Ιησούς Χριστός: Το Α και το Ω * Ο Χριστός ήταν στη γη Θεάνθρωπος * "Υιός μου είσαι συ..." ανάλυση από το Εβραϊκό * Κτίσθηκε η Σοφία του Θεού; * Είναι ο Ιησούς Χριστός "κτίσμα"; * Λεξικογραφική ανάλυση των λέξεων: "γεννητός" και "κτιστός"
|
Ανάγνωση έργου τού αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς Ο αιρετικός Άρειος ως πατέρας τών Δυτικών αιρέσεων
Μιχάλης Μαυροφοράκης
Απομαγνητοφώνηση από εκπομπή της Πειραϊκής Εκκλησίας, της σειράς εκπομπών: "Ορθοδοξία και Αίρεση", του Β΄ Βιβλικού και των συνεργατών του. |
|
|
(ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ // ΕΠΟΜΕΝΗ).
(Εκφωνήθηκε για πρώτη φορά: 6-4-1994).
Κατεβάστε την από την ΟΟΔΕ και σε ηχητικό αρχείο ΜΡ3

|
1. Η αίρεση τού Αρείου ήταν δαιμονική Αγαπητοί ακροατές, χαίρετε. Σήμερα θα συνεχίσουμε πάνω στον προβληματισμό μας για το ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός και σε τι ακριβώς πρέπει να πιστεύουμε. Στον προβληματισμό αυτό έχουμε αναπτύξει και αναφέρει πολλά αποσπάσματα από την Αγία Γραφή, έτσι όπως ερμηνεύονται και από τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, στα οποία διαφαίνεται σαφώς ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, κατ’ ουσίαν ίδιος με τον Θεό Πατέρα του και το Άγιο Πνεύμα, ομοούσιος και αυτός ο Υιός και Λόγος του Θεού έλαβε ανθρώπινη σάρκα, έλαβε δηλαδή και την ανθρώπινη φύση, την οποία και εδόξασε και έσωσε. Θα θέλαμε σήμερα, να σας διαβάσουμε μία μελέτη του μακαριστού πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, που έχει ακριβώς αυτό το αντικείμενο και ειδικότερα άπτεται του τεραστίου ζητήματος της πλάνης: το να θεωρήσει κανείς, τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, ως απλό και γυμνό άνθρωπο ή κτίσμα. Η μελέτη αυτή που θα σας διαβάσουμε σήμερα τιτλοφορείται: «Από τον Αρειανισμόν του Αρείου έως τον Nεότερον Ευρωπαϊκον Αρειανισμόν» και εξεδόθη το 1925. Παρόλο που είναι αρκετά παλαιά, εντούτοις όλες οι ιδέες είναι σύγχρονες και άπτονται και των συγχρόνων προβλημάτων, πολλών οι οποίοι θεωρούν ότι ο Χριστός, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι ένας γυμνός της θεότητος άνθρωπος, επί παραδείγματι, ένας καλός άνθρωπος, ένας σοφός ή ακόμη περισσότερο, κάποιοι οι οποίοι, ενώ ισχυρίζονται ότι είναι χριστιανοί, εντούτοις, καταβιβάζουν τον Χριστό στο επίπεδο του κτίσματος. Πριν ξεκινήσουμε την ανάγνωση της μελέτης του πατρός Ιουστίνου, θα θέλαμε να θυμίσουμε ότι, ο πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς, έκλεισε το τέλος της ζωής του την ημέρα του Ευαγγελισμού, το 1979, η οποία και άνοιξε επίσης κατά την εορτή του Ευαγγελισμού του έτους 1894, στη Σερβία. Υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή και με όλες τις δυνάμεις τον Κύριο και έτσι τελείωσε και τη ζωή του. Ξεκινούμε λοιπόν την ανάγνωση αυτού του κειμένου: «Το μυστήριον του κακού δεν είναι μικρότερον από το μυστήριον του καλού. Το μυστήριον του πρώτου είναι συχνά περισσότερο ελκυστικόν από το μυστήριον του δευτέρου. Και ο άνθρωπος αγαπά το μυστηριώδες εις οποιανδήποτε έκδοσήν του. Δεν υπάρχει πράγμα εις τον κόσμον το οποίον δύναται ο άνθρωπος να εξηγήσει εξ ολοκλήρου και να είπη: “Ιδού ένα πράγμα εις το οποίον και πέριξ του οποίου δεν υπάρχει μυστήριον και μυστηριώδες”. Από κάθε φαινόμενον εις τον κόσμον, από κάθε πράγμα εις το σύμπαν, υπολείπεται πάντοτε κάτι, που δεν δύναται ο άνθρωπος να το περιλάβει εις τον κλωβόν του νου του. Από οποιανδήποτε άποψη και αν κοιτάξουμεν τον κόσμον, ούτως μας παρουσιάζεται ως ένα ερωτηματικόν. Το μυστήριον του κακού και το μυστήριον του καλού, αντιπαλέουν εις τον κόσμον, ιδιαιτέρως εν τω ανθρώπω. Εάν ο φιλάνθρωπος Κύριος δεν εκράτει την ισορροπίαν, ο κόσμος θα είχε πέσει προ πολλού εις το χάος. Το μυστήριον του κακού είναι εντέχνως ελκυστικόν. Γοητεύει τον άνθρωπο μέχρις έρωτος και ο άνθρωπος προσφέρει με ενθουσιασμόν τον εαυτόν του, εις την μεγάλην και φοβεράν αγάπην του, ως θυσίαν ολοκαυτώσεως. Το δε μυστήριον του καλού είναι ταπεινόν και πράον, λοιδορούμενον και εμπτυόμενον επί της γης. Δια τούτο είναι ολιγότεροι οι ερασταί του μυστηρίου του καλού και περισσότεροι οι ερασταί του μυστηρίου του κακού. Θα είχεν από καιρού οδηγηθεί το μυστήριο του καλού εις τον τάφον, εάν δεν είχεν αναστεί εκ του τάφου ο Χριστός και εν τω αναστημένω προσώπω αυτού, δεν είχε δείξει όλην την θαυμαστήν γοητείαν του και το ελκυστικόν κάλλος του. Εναντίον του μικρού καλού, αντιτάσσεται μικρόν κακόν και εναντίον του μεγίστου καλού πολεμεί το μέγιστον κακόν. Εναντίον των αδυνάτων αθλητών του καλού, ο σατανάς αποστέλλει τους στρατιώτας του, ενώ εναντίον του Θεού του καλού, του Κυρίου Ιησού Χριστού, εξέρχεται ο ίδιος ο σατανάς». Και παραθέτει ο πατήρ Ιουστίνος από τον Ματθαίο Δ΄ 1-11 και Λουκά Δ΄ 1-13, όπου φαίνεται ότι, μετά το βάπτισμα, ο Κύριος Ιησούς Χριστός εξήλθε εις την έρημον και επειράσθη υπό του διαβόλου. Και συνεχίζει: «Και αν μη τι άλλο, η επιστράτευσις αυτή του θεού του κακού, του σατανά, και όλης της στρατιάς του εναντίον του Χριστού, αποδεικνύουν ότι ο Ιησούς είναι όχι μόνον ο άνθρωπος του καλού, αλλά και ο Θεός του καλού. Όλος ο πόλεμος του σατανά εναντίον του Χριστού έχει ένα σκοπόν: να εκσαρκώσει τον Θεάνθρωπον. Να διώξει τον Θεόν εκ του ανθρωπίνου σώματος, εκ της ύλης και να κυριαρχήσει επ’ αυτής παντελώς. Να δείξει δηλαδή, ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά ένας απλός και αδύνατος άνθρωπος και να αποτρέψει, τοιουτοτρόπως, τους ανθρώπους από την πίστιν εις τον Χριστόν, ο οποίος μόνος είναι εις θέσιν να νικήσει τον θεόν του κακού. Η στρατηγική του σατανά είναι μεγαλοφυώς ανεπτυγμένη. Από παντού πολεμεί ούτως εναντίον του Χριστού, εναντίον του Αγίου Σώματός του, της Εκκλησίας. Δια μέσου πολλών και διαφόρων ανθρώπων, μάχεται ο σατανάς κατά του Χριστού. Διά του Ηρώδου και του Νέρωνος, αλλά φοβερότερον από τον Νέρωνα, διά του Αρείου. Ο Νέρων, επολέμει την Εκκλησίαν έξωθεν, δηλαδή απ’ έξω, εξωτερικά. Ο δε Άρειος έσωθεν. Ο Νέρων απέκτεινε τους μαθητάς του Χριστού. Ο δε Άρειος ήθελεν αυτόν τον Χριστόν να αποκτείνει. Και στο σημείο αυτό θα θέλαμε να τονίσουμε το πόσο σοβαρό είναι, το να καταβιβάσει κανείς τον Υιό και Λόγο του Θεού, στο επίπεδο του κτίσματος. Ένα θέμα το οποίο θίγουμε συνεχώς, αλλά στο οποίο εστιάζει την προσοχή του και την προσπάθειά του στο να το καταρρίψει και ο μακαριστός πατήρ Ιουστίνος. Ο οποίος και συνεχίζει: «Εάν ο Ιούδας είχε έναν συναγωνιστήν εις το έγκλημά του, ούτος είναι ο Άρειος, εξελθών εκ του θεοκτόνου και αυτοκτόνου Ιούδα» (και τον χαρακτηρίζει έτσι ο πατήρ Ιουστίνος διότι, αφενός, εσκότωσε με την προδοσία του τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό κατά την ανθρώπινη φύση, αυτοκτόνο δε, διότι και ο ίδιος στη συνέχεια αυτοκτόνησε). Επαναλαμβάνουμε λοιπόν: «Εξελθών εκ του θεοκτόνου και αυτοκτόνου Ιούδα, ο σατανάς εισήλθεν εις τον Άρειον και δι’ ουδενός άλλου ενήργει τόσον ολοκληρωτικώς, όσον διά του Αρείου». Στη συνέχεια ο πατήρ Ιουστίνος εκθέτει την κεντρική διδασκαλία του Αρείου: «Η βασική ιδέα του Αρείου είναι: Ο Χριστός δεν είναι Θεός. Εις το έργον του “Θάλεια” ούτως λέγει κατά λέξη: “Ουδέ Θεός Αληθινός έστιν ο Λόγος”. Εν σχέσει προς τον Θεόν Πατέρα δεν είναι Θεός, δια τούτο δεν γνωρίζει τελείως τον Πατέρα, άλλ’ επίσης ούτε την ιδικήν του ουσίαν: Ο Υιός την εαυτού ουσίαν ουκ οίδε” (Θάλεια). Άλλ’ ούτε εν σχέσει προς τους ανθρώπους ο Χριστός είναι Θεός, αλλά μόνον “κτίσμα τέλειον”. Δια της ηθικής τελειοποιήσεως και της ενεργείας της χάριτος ο Χριστός έγινεν εκείνο που είναι, και ούτω δύναται να ονομασθή “ισχυρός Θεός”. Ο Χριστός δεν είναι αληθινός Θεός εν σχέσει προς οιονδήποτε ή προς οτιδήποτε και δια τούτο όλα τα ιδιώματά του είναι σχετικά, και σχετική είναι και η γνώσις του και οι θέλησις και η ενέργεια. Τη μεν φύση ώσπερ πάντες, ούτε δε αυτός ο Λόγος εστί τρεπτός. Αυτά αναφέρει επί λέξει ο Άρειος στο έργο του «Θάλεια» και συνεχίζει ο πατήρ Ιουστίνος την έκθεση της κεντρικής διδασκαλίας του Αρείου: «Εν σχέσει προς τον κόσμον ο Λόγος είναι δημιουργός και μεσολαβητής μεταξύ Θεού και κόσμου. Ο Θεός δεν εδημιούργησε απευθείας τον κόσμον, αλλά εδημιούργησε τον Λόγον για να δημιουργήσει ο Λόγος τον κόσμον. Ο Λόγος εδημιουργήθη προ πάντων. Παραθέτει πάλι από το έργο «Θάλεια»: «Ο Λόγος εξ ουκ όντων γέγονε και ην ποτέ ότε ουκ ην». Δηλαδή, ο Λόγος έγινε από το μηδέν και υπήρχε εποχή, υπήρξε χρόνος, οπότε ο Λόγος δεν υπήρχε. Αυτή, λοιπόν, είναι η διδασκαλία του Αρείου. Αλήθεια, τόσο εκπληκτικό είναι ότι οι σύγχρονοι λεγόμενοι μάρτυρες του Ιεχωβά, ως γνήσιοι απόγονοι του Αρείου, πρεσβεύουν ακριβώς τα ίδια για τον Χριστό, επαναλαμβάνοντας τις ασέβειες και τις βλασφημίες εκείνου. Συνεχίζουμε την ανάγνωση από τη μελέτη του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς, η οποία έχει τίτλο: «Από τον αρειανισμον του Αρείου, έως των νεότερον ευρωπαϊκον αρειανισμον». Ο πατήρ Ιουστίνος εκθέτει τη σοβαρότητα της βλασφημίας και της κακοδοξίας του Αρείου, το να θεωρήσει ότι, ο Ιησούς Χριστός είναι ένα απλό κτίσμα και χρησιμοποιούμε αυτή τη μελέτη για να διακρίνουμε και να διαπιστώσουμε την σοβαρότητα της πλάνης, που έχουν πάρα πολλοί στη σημερινή εποχή, ως προς την πίστη τους στον Ιησού Χριστό, όπου άλλοι τον θεωρούν ως έναν αξιόλογο, σπουδαίο, σοφό άνθρωπο, ενώ άλλοι λέγουν πως πιστεύουν εις αυτόν, ενώ στην πραγματικότητα τον καταβιβάζουν στο επίπεδο του κτίσματος, όπως κάνουν οι μάρτυρες του Ιεχωβά, εκ παραδείγματι. Συνεχίζει, λοιπόν, ο πατήρ Ιουστίνος:
2. Η επιρροή τού Αρείου στις Δυτικές αιρέσεις «Είναι φυσικόν ότι τοιαύτη η διδασκαλία του Αρείου προεκάλεσε εναντίον της τους γνησίους ομολογητάς της χριστιανικής αληθείας. Κανείς διωγμός, καμία άλλη ταλαιπωρία δεν ετάραξε τόσον την Εκκλησίαν, όσον ο Αρειανισμός, διότι εδώ, επρόκειτο περί του μεγίστου διωγμού. Ο Άρειος, εκδιώκει εκ του Χριστού τον Θεόν. Δηλαδή, από το πρόσωπο του Χριστού, εκδιώκει την Θείαν φύσην και αφήνει μόνο την ανθρώπινη. «Πρόκειται περί της μεγαλυτέρας φρίκης», συνεχίζει ο πατήρ Ιουστίνος: «Ο Χριστός δεν είναι Θεός». Ή ο Χριστός είναι Θεός, ή ο κόσμος ούτος είναι ένα εργαστήριον φαντασμάτων και φρικαλεοτήτων. Δεν υπάρχει σωτηρία, εάν ο Χριστός δεν είναι Θεός. Δια τούτο, για να υπερασπίσει τον Κύριον Ιησούν Χριστόν από τη βλασφημία του Αρείου, επεστρατεύθη όλη η Εκκλησία, συνεκεντρώθη όλη εις εν καθολικόν και συνοδικόν σώμα, εις την Πρώτην Οικουμενικήν Σύνοδον και εναντίον της κακοδοξίας του Αρείου διατύπωσε την αποστολικήν και καθολικήν ορθόδοξον διδασκαλίαν, την αποστολικήν καθολικήν συνείδησιν, την αποστολικήν καθολικήν πίστιν και εμπειρίαν, την αποστολικήν καθολικήν παράδοσιν. Η Σύνοδος, δεν εδημιούργησε τίποτε το νέον, αλλά απλώς εξέφρασε και διατύπωσε την αρχαίαν πίστιν και διδασκαλίαν της Εκκλησίας, η οποία εφυλάττετο ιερώς και οσίως, με την χαρισματικήν ζωή της Εκκλησίας, διά του Αγίου Πνεύματος». Η καθολική πίστις και διδασκαλία της Εκκλησίας εξεφράσθη καθολικώς εις το Σύμβολον της Πίστεως και ιδίως εις την ισχυράν λέξιν “ομοούσιος”. Η όλη χριστιανική αντίληψις της ζωής κατ’ ουσίαν, τι είναι; Είναι η ανάπτυξις του μουσικού θέματος που αποτελούν τα δόγματα, τη δογματική. Και τι είναι η δογματική; Η ανάπτυξις του Συμβόλου της Πίστεως. Και τι είναι το Σύμβολον της Πίστεως; Ουδέν άλλο, παρά ο τύπος του βαπτίσματος διευρυνόμενος: “εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Και τα λόγια αυτά είναι, αναμφιβόλως, ανάπτυξις της λέξεως “ομοούσιος”. Η λέξις “ομοούσιος” εκφράζει ακριβώς εκείνο το αντινομικόν σπέρμα της χριστιανικής αντιλήψεως της ζωής, αυτό το “εν όνομα”, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και όχι εις τα ονόματα των τριών υποστάσεων. Και δεν μπορεί το όνομα του Πατρός, του Ακτίστου και Απείρου Θεού, να τοποθετείται ισοδύναμα, στην ίδια θέση, με το όνομα ενός κτίσματος και ενός πράγματος, όπως οι σύγχρονοι λεγόμενοι μάρτυρες του Ιεχωβά ισχυρίζονται για τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα». Πάνω σε αυτό όμως θα πούμε πολύ περισσότερα, αν ο Κύριος επιτρέψει, σε επόμενη εκπομπή. Και συνεχίζει ο πατήρ Ιουστίνος: «Οι πνευματοφόροι Πατέρες εβρήκαν τη λέξη με την οποίαν εξέφρασαν την ουσίαν του Χριστιανισμού. “Τούτο εποίησαν εισδεξάμενοι την νοητήν λαμπηδόνα του Αγίου Πνεύματος”, όπως ψάλλει η Εκκλησία μας. Διά του Αγίου Πνεύματος, ούτοι απεκάλυψαν το μυστήριον της θεολογίας και τούτο τρανώς παρέδωκαν τη Εκκλησία. Και το μυστήριον της θεολογίας είναι τούτο: “Ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ομοούσιος τω Θεώ Πατρί και διά τούτο σωτήρ, διά τούτο λυτρωτής, διά τούτο Κύριος. Οι θεοφώτιστοι Πατέρες, όπως κάποτε και ο Κύριός των, εις την έρημον του πειρασμού, ενίκησαν διά του Αγίου Πνεύματος το ακάθαρτον πνεύμα του δαιμονιζομένου Αρείου και επέφεραν “καιρίαν ήτταν” εις τον πειράζοντα. Τι είναι εις την πραγματικότητα ο Αρειανισμός; Από πού κατάγεται; Με τo μεταφυσικόν “είναι" του, ριζώνει εις τον σατανισμόν και με την ψυχολογικήν του πλευράν εις τον ορθολογισμόν.
3. Αντικατάσταση τού Χριστού με τον κοινό άνθρωπο Θα θέλαμε εδώ να παρατηρήσουμε, αγαπητοί ακροατές, ότι ο πατήρ Ιουστίνος πραγματικά κάνει μια ανατομία σε αυτή την πλάνη και μας λέγει, ότι έχει δύο όψεις. Η μία, η μεταφυσική ή πνευματική όψη, έχει να κάνει με τον σατανά, τον πατέρα του ψεύδους και των αιρέσεων. Από την άλλη πάλι πλευρά, την ψυχολογική, βρίσκει το στήριγμά του, ότι είναι ο ορθολογισμός, το μέσον δηλαδή εκείνο, που κατ’ εξακολούθησιν χρησιμοποίησε και χρησιμοποιεί ο δυτικός άνθρωπος, στην ουσία, για να εκτοπίσει την μεταφυσική, να εκτοπίσει τον Θεό από τη ζωή του. Κλείνουμε όμως αυτή την μικρή παρένθεση και συνεχίζουμε, τα λόγια του πατρός Ιουστίνου: «Ο Αρειανισμός είναι μία απόπειρα να υιοθετηθούν αι μέθοδοι και τα μέσα της κατά άνθρωπον φιλοσοφίας ως μέθοδοι και μέσα της Χριστογνωσίας και Θεογνωσίας. Να τεθεί ο αμαρτωποιημένος ανθρώπινος νους, ως μέτρον, εις το εν χάριτι θεανθρώπινον έργον του Χριστού. Να αντικαταστήσουν οι ορθολογιστικοί νόμοι, αι κατηγορίαι της λογικής του Αριστοτέλους, τους Xριστιανικούς νόμους του Αγίου Πνεύματος». Ο Νιούμαν έχει δίκιον όταν λέγει: “Ο Αριστοτέλης, είναι ο επίσκοπος των Αρειανών”. Επειδή ο Άρειος ήθελε να αθεώσει τον Θεάνθρωπο, ο Άγιος Αθανάσιος, το θεόπνευστον αυτό στόμα της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, η πύρινη γλώσσα του Αγίου Πνεύματος, έδειξε και απέδειξεν ότι ο Άρειος είναι τέκνον του διαβόλου και του Άδου, ότι η κάθε σκέψις του, γεννάται από τον Σατανάν. Τον άπειρον Θεόν, εν Χριστώ, ο Άρειος θέλει να περιλάβει εις τας στενάς κατηγορίας του πεπερασμένου και περιορισμένου νου του. Το βασικό λάθος των Αρειανών είναι, κατά τον Άγιον Αθανάσιον, το ότι “ερμηνεύουν την Αγίαν Γραφήν κατά τον ίδιον νουν”. Διά τούτο και δεν εννοούν αυτήν, διότι για να καταλάβει κανείς τα του Χριστού, πρέπει να έχει νουν Χριστού (Α΄ Κορ. B´ 9 -16). Οι Αρειανοί μετρούν τον Χριστόν με τον εαυτόν των και δι’ αυτό κάνουν τον Χριστόν ως τον εαυτόν των. Με την φύσιν των, μετρούν την φύσιν αυτού. Δια τούτο την καταβιβάζουν εις επίπεδον κτιστής φύσεως. Αντίθετα, η Εκκλησία, διά του Αγίου Αθανασίου, διδάσκει ότι “μη δέον την εκ Θεού γέννησιν του Λόγου, συμμετρείν τη των ανθρώπων φύσει”. Δηλαδή δεν πρέπει να μετρούμε με το ίδιο μέτρο και να συγκρίνουμε και να αντιπαραβάλλουμε την γέννηση του Θεού και Λόγου από τον Θεό Πατέρα με την γέννηση από την ανθρώπινη φύση. Και συνεχίζει ο πατήρ Ιουστίνος: «Σατανική είναι η σκέψις η οποία αρνείται την θεότητα του Χριστού. Τόσον σατανική, ώστε πρέπει να έχει την αρχήν της, εις τον νουν του σατανά. Από αυτόν, την έχουν δανειστεί οι Αρειανοί, διά τούτο, ούτοι, είναι διάβολοι και των εκείνου δαιμόνων φίλοι. Κάθε αίρεσις είναι εκ του διαβόλου. Παρακολουθήσας κατά βάθος όλας τας αιρέσεις, ο Άγιος Αθανάσιος γράφει: “Δημιουργός των αιρέσεων είναι ο διάβολος. Εάν εις τας λοιπάς αιρέσεις υπήρξε κάτι το διαβολικόν, η αίρεσις του Αρείου είναι όλη εκ του διαβόλου και όλη εν τω διαβόλω”. Ο Άγιος Αθανάσιος τονίζει ότι οι Αρειανοί: “συναριθμούσιν εαυτούς, μετά των Ελλήνων, διότι τη κτίσει λατρεύουσι παρά τον κτίσαντα, διδάσκοντας ότι ο Χριστός είναι κτίσμα. Μόνον η λέξις “ομοούσιος” είναι η ασφάλεια κατά των Αρειανών. Πρέπει να προχωρήσει κανείς κατά λογικήν συνέπειαν μέχρι τέλους. Εάν ο Χριστός δεν είναι Θεός, τότε είναι πλάνος. Πλανά όταν λέγει: “Εγώ και ο Πατήρ, εν εσμέν”. Πλανά όταν διδάσκει: “Ο εωρακώς εμέ, εώρακε τον Πατέρα”. Εάν επιτρέπεται μία φοβερά σκέψις, είπατε: “ποιος είναι εκείνος που θα μπορούσε να λέγει την αλήθεια, εάν δεν την είπεν ο Χριστός; Δεν είναι τότε όλοι οι άνθρωποι επίκατάρατοι σάλπιγγες, δια των οποίων σαλπίζεται κάποιον, τρις κατάρατον ψεύδος; Επειδή όμως ο Κύριος και Θεός Ιησούς Χριστός είναι η άπειρος αλήθεια, δύναται, όχι να αποδειχθεί λογικώς, αλλά να καταδειχθεί φυσικώς. Ο Θεός ο οποίος δύναται να κατανοηθεί, δεν είναι Θεός. Αυτή η σκέψις του Αγίου Αθανασίου, είναι αξία πάσης παραδοχής. Ο Αρειανισμός ήθελε να κατανοήσει τον Θεόν εν Χριστώ, να τον εκλογικεύσει, διά τούτο εσκανδαλίσθη και εξέκλινε εις αίρεσιν. Πρόκειται περί γνωσιολογικού προβλήματος. Δύνανται οι λογικοί συλλογισμοί, να γίνουν τα μέσα, διά την αληθινήν Χριστογνωσίαν; Δεν δύνανται, απαντά το Άγιον Πνεύμα διά των Αγίων Πατέρων της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Το να οδηγείται τις, διά του νου, εις το κεντρικόν δόγμα της πίστεως, τούτο σημαίνει πτώσιν εις σκάνδαλον, που έχει ως αποτέλεσμα την αίρεσιν. Πώς εις τον φλοιόν ενός καρυδιού, δηλαδή εις τον ανθρώπινον νουν, δύναται να περιληφθεί ο ανεξάντλητος; Πώς να εκφραστεί, ο ανέκφραστος; Πώς να καταληφθεί, ο ακατάληπτος; Πώς να κατανοηθεί, ο ακατανόητος; Δεν αρκεί να επικαλείται κανείς την Αγίαν Γραφήν, διότι και ο διάβολος την επικαλείται. Και καθόσον ευρίσκεται εις μεγαλυτέραν ανάγκην, ολοέν και περισσότερον την επικαλείται, όπως όταν επείραζε τον Κύριον εις την έρημον. Ο Αρειανισμός είναι ανεστημένος παγανισμός, διότι σμικρύνει τον Θεάνθρωπον Χριστόν, εις τα επίπεδα ενός ημιθέου. Εις τον σπασμένον, εξαιτίας της αμαρτίας, καθρέπτην του ανθρωπίνου νου, φαίνεται και ο Θεός τεμαχισμένος. Πώς να μετρήσει ο άνθρωπος με τον τρισδιάστατον νουν του τον Χριστόν, ο οποίος είναι από κάθε άποψιν άπειρος; Διά πίστεως γνωρίζομεν, διότι, διά πίστεως περιπατούμεν, διά πίστεως ζώμεν» (Β΄ Κορ. Α´24,· Γαλ. B´20,· Ρωμ. A´7, A´17 κ.ά.). «Τι άλλο εντός μου δύναται να εύρει και να γνωρίσει Θεόν εν τω Χριστώ, αν όχι η πίστις; Είναι απείρως αληθής ο λόγος του Αγίου Αθανασίου, ότι: “Διά την έρευναν των Αγίων Γραφών και την αληθινήν Χριστογνωσίαν, χρεία βίου καλού και ψυχής καθαράς και της κατά Χριστόν αρετής και της καθαράς διανοίας και της προς τους Αγίους του βίου μιμήσεως». Παρατηρούμε, αγαπητοί ακροατές, ότι αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία είναι προϋποθέσεις, για την ορθή κατανόηση των Αγίων Γραφών και των δογμάτων της πίστεως. Και συνεχίζει ο πατήρ Ιουστίνος: «Ως βλασφημίαν κατά του Αγίου Πνεύματος, θεωρεί ο Άγιος Αθανάσιος, την άρνησιν της θεότητος του Χριστού και το ασεβείν περί την θείαν ουσίαν Του. Αφού μας παρέθεσε από τον Άγιο Αθανάσιο ο πατήρ Ιουστίνος, τις προϋποθέσεις για να γνωρίσει κανείς τα δόγματα της αληθείας και της πίστεως, συνεχίζει: «Το να θέλει κανείς με τον αμαρτωποιημένον νουν του να γνωρίσει τον Θεόν, να τον εξηγήσει, τούτο αποτελεί έργον μιας εκπορνευμένης συνειδήσεως. Τούτο γνωρίζουν καλώς οι Άγιοι Πατέρες και η Αγία του Χριστού Εκκλησία και διά τούτο αποκόπτει τον Άρειον ως νοσούν μέλος. “Νοθεύσας Άρειος, φρενὶ αγνώμονι, την Ορθόδοξον πίστιν, ταις πατρικαίς ψήφοις εξοστράκισται τής Εκκλησίας, σεσηπὼς ώσπερ μέλος ο δυσώνυμος ”. Οι δε Άγιοι Πατέρες, οι οποίοι διά των αρετών του Αγίου Πνεύματος μετεμόρφωσαν τον νουν των και τον ήνωσαν διά της Χάριτος με τον καθολικόν και άγιον νουν της Εκκλησίας του Χριστού, έγιναν σάλπιγγες του Πνεύματος, διά των οποίων το Άγιον Πνεύμα, φθέγγεται το μυστήριον της Θεολογίας, το μυστήριον της υποστάσεως του Θεανθρώπου Χριστού.
4. Ο Άρειος ως πατέρας τής σύγχρονης Ευρώπης Ο Αρειανισμός, δεν έχει ακόμη ταφεί. Σήμερον είναι περισσότερον της μόδας παρά ποτέ άλλοτε και έχει διαδοθεί περισσότερον από άλλοτε. Έχει διαχυθεί, ως ψυχή στο σώμα της συγχρόνου Ευρώπης. Και αν κοιτάξετε εις την κουλτούραν της Ευρώπης, εις το βάθος της, θα ιδείτε κεκρυμμένον τον Αρειανισμόν. Εδώ, όλα περιορίζονται εις τον άνθρωπον και μόνον και αυτόν τον Θεάνθρωπον Χριστόν έχουν σμικρύνει εις τα πλαίσια του ανθρώπου. Με την ζύμη του αρειανισμού έχει ζυμωθεί και η φιλοσοφία της Ευρώπης και η επιστήμη της και ο πολιτισμός της και εν μέρει, η θρησκεία της. Παντού και συστηματικώς, ο Χριστός καταβιβάζεται, εις απλούν άνθρωπον. Αποσαρκούται συνεχώς ο Θεάνθρωπος. Επιτελείται διαρκώς το έργον του Αρείου. Η του Καντίου θρησκεία εις τα όρια του καθαρού λόγου, δεν είναι άλλο τί, παρά μία έκδοσις του αρειανισμού. Εάν με το μέτρο του Καντίου μετρήσουμε τον Χριστόν, τι νομίζετε ότι θα έχουμε ως αποτέλεσμα; Θα έχουμεν έναν Χριστόν άνθρωπον. Χριστόν σοφόν, αλλά ποτέ Χριστόν Θεάνθρωπον. Εάν με το κριτήριον του Μπεργκσόν κρίνομεν τον Χριστόν, θα έχουμεν πάλιν κάτι το ελάχιστα περισσότερον, από τον απλούν άνθρωπον. Και τοιουτοτρόπως και το ένα κριτήριον και το άλλο, και όλα τα κριτήρια όλων των φιλοσοφιών κατά άνθρωπον, υποβιβάζουν τον Θεάνθρωπον Χριστόν, εις άνθρωπον. Η ευρωπαϊκή επιστήμη, δεν υπολείπεται της φιλοσοφίας εις την αρειανικήν σχέσιν της προς τον Χριστόν. Ο προτεσταντισμός, διά πολλών εκ των αντιπροσώπων του, έχει εν πολλοίς υπερβεί εις Αρειανισμόν και αυτόν τον Άρειον. Οι διάφοροι Σοκινιανοί και Σλαϊερμάχεροι, είναι ισχυροί συναγωνιστές του Αρείου, εις το να εκσαρκώνουν, τον σαρκωθέντα Θεόν. Ο δε παπισμός με την ηθικήν του, είναι κατά πολύ Αρειανός. Αισθάνεται άραγε ποιαν μεταφυσική, ίσταται όπισθεν αυτής της φοβεράς ηθικής του; Όλα αυτά μαζί κατόρθωσαν να δηλητηριάσουν με τον χυδαίον Αρειανισμόν, τας μεγάλας μάζας της Ευρώπης. Ποιος δεν γνωρίζει τον χυδαίον Αρειανισμόν των διανοουμένων μας; Οι πολλοί διανοούμενοί μας συχνά λέγουν: “Ο Χριστός είναι ένας μεγάλος άνθρωπος, σοφός άνθρωπος, ο μεγαλύτερος φιλόσοφος, αλλά οπωσδήποτε όχι, ο Θεός”. Πόθεν τόσος Αρειανισμός σήμερον; Εκ του ότι ο άνθρωπος, έγινε σήμερον το μέτρον των πάντων, μέτρον όλων των ορατών και αοράτων όντων και πραγμάτων. Μετρών με τον εαυτόν του τα πάντα ο ευρωπαϊκός άνθρωπος απορρίπτει παν ό,τι είναι ευρύτερον από τον άνθρωπον, μεγαλύτερον από τον άνθρωπον, απειρότερον από τον άνθρωπον. Το στενόν του μέτρον στενεύει τον Θεάνθρωπον, εις άνθρωπον. Ο φλοιός της αμαρτίας συσφίγγει τον υπερήφανον νουν του ανθρώπου και ούτως δεν βλέπει και δεν αναγνωρίζει καμίαν πραγματικότητα, μεγαλυτέραν από τον εαυτόν του. Ο υπέρ νουν άθλος της πίστεως εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν, διασπά αυτόν τον κλοιόν, και ανοίγει τον νουν, εις τας απείρους πραγματικότητας. Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος όρισεν άπαξ διά παντός τον ρόλον του νου, εις την ερμηνείαν της προσωπικότητος του Θεανθρώπου Χριστού. Ο ρόλος του, είναι της υπακοής. Εις τον Χριστιανισμόν, οδηγεί η πίστις. Ο δε νους οδηγείται. Η γνώσις, είναι καρπός της πίστεως, της δι’ αγάπης ενεργουμένης και εν ελπίδι εργαζομένης. Η σύγχρονος ευρωπαϊκή σχετικοκρατία, ακολουθεί τον Αρειανισμόν. Ο μεταφυσικός σχετικισμός εγέννησε και τον ηθικόν τοιούτον. Δεν υπάρχει τίποτε το απόλυτον ούτε υπεράνω του κόσμου ή του ανθρώπου, ούτε εις τον κόσμον ή τον άνθρωπον, ούτε πάλιν πέριξ του κόσμου ή του ανθρώπου. Αλλά και από αυτόν τον νεώτερον σχετικισμόν, όπως και από τον παλαιόν αρειανικόν τοιούτον, σώζει μόνον η πίστις εις την Θεανθρωπότητα του Σωτήρος Χριστού, εις το ομοούσιόν του με τον Θεόν Πατέρα. Σώζει δηλαδή η θαυμαστή λέξις “ομοούσιος”. Δοκίμασε την πίστιν σου και έλεγξέ την με το Σύμβολον της Πίστεως. Εάν η πίστις σου δεν ανταποκρίνεται καθ’ ολοκληρίαν προς το Σύμβολον, είσαι αιρετικός. Εάν απορρίπτεις το “ομοούσιον”, δεν είσαι του Χριστού, είσαι του Αντιχρίστου, είσαι του Ιούδα, διότι η Εκκλησία ονομάζει τον Άρειον, δεύτερον Ιούδα. Αλλά με αυτά τα λόγια του πατρός Ιουστίνου ας κλείσουμε τον λόγον του και τη μελέτη του και ας κλείσουμε και τη σημερινή εκπομπή, η οποία έφτασε στο τέλος της. Σας ευχαριστούμε που μας παρακολουθήσατε. Ευχαριστούμε και τον Κώστα Τζιότζιο, που είχε την επιμέλεια του ήχου. Χαίρετε και ο Θεός μαζί μας. Απομαγνητοφώνηση: Πέτρος Ντάμκας. |
Δημιουργία αρχείου: 11-5-2026.
Τελευταία μορφοποίηση: 18-5-2026.