Τρίτον, στις ομιλίες κατά τις οποίες χρησιμοποιήθηκε η επίμαχη φράση για την οποία μιλούμε, το «εγώ ειμι», ο Ιησούς είπε περισσότερα για τον εαυτό Του· περισσότερα από απλώς για τη μεσσιανική ιδιότητά Του.

Έτσι, στην ομιλία Του προς τους Ιουδαίους, υποδήλωσε αλλά και σαφώς δήλωσε την ουράνια προέλευσή Του, όταν είπε: «Όπου εγώ υπάγω, υμείς ου δύνασθε ελθείν» (Ιωάννης 8:21), («Σεις δεν μπορείτε να έρθετε»). Αυτά είναι τα λόγια στο Κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, 8ο κεφάλαιο, στίχος 21: «Εγώ εκ τών άνω ειμι, εγώ ουκ ειμί εκ τού κόσμου τούτου» (στ. 23).

Και προς τους μαθητές Του, στην ομιλία προς τους μαθητές του, βεβαίωσε την: με απόλυτη έννοια ιδιότητά Του ως διδασκάλου και Κυρίου: «Υμείς φωνείτέ με: ο διδάσκαλος και ο κύριος, και καλώς λέγετε· ειμί γαρ» (Ιωάννης 13:13). (Εσείς με φωνάζετε, με αποκαλείτε: "Ο διδάσκαλος και ο κύριος. Και καλώς λέγετε, επειδή είμαι").

Τώρα, να πούμε κάτι. Ο τρόπος με τον οποίο συμπληρώνεται μια ελλειπτική πρόταση πρέπει να είναι φυσικός τρόπος. Δηλαδή, η συμπλήρωση της έλλειψης, πρέπει να έχει συνάφεια με τα συμφραζόμενα και να ακολουθεί συγκεκριμένους γραμματικούς κανόνες. Επίσης, δεν πρέπει να υπάρχει κώλυμα από την πλαστικότητα και φυσικότητα της γλώσσας. Την γενική της πλαστικότητα.

Λοιπόν, οι περισσότεροι από τους ερευνητές συμπληρώνουν την πρόταση του Ιωάννης 8:24 — «Είπον ουν υμίν (σάς είπα) ότι αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών· (ότι θα πεθάνετε στις αμαρτίες σας), εάν γαρ μη πιστεύσητε ότι εγώ ειμι, (εάν δεν πιστέψετε ότι εγώ είμαι), αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις υμών» (θα πεθάνετε στις αμαρτίες σας), συμπληρώνουν τη φράση: "αν δεν πιστέψετε ότι εγώ ειμι", — λέγοντας: «ο Μεσσίας», θετικά. «Εάν δεν πιστέψετε ότι εγώ ειμι (θετική έκφραση), ότι εγώ είμαι ο Μεσσίας, θα πεθάνετε».

Αλλά αυτή δεν είναι η φυσική συμπλήρωση. Γιατί, αν έπρεπε να συμπληρώσουμε αυτή την πρόταση, τάχα μου, ότι είναι ελλειπτική, θα έπρεπε να το κάνουμε με τέτοιο τρόπο και θα ήταν διατυπωμένη έτσι, ώστε να υπάρχει συνάφεια με το 23.

Τι λέει;

«Εσείς είστε εκ τών κάτω. Εγώ εκ τών άνω ειμί». Πρώτη πρόταση.

Δεύτερη: «Εσείς εκ τού κόσμου τούτου είστε· εγώ δεν είμαι εκ τού κόσμου τούτου».

Η πρόταση αυτή είναι στο 23ο εδάφιο, και είναι η πιο πλησιέστερη πρόταση στο 24: «Σάς είπα ότι θα πεθάνετε στις αμαρτίες σας, εάν δεν πιστέψετε ότι εγώ είμαι».

Είχε πει στο 23: «εγώ δεν είμαι εκ τού κόσμου τούτου».

Η επίμαχη πρόταση του 24ου εδαφίου: «εάν δεν πιστέψετε ότι εγώ ειμι», αυτή η πρόταση, εάν ήταν ελλειπτική, θα ήταν αρνητική. Θα έλεγε: «εάν μη πιστεύσητε ότι εγώ ουκ ειμί». Το λέω στη Δημοτική: «Εάν δεν πιστέψετε ότι εγώ δεν είμαι». Ότι εγώ δεν είμαι, ας πούμε, εκ του κόσμου τούτου η οτιδήποτε άλλο. Όμως, σε συνάφεια με τα προηγούμενα.

Πρώτον λοιπόν: Η πλαστικότητα της γλώσσας προσκρούει στη διατύπωση «ότι εγώ ειμι ο Μεσσίας», που λέγεται ότι πρέπει να τεθεί εκεί για να συμπληρωθεί η ελλειπτική πρόταση.

Δεύτερον, αν ήταν ελλειπτική, θα ήταν αρνητική, δε θα ήταν θετική. Αυτά απαιτεί και η στοιχειώδης συντακτική ανάγκη αλλά και η λεπτή αίσθηση της ελληνικής γλώσσας.

Μάλιστα, η αίσθηση της ελληνικής γλώσσας απαιτεί να έχει παραλειφθεί και η Αντωνυμία «εγώ» από την εν λόγω πρόταση.

Δηλαδή θα έλεγε: «Σας είπα ότι θα πεθάνετε στις αμαρτίες σας, εάν δεν πιστέψετε ότι δεν είμαι από τον κόσμο τούτο». Δεν θα έλεγε «ότι εγώ». Το «εγώ» δεν θα το επαναλάμβανε. Στα ελληνικά δεν επαναλαμβάνεται το «εγώ» με αυτόν τον τρόπο, εκτός αν θέλει κάτι ιδιαίτερο να τονιστεί.

Δεν είναι ελλειπτική πρόταση λοιπόν, διότι δεν είναι αρνητική, είναι θετική η έκφρασή του. Αυτά πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη μας, προτού προχωρήσουμε στο να θεωρήσουμε ότι είναι ελειπτική, και ότι κάτι εννοεί εδώ, όπως να πούμε ότι είναι ο Μεσσίας ή κάτι άλλο.

Έτσι, δεν είναι ορθός αυτός ο ισχυρισμός, είτε των Ελλήνων είτε των ξένων ερευνητών και μελετητών.

Από την άλλη πάλι, ο Ιησούς συνήθως δεν τονίζει τι δεν είναι, αλλά τι είναι. Έτσι, δεν μπορεί να τεθεί στο στόμα του Ιησού Χριστού ελειπτικά η έκφραση «ουκ ειμί».

 

4. Η φράση: "εγώ ειμι" χρησιμοποιείται ΑΠΟΛΥΤΑ

Αλλά θα πρέπει να δούμε ότι εδώ υπάρχει κάτι πολύ σημαντικότερο. Πραγματικά, υπάρχει η ταύτιση της διατύπωσης του Κυρίου με την ορολογία που χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη, και μάλιστα με τον τρόπο που είχε μεταφραστεί ήδη στις μέρες του Κυρίου Ιησού Χριστού, της επίγειας πορείας του, από τους Εβδομήκοντα της Παλαιάς Διαθήκης.

Επανειλημμένα το «ο ων» είναι η έκφραση του Γιαχβέ, που συγχωρεί αμαρτίες, και η πίστη σε αυτόν, όπως είδαμε στην προηγούμενη εκπομπή, είναι εκείνη που αποτελεί τη βάση και την αφετηρία για τη συγχώρηση των αμαρτιών. Πράγμα για το οποίο εδώ μιλεί ο Κύριος και λέει: «Εάν δεν γνωρίσετε ότι εγώ ειμι, (αν δεν γνωρίσετε δηλαδή την ιδιότητά μου ως τον "νοώντα", Αυτόν τούτον τον Γιαχβέ, τον γνωστό εκ τής Παλαιάς Διαθήκης), θα πεθάνετε στις αμαρτίες σας". (Ιωάννης 8,24).

Στις περιπτώσεις λοιπόν του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου για τις οποίες μιλούμε σήμερα, η έκφραση «εγώ ειμι» είναι πράγματι απόλυτη έκφραση. Αυτή την απόλυτη και μυστηριώδη έκφραση ο Ιησούς τη χρησιμοποιεί για τον εαυτό του, για να δείξει, συνεσκιασμένα, την ταυτότητά του μετά τού Γιαχβέ. Και λέμε «συνεσκιασμένα», γιατί ο Ιησούς για τη θεότητά του, μάλιστα και για τη μεσιακή του ιδιότητα, απέφευγε να μιλεί σαφώς και απερίφραστα προς τους Ιουδαίους.

Είδαμε λοιπόν μέχρι στιγμής ξεκάθαρα ότι ο προσδιορισμός του Ιησού για τον εαυτό του λέγοντας «εγώ ειμι» είναι απόλυτος. Δεν είναι ελλειπτική πρόταση, αλλά είναι απόλυτη έκφραση, η οποία υποδηλώνει την απολυτότητα της υπάρξεως του Ιησού, και που με αυτόν τον τρόπο τον ταυτίζει, ταυτίζει δηλαδή τον εαυτό του, με τον αιώνιο και άναρχο Θεό.

Για να κάνουμε πιο σαφές αυτό το θέμα, ότι δηλαδή η έκφραση «εγώ ειμι» που χρησιμοποιούσε ο Κύριος για τον εαυτό του ήταν απόλυτη, θα αναφερθούμε πάλι στην περίπτωση όπου την χρησιμοποίησε ενώπιον του πολύ στενού κύκλου των μαθητών του, το βράδυ πριν να παραδοθεί, δηλαδή όταν έγινε ο δείπνος του Κυρίου.

Αναφερόμαστε στο 13ο κεφάλαιο του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, στο 19ο εδάφιο, όπου ο Ιησούς λέγει στους μαθητές του περί της προδοσίας ειδικότερα: «Απ’ άρτι λέγω υμίν προ τού γενέσθαι, ίνα όταν γένηται, πιστεύσητε ότι εγώ ειμι» (Ιωάννης 13,19).

Είχαμε πει στην περασμένη εκπομπή μας ότι αυτό ακριβώς χρησιμοποιείται από τον Γιαχβέ στον Ησαΐα για να προσδιορίσει την ταυτότητά του ως τού μόνου Θεού. Ο Γιαχβέ είναι ο μόνος που προλέγει γεγονότα και γίνονται. Κανείς άλλος δεν μπορεί να προείπει, να αναγγείλει από πριν τα επόμενα και να γίνουν πράγματι.

Αυτό ακριβώς χρησιμοποιεί και εδώ ο Κύριος, για να προσδιορίσει την ιδιότητά του ως Θεού. Το ότι προλέγει, και όταν γίνει, θα γίνει σαφής η δική του ιδιότητα ως του Θεού, ο οποίος πράγματι αποδεικνύει εαυτόν στους ανθρώπους. Του Θεού, λοιπόν, ο οποίος έτσι αποδεικνύει την ταυτότητά του.

 

5. Η κατανόηση τού "εγώ ειμι" από τους Αποστόλους

Ήδη οι μαθητές πίστευαν πολύ καλά ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, είναι ο Μεσσίας. Αυτό το πράγμα δεν γίνεται φανερό μόνο από την δήλωση του Αποστόλου Πέτρου, αλλά ακόμα πολύ πιο νωρίς, ήδη από τη γνωριμία του Ναθαναήλ και του Φιλίππου με τον Ιησού Χριστό.

Έτσι, στο ίδιο Ευαγγέλιο, στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, στο πρώτο κεφάλαιο και στίχο 45, διαβάζουμε τα εξής: «Ευρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ και λέγει αυτώ· Ον έγραψεν Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν, Ιησούν τον υιόν τού Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ» (Ιωάννης 1,45).

Αυτός που έγραψε ο Μωυσής και οι προφήτες ήταν ο Μεσσίας. Τον Μεσσία ανέμεναν οι Ιουδαίοι. Είναι φανερό λοιπόν ότι ο Φίλιππος δηλώνει σαφώς ότι βρήκαν τον Μεσσία.

Στο 49 χωρίο, στην ερώτηση του Ιησού, αποκρίνεται ο Ναθαναήλ και λέγει:

«Απεκρίθη αυτώ Ναθαναήλ· Ραββί, συ ει ο Υιός τού Θεού, συ βασιλεύς ει τού Ισραήλ.»

Παρατηρούμε λοιπόν ότι οι δύο αυτοί Απόστολοι –και ο Πέτρος στη συνέχεια– γνώριζαν σαφώς ότι ο Χριστός ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας.

Ωστόσο, τι δεν ήταν σαφές και έπρεπε να δουν τη σταύρωση και την Ανάσταση για να πιστέψουν;

Όπως είπαμε και προηγουμένως, το συγκεκριμένο ζήτημα, τούς το έθεσε ο Χριστός, λέγοντάς τους ότι: "θα πιστέψετε όταν γίνουν ότι «εγώ ειμι»", τη νύχτα προ τής παραδόσεως.

Λίγο μετά, το ίδιο βράδυ, γίνεται και η εξής στιχομυθία. Διαβάζουμε από το 14ο κεφάλαιο του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, τον στίχο 5 και εξής:

"Λέγει αυτώ Θωμάς, (λέγει προς τον Ιησού ο Θωμάς): «Κύριε, ουκ οίδαμεν πού υπάγεις· πώς δυνάμεθα την οδόν ειδέναι;» (Πώς μπορούμε, να γνωρίζουμε την οδό;)

Λέγει αυτώ ο Ιησούς: «Εγώ ειμι η οδός και η αλήθεια και η ζωή· ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού.»"

Αρχίζει τώρα ο Ιησούς να τους λέγει φανερότερα, να τους αποκαλύπτει τη βαθύτερη και ενδότερη σχέση του με τον Πατέρα. Συνεχίζει στον στίχο 7:

«Ει εγνώκατέ με, και τον Πατέρα μου γνώσεστε· και απ’ άρτι γινώσκετε αυτόν και εωράκατε αυτόν.»

Εδώ, ο Ιησούς Χριστός, ενόψει των γεγονότων που πρόκειται να συμβούν, τους ανυψώνει τον νου και τους οδηγεί στο να γνωρίσουν ακριβώς αυτή τη βαθύτερη σχέση που ενώνει τον Υιό με τον Πατέρα.

Σε αυτό λοιπόν το «γινώσκετε και εωράκατε αυτόν» –δηλαδή, τον γνωρίζετε και τον είδατε– έρχεται ο Φίλιππος, ο ίδιος ο Φίλιππος που είδαμε προηγουμένως ότι τον πίστεψε από την πρώτη στιγμή ότι είναι ο Μεσσίας, και λέγει στον στίχο 8:

"«Λέγει αυτώ Φίλιππος· Κύριε, δείξον ημίν τον Πατέρα, και αρκεί ημίν.»

Λέγει αυτώ ο Ιησούς:

«Τόσούτω χρόνον μεθ’ υμών ειμι, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; Ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα· πώς συ λέγεις, Δείξον ημίν τον Πατέρα;»"

Του απαντά λοιπόν με έναν πάρα πολύ παράδοξο τρόπο. Ο Φίλιππος τον ρωτά για τον Πατέρα, και Εκείνος του απαντά για τον εαυτό Του.

Τους οδηγεί λοιπόν ακόμα περισσότερο, στο να κατανοήσουν την ταυτότητα, ως προς την ουσία, τού Ιησού που έβλεπαν μπροστά τους, ως προς τη θεία Του όμως φύση, και του Πατέρα που δεν έβλεπαν.

Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο τους είχε αναφέρει προηγουμένως ο Ιησούς, στο 13: 19, ότι:

«απ’ άρτι λέγω υμίν προ τού γενέσθαι, ίνα όταν γένηται, πιστεύσητε ότι εγώ ειμι.»

Δηλαδή, επρόκειτο να διευκρινιστεί περισσότερο και να εμβαθύνουν σε πίστη, στη σχέση του Υιού με τον Πατέρα.

Αυτό ακριβώς συνέβη στην περίπτωση του Θωμά.

Όταν παρουσιάστηκε ο Ιησούς, και κεκλεισμένων των θυρών ενώπιον των μαθητών –παρόντος αυτή τη φορά και του Θωμά– του έδειξε με πολλούς τρόπους την θεότητά Του· πρώτα απ’ όλα με την Ανάσταση. Στη συνέχεια, γνωρίζοντας εκ τών προτέρων τις αμφιβολίες και τα ερωτήματά του, και του ζήτησε να τον ψηλαφίσει.

Τότε, ο Θωμάς, ύστερα απ’ αυτήν την κίνηση του Ιησού, λέγει –όπως φαίνεται στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, 20ο κεφάλαιο και στίχο 28:

«Και απεκρίθη Θωμάς και είπεν αυτώ· Ο Κύριός μου και ο Θεός μου.»

Παρατηρούμε ότι σ’ αυτό το σημείο, ο Θωμάς είναι έτοιμος για αυτήν τη συγκλονιστική αποκάλυψη και μαρτυρία και ομολογία· να αναγνωρίσει, δηλαδή, τον Ιησού Χριστό, όχι μόνο ως τον Μεσσία, αλλά ως τον Κύριο και τον Θεό –με απόλυτο τρόπο: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου.» Με το οριστικό άρθρο.

Γι’ αυτό λοιπόν του λέγει στη συνέχεια ο Ιησούς, "λέγει αυτώ ο Ιησούς: «Ότι εώρακάς με, πεπίστευκας; μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες»"

Στο σημείο βέβαια αυτό πρέπει να πούμε ότι η αυθόρμητη αναφώνηση του Θωμά δείχνει ότι πράγματι, και αυτός και οι υπόλοιποι μαθητές, θεωρούσαν τον Ιησού Χριστό ως τον Κύριό τους και Θεό τους από πάντα.

Τώρα, εδώ είναι μεγάλη η χαρά· όταν βλέπουν ότι, ως άνθρωπος, έχει αναστηθεί, και τα λόγια του Κυρίου –καλά λέει– έπρεπε να με δεις για να πιστέψεις; Να πιστεύεις ότι πράγματι αναστήθηκα; Εγώ, που σταυρώθηκα εγώ και αναστήθηκα. «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες.»

Βεβαίως ο Θωμάς ποτέ δεν έχασε τη μακαριότητά του, διότι και η πίστη του εις τη θεότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού υφίστατο πάντα, και εξακολούθησε και ολοκληρώθηκε, και στην Πεντηκοστή ακόμη περισσότερο, μαζί με τους υπόλοιπους μαθητές, επεκτάθη η δραστηριότητά τους σε όλα τα έθνη, και γνωρίζουμε ότι πραγματικά είναι και παραμένει ένας από τους Αποστόλους του Αρνίου.

Έτσι, από όσα είδαμε μέχρι τώρα, τα λόγια του Κυρίου επιβεβαιώθηκαν και στις δύο περιπτώσεις. Και στην περίπτωση των μαθητών, κατά το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον (13: 18–20), όπου είχε πει ότι:

«Ο τρώγων μετ’ εμού τον άρτον επήρεν επ’ εμέ την πτέρναν αυτού» (Ιωάννης 13,18)

(Αυτός που τρώγει τον άρτο μαζί μου, αυτός τελικά ήταν εκείνος που τον προδίδει και τον θανατώνει).

Και λέει στο 19: «απ’ άρτι λέγω υμίν προ τού γενέσθαι, (από τώρα σάς τα λέω πριν να γίνουν), ίνα πιστεύσητε όταν γένηται ότι εγώ ειμι» (Ιωάννης 13,19).

Πράγματι, όταν έγιναν, η πίστη τους πήρε μια νέα προοπτική, μια ολοκληρωμένη και πλήρη έκφανση, διάσταση, ότι πράγματι ο Ιησούς Χριστός ήταν και είναι ο Εγώ ειμι, ο απολύτως ων και υπάρχων. Και βεβαίως και η Ανάσταση της ανθρώπινης φύσεως φανερώνει και στα μάτια του Θωμά και των υπολοίπων μαθητών ότι πράγματι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός, Αυτός που μπόρεσε και αναστήθηκε. Και γι' αυτό και ολοκληρώνεται η πίστη Του και επισφραγίζεται η πίστη Του και εκφράζεται η πίστη Του στη θεότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Όπως επίσης και στην περίπτωση των Ιουδαίων, τους είχε πει ότι όταν υψώσουν τον Υιό του ανθρώπου, (και εδώ αποστασιοποιείται ως Θεός από την ανθρώπινη φύση, η οποία και σταυρώνεται), τότε θα γνωρίσουν ότι "Εγώ ειμι" είχε πει.

Έτσι, οι Ιουδαίοι πράγματι καλούνταν μέσα από αυτήν του την πορεία αλλά και την Ανάστασή Του να πιστέψουν εις Αυτόν. Πολλοί από αυτούς πράγματι αργότερα γνώρισαν το Ευαγγέλιο και πίστεψαν στο Ευαγγέλιο των Αποστόλων και γνώρισαν "Ιησούν Χριστόν Εσταυρωμένον" ως Κύριο και Θεό τους.

Η ομολογία των Αποστόλων ήταν πάντοτε για Αυτόν τον Ιησού Χριστό, ο οποίος "είναι Κύριος πάντων", (λέγει ο Πέτρος αργότερα στον Κορνήλιο), και ο Απόστολος Παύλος, κηρύττει τον Κύριο της Δόξης, τον οποίον εσταύρωσαν, κατά το χωρίο: Α΄ Κορινθίους. 2,8.

Αυτή είναι η ομολογία των Αποστόλων και πριν τη σταύρωση του Κυρίου, αλλά κυρίως μετά τη σταύρωση η ομολογία τους παίρνει μια άλλη προοπτική και διάσταση, όπως ήδη είπαμε.

Το «εγώ ειμι» ειπωμένο από τον ίδιο τον Κύριο και αναφερόμενο από τους Αποστόλους, παρατιθέμενο επίσης από τον Απόστολο Ιωάννη στο Ευαγγέλιό του, αποτελεί ακριβώς την ομολογία από τον Ιησού Χριστό ότι είναι ο Κύριος και Θεός — την ίδια ομολογία που και οι Απόστολοι διακήρυτταν.

 

6. Το απόλυτο "Εγώ Ειμι" τού Όντος τής Παλαιάς Διαθήκης

Η ρίζα αυτού του «Εγώ ειμι» πηγαίνει πολύ πίσω. Υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη όπως μεταφράστηκε από τους Εβδομήκοντα· είναι το ρήμα από το οποίο προέρχεται και το προσδιοριστικό «ο Ων», που βρίσκουμε στην Ελληνική απόδοση του τρίτου κεφαλαίου του βιβλίου Εξόδου, στους στίχους 13 και 14, όπου ο Θεός λέγει στον Μωυσή:

«Εγώ ειμι ο ων· και είπεν, Ούτως ερείς τοις υιοίς Ισραήλ· (Έτσι θα πεις στους Υιούς Ισραήλ). Ο ων απέσταλκέ με προς υμάς» (Ο Ων με έχει αποσείλει προς εσάς). (Εξ. 3,14)

Και είπεν ο Θεός πάλιν προς Μωυσήν: «Ούτως ερείς τοις υιοίς Ισραήλ· (έτσι θα πεις στους Υιούς Ισραήλ), Κύριος (Γιαχβέ) ο Θεός τών πατέρων υμών, Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ, απέσταλκέ με προς υμάς» (προς εσάς). (Εξ. 3,15)

Σε επόμενη εκπομπή θα δούμε την ταυτότητα αυτών των δύο εκφράσεων: «Ο ων με απέστειλε» και «Κύριος ο Θεός», ή «Γιαχβέ ο Θεός τών πατέρων ημών με απέσταλκε».

Αυτά τα δύο ταυτίζονται εννοιολογικά· προσδιορίζουν τον απολύτως Όντα· είναι το ίδιο, σαν έκφραση, που προσλαμβάνει ο Ιησούς Χριστός για τον εαυτό Του, προσδιορίζοντας τον εαυτό Του ως κατ’ ουσίαν τον απολύτως Όντα· τον Θεό των Πατέρων, τον Θεόν τού Αβραάμ, τού Ισαάκ και τού Ιακώβ.

Φτάσαμε όμως στο τέλος και τής σημερινής εκπομπής.

Συνοψίζοντας, αναφέρουμε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός στην Καινή Διαθήκη προσδιορίζει με σαφήνεια τον εαυτό Του, χρησιμοποιώντας τη φράση «εγώ ειμι», κατ’ απόλυτο τρόπο και όχι σχετικό· όχι μέσα από ελλειπτικές προτάσεις, δηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι είναι ο απολύτως Ων, εκείνος που υπάρχει κατ’ απόλυτο τρόπο, μονίμως, αιωνίως.

Ίδιες ακριβώς φράσεις έχουμε παρατηρήσει και σήμερα και σε προηγούμενες εκπομπές, ότι χρησιμοποιεί ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη για να προσδιορίσει τον εαυτό Του.

Ελπίζουμε πως με τη βοήθεια και τη δύναμη τού Θεού θα μας δοθεί η ευκαιρία και σε επόμενες εκπομπές να επεκταθούμε περισσότερο στο ζήτημα αυτό το τόσο σημαντικό, και να γνωρίσουμε βαθύτερα τη σχέση τού Ιησού, όπως εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη και όπως εμφανίζεται και στην Παλαιά Διαθήκη.

Σας ευχαριστούμε που μας παρακολουθήσατε. Ευχαριστούμε επίσης και τον Σταύρο Φασουλάρη που είχε την επιμέλεια του ήχου.

Χαίρετε, και ο Θεός μαζί σας.

Απομαγνητοφώνηση Ν. Μ.

Δημιουργία αρχείου: 8-5-2026.

Τελευταία μορφοποίηση: 8-5-2026.

ΕΠΑΝΩ